Ο Σωτήρης Μανωλόπουλος είναι Ψυχίατρος-Παιδοψυχίατρος, Ψυχαναλυτής, Πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας.

Περίληψη

Με αφορμή το βιβλίο του Σωτήρη Μανωλόπουλου «Η Πράξη της Μεταβίβασης», επιχειρείται αναρώτηση γύρω από τη χρήση και εφαρμογή της μεταβιβαστικής πράξης από τους ψυχοθεραπευτές που εργάζονται βάσει της συστημικής προσέγγισης στην ψυχοθεραπεία. Η συζήτηση γύρω από θέματα σχετικά με την ψυχοθεραπευτική σχέση, αλλά και την εφαρμογή στην ατομική ψυχοθεραπεία, άργησε να ξεκινήσει στη συστημική προσέγγιση. Το άρθρο προσπαθεί να εντοπίσει πού βρισκόμαστε σήμερα. Τόσο μέσα από βιβλιογραφικές αναφορές, όσο και από προσωπική θεραπευτική εμπειρία, παραθέτοντας και ψυχοθεραπευτικά στιγμιότυπα συνδεόμενα με το θέμα μας.

Λέξεις – κλειδιά: Μεταβίβαση, Θεραπευτική Σχέση, Ψυχανάλυση, Συστημική Προσέγγιση

Το μεταβιβαστικό φαινόμενο: «Η κληρονομιά»

«Δεν μπορείς να περάσεις δυο φορές το ίδιο ποτάμι»

Ηράκλειτος

…Μπορείς όμως να το αποπειράσαι πάντα με τον ίδιο τρόπο. Αυτό σηματοδοτεί τον «ψυχαναγκασμό της επανάληψης». Είναι μια επανάληψη μαθημένων, εγκαταστημένων αλλά απωθημένων τρόπων να είσαι και να δρας ενώπιον της σχεσιακής ροής. Αυτό δηλώνει μια ιστορία. Ένα παρελθόν όπου η επιβίωση ήταν η πρωταρχική -ασυνείδητη- έγνοια. Για να φτάσεις να επαναλαμβάνεις σημαίνει πως κάπως επιβίωσες. Με τί κόστος όμως; Με πόσο ψυχικό και σωματικό κόπο; Τι πληγές ή συγκρούσεις έχει αυτή η στρατηγική παράξει;

Η τάση είναι η επανάληψη του γνωστού, μια και αυτό παρέχει μια (ψευδ)-αίσθηση ασφάλειας. Ακόμα κι αν αυτή οδηγεί σε δυσφορία και βασανισμό του εαυτού.

Όμως ο άνθρωπος είναι πολύπλευρος ως οντότητα.

Είναι η αρχή της Ευχαρίστησης, είναι η αυτοποιητική δυνατότητα, είναι η αναστοχαστική στάση που ωθεί στη μεγαλύτερη αυτο-επίγνωση. Όλα αυτά μαζί που ωθούν στο νέο, στο καινούργιο, στη ρήξη της ομοιοστατικής συντήρησης, μέσω της δημιουργίας ρηγμάτων και ασυνεχειών στο συνεχές του τρόπου σχετίζεσθαι με τον εαυτό, τον άλλο και τον κόσμο.

Το φαινόμενο που συνέλαβε, εφάρμoσε, εξέλιξε και συνεχώς αναδιαμόρφωνε -όπως και τόσες άλλες έννοιες-   αρχικά ο Freud, μετά πολλοί μεγάλοι ψυχαναλυτές και παρουσιάζει τώρα ο ψυχαναλυτής- δάσκαλος Σ.Μ. σε ένα άκρως περιεκτικό, εμβριθές και  εξαιρετικά (κατά τη γνώμη μου) γραμμένο βιβλίο.

Ο Σ.Μ. ορίζει τη μεταβίβαση ως «πράξη». Με Ηρακλείτειο τρόπο. Το «γίγνεσθαι» προηγείται του «είναι» κατά τον Ηράκλειτο. Το είναι προσδιορίζεται, κάθε φορά, ως μια στιγμιαία απεικόνιση σε μια διαδικασία γίγνεσθαι. Η πράξη ενέχει γίγνεσθαι και το γίγνεσθαι πράξη. Ενέχει ροή, κίνηση, συνάντηση με το αναπάντεχο. Η μεταβίβαση ως πράξη. Ως γίγνεσθαι.

Μιλάει για μια σχεσιακή διαδικασία που δέχεται, αγκαλιάζει, ακούει, προσπαθεί να κατανοήσει ενώ συγχρόνως προκαλεί, καταλύει το διαφορετικό. Το νέο. Τη γέννηση νέων λεκτικών και συγκινησιακών δομών που τείνουν ν απελευθερώσουν το βίωμα από το κόστος που το φέρον υποκείμενο έχει πληρώσει. Η μεταβίβαση εκδραματίζεται μεταξύ ανθρώπων σηματοδοτημένων με σαφείς ρόλους, μέσα σε ένα επίσης σηματοδοτημένο σαφές πλαίσιο. Ο ορισμός των ρόλων και του πλαισίου διαφοροποιεί τον τρόπο της μεταβιβαστικής εκδραμάτισης.

«Η ίδια η αναλυτική συνθήκη (θεραπευτικό πλαίσιο) είναι αυτή που προκαλεί τη μεταβιβαστική κίνηση εκ μέρους του αιτούντος βοήθεια» (υποκειμένου, ασθενή, θεραπευόμενης/ου) μας λέει ο Σ.Μ. Ο τρόπος, δε, που τη χειρίζεται η/ο αναλύτρια/ης διακρίνει την ψυχανάλυση από τις άλλες ψυχοθεραπείες.

Η θεραπευτική σχέση ορίζεται (από τον Σ.Μ.) ως μια ειδική σχέση. Χρειάζεται να παρέχει σταθερότητα και ασφάλεια, αλλά συγχρόνως να είναι προκλητική και ανοιχτή στην καινοτομία. Να είναι δεκτική τόσο στη μεταβίβαση θετικών συναισθημάτων και αποτιμήσεων, αλλά και επιθετικότητας. Να δέχεται τις ερωτικές επιθυμίες και φαντασιώσεις, αλλά να μην τις κάνει πράξη. Να ωθεί σε παλινδρόμηση αλλά και να επαναφέρει στον παρόντα χρόνο. Να προσπαθεί να κατανοήσει τη σωματική εκδραμάτιση και συγχρόνως να ωθεί την επένδυσή της με λέξεις που σημαίνουν, που νοηματοδοτούν. Λέξεις που δημιουργούν αναμνήσεις στη θέση των σωματικών εκφορτίσεων. Που βοηθούν στην αφομοίωση των τραυματικών απωθημένων βιωμάτων και αποφορτίζουν τις συγκρούσεις. Έχει «…μια εξαιρετική ενδόμυχη εγγύτητα και έναν χωρισμό…»

Διαφοροποιεί τη μεταβίβαση που βιώνουμε σε κάθε -ίσως- ανθρώπινη σχέση από αυτή της ειδικής θεραπευτικής σχέσης. Στη δεύτερη δεν αρκούμαστε στην αποδοχή αυτού που συμβαίνει. Υπάρχουν αιτήματα και προσδοκίες σχετικές με αναστοχασμό, μεταμόρφωση, ανανέωση και, τελικά, ανακούφιση. Αιτήματα σχετικά με την ανάδυση-ανάδειξη του νέου, ώστε το παρελθόν να αναδεικνύεται ως γεννεσιουργό ενός πιο λειτουργικού παρόντος.

Η έννοια της μεταβίβασης συνδέθηκε αρχικά με την έννοια της «μεταβιβαστικής νεύρωσης». «Η μεταβίβαση ορίζεται ως η μετάθεση ορισμένων όψεων της ασυνείδητης ψυχικής αναπαράστασης ενός παιδικού αντικειμένου στην ψυχική αναπαράσταση ενός τωρινού αντικειμένου» (σ.47)…. «Η δημιουργία μιας νευρωτικής (μη ψυχωτικής) μεταβίβασης σημαίνει ότι λειτουργούν η διαφοροποίηση και η σταθερότητα της αναπαράστασης εαυτού και αντικειμένου, η μετάθεση, η συμβολοποίηση, η απώθηση, η παλινδρόμηση, η επανάληψη αλλά επίσης και η μνήμη και η πρώιμη αντίληψη». Από το 1920 και μετά οι ψυχανάλυση διευρύνει την εφαρμογή της και σε άλλες «κατηγορίες ψυχικών διαταραχών»: Ψυχώσεις, χαρακτηριολογικές διαταραχές, πρώιμα τραύματα κ.λπ. Διαφοροποιεί σημεία της προσέγγισης-στάσης της/του αναλύτριας/η, αναδεικνύει ιδιαίτερα τον μηχανισμό της «προβλητικής ταυτοποίησης» ως κύριο συστατικό της μεταβιβαστικής πράξης και μιλάει (Freud 1937) για υποθετικές εκδοχές-εικασίες εκ μέρους του αναλυτή, εκεί όπου η ανάμνηση αδυνατεί να εμφανιστεί.

Υπάρχει κάτι εκτός της μεταβίβασης, εκ μέρους του αιτούντος βοήθεια, στη θεραπευτική σχέση; «Η/Ο (θεραπεύτρια/ης) αναλύτρια/ης παίζει έναν ρόλο και ως πραγματικό αντικείμενο και όχι μόνο αντικείμενο της μεταβίβασης» (Blum 1917) αναφέρει ο Σ.Μ. Αυτή η σχέση με το πραγματικό αντικείμενο είναι η βάση επάνω στην οποία θα αναπτυχθεί η «θεραπευτική συμμαχία». Χωρίς αυτήν φαίνεται πως η μεταβιβαστική πράξη δεν θα ήταν εφικτή.

Η μεταβιβαστική πράξη ενέχει δύο, τουλάχιστον, πλευρές. Τη μεταβίβαση προς και από τους συμμετέχοντες σε αυτή. Η έννοια της αντιμεταβίβασης περιγράφεται μετά από αυτή της μεταβίβασης, χρησιμοποιώντας το πρόθεμα «αντί» ως ένδειξη απαντητικής κίνησης στην πρωταρχική κίνηση εκ μέρους των αιτούντων βοήθεια. Περιλαμβάνει συναισθήματα, σκέψεις, φαντασιώσεις, ψυχικές αναπαραστάσεις, εικόνες από την ψυχική ζωή της/του θεραπεύτριας/η, οι οποίες γεννιούνται από το προσλαμβανόμενα μεταβιβαστικά ερεθίσματα. Στην αρχή αντιμετωπίστηκε ως εμπόδιο, στην πορεία ως αξιοποιήσιμη και σήμερα ως ζωτικό συστατικό της αναλυτικής κατάστασης. Η/Ο αναλύτρια/ης-θεραπεύτρια/ης έχει ως κύρια ευθύνη την επίγνωση και συνεχή επεξεργασία της. Από αυτήν εξαρτάται η ενσυναίσθησή μας και οι ερμηνευτικές παρεμβάσεις μας. Είναι η διεργασία που ουσιαστικά αυξάνει την αυτογνωσία μας και τη συνειδητότητα ως προς τη σχεσιακή μας συμμετοχή. Είναι μια κίνηση προς τα έσω πριν απευθυνθούμε προς τον «άλλο» απέναντί μας.

Οι «Συστημικοί»: Αποδοχή (επεξεργασία, μεταβολισμός, αφομοίωση, εμπλουτισμός) ή Αποποίηση;

Ως προσδιορισμένος συστημικός ψυχοθεραπευτής, με βλέμμα ανελλιπώς στρεφόμενο στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπευτική μήτρα, μπαίνω στο επόμενο βήμα. Την αναρώτηση για το πώς η συστημική προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία αντιλαμβάνεται, αναφέρεται, εντάσσει, χρησιμοποιεί την «πράξη της μεταβίβασης»; Αυτό το ερώτημα αναδεικνύει άμεσα και δύο βασικούς άξονες χρήσης της ψυχοθεραπείας από τους συστημικούς. Την, σχετικά πρόσφατα περιγραφείσα, δυαδική ψυχοθεραπευτική δομή (ατομική ψ/θ) και την, παραδοσιακά συστημική, πολυπρόσωπη ψυχοθεραπευτική δομή (ψ/θ οικογένειας, ζεύγους, ομάδας).

 Η πράξη της μεταβίβασης στη δυαδική ψυχοθεραπευτική δομή

Πολύ σημαντική προσπάθεια προσδιορισμού για τον τρόπον που δουλεύουν οι συστημικοί στην ατομική ψυχοθεραπεία είναι αυτή των Luigi Boscolo και Paolo Bertrando, τόσο με την έκδοση του βιβλίου τους «Ατομική Συστημική Θεραπεία»,  όσο και με τα μεταγενέστερα άρθρα του δεύτερου μετά την απώλεια του Boscolo.

Μοιάζει σαν η συστημική θεραπευτική λειτουργία να ορίζεται συγκρινόμενη, κυρίως, με την ψυχαναλυτική. Ο Bertrando θέτει ως καθοριστικό ζήτημα την ενίσχυση της ανάδειξης του τρίτου μέλους, δηλαδή του «σημαντικού άλλου», ως παρόντος, και την αναφορά απ’ ευθείας σε αυτές τις σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους χωρίς απαραίτητα τη χρησιμοποίηση της μεταβιβαστικής κίνησης ως ενδιάμεσου χώρου σηματοδότησης, ανάδυσης του παρελθόντος και μεταφοράς στο παρόν. Η M. J. Gerson (1997) δέχεται αυτή τη θέση επισημαίνοντας, όμως, ότι η μεταβίβαση χρειάζεται να υπολογίζεται και η/ο θεραπευτρια/ης να την επεξεργάζεται και να είναι ενήμερη/ος ανεξάρτητα του αν θα αποφασίσει να παρέμβει ερμηνευτικά ή όχι.

Σαν να μη θεωρείται απαραίτητο να φτάσουμε στο σχεσιακό «εδώ και τώρα», μέσω της ερμηνείας χαρακτηριστικών που επενδύουν στη θεραπευτική σχέση, ανεξάρτητα του πόσο ενήμεροι χρειάζεται να είμαστε γι’ αυτά.

Για να επιτευχθεί αυτή η «παρουσία εν τη απουσία» χρειάζεται οι σημαντικοί άλλοι να περιφέρονται στη συνεδρία ως «ζωντανά φαντάσματα», θα έλεγα. Ο συστημικός, δουλεύοντας με το άτομο, δεν μπορεί να μη δουλεύει και με τις τρέχουσες πραγματικές σχέσεις του. Όταν κάποιος παραπονιέται για την αναισθησία της/του συντρόφου ή μια γονική κακοποιητική στάση, το μέλημα είναι η κατανόηση όλων των εμπλεκομένων. Όχι μόνο η συμμαχία και υποστήριξη των παρόντων στο δωμάτιο. Μας νοιάζει η αλληλεπίδραση και πώς η/ο θεραπευόμενη/ος συμμετέχουν σ’ αυτή. Προσπαθούμε να συναισθανθούμε τα “ζωντανά φαντάσματα”.

Αλλά δεν φτάνει αυτό. Χρειάζεται να υπάρχει στο πεδίο αναρώτησης και ενσυναίσθησης και το ευρύτερο κοινωνικό πολιτισμικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο διαμείφθησαν οι σχεσιακές αλληλεπιδράσεις. Να επεξεργάζεται, δηλαδή, και την επιρροή δεδομένων υπερσυστημικών συνθηκών. Τόσο στο επίπεδο της μεταβίβασης, όσο και της αντιμεταβίβασης. Δηλαδή, διερευνώντας τη δική του επιρροή από τα υπερσυστήματα στα οποία εμπλέκεται κάθε δεδομένη στιγμή.

Η έννοια της ερμηνείας

Κάνει ο συστημικός ερμηνείες; Τι σημαίνει ερμηνεία; Για τον ψυχαναλυτή είναι η ανάδειξη των μεταβιβαστικών φαινομένων με στόχο την αύξηση της εναισθησίας, της συνειδητότητας μέσω συμβολοποίησης, λεκτικής, δηλαδή, και συναισθηματικής επένδυσης συγκρουσιακών σχηματισμών που παράγουν σύμπτωμα. Σημαντικό ζητούμενο είναι η νοηματοδότηση μνημονικών απωθημένων ιχνών που ζωντανεύουν και εκφορτίζονται.

«Μια μνήμη-δράση που δρα στην παρούσα συγκυρία, στην επανάληψη γίνεται μνήμη μιας δράσης» (Σ.Μ.).

Τον συστημικό τον νοιάζει να φέρει το παρελθόν στο παρόν, ερμηνεύοντας την ειδική μεταβιβαστική σχέση και συνδέοντας παρόντα δρώμενα με παρελθόντα διαπεπραγμένα ή του φτάνει η ανάδειξη των κυκλικών αλληλεπιδράσεων, των επικοινωνιακών πλεονασμών ή παράλληλων κινήσεων στο εδώ και τώρα;

Μήπως παραπέμπει το παρελθόν στο Γενεόγραμμα; Δηλαδή σε μια πιο ειδική μέθοδο; Φτάνει πάντα η ανάδειξη της σχεσιακής αλληλεπίδρασης για να επιφέρει μια ζητούμενη αλλαγή;

Η ερμηνεία ενέχει νοηματοδότηση. Ερμηνεύουμε-νοηματοδοτούμε εμείς ως θεραπευτές, κάνοντας αναγωγή σε μια ερμηνεύουσα γλώσσα που κατέχουμε ή αναζητούμε πρώτα τρόπους να νοηματοδοτήσει-ερμηνεύσει η/ο θεραπευόμενη/ος; Σε ποιά γλώσσα ψυχικής επεξεργασίας, όμως, να νοηματοδοτήσει-ερμηνεύσει; Κατέχει κάποια; Ίσως. Αν όχι, μάλλον χρειάζεται να του δανείσουμε ή να τον εκπαιδεύσουμε στην εκμάθησή της. Άρα η θεραπευτική ερμηνευτική συνθήκη εμπεριέχει κάποιου είδους εκμάθηση. Μερικές φορές άρρητη και υφέρπουσα.

Ίσως η ψυχαναλυτική γλώσσα να είναι η πιο δοκιμασμένη και εμπλουτισμένη μέχρι σήμερα. Ως συστημικοί θεραπευτές νομίζω πως είναι ανάγκη να βάλουμε στο κέντρο τον άνθρωπο. Να ανοιχτούμε σε νέες γλωσσικές κατασκευές και να εισαγάγουμε κι άλλες γλώσσες αναφοράς. Να επενδύσουμε στη θεραπευτική στάση της «περιέργειας» και να βοηθήσουμε ρωτώντας, μάλλον, και προσπαθώντας να βρούμε ποιά γλώσσα ταιριάζει στα λεγόμενα του κάθε ανθρώπου, παρά πώς θα ταιριάξουμε κάθε άνθρωπο σε μια συγκεκριμένη γλώσσα που υπηρετούμε.

Οι G. Cecchin, G. Lane, W. Ray το ανέδειξαν («Ασέβεια» 1992).

 «Θυμάμαι σημαίνει ότι ανακατεύω την τράπουλα και αναδιανέμω τους ρόλους, τις σχέσεις. Όταν θυμάμαι δεν γεμίζω απλώς τα κενά. Δημιουργικά μαζεύω τα σκόρπια υλικά και τα μεταλλάσσω σε νέες μορφές ενώ τροποποιώ την οικονομία τους. Δεν προσθέτω αλλά αναδιατάσσω, συναθροίζω και συνταιριάζω εκ νέου, ανασυνθέτω τον ψυχισμό μου. Δεν ανακαλώ απλώς ένα γεγονός, το αφηγούμαι, το αναπλαισιώνω. Λέω “Εγώ” στη θέση της επανάληψης ανεπεξέργαστων βιωμάτων. Αυτή είναι μια ηθική πράξη. Γίνομαι υποκείμενο των φαντασιώσεών μου. Αναλαμβάνω την ευθύνη τους» (Scarfone, 2011 στο βιβλίο του Σ.Μ.).

Είναι να ψάξουμε ποιας προσέγγισης είναι ο ανωτέρω συγγραφέας; Όλες οι προσεγγίσεις δεν τον διεκδικούν;

Ερμηνεία, αναπλαισίωση, αφηγηματική ανακατασκευή: Πώς τις διακρίνεις; Μήπως είναι διαφορετικά σημαίνοντα με κοινό σημαινόμενο;

Από την άλλη πλευρά, ακόμα και μια γνώμη, σχόλιο, στίξη δεν θα μπορούσε να αποτελεί παρέμβαση που επιφέρει αλλαγή; Πρέπει οπωσδήποτε να είναι «ερμηνεία»;

Το ζήτημα του χρόνου και του χώρου

Η συστημική προσέγγιση είναι μια ολιστική προσέγγιση. Αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως βιο-ψυχο-κοινωνικό ον. Χρειάζεται όμως να τονίσουμε και τη διάσταση του χρόνου. Της ιστορίας του. Ερχόμαστε μπροστά στον άλλο και στον εαυτό μας, να σχετιστούμε ως όλον, διαμορφωμένο μέσα σε ένα ιστορικό γίγνεσθαι. Ούτως ή άλλως ο τρόπος που θα σχετιστούμε θα φέρει κάτι από την ιστορία μας. Είτε θα το αποκαλέσουμε αναπαράσταση  σχέσεων υποκειμένου με αντικείμενο, είτε  πρότυπο (pattern) σχετίζεσθαι διαγενεακά μεταβιβαζόμενο, είτε, αλλιώς, θα σχετιστούμε στο παρόν φέροντας κάτι από το παρελθόν μας. Η έννοια του γίγνεσθαι σημαίνει τη συνεχή δυνατότητα αναδιαμόρφωσης, αναγέννησης, ποίησης του νέου και ένταξής του σε ένα συνεκτικό πυρήνα εαυτού. Ο συνεκτικός πυρήνας ως δομή χώρου, μοιάζει απαραίτητος για να μπορεί ένα τμήμα του εαυτού να αποσταθεροποιείται χωρίς να κατακερματίζεται ο εαυτός.

Ο τόπος μέσα στον οποίο συμβαίνουν όλα λογίζεται ως σύστημα. Βρισκόμαστε σε κάθε μονάδα χρόνου, σε ένα δίκτυο πολλαπλών και πολυεπίπεδων αλληλεπιδράσεων. Άρα, ο σχετιζόμενος άνθρωπος έρχεται να σχετισθεί ως βιο-ψυχο-κοινωνικό ον με ιστορία, μέσα σε δίκτυο αλληλο-διαπλεκόμενων πλαισίων και, άρα, επιρροών. Μια θεραπευτική σχέση πόσα ερεθίσματα μπορεί να λάβει υπ’ όψη της; Πόσα απ’ αυτά μπορεί να αναδείξει; Πόσα να επεξεργαστεί; Ο εστιασμός μοιάζει απαραίτητος, αλλιώς θα χαθούμε στην εντροπία.

Η μεταβίβαση σε πολυπρόσωπη ψυχοθεραπευτική δομή

Η παραπάνω διαπίστωση μας δίνει το έναυσμα για να εστιάσουμε στην ψυχοθεραπευτική δομή που αναφέρεται σε οικογένειες, ζευγάρια, ομάδες. Η πολυπλοκότητα των διαπλεκόμενων σχέσεων δοκιμάζει τη δυνατότητά μας για επεξεργασία σε επίπεδο θεραπευτικής συναλλαγής. Οι Β. Πομίνι και Β. Τομαράς (2015) μιλούν για πολλαπλούς δεσμούς που αναπτύσσονται τόσο μεταξύ θεραπευτριών/των και αιτούντων βοήθεια, όσο και μεταξύ των μελών του ζευγαριού-οικογένειας-ομάδας μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο. Η Κ. Χαραλαμπάκη (2015) μιλά για μεταβιβαστική σχάση, μια και μπορούν να συνυπάρχουν ταυτόχρονα θετικές και αρνητικές μεταβιβαστικές κινήσεις από τα μέλη μιας οικογένειας, ενός ζευγαριού ή μιας ομάδας. Η M. J. Gerson θεωρεί αδύνατο να αναγνωριστούν όλες οι μεταβιβαστικές διαδικασίες και γι’ αυτό θεωρεί ότι η/ο συστημική/ος θεραπεύτρια/ης εστιάζει περισσότερο στους σχεσιακούς σχηματισμούς που αναδύονται, παρά στο περιεχόμενο των διαλόγων. Συγχρόνως, όμως, όπως λέει «..χρειάζεται να είμαστε σε εγρήγορση έστω και για την πιο ανεπαίσθητη αναφορά στο πρόσωπό μας…». Η Α. Τσαμπαρλή (2011) αναρωτιέται για τις αναλογίες στη μεταβίβαση μεταξύ οικογένειας και ομάδας..

Αν δεχθούμε τον εαυτό ως πολυφωνικό ή πολλαπλό ή επιμεριζόμενο (distributive self) (Jer. Bruner, 1990), αναρωτιέμαι για μια ακόμα αναλογία: Αυτή της ατομικής ψυχοθεραπείας όπου διαφορετικές μεταβιβαστικές ποιότητες συνυπάρχουν, προερχόμενες από πλευρές του εαυτού, με αυτή της μεταβιβαστικής διαδικασίας του πολυπρόσωπου θεραπευτικού πλαισίου, όπου ορισμένα πρόσωπα εμφανίζουν αρνητικές μεταβιβαστικές κινήσεις και ορισμένα άλλα, από το ίδιο σύστημα θεραπευόμενων, θετικές.

Δεδομένο είναι ότι στην πολυπρόσωπη θεραπευτική δομή οι μεταβιβαστικές κινήσεις διανέμονται, μοιράζονται μεταξύ όλων των προσώπων. Επίσης, έχουν άλλη ποιότητα, μια και διαμείβονται εν τη παρουσία σημαντικών άλλων. Σαν οι αναπαραστάσεις και οι φαντασιώσεις να έρχονται αντιμέτωπες με τα πραγματικά αντικείμενά τους στο «εδώ και τώρα».

Η μεταβίβαση στο πλαίσιο*

Η έννοια του «πλαισίου» είναι κεντρική στη συστημική προσέγγιση. Όταν μιλάμε για «πλαίσιο» εννοούμε πέραν του θεραπευτικού, που αποτελείται κυρίως από θεραπευτές και θεραπευόμενους, και τα ανθρώπινα υπερ-συστήματα που το περιέχουν, καθώς και τα ίδιας ιεραρχικής τάξης συνδεόμενα με αυτό. Διεξάγοντας μια θεραπευτική συνεδρία, κάθε στιγμή  επηρεαζόμαστε και επηρεάζουμε αλληλοδιαπλεκόμενα πλαίσια. Τόσο υπερσυστημικά πλαίσια όσο και ίδιας τάξης συνδεόμενα. Οι μεταβίβαστικές πράξεις-διεργασίες απευθύνονται κυρίως στα υπερσυστήματα που εμπεριέχουν το θεραπευτικό σύστημα (π.χ. ένα νοσοκομείο ή ένα εκπαιδευτικό κέντρο ή ένα ιδιωτικό γραφείο). Τι σημαίνει αυτό; Π.χ. αν κάποιοι έχουν μια καλή εμπειρία στο συγκεκριμένο πλαίσιο από κάποιους ειδικούς, μπορεί να διατηρήσουν θετικά συναισθήματα, σκέψεις, φαντασιώσεις ακόμα κι αν αλλάξουν οι ειδικοί που θα τους παρέχουν θεραπεία. Ή αν ακόμα κι αν κάποιοι άλλοι μιλήσουν θετικά για ένα συγκεκριμένο θεραπευτικό χώρο, αυτό δημιουργεί θετική προδιάθεση που μπορεί να χτίσει μια θετική μεταβιβαστική στάση. Παρομοίως, αν το πλαίσιο αρχίσει να δυσλειτουργεί (αλλαγές προσωπικού, φόρτος εργασίας, διοίκηση κ.λπ.) και χάσει την καλή του λειτουργία ή έξωθεν μαρτυρία, αυτό μπορεί να επηρεάσει ακόμα και μια ήδη εγκατεστημένη θετική θεραπευτική σχέση.

*(δες και  Κ. Χαραλαμπάκη (2020), «Διπλοί Δεσμοί, Συστήματα, Ιδρύματα και … Αποχαιρετισμοί»)

Ο Εαυτός και η Σχέση: Η βάση της Ψυχοθεραπείας

Φαίνεται πως με ρητό ή και άρρητο τρόπο η πλειονότητα των συστημικών δεν αμφισβητούν την ύπαρξη της μεταβιβαστικής και αντιμεταβιβαστικής πράξης στη δυαδική ή πολυπρόσωπη ψυχοθεραπεία.  Το ζήτημα είναι αν και πώς τη διαχειρίζονται. Ο Paolo Bertrando μιλώντας για τη δυαδική ψυχοθεραπευτική δομή, κάνει, νομίζω, μια πολύ σημαντική απόπειρα διάκρισης της διαχείρισής της, πάντα σε σχέση με την ψυχαναλυτική οπτική. Ταυτίζει, ουσιαστικά, την Ανάλυση της Μεταβίβασης με τον ψυχαναλυτικό τρόπο, ενώ ονομάζει Παρουσία του Τρίτου  Μέρους (Presence of the Third Party) τον συστημικό τρόπο διαχείρισης. Ως «τρίτο μέρος» εννοεί τους σημαντικούς άλλους που συνθέτουν τις πραγματικές σχέσεις της/του θεραπευόμενης/ου.

«…Στη συστημική θεραπεία το τρίτο μέρος “εμφανίζεται ως παρουσία” (is presentified) μέσα στο θεραπευτικό διάλογο, ο οποίος επικεντρώνεται στις “εξωτερικές” σχέσεις, ενώ στην ανάλυση της μεταβίβασης το τρίτο μέρος ενσωματώνεται-εντάσσεται στη θεραπευτική (μεταβιβαστική) σχέση η οποία και θεωρείται ο πυρήνας της θεραπείας». Και αλλού:

«..(στην ανάλυση της μεταβίβασης) γίνεται επεξεργασία των εσωτερικευμένων σχεσιακών αναπαραστάσεων εστιάζοντας στη σχέση θεραπευτριας/τη-θεραπευόμενης/ου. Στη συστημική θεραπεία, επεξεργαζόμαστε τις ίδιες αναπαραστάσεις εστιάζοντας, κυρίως, στη σχέση της/του θεραπευόμενης/ου με αυτούς (τους σημαντικούς άλλους) με τους οποίους σχετίζεται».

Στην πολυπρόσωπη θεραπευτική δομή θεωρεί δεδομένο ότι εστιάζουμε, κυρίως, στις διαπροσωπικές σχέσεις που εκτυλίσσονται μπροστά μας και όχι στη σχέση με τον θεραπευτή.

Βέβαια, ο ίδιος ο Bertrando προέρχεται από μια ψυχαναλυτική εκπαιδευτική βάση και δίνει, μαζί με τους Bianciardi και Telfener, μια εξαιρετική περιγραφή της αντιμεταβιβαστικής πράξης (στο άρθρο των Πομίνι-Τομαρά «Η θεραπευτική Σχέση στη Συστημική προσεγγιση: Πολλαπλοί Δεσμοί», 2015):

«Σε κάθε θεραπευτική συνάντηση, ο θεραπευτής, από τις πρώτες λέξεις/κινήσεις, έχει πολλά εναλλακτικά “μονοπάτια” ν’ ακολουθήσει… Κάθε επιλογή επηρεάζει τόσο τη θεραπευτική διαδικασία όσο και το αποτέλεσμα. Ο θεραπευτής συχνά δεν έχει πλήρη συνείδηση για το τι τον οδηγεί σε μια συγκεκριμένη επιλογή και τι τον αποτρέπει από μια άλλη. Αυτό εξαρτάται από τις πεποιθήσεις του, τις προηγούμενες εμπειρίες του ως επαγγελματία και ως προσώπου αλλά και τη μοναδική αλληλεπίδραση με τον συγκεκριμένο θεραπευόμενο στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή».

Κάτι που ισχύει τόσο στη δυαδική όσο και στην πολυπρόσωπη θεραπευτική δομή. Η συμπλοκότητα της δεύτερης κάνει το έργο της αντιμεταβιβαστικής επεξεργασίας ακόμα δυσκολότερο: Πολλαπλές προβολικές ταυτίσεις, μεταβιβαστικές σχάσεις, εκδραματίσεις στο επίπεδο του πραγματικού μεταξύ των μελών, καθιστούν την αύξηση της συνειδητότητας τιτάνειο έργο. Η συν-θεραπευτική πλαισίωση μοιάζει απαραίτητη. Βέβαια, με την είσοδο κι άλλων προσώπων σε μια ήδη σύμπλοκη* δομή υπάρχει πάντα ο κίνδυνος αύξησης, παρά μείωσης της εντροπίας. Έχει μεγάλη σημασία η διασαφήνιση -μέσω ενός καλού συμβολαίου συνεργασίας- του ρόλου των συν-θεραπευτών ως βοηθητικών στην/ον θεραπεύτρια/η.

Φαίνεται σαν να μη μπορεί κανείς, όποια προσέγγιση κι αν έχει, να αγνοήσει τη μεταβιβαστική πράξη. Η συμπλοκότητα των πολυπρόσωπων θεραπειών την καθιστά δυσκολότερα κατανοήσιμη, όμως δεν νομιμοποιείται το να την αγνοήσουμε.

 

*σ.σ. Ένας τρόπος μείωσης της συμπλοκότητας θα ήταν ο εκ περιτροπής  εστιασμός σε υποσυστήματα και η εναλλαγή των συμμαχιών π.χ. πρώτα με ένα παιδί, μετά με τον πατέρα, μετά με τα παιδιά ως υποσύστημα, με τους γονείς ως υποσύστημα κ.ο.κ. Έτσι (από τη προσωπική μου εμπειρία) μπορείς να λειτουργήσεις, μέσα στην π.χ. οικογενειακή συνεδρία, σαν να διεξάγονται δυαδικές ψυχοθεραπείες εντός μιας πολυπρόσωπης δομή.

Μπορεί να εστιάζουμε στην αλληλεπίδραση, στο «εδώ και τώρα» ή στους τρόπους επικοινωνίας ή να λειτουργούμε συμβουλευτικά ή να δίνουμε παράδοξη συνταγή συμπτώματος.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, νομίζω, χρειάζεται να συνομιλούμε συνεχώς με τον εαυτό μας.

Να παρατηρούμε, να επεξεργαζόμαστε, να ανάγουμε, να συναισθανόμαστε. Να εστιάζουμε σε τρόπους σχετίζεσθαι, νοητικές κατασκευές, φαντασιώσεις, αναπαραστάσεις που αφορούν σε αυτούς που έχουμε απέναντί μας, εμάς, τη σχέση μας μαζί τους, τη μεταξύ τους σχέση και τη σχέση του θεραπευτικού μας συστήματος με άλλα συστήματα.

Μοιάζει, δηλαδή, να μη μπαίνει θέμα αμφισβήτησης της μεταβιβαστικής πράξης, αλλά διεύρυνσης και διαφοροποίησής της.

Σαν οι «κληρονόμοι» να δημιουργούν εναλλακτικές στάσεις διευρύνοντας ή διαφοροποιώντας τη μορφή της. Στο κέντρο πάντα βρίσκεται η θεραπευτική σχέση.

Είναι μια σχέση που όπως λένε οι Bianciardi και Bertrando (στο άρθρο των Πομίνι, Τομαρά): «Η σχέση αυτή δεν μπορεί να μπει σε αμιγώς επιστημονικά καλούπια … Ο θεραπευτής δεν μπορεί να αποφύγει το παράδοξο: Το να δρα επαγγελματικά, δημιουργώντας ταυτοχρόνως μια αυθεντική, ανθρώπινη και συναισθηματικά συνδεδεμένη σχέση».

Η ευθύνη μας δεν μπορεί παρά να είναι -μεταξύ άλλων- η φροντίδα, η οριοθέτηση, η δέσμευση για κατανόηση, η επιτρεπτικότητα για παλινδρομήσεις και η δεξιότητα για επαναφορά και έλεγχο της πραγματικότητας.

Ναι, η μεταβίβαση όπως δημιουργήθηκε, αναπτύχθηκε και παραδόθηκε από τον Freud και τους Μεταφροϋδικούς συνιστά τη βάση. Μια αενάως  επεξεργαζόμενη διαδικασία, εμπλουτιζόμενη και διαφοροποιούμενη. Ίσως σε κάποιες φάσεις μέρος της ψυχοθεραπευτικής κοινότητας να αμφισβήτησε την αξία της, δίνοντας έμφαση στο «μεταξύ» των ανθρώπων και στο παρόν αντί για το «έσω» και το παρελθόν. Η συστημική, ως ολιστική στάση, οφείλει να βάζει «και» όπου υπήρχε «ή». Σύζευξη όπου υπήρχε διάζευξη. Το ζήτημα είναι πού εστιάζουμε κάθε φορά.

Ο Nathan Ackerman (1908-1971), ψυχίατρος ψυχαναλυτής, από τους πατέρες της θεραπείας οικογένειας, υιοθετεί από τη δεκαετία του 1950 μια ολιστική (οικολογική) οπτική και μιλάει για πολυεπίπεδη οργάνωση της οικογένειας, με αλληλοσχετιζόμενους παράγοντες:

-Την ενδοψυχική (ασυνείδητη) συνθήκη των ατόμων

-Τη δυναμική των ρόλων που η οικογένεια υιοθετεί

-Τη δέσμευση της οικογένειας στις πολιτισμικές αξίες και στις επιρροές της από τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που βιώνει (Τσαμπαρλή, 2011)

Συνθέτει και συνδέει το «μέσα» με το «έξω», τον «εαυτό» με τη «σχέση», το «ατομικό» με το «συλλογικό».

Στη μεταβιβαστική πράξη-διεργασία, η αντιμεταβίβαση* μας τοποθετεί σε μια θέση ανάλογη με αυτή των αιτούντων βοήθεια. Περνάμε την όχθη για να τους συναντήσουμε. Αφήνουμε τον θρόνο της σιγουριάς μας για να περιπλανηθούμε σε επικίνδυνές περιοχές αναρώτησης. Ερχόμαστε σε επαφή με την ουσία του εαυτού μας, όπου το νέο και άγνωστο  καραδοκεί. Πώς να μη φοβάσαι; Πώς να βάλεις σε δεύτερο πλάνο γνώσεις, θεωρίες, αξιώματα και να γυμνώνεσαι μπροστά σε ακροατήριο; Και μάλιστα με τρόπο που α) η γύμνια σου να μη φαίνεται ως μειονέκτημα και β) να είναι μέλημά σου η χρήση της ως εργαλείο βοήθειας.

* Σ.σ. Βάσει της συστημικής αλληλεπιδραστικής οπτικής, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «συν-μεταβιβάσεις» (…για σύμπραξη μιλάει ο Γρ. Αμπατζόγλου προλογίζοντας το βιβλίο του Σ. Μανωλόπουλου). Δηλαδή αν δεχθούμε την αντιμεταβίβαση ως πρώτη θεραπευτική αντίδραση στο πρώτο μεταβιβαστικό ερέθισμα από την πλευρά των θεραπευόμενων, στην εξέλιξη της θεραπευτικής σχέσης, μπορεί η ίδια η αντιμεταβίβαση να λειτουργήσει ως ερέθισμα παραγωγής μεταβιβαστικών (αντι-μεταβιβαστικών;) αντιδράσεων εκ μέρους των θεραπευόμενων. Άρα, χάνει το νόημα του ποιός έκανε πρώτος τι. Απλώς, πρόκειται για μια  «μεταβιβαστική αλληλεπίδραση». 

Ο Freud τρόμαξε! Όμως το μεγαλείο του ήταν ότι την αναπλαισίωσε. Τη θετικοποίησε. Μόνος του! Το 1910! Τόλμησε να απεκδυθεί του ιατρικού στάτους και να κατέβει στα υπόγεια της ανθρώπινης άγνοιας, τολμώντας να αντικρύσει κάθε κρυμμένο δαίμονα.

Είναι κατανοητή κάθε απόπειρα αποφυγής.

Αναλογίζομαι τους περί ισοτιμίας προβληματισμούς στη θεραπευτική διαδικασία. Πόσο εξουσιαστικός είναι ο θεραπευτικός ρόλος και πόσο κυρίαρχη είναι η αφήγηση του θεραπευτή. Τις προτάσεις για αλλαγή της ίδιας της λέξης «Θεραπεία» σε «Συζήτηση». Σαν μια θεμελιώδης αγωνία να εκφράζεται: Τι κάνουμε με την αντιμεταβίβαση; Μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τους δαίμονές μας; Αυτούς τους πανανθρώπινους δαίμονες που περιδιαβαίνουν τις όχθες κάθε θεραπευτικής σχέσης; Είναι η συνομιλία στον πληθυντικό, εξ’ ορισμού πιο εξουσιαστική από μια συζήτηση στον ενικό; Ή αυτό που καθορίζει το ισότιμο του πράγματος είναι η ειλικρίνεια με την οποία η/ο θεραπεύτρια/ης δεσμεύεται στην κάθοδο στους δικούς της/του δαίμονες και την ανάδυση με πλούσιο ενσυναισθητικό υλικό (πυροδοτώντας μια λάμψη στο  P.E.T. scan από τους κατοπτρικούς νευρώνες..!);

Μεταβιβαστικά στιγμιότυπα: Δύο περιπτώσεις

(Οι διάλογοι είναι πραγματικοί. Τα προσωπικά στοιχεία έχουν  αλλοιωθεί, ελαφρώς, για προστασία του ιατρικού απορρήτου)

1.   Η Κ.

Η Κ. είναι μια νέα γυναίκα 27 ετών, με εργασία σχετική με την ειδική αγωγή. Ξεκινήσαμε ψυχοθεραπευτική συνεργασία πριν 10 μήνες, περίπου, με συχνότητα 1 φορά/εβδομάδα.  Η Κ. εργάζεται σε δομή ψυχικής υγείας και αμείβεται με έναν χαμηλό μισθό. Τους τελευταίους μήνες ξεκίνησε να δουλεύει και με την ηλικίας 8 ετών κόρη μιας οικογένειας, κάνοντας παιδαγωγική-οργανωτική δουλειά .

Από τις αρχές της συνεργασίας μας υπήρξαν διαπραγματεύσεις για το θεραπευτικό πλαίσιο. Τόσο ως προς την αμοιβή μου, όσο και ως προς τη συχνότητα των συνεδριών αλλά και για κάποιες αλλαγές ημέρας και ώρας. Σε μια συνεδρία μας, πριν κάποιο διάστημα, μου ζητάει ν αλλάξουμε, αν γίνεται, την ημέρα της μεθεπόμενης συνεδρίας, επειδή θα λείψει σε ένα ταξίδι με τον φίλο της. Το δέχομαι και της λέω:

Θεραπευτής: Θα μπορούσατε Δευτέρα στις 16.00;

Κ. Ναι. Ευχαριστώ.

Θ. Εντάξει. Θα το φροντίσω. Μόνο θα σας το επιβεβαιώσω στην επόμενη συνεδρία.

Κ. Εντάξει.

Στην επόμενη συνεδρία :

Θ. Λοιπόν εντάξει σας επιβεβαιώνω ότι μπορώ τη Δευτέρα.

Κ. Ε, …αα…. δεν μπορώ.

Θ. …Δηλαδή;..

Κ. Ε… να … έχω εποπτεία στη δουλειά … Δεν το είχα υπολογίσει…

Θ. …ξέρετε … έχω προσπαθήσει  για να σας βρω αυτή την εναλλακτική ημέρα και ώρα.

Κ. Ε … ναι … μμ… εντάξει… ας το κάνουμε.

Θ. Δηλαδή;

Κ. Εντάξει για τη Δευτέρα. Θα αναβάλω την εποπτεία. Δεν είναι και ακριβώς εποπτεία.

Θ. Α. Δηλαδή;

Κ… Ε, κάτι σαν…

Θ. …επιστημονική ομάδα;

Κ.  Ε, ναι.

Θ. Πάντως, έχετε και άλλη επιλογή. Να μην κάνουμε τη συνεδρία αλλά θα πρέπει να πληρωθεί (σύμφωνα με το αρχικό μας συμβόλαιο).

Κ. Α, όχι. Εντάξει για τη Δευτέρα.

Συνεχίζει μιλώντας για το πώς η οικογένεια με την οποία συνεργάζεται δεν είναι συνεπής στις πληρωμές και επιπλέον ακυρώνει την τελευταία στιγμή συναντήσεις. Περιγράφει τον τρόπο που το διαχειρίστηκε, ανοίγοντας το ζήτημα και βάζοντας τους όρους της, υπερασπιζόμενη με αποτελεσματικό τρόπο τον εαυτό της. Κλείνει λέγοντας:

Κ. Μήπως είμαι πολύ αυστηρή;

Θ. Νομίζω πως το χειριστήκατε όπως περίπου υπερασπίστηκα κι εγώ σήμερα τον εαυτό μου…

Κ.  Ναι, ναι (γελώντας). Συνδέονται.

Σχόλιο: Η άμεση αντίδρασή μου στο «δεν μπορώ» ήταν θυμός. Αντιμεταβιβαστική αντίδραση. Αν απαντούσα άμεσα θα εκφραζόταν ανεπεξέργαστη επιθετικότητα. Π.χ. «Νομίζω πως δεν υπολογίζετε ιδιαίτερα την ψυχοθεραπεία σας» ή «Χρειάζεστε πραγματικά την ψυχοθεραπεία» ή «Τι σας κάνει να είστε τόσο επιθετική»; Είναι να πυροδοτηθούν τα ερωτήματα: Τι νιώθω; Τι με κάνει να νιώθω έτσι; Τί μου θυμίζει δικό μου; Αυτό που εκφράστηκε πρώτο, πριν προλάβω ν’ απαντήσω στο τρίτο ερώτημα, ήταν να υπερασπιστώ το ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο και τον ρόλο μου, χωρίς να επιτεθώ. Να μην υπηρετήσω την ετοιμότητά μου για ματαίωση, λειτουργώντας απορριπτικά προς την Κ… Η προηγούμενη εμπειρία συχνών διαπραγματεύσεων περί του θεραπευτικού πλαισίου ίσως ενίσχυε την τάση μου για επίθεση. Από την άλλη, η αναρώτηση που είχε προηγηθεί γύρω από αυτή τη στάση της Κ. μάλλον βοήθησε. Δηλαδή η αναρώτηση γύρω από τη μεταβιβαστική πράξη. Συνήθως, αυτές οι αμφισβητήσεις-διαπραγματεύσεις δηλώνουν αντίσταση στην αλλαγή. Όντως, η Κ. ήταν μπροστά σε ένα σημαντικό επόμενο βήμα αποπαίδωσης- αυτονόμησης. Πολλά τη δυσκόλευαν.

Αν δίναμε φωνή στα μετα-μηνύματα θα γινόταν, πιθανόν, ο εξής διάλογος:

Κ.  «Μπορώ να πω όχι; Μπορώ». «Μήπως είσαι πολύ αυστηρός στο όχι μου; Όμως μοιάζουμε στον τρόπο που υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας».

Δηλαδή «Θέλω να μπορώ να πω όχι, αλλά και να σου μοιάζω».

Θ.  «Ναι, μπορείς να λες όχι, αλλά έχει κόστος. Όχι όμως τόσο που να κινδυνεύεις να με χάσεις».

Αυτή νομίζω είναι μια απόκριση που λαμβάνει υπ’ όψη της α) το τι διαμείβεται στη θεραπευτική σχέση β) τις αναλογίες της με τις σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους (μεταβιβαστική πράξη με πιο συστημικά λόγια) γ) προάγει την υπεράσπιση εαυτού και πλαισίου, εισάγοντας την αρχή της πραγματικότητας δ) επιτρέπει την αυτονόμηση, αποφεύγοντας να ενισχύσει φαντασιώσεις απώλειας και ευνουχισμού.

2.   Η Οικογένεια Ζ

Η οικογένεια Ζ. είναι μια τετραμελής οικογένεια με 2 αγόρια 16,5 και 12 ετών. Ήρθαν για βοήθεια πριν από 3 χρόνια, περίπου, ορίζοντας ως πρόβλημα την επιθετική-αντιδραστική συμπεριφορά του μεγάλου γιου (13,5 ετών τότε).  Ο Π. είχε ιστορικό πολλών ετών (από τότε περίπου που παντρεύτηκε) με προβλήματα κρίσεων πανικού με κατάθλιψη, για τα οποία έκανε ομαδική ψυχοθεραπεία και παίρνει ακόμα φαρμακευτική αγωγή. Όταν ήρθαν σ’ εμένα τα είχε αντιμετωπίσει καλά και τα συμπτώματα ήταν σε πλήρη ύφεση. Η σχέση μεταξύ του ζευγαριού ήταν πολύ συγκρουσιακή και συζητούσαν καιρό θέμα διαζυγίου. Η σχέση του πατέρα (Α) με τον μεγάλο γιο είχε, επίσης, πολλές δυσκολίες, ενώ μεγάλο θέμα και για τους δυο γονείς ήταν η σχέση με την επάνω γενιά. Κυρίως σε ότι αφορά την οριοθέτηση. Εργάζονται και οι δύο. Η μητέρα (Ρ) είχε αλλάξει δουλειά, δουλεύοντας πια part-time για να μπορεί να είναι πιο πολύ ώρα στο σπίτι με τα παιδιά. Ο πατέρας (Α) δουλεύει πλήρες ωράριο ως ιδιωτικός υπάλληλος.

Μετά από 2 οικογενειακές συνεδρίες οι γονείς μπήκαν σε θεραπεία ζεύγους (τα πρώτα δύο χρόνια ανά δύο εβδομάδες και μετά σε μηνιαίες συνεδρίες). Έχουν δουλέψει πολύ σοβαρά και η ζωή τους έχει βελτιωθεί σε πολλά επίπεδα. Τόσο στο επίπεδο της σχέσης τους, όσο και σε αυτό της σχέσης με τα παιδιά και την επάνω γενιά. Σταμάτησαν να μιλάνε για διαζύγιο. Συνεννοούνται και συμμαχούν απέναντι στα παιδιά. Οριοθετούνται απέναντι στις γονικές οικογένειες. Το φετινό καλοκαίρι το περιγράφουν ως το καλύτερο της κοινής τους ζωής. Δυσκολίες, βέβαια, παραμένουν σε όλα επίσης τα επίπεδα.

Πριν από δυο μήνες, περίπου, ο πατέρας(Α) ανοίγει πάλι το θέμα της σχέσης του με τον μεγάλο γιο (Ε) (ενώ είχε περάσει σημαντικό διάστημα που η σχέση είχε ομαλοποιηθεί).

Α. «Ο Ε. έκανε στροφή 180 μοιρών. Πλακώθηκε με συμμαθητή του στο σχολείο και πήρε αποβολή. Επίσης μου είπε ότι καπνίζει. Του μίλησα. Θυμάσαι Ρ; (προς την μητέρα)».

Ρ. «Όλα τα ρίχνει στο θέμα της επέμβασης στο αυτί του (έκανε πριν κάποιους μήνες πλαστική για αισθητικούς λόγους αλλά δεν είναι πάλι ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα). “Δεν μου αρέσει η εμφάνισή μου. Γι’ αυτό είμαι έτσι”, λέει. Ο Α. του έριξε χαστούκι όταν μίλαγαν για το τσιγάρο, λόγω του ύφους του Ε… Μετά ο Ε. τον κλώτσησε. Όταν του μιλάω εγώ με ακούει. Βάζω όρια».

Θ. «Ο Ε. φλερτάρει γενικά με τη βία. Τι να είναι πίσω από το θέμα της εμφάνισης;»

Α. «Κάτι μου έλεγε και για “Χρυσή Αυγή” τελευταία…»

Ρ. «Έτσι τα έλεγε… Σαχλαμάρες…»

Θ. «Γιατί όμως τόση ανάγκη για δύναμη; Ανασφάλεια από κάτω;»

Α και Ρ. «….;»

Θ. Στον πατέρα. «Εσάς σας αρέσει ο Ε. σαν άνθρωπος;»

Α. «Όχι.»

Θ Στη μητέρα. «Εσάς;»

Ρ «Ναι.»

Θ . «Δηλαδή;».

Α.  (αρχίζει ν απαριθμεί αρνητικά χαρακτηριστικά του Ε.)

Ρ. «Τα αρνητικά του Ε. μοιάζουν με αυτά του Α ….Το πώς μιλάει, πώς ξυπνάει…»

Α. (Σιωπηλός )

Θ. Προς πατέρα.  «Του βρίσκετε κάτι θετικό;»

Α. «Όχι.»

Θ. Προς μητέρα. «Εσείς;»

Ρ. «Ναι.» (Απαριθμεί πέντε θετικά).

Α. «Οι άλλοι μπορεί να του βρουν. Εμένα,… περνάει μπροστά μου και με κοιτάει πάντα με μισό μάτι…»

Θ. «Αυτό νομίζω λέει ο Ε. με τη βίαιη στάση του: “Δεν αρέσω στον πατέρα μου. Δεν είμαι αποδεκτός. Αυτό με θυμώνει”. Σαν να βιώνετε αλληλο-απόρριψη».

Α. Σιωπηλός, βαρύς…

Ρ. Σαν να επιδοκιμάζει σιωπηλά…

Θ. προς πατέρα. «Δηλαδή ποτέ δεν του έχετε πει κάτι θετικό π.χ. ότι κάτι έκανε καλά, ότι τον αγαπάτε, … να τον πιάσετε τρυφερά…;»

Α. «Ποτέ.»…(βυθισμένος στις σκέψεις του).

Θ. «Απ’ τη στιγμή που εσείς έχετε καλά σαν άνθρωπος θα έχει και ο Ε. Πώς θα τα δείτε είναι το θέμα. Χρειάζεται βοήθεια και από εσάς» (προς την Ρ. μητέρα)

Στην επόμενη συνεδρία:

Ρ. «Πολύ ζοριστήκαμε αυτό τον μήνα. Παλεύαμε τα θέματα του Ε. και προχτές μάθαμε πως και ο Β. (ο μικρός γιος 13,5 ετών) καπνίζει στο σχολείο. Είχε προκλητική στάση… Ο Α. του έριξε μία.»

Θ. «Αυτό σίγουρα δεν βοηθάει.»

Α. «Δεν μπορώ να συγκρατηθώ…»

Ρ. «Ο Α. μου είπε την Κυριακή ξυπνώντας: “Τελικά δεν έχει νόημα να είμαστε μαζί. Αφού δεν νιώθω κάτι κι εσείς δεν νιώθετε … Θέλω να χωρίσουμε και να μη ξαναπάμε στον Κόκκαλη…”  Εν τω μεταξύ ο Ε. το άκουσε από δίπλα και μετά μας ρώτησε… Του απαντήσαμε με μισόλογα… Γενικά δεν το συζητήσαμε ξανά από τότε.»

Α. «Με πιάνει κάτι. Σαν …σαν…»

Θ. «…Παρόρμηση…»

Α. «Ναι. π.χ. όταν δεν με υπολογίζουν και περιμένουν να βγάλω εγώ βόλτα τον σκύλο γυρνώντας από τη δουλειά πτώμα…»

Θ. «Σαν αυτό να παίρνει τεράστιες διαστάσεις και μετά μηδενίζετε τα πάντα;»

Α. «Ναι. Σαν κρίση…»

Θ. «Από πότε είναι τόσο έντονο;»

Α. «Τον τελευταίο μήνα. Από τότε που φύγαμε από εδώ.»

Θ.«Φαίνεται πως κάτι σας επηρέασε ιδιαίτερα στην τελευταία μας συνάντηση. Φαίνεται σαν αυτά που κουβεντιάσαμε να σας αποσταθεροποίησαν.»

Α. «Ναι, ναι…»

Θ. «Μπορεί και να νιώσατε κάτι σε σχέση μ’ εμένα…; π.χ. σαν ενός είδους απόρριψη;»

Α. (Κουνάει το κεφάλι του) … «Ίσως ναι…» (αμίλητος)…

Θ. «Πώς και δεν πήρατε τηλέφωνο να βρούμε μια ώρα να συναντηθούμε γρηγορότερα;»

Α. «Έλα ντε…»

Ρ. «Έλα ντε…»

Επόμενη συνεδρία:

Α. «Για τις εκρήξεις μου… Είναι ανάγκη να μιλήσω στα παιδιά… δεν μιλάω και μετά εκρήγνυμαι.»

Μετά μιλάει για τις γιορτές που πήγαν στους γονείς του: «Ενώ ήθελα να πάμε, μετά μ’ έπιασε κάτι και ήθελα να φύγω αμέσως. Να τους πλακώσω και να φύγω…»

Ρ. «Εγώ ήξερα τι να περιμένω. Είπα ο.κ. ας πάμε… Η ένταση όμως περνάει και στα παιδιά.»

Α. «Να καταλάβω τι με πιάνει με τους γονείς μου…»

Συνεχίζουμε μιλώντας για τη σχέση του Α. με τους γονείς του. Για τις προσδοκίες που θεωρεί πως έχουν από αυτόν και κατά πόσο τις έχει εκπληρώσει. Για την «αδυναμία» που έχει στη μητέρα του και την ανάγκη του να μη την στενοχωρεί.

Σχόλιο:

Νομίζω ότι πολλά θα μπορούσε να συζητήσει κάποιος, ανάλογα με το πού θέλει να εστιάσει.

Θα ήθελα να εστιάσω σε κάτι που θεωρώ σχετικό με το θέμα μας. Μια κρίσιμη στιγμή αναφορικά με τις αλληλο-διαπλεκόμενες σχέσεις που ζωντάνευαν σε αυτές τις τρεις συνεδρίες. Η κεντρική λέξη που θα έλεγα πως την χαρακτηρίζει είναι η λέξη «αλληλο-απόρριψη». Αλληλο-απόρριψη αρχικά στο επίπεδο της σχέσης πατέρα-γιου, μετά θεραπευτή-θεραπευόμενου και τελικά πάλι γονιού-γιου.

Θα μείνω λίγο στον ρόλο του θεραπευτή. Η διαπίστωση και ανάδειξη της αλληλο-απόρριψης στη σχέση του Α. με τον γιο του Ε. έφερε τον Α. σε μια πολύ δύσκολη θέση. Τον έφερε μπροστά στην ανάδειξη των δυσκολιών του στον πατρικό ρόλο. Μπορούσε να το διαχειριστεί; Εκείνη την ώρα πόσα στοιχεία επηρέαζαν τη θεραπευτική μου θέση; Η επαναφορά του ζητήματος του «γιου με πρόβλημα», ενώ θεωρούσα πως είχαμε πάει παρακάτω, η βίαιη στάση του πατέρα, που από μόνη της με δυσκόλευε να συμμαχήσω με τον «θύτη», οι ούτως η άλλως ενεργές επιφυλάξεις μου για τις δυνατότητες επεξεργασίας και αφομοίωσης  των ψυχολογικών διεργασιών εκ μέρους του πατέρα.

Εύκολο να κυριευτείς από θυμό και συναισθήματα ματαίωσης. Το ερώτημα, λοιπόν, που θέτω στον εαυτό μου ως θεραπευτή είναι: Επηρέασε, και κατά πόσο, κάποιο από αυτά τα συναισθήματα, τον τρόπο που αναδείχθηκε το θέμα των δυσκολιών του Α.; Ήξερα ότι είναι ευάλωτος. Μήπως πίεσα, μήπως βιάστηκα; Μήπως, δηλαδή, έκανα κάτι επιθετικό; Το συναίσθημά μου στο κλείσιμο της πρώτης περιγραφόμενης συνεδρίας ήταν ανησυχία, εξ’ ου και η απόπειρά μου να ενισχύσω τον Α. ως άνθρωπο και να αποδώσω στην Ρ. έναν βοηθητικό-υποστηρικτικό ρόλο, αλλά και εμπιστοσύνη ότι η σχέση μας δεν κινδυνεύει. Κινδύνεψε τελικά; Πόσο; Σε τι «παίχτηκε» το να ξανάρθει ο Α.; Πάντως, η ενημερότητά μου στην πρώτη συνεδρία δεν ήταν τόση που να περιμένω μια τέτοια αντίδραση από τον Α..

Ήρθαν όμως! Και μάλιστα ανοίγοντας το ζήτημα. Η Ρ. το έφερε! Η «συνθεραπεύτρια» που δεν είχα;

Εκείνη τη στιγμή το άνοιγμα στο επίπεδο του τι διαδραματίζεται στη θεραπευτική μας σχέση, ήταν για εμένα μονόδρομος. Μεταβιβαστική πράξη!

Πόσο αξιοποιήθηκε; Μα στην τρίτη συνεδρία ήρθε στο προσκήνιο η επάνω γενιά. Ο Α. πήγε παρακάτω την προσωπική του διεργασία. With a little help from (my friends) my wife!

Σίγουρα, η θεραπευτική συμμαχία που χτίσαμε αυτά τα τρία χρόνια συνεργασίας, ήταν η βάση που επέτρεψε οι αναταράξεις να μην οδηγήσουν σε τραυματισμό. Χωρίς αυτήν, οι μεταβιβαστικές κινήσεις μπορεί να μην προχωρούσαν τη διεργασία, αλλά να τη διέκοπταν ή να την παρέκκλιναν σε μεγαλύτερη δυσλειτουργία.

Η πολυπρόσωπη θεραπεία παρέχει αυτή τη ζωτικής σημασίας δυνατότητα: να λειτουργούν «θεραπευτικά» και οι σημαντικοί παρόντες άλλοι. Αρκεί να μην υποκαθιστούν τον ρόλο του θεραπευτή.

Επίλογος

Η συστημική προσέγγιση είναι ίσως η κατ’ εξοχήν συνθετική-απαρτιωτική προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία. Μπορεί να λειτουργήσει ως ένα πλαίσιο όπου ψυχοθεραπευτικές γλώσσες και τεχνικές μπορούν να συναντηθούν και να δανείσουν στοιχεία τους η μια στην άλλη. Αρκετές φορές αυτές οι γλώσσες χρειάζονται μεταξύ τους, απλώς, μετάφραση. Παρόμοια νοήματα, έννοιες και ιδέες, απλώς εκφέρονται με διαφορετικές λέξεις. Παρόμοια σημαινόμενα, διαφορετικά σημαίνοντα. Κάποια επικρατούν έναντι άλλων για το ίδιο σημαινόμενο.

Μια τέτοια λέξη που νομίζω ότι διατηρεί επικρατούσα θέση είναι η μεταβίβαση.

Οι συστημική προσέγγιση έχει ιδέες και τεχνικές που προάγουν θεραπευτικές παρεμβάσεις εστιασμένες στη δομή, το πλαίσιο και την καταλυτική επίδραση της πληροφορίας. Η θεραπευτική στάση έχει παρεμβατικά και κατευθυντικά στοιχεία. Στοχεύει σε μικρότερης διάρκειας και αραιότερης συχνότητας συνεδρίες από την ψυχανάλυση. Όμως, από τη στιγμή που βασική της παραδοχή είναι η θεμελιώδης σημασία της θεραπευτικής σχέσης στην ψυχοθεραπεία, δεν μπορεί παρά να ασχοληθεί με αυτή τη σχέση. Η γλώσσα που έχει ως τώρα χρησιμοποιήσει για να την περιγράψει μοιάζει κάπως ανεπαρκής, μια και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε αυτάρκης και καινοφανής. Φέρει μέσα της, έστω και ως συγκρινόμενη, στοιχεία της μεταβιβαστικής πράξης όπως αυτή διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε στην ψυχανάλυση. Μπορούμε να δουλεύουμε συμβουλευτικά και να μην ερμηνεύουμε ή αναλύουμε μεταβιβαστικές κινήσεις, όμως δεν μπορούμε να μη βρισκόμαστε σε συνεχή και αδιάλειπτη αναρώτηση περί του τι διαδραματίζεται στο αλληλο-διαπλεκόμενο δίκτυο σχέσεων και κυρίως στον εαυτό μας εκείνη την ώρα.

 

Βιβλιογραφία

 1. Σωτήρης Μανωλόπουλος, Η Πράξη της Μεταβίβασης, εκδ. Εν Τομω/  ΣΥΜΕΠΕ, 2019

2. Λ. Μπόσκολο – Π. Μπερτράντο, Ατομική Συστημική Θεραπεία (στα ελληνικά) εκδ. Μαίστρος, 2008

3. P. Bertrando, The presence of the third party: systemic therapy and transference analysis, Journal of Family Therapy 2002, 24:351-368.

4. Μ. Τζ. Γκέρσον, Ο Πλαισιωμένος Εαυτός (στα ελληνικά) εκδ. Καστανιώτη, 2015

5. Β. Πομίνι – Βλ. Τομαράς: Η Θεραπευτική Σχέση στη Συστημική προσέγγιση: Πολλαπλοί Δεσμοί, στο βιβλίο Η Θεραπευτική Σχέση, εκδ. Καστανιώτη, 2015.

6. Κ. Χαραλαμπάκη, Κλινικό Σχόλιο για τη Θεραπευτική Σχέση στη Συστημική Θεραπεία Οικογένειας και Ζεύγους, στο βιβλίο «Η Θεραπευτική Σχέση», εκδ. Καστανιώτη, 2015

7. Αν. Τσαμπαρλή, Η Ψυχαναλυτική Προσέγγιση της Οικογένειας, εκδ. Παπαζήση, 2011

8. G. Cecchin, G. Lane, W. Ray, Ασέβεια: Μια στρατηγική επιβίωσης για θεραπευτές (στα ελληνικά ), εκδ. University Studio Press, 2009