Στη μνήμη του Μίκη Θεοδωράκη

Κατερίνα Θεοδωράκη,

Παιδοψυχίατρος – συστημική ψυχοθεραπεύτρια

Είχα την τύχη να γνωρίσω τον Μίκη από κοντά, σε μια ομάδα, στο σπίτι του στη σκιά της Ακρόπολης (στην κυριολεξία η θέση του σπιτιού είναι τέτοια που ο Παρθενώνας σαν να βρίσκεται μέσα στο σπίτι). Η συνάντηση αυτή ήταν για μένα τόσο συγκλονιστική που βρέθηκα σ’ ένα δίλημμα: Τι να κοιτάξω πρώτα και τι να προσέξω, από τον Μίκη και αυτά που έλεγε, που αντανακλούσαν τα οράματά του και τις γιγάντιες προσδοκίες του για την Ελλάδα ή τον Παρθενώνα που εισέβαλε, κυριολεκτικά, στον χώρο με μια απίστευτη επιβλητικότητα που με καθήλωνε; Ένιωσα να βρίσκομαι ταυτόχρονα στο «τώρα» και στο «τότε».  Και σκέφτηκα:  Κάποιος  που βλέπει αυτή τη θέα κάθε μέρα είναι δυνατόν να σκέφτεται κάτι μικρό;

Τη σκέψη του την γνώρισα μέσα από τα γραπτά του και τις ομιλίες του.

Κατ’ αρχήν υπήρξε ζωντανό παράδειγμα ψυχικής ανθεκτικότητας. Αν σκεφτεί κανείς πόσες φορές ήρθε αντιμέτωπος με τον θάνατο και από τον  τρόπο που το διηγόταν, έμοιαζε οι ακραίες αυτές εμπειρίες του, όχι μόνο να μην τον καταβάλλουν, αλλά να τον πεισμώνουν και να τον δένουν ακόμα πιο σφιχτά με την αγάπη της ζωής. Τι τον διέσωζε κάθε φορά; Η μουσική; Τα οράματα του; Η πίστη του στις ανθρώπινες δυνάμεις; Η αγάπη του για την Ελλάδα; Σαν, ξαφνικά, να έκανε κάποιο ταχυδακτυλουργικό κόλπο και την αρνητική θανάσιμη εμπειρία την μετέτρεπε σε πηγή ζωής, πηγή έμπνευσης, κίνητρο για να πάει «λίγο ψηλότερα… λίγο ακόμα να σηκωθούμε, λίγο ψηλότερα!». Αυτή η απίστευτη δεξιότητα κι αν είναι η ανώτατη μορφή θετικής αναπλαισίωσης!

Ο Μίκης υπήρξε παράδειγμα ολοκληρωμένου ανθρώπου, κατά την αρχαιοελληνική έννοια, έζησε, σκεφτόταν και δρούσε σε αρμονία με τα οράματα του και τα «πιστεύω» του. Προδόθηκε, απογοητεύτηκε πάρα πολλές φορές από φίλους και συνεργάτες, αλλά τίποτα δεν τον έκανε να χάσει την ορμητικότητα του, την αγωνιστικότητά του. Καθοδηγητής του ήταν ο μύθος του, η δική του ιστορία την οποία υπηρετούσε, η σύνδεσή του με την 2500χρονη ελληνική ιστορία και σκέψη, που τον ενέπνεε και του έδινε δύναμη. Ο ίδιος θα πει: «Μύθος είναι η Λογική και η Υπέρβαση της Λογικής ταυτόχρονα, με άλλα λόγια, ένα συστατικό γνώρισμα του ελληνικού πνεύματος που οι αρχαίοι το προσωποποιούσαν στην ταυτόχρονη και ισότιμη λατρεία του Απόλλωνα και του Διονύσου στο μαντείο των Δελφών». Στη ζωή του ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος ήταν αρμονικά συνεργαζόμενοι (ο ορθολογισμός και η υπέρβασή του). Όταν η στιγμή δεν του παρείχε λύση με την ορθολογικότητα, κατέφευγε στη διονυσιακή λύση, ή το ανάποδο. Ακούγοντάς τον, είχες την αίσθηση ότι διάλεγε πάντα την τρίτη λύση στα διλήμματα, σαν να μην υπήρχαν αδιέξοδα γι’ αυτόν.

Στη μουσική του, αλλά και στην πολιτική του σκέψη, ήταν βαθιά διαλεκτικός. Ήταν αυτός που τόνιζε πάντα πως «θέση» χωρίς «αντίθεση» ίσον «αποσύνθεση».

Θα επινοήσει, μέσα από τη μουσική, σαν έφηβος, τη θεωρία του για την Συμπαντική Αρμονία, συντονισμένος με τους Πυθαγόρειους. Ο ίδιος θα πει ότι «Αυτή η ψευδαίσθηση ότι τάχα ανακαλύπτω έναν νέο κόσμο εντελώς δικό μου, πολλαπλασίασε μέσα μου τις όποιες δημιουργικές μου δυνάμεις και με οδήγησε στη βεβαιότητα ότι επικοινωνώ με κάποιο αρχέτυπο αρμονίας και μουσικής που μας περιβάλλει χωρίς να το γνωρίζουμε». Αυτή η επινόηση τον συνέδεσε «με το αρμονικό γίγνεσθαι του Σύμπαντος», και του έδωσε απάντηση στο ερώτημα της εφηβείας του «ποιος είμαι, από που έρχομαι και που πάω».

Θα θεωρήσει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό σαν μια πρόσμιξη Ελλάδας-Ανατολής (Απόλλωνα-Διονύσου, αντίστοιχα, γιατί ο Διόνυσος επιστρέφει από την Ανατολή) και ότι «Η ισορροπία αυτών των δύο πνευμάτων οδηγεί στην απόλυτη αρμονία, την οποία θα βρούμε στα επιτεύγματα της ελληνικής σκέψης και τέχνης, από την τραγωδία και τη γλυπτική ως την αρχιτεκτονική. Τα  έργα αυτά αντανακλούν τον «Νόμο της Συμπαντικής Αρμονίας» και τη «συνύπαρξη Αρμονίας και Χάους, ως μια πρωτογενή αντίθεση». Εδώ θα αναφερθεί στον μύθο του Θηβαϊκού Κύκλου, σαν μια «ατέρμονη εναλλαγή αρμονίας και χάους, από την Ιοκάστη και τον Οιδίποδα, μέχρι την Αντιγόνη». Οι αντιθέσεις αυτές δημιουργούν, διαρκώς, νέες συνθέσεις και ούτω καθεξής, χωρίς αρχή και τέλος.

Η λέξη αρμονία σημαίνει «σύνδεσμος» (από το αρμός) και «συμφωνία» ως αποτέλεσμα ισορροπίας αντίθετων δυνάμεων (η Αρμονία ήταν κόρη του Άρη και της Αφροδίτης). Εδώ, εμπνεόμενος από τον Ηράκλειτο, ο Μίκης θα πει ότι η καλύτερη αρμονία όχι μόνο απορρέει από τα αντίθετα, αλλά καθορίζεται απ’ αυτά.

Ο Μίκης συνέθεσε μουσική, συνέθεσε οράματα, συνέθεσε εποχές, συνέθεσε ιδέες, υπήρξε ταυτόχρονα σύγχρονος, διαχρονικός, κλασικός.

Ευχή, να εμπνεόμαστε από το παράδειγμα του!

 

Βιβλιογραφία

Ελληνικότητα και Διανόηση Μίκης Θεοδωράκης, Γιώργος Κοντογιώργης, Ιανός  2007.

Συμπαντική Αρμονία, Μουσική και Επιστήμη, Επιστημονική επιμέλεια Γιάννης Κουγιουμουτζάκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2007.