Μετάφραση από τα γαλλικά: Κάτια Χαραλαμπάκη*

*Για την τελική επεξεργασία της μετάφρασης συνέβαλαν οι: Αθανασία Κατή, Δώρα Σκαλή, Κία Θανοπούλου, Κατερίνα Θεοδωράκη και Δημήτρης Κόκκαλης


Αφιέρωμα στον Mony ELKAIM

 Jacques Pluymaekers

 

– Από τη διάταξη στη συνάθροιση

Μέσα από αυτές τις λίγες γραμμές, προτείνω να ξαναγράψουμε για τη συνάντησή μας με τον Mony και για το πώς η δέσμευσή του, τόσο στην πολιτική της ψυχικής υγείας όσο και στην κλινική της πρακτική, τον οδήγησε να μοιραστεί σταδιακά μαζί μας τον πλούτο του προβληματισμού του και τη σημασία των εννοιών του, όπως ο αμοιβαίος διπλός δεσμός στα ζευγάρια, η συναρμογή και η συνήχηση.

Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1974, μετά την επιστροφή του από τις ΗΠΑ.

Ο Mony είχε περάσει τρία χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, με υποτροφία για εκπαίδευση στην κοινωνική και κοινοτική ψυχιατρική, στο Albert Einstein College of Medicine. Επεδίωξε να συνεχίσει στο Βέλγιο τον τρόπο δουλειάς που είχε ξεκινήσει στο Νότιο Bronx.

Από την πλευρά μου, το 1971 ίδρυσα ένα κέντρο για την αντιμετώπιση της κρίσης σε μια από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές των Βρυξελλών. Επί 4 χρόνια αναπτύσσαμε, εκεί, μια κλινική πρακτική σε τρεις άξονες: Την ένταξη των επαγγελματιών στη γειτονιά, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ψυχικής υγείας και την προστασία των νέων, την επιθυμία να  δούμε αυτά τα θέματα με ολιστικό τρόπο, χρησιμοποιώντας τη συστημική προσέγγιση και την οικογενειακή θεραπεία, και την αναζήτηση λύσεων για την ανάπτυξη της κοινότητας, αποφεύγοντας, έτσι, τις νοσηλείες.

Ενας κοινός φίλος, ο Michel Graindorge, αφοσιωμένος δικηγόρος και κομμουνιστής ακτιβιστής, ήταν αυτός που μας έφερε σε επαφή.

Πολύ γρήγορα, βρεθήκαμε στο ίδιο μήκος κύματος.

  1. Συμμεριζόμασταν την ίδια κριτική για ό, τι συμβαίνει στην κοινωνία: την ολοένα και πιο έντονη προσφυγή σε ειδικούς και τα αποδυναμωτικά αποτελέσματά της. Στο ιδρυτικό κείμενο του κέντρου κρίσεων που γράφτηκε το 1970[1] και δημοσιεύθηκε το 1973 στην κριτική Mosaique, αναφέρεται ξεκάθαρα:

«Η πολιτική της εξειδίκευσης, στο όνομα της επιστήμης, ταξινομεί τα προβλήματα και τους φορείς αυτών των προβλημάτων και καθορίζει τους ρόλους τους. Απαιτεί το εξειδικευμένο προσωπικό, που εργάζεται με αυτόνομο τρόπο, να συναντήσει ομάδες “αναγνωρισμένων ασθενών”, σε  πολύ συγκεκριμένα ιδρύματα, όσον αφορά στα κριτήρια εισαγωγής σε αυτά και στον εξοπλισμό τους.

Ενώ η εξειδίκευση επικυρώνει τον αποκλεισμό, παρέχει, επίσης, άμεση ανακούφιση με τη μορφή δευτερογενών παροχών για το άτομο που αντιμετωπίζει δυσκολία. Πράγματι, με τον τρόπο αυτόν το πρόβλημα τίθεται στα χέρια ενός ειδικού, ώστε το άτομο να λάβει εκεί μια απάντηση σε αυτό που το ενδιαφέρει άμεσα. Με τον τρόπο αυτό, αναζωπυρώνεται η μαγική πίστη στη παντοδυναμία της γνώσης και βοηθιέται η ενίσχυση της κολακευτικής απομόνωσης του ενός “που ξέρει”. Εάν κανείς προσπαθούσε να λύσει τις δυσκολίες του μόνος του ή με τη βοήθεια εκείνων που ήταν κοντά του, θα κατηγορούσε τον εαυτό του ότι δεν υπολογίζει την πρόοδο των ειδικών. Η εξειδίκευση συντηρεί την εξάρτηση».

Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς σύμπτωση… αλλά, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Mony με τον Al Scheflen είχαν δημοσιεύει ένα σύντομο άρθρο[2] στο ίδιο περιοδικό, το οποίο επικρίνει τον ρόλο του ειδικού στον τομέα της ψυχικής υγείας. Οι αναλύσεις μας συγκλίνουν. Οι συγγραφείς σχεδίασαν ένα διάγραμμα που σίγουρα εξακολουθεί να ισχύει σε μια εποχή πανδημίας όπως τη γνωρίζουμε.

Είναι πολύ σημαντικό και για τους δύο να έχουμε μια ακτιβιστική κλινική για να αποφύγουμε όσο το δυνατόν περισσότερο αυτά τα αποτελέσματα εξειδίκευσης.

 

  1. Συμφωνούσαμε, επίσης, για το πόσο κοντά είναι η χρήση της κοινοτικής ψυχιατρικής, που αναπτύχθηκε στο κέντρο ψυχικής υγείας του Νότιου Bronx, με τη δράση μας στην περιοχή Josaphat των Βρυξελλών. Πιστεύουμε, τελικά, ότι η προσφυγή στην κοινότητα μπορεί συχνά να επιτρέψει στους ανθρώπους με διαταραγμένη ψυχική υγεία να αποφύγουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και να βρουν πραγματική υποστήριξη κοντά τους. Δείτε πώς η κρίση επηρεάζει ολόκληρη την οικογένεια, δείτε πώς οι κρίσεις περιλαμβάνουν το συλλογικό, είτε είναι γείτονες, σχολείο, μια παρέα εφήβων, σχέσεις με την αστυνομία, κοινωνικές υπηρεσίες, όλα ανοίγουν ένα καινοτόμο πεδίο δράσης: τις πρακτικές δικτύωσης που αναπτύσσουμε με την ομάδα στο La Gerbe για 4 χρόνια και τις αντίστοιχες δράσεις με τις οποίες πειραματιζόταν ο Mony στο South Bronx[3].

 

  1. Μοιραζόμενοι, απλώς, αυτό που ήταν πιο σημαντικό για εμάς, μπορέσαμε να βρούμε γρήγορα άλλο κοινό έδαφος: τη φαινομενολογία και τη γενική σημασιολογία. Η φαινομενολογία μάς έχει σημαδέψει και τους δύο και εξακολουθεί να έχει αποφασιστική επίδραση στο όραμά μας για τον κόσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Νεαρός, ο Mony, γνώρισε τον Emmanuel Levinas, φίλο των γονιών του. Και είχαν την ευκαιρία να βρεθούν πολύ κοντά, όταν ο Mony φοιτούσε στο Γυμνάσιο στο Παρίσι. Ο Al Scheflen, ο Paul Watzlawick, ο Gregory Bateson αξιοποίησαν, επίσης, στην εργασία τους τις σημαντικότερες θέσεις αυτής της φιλοσοφίας.

Από την πλευρά μου, σπούδασα Ψυχολογία στο UCLouvain, τη σχολή διάσημων φαινομενολόγων όπως ο Alphonse de Waelhens, και της φαινομενολογικής ψυχιατρική με τον Jacques Schotte, ανακαλύπτοντας τους Merleau-Ponty, Ludwig Binswanger και Henri Maldiney.

Και οι δύο καταλάβαμε τη σημασία της γενικής σημασιολογίας του Alfred Korzybski, ο οποίος, όπως όλοι οι φαινομενολόγοι, επέμεινε, απέναντι στα γεγονότα, να παίρνουμε απόσταση από τις πρώτες μας λεκτικές ή συμπεριφορικές αντιδράσεις. Αυτή την απόσταση ο Husserl τη θεματοποιεί, προτείνοντας να παραμεριστεί η «κοινή λογική» ή η πρώτη ανάγνωση των φαινομένων.

Ο Mony θα ενταχθεί στην ομάδα μας, στην υποβαθμισμένη περιοχή του κέντρου των Βρυξελλών, και θα δημιουργήσουμε, εκεί, μια σειρά πρακτικών δικτύωσης[4]. Θα μας φέρει, επίσης, όλες τις εξελίξεις της οικογενειακής θεραπείας των Ηνωμένων Πολιτειών που είχε μελετήσει με τις διδασκαλίες του Ιsrael Zwerling, του Al Scheflen, των σχολών του Palo-Alto, της Φιλαδέλφειας ή του Ινστιτούτου Ackermans.

Αλλά αυτό που για μας είχε τη μεγαλύτερη σημασία, εκείνη την εποχή, ήταν ο αγώνας για μια πιο ανθρώπινη ψυχιατρική, για μια ψυχιατρική που λαμβάνει υπόψη τις κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες που βιώνουν οι ασθενείς και οι οικογένειές τους. Το 1975 ήταν, στην πραγματικότητα, η στιγμή που οι δημόσιες αρχές στο Βέλγιο συζητούσαν για την ανάγκη δημιουργίας, όπως και στη Γαλλία, μιας τομεοποίησης της φροντίδας ψυχικής υγείας. Αυτές οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας θα λειτουργήσουν τον Ιούλιο του 1975. Στην Ιταλία, ο Franco Basaglia, ο Giovani Jervis αγωνίζονται, επίσης, για τον ίδιο σκοπό: το κλείσιμο των ψυχιατρικών νοσοκομείων, ως τόπων πραγματικής κακοποίησης.

Άλλες χώρες, επίσης, θέτουν ερωτήματα για τους τρόπους διαχείρισης των ψυχικών ασθενειών. Τότε ήταν που κλήθηκε από τον Mony η ομάδα του La Gerbe για να οργανώσει ένα συνέδριο στη γειτονιά, που θα το αποκαλούσαμε «Εναλλακτική λύση στον τομέα». Σε αυτό το αξέχαστο συνέδριο θα ξανασυναντηθούν οι Felix Guattari, Robert Castel, Giovani Jervis – τους οποίους ο Mony είχε ήδη συναντήσει το 1974 στη Νέα Υόρκη, σε μια μάζωξη γύρω από την κοινοτική ψυχιατρική. Θα προσκληθούν, επίσης, οι David Cooper, Luigi Cancrini, Luigi Onnis και Maurizio Andolfi από την Ιταλία, Jean Marie Bellini, η ομάδα του Francis Maqueda από τη Γαλλία, καθώς και άτομα νοσηλευθέντα σε ψυχιατρικές κλινικές στο Βέλγιο και στη Γαλλία.

Όλοι συμμεριζόμαστε την ανάγκη να δείξουμε πώς οι παρεμβάσεις μας σε εκείνους που υποφέρουν έχουν πολιτική διάσταση. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι ενέργειές μας, ως φροντιστών, στοχεύουν πολύ συχνά στην «κανονικοποίηση» των ασθενών, με συνέπεια τον αποκλεισμό τους από τις οικογένειες, τα σχολεία ή τους χώρους εργασίας τους!

Αλλά τι προτείνουμε σε αυτή την επιθυμία για «εναλλακτική»; Ο Robert Castel το εξηγεί λέγοντας: «Οι ασθενείς έχουν λόγο, μπορούν να επιλέξουν τους φίλους τους, εκείνους που θα τους βοηθήσουν, εάν χρειάζονται βοήθεια, καθώς δηλώνουν ότι δεν είναι κλειδωμένοι πρώτα πίσω από τους τοίχους και στη συνέχεια μέσα σε ψυχολογίζουσες, δασκαλίστικες, αναπηροποιητικές τεχνικές, μέσα σε τεχνοκρατικά προγράμματα ελέγχου και διαχείρησης[5]».

Ο Robert Castel, αναφερόμενος στην «ταλαιπωρία που προκαλεί η τρέχουσα ψυχοθεραπευτική τάση»[6], φοβάται ότι η ολοένα και συχνότερη προσφυγή στις απαντήσεις της ψυχιατρικής … δεν θα ενθαρρύνει την πραγματική σύνδεση με ένα βαθύτερο ψυχολογικό πεδίο απαντήσεων.

Ο Mony, λοιπόν, αναρωτιέται … «Είναι δυνατόν ένας εργαζόμενος στην ψυχική υγεία να παρέμβει σε μια κατάσταση όπου υπάρχει ταλαιπωρία και ανεκπλήρωτη ανάγκη, χωρίς απαραίτητα να είναι παράγοντας που μπερδεύει την κατάσταση;». Και συνεχίζει: «Η εκπαίδευση του εργαζομένου στην ψυχική υγεία περιορίζει τις επεξηγηματικές δυνατότητές του, στο επίπεδο των βιολογικών, ενδοψυχικών ή σχεσιακού τύπου αιτιοτήτων. Ο ρόλος του είναι τότε- ακόμη κι αν το αρνείται- πολιτικός, στο βαθμό που οι τεχνικές του δεν του επιτρέπουν να ενσωματώνει άλλα στοιχεία, όπως κοινωνικά, οικονομικά ή πολιτικά»[7].

Επαναδιατυπώνουμε αυτή την ερώτηση με την ομάδα του La Gerbe: «Πώς μπορεί ο εργαζόμενος στην ψυχική υγεία να ενσωματώσει αυτά τα στοιχεία στην προσέγγισή του και να επιτρέψει στους ανθρώπους να οργανωθούν για να βοηθήσουν τον εαυτό τους χωρίς να είναι μυστικιστής με τον ένα ή τον άλλο τρόπο»[8].

Ο Mony θα σημειώσει σε ένα άλλο κείμενο πόσο απαραίτητο είναι να προσελκύσουμε το περιβάλλον εκτός της οικογένειας για να επιχειρήσουμε αυτή την ολοκλήρωση: «Ένα ζευγάρι, μια οικογένεια ζει σε σχέσεις εξουσίας που ο Felix Guattari θα αποκαλούσε μικρο-πολιτικές και που είναι αδιαχώριστες από το εξωτερικό πολιτικό πλαίσιο»[9].

Έχουμε την αίσθηση ότι ο Mony θα είχε την ίδια ανάγνωση σήμερα απέναντι στα γεγονότα που προκλήθηκαν από την πανδημία. Είναι τόσο προφανές ότι πολλοί άνθρωποι χαρακτηρίζονται «παραβατικοί» επειδή δεν σέβονται τα μέτρα υγείας, μόνο και μόνο επειδή το κράτος έχει αποφασίσει να ποινικοποιήσει απολύτως αξιοσέβαστες συμπεριφορές … ορθά ή λανθασμένα!

 

Ήδη από το 1975, ο Mony μας έστειλε δύο από τα βασικά του μηνύματα:

  1. Πώς θα λάβουμε υπ’ όψιν ότι «το πρόβλημα ενός ατόμου είναι το πρόβλημα μιας ομάδας που έχει τις ίδιες αντιφάσεις με εκείνες που υπάρχουν στο κοινωνικό ή το πολιτικό πλαίσιο»[10].
  2. Πώς θα κατανοήσουμε ότι το βασικό στη θεραπεία, όπως και στις ψυχοκοινωνικές μας παρεμβάσεις, είναι να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο στο οποίο θα αναδυθεί η αλλαγή… εκείνη της οικογένειας, της ομάδας ασθενών, της θεσμικής ομάδας. Και ο παρεμβαίνων, όπως και ο θεραπευτής, πρέπει να είναι σε θέση να ζήσει με αυτή την αβεβαιότητα. Πρέπει, λοιπόν, να λάβουμε υπόψη τον τρόπο με τον οποίον το σύστημα είναι δημιουργικό και να αποφευχθεί να ειπωθεί ποιο είναι το σωστό.

Αυτό το συνέδριο του Ιανουαρίου 1975 γέννησε το Réseau-Alternative à la Psychiatrie (Δίκτυο Εναλλακτικής Ψυχιατρικής). Για τον Mony είναι προφανές «ότι πολλοί συμμετέχοντες επιθυμούν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που συναντούν στις καθημερινές τους πρακτικές. Γι’ αυτούς, είναι λιγότερο θέμα συμμετοχής σε μια συζήτηση ιδεών, και περισσότερο επίκριση στις πρακτικές τους, με βάση τις πολιτικές τους επιλογές, και προώθηση συγκεκριμένων νέων προσεγγίσεων σύμφωνα με αυτή την επιλογή».[11] Το δίκτυο προσπαθεί να το απαντήσει.

Αυτό το δίκτυο που δημιούργησα με τον Mony είχε να μοιραστεί πολλά ακτιβιστικά κείμενα. Συναντήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στο Παρίσι, στην Πόλη του Μεξικού και στην Τεργέστη, με συζητήσεις υψηλής ποιότητας, καθώς και μεγάλη αλληλεγγύη για ασθενείς και φροντιστές, που συμμετείχαν, και συχνά ήταν οι πρώτοι που κακοποιούνταν από τις αρχές.

Το συνέδριο του 1975 και οι μαχητικές του συζητήσεις έθεσαν, επίσης, το ερώτημα εάν τα μοντέλα της οικογενειακής θεραπείας που είχαν αναπτυχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Κεμπέκ και από το 1971 στο έργο της ομάδας La Gerbe δεν θα μπορούσαν, επίσης, να είναι αναγωγικά και να αφήσουν στην άκρη τις πιο συλλογικές διαστάσεις ενός προβλήματος ή ενός συμπτώματος που φέρει ένα μέλος μιας οικογένειας, ένα ζευγάρι ή μια ομάδα. Στο La Gerbe, φαινόταν απαραίτητο να ξαναδιαβάσουμε ένα ατομικό πρόβλημα που μας παρουσιάστηκε, θέτοντας το ερώτημα πώς αυτό ήταν συλλογικό, πώς αφορούσε την ίδια την κοινότητα.

Ο David Cooper, ο Felix Guattari, ο Giovanni Jervis και ο Yvonne Bonner εξέφρασαν όλους αυτούς τους φόβους. Ο Robert Castel έφτασε στο σημείο να παρουσιάσει το 1981 την οικογενειακή θεραπεία ως σύμπτωμα της κοινωνικής ψυχιατρικής, κολλημένης στις τεχνικές της![12]

Ο Mony, εγώ και άλλοι απαντήσαμε: «Δεν είμαστε πεπεισμένοι ότι στη συνεργασία με ένα ζευγάρι, μια οικογένεια δημιουργείται αυτομάτως εξοικείωση!…».[13]

Διαβάζοντας αυτή τη δήλωση, ο David Cooper σημειώνει ότι ο Mony χτύπησε, πραγματικά, το καρφί στην πληγή!…[14]

Αυτές οι πολύ ζωηρές συζητήσεις, και πόσες ακόμα, συνεχίζονται στο La Gerbe σε σεμινάρια Σαββατοκύριακου, που συγκέντρωσαν μεταξύ άλλων τους Mony, Felix, Robert, εμένα, μερικά μέλη της La Gerbe, καθώς και μερικούς φίλους.

Ο Felix Guattari αναπτύσσει, εκεί, τη σημασία που έχει αυτό που αποκαλεί «διευθετήσεις λόγου» και/ή «μηχανικές διατάξεις». Όταν μιλάμε ή επικοινωνούμε, δημιουργείται ένας χώρος διαθεσιμότητας μεταξύ των εταίρων. Αυτός ο χώρος συζήτησης είναι, επομένως, μια υπερδομή σε σχέση με τις υποκειμενικότητες των συνεργατών και την αντικειμενικότητα του περιεχομένου. Αυτό το μέρος είναι η διάταξη, ο χώρος πέρα ​​από τις αντιθέσεις ομιλητής-ακροατής, θέμα-άλλο, θέμα-αντικείμενο. Έτσι, ορίζεται ότι η υποκειμενικότητα και το περιεχόμενο είναι εγγενώς αδιαχώριστα από πολιτικά, κοινωνικοοικονομικά και υλικά πλαίσια. Δεδομένου ότι αυτές οι έννοιες δεν είναι εύκολο να κατανοηθούν όταν εκφράζονται, ο Mony συνοψίζει τη σκέψη του Felix σχετικά με αυτό το θέμα: «Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να λάβουμε τα πάντα υπόψη, ταυτόχρονα, αλλά εάν υπάρχει ιεραρχία, αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένες μικροπολιτικές: μερικές φορές η σχέση ισχύος με τους γονείς, μερικές φορές ο εξοπλισμός, σε άλλη στιγμή ένας οργανικός παράγοντας ή το κοινωνικό πλαίσιο, κ.λπ. Αυτό που συμβαίνει προέρχεται από αυτήν την παγκόσμια πραγματικότητα, που μπορούμε να την ανακαλύψουμε, και όχι από προηγούμενη κωδικοποίηση».[15]

Είναι το γεγονός που πρέπει να μας καθοδηγήσει και όχι οι κατηγοριοποιήσεις μας, για παράδειγμα διαγνωστικές ή συστηματικές. «Η διάταξη είναι της κατηγορίας του γεγονότος, δεν μπορεί να εξηγηθεί».[16] Τα γεγονότα είναι συχνά περισσότερα από τα συμπτώματα ή ακόμη και τα βάσανα που θα κάνουν τις οικογένειες να αναρωτιούνται ή και να εξελιχθούν. Είναι η επίπτωση των γεγονότων είτε είναι η εμφάνιση ενός συμπτώματος, η ανησυχία του σχολείου ή των γειτόνων, η παρέμβαση της αστυνομίας που, τις περισσότερες φορές, θα δημιουργήσει αίτημα για βοήθεια ή παρέμβαση ψυχοκοινωνικών υπηρεσιών. Ο Edgar Morin, όπως ο Félix Guattari, αποκαθιστά το γεγονός, ακριβώς επειδή δίνει τη θέση του στον πλούτο των ιδιαιτεροτήτων. «Τα συστήματα διαβίωσης βασίζονται σε όλα τα γεγονότα: τα γεγονότα τα τροφοδοτούν, τα γεγονότα τα αλλάζουν .(…) Όσο πιο περίπλοκο και εξελιγμένο είναι το σύστημα, τόσο πιο ευαίσθητο και ανοιχτό στην εκδήλωση είναι, σαν ένα σαρκοφάγο λουλούδι. (…) Το συμβάν είναι στο όριο όπου το λογικό και το πραγματικό επικοινωνούν και διαχωρίζονται. Αλλά είναι σε αυτά τα συνοριακά εδάφη που τίθενται τα προβλήματα του μοναδικού, του ατόμου, του νέου, της δημιουργίας, της ιστορίας…».[17]

Ο Mony θα έλεγε, αργότερα, ότι «αυτή η εμφάνιση του γεγονότος είναι θεμελιώδης (…) φαίνεται συχνά να είναι το προϊόν της τύχης (…) αλλά πάνω απ’ όλα αποκαθιστά την ελευθερία του υποκειμένου και, μαζί, την ευθύνη του».[18]

Εδώ βρίσκουμε την καρδιά της δέσμευσης του Mony να μην φανταστεί την ελευθερία χωρίς ευθύνη και αυτό δεν μπορεί να διαχυθεί σε πρωτόκολλα ή στον κοινωνικό έλεγχο.

Ο Félix Guattari παραμένει ανήσυχος διότι, γι’ αυτόν, η ενίσχυση της εξειδίκευσης -και η οικογενειακή θεραπεία δεν αποτελεί εξαίρεση- κινδυνεύει να ενισχύσει τον κοινωνικό έλεγχο και, και θα μπορούσε να πει κανείς σήμερα, στην πολιτική ορθότητα. Γι’ αυτόν «μπορεί να πάρει τη μάσκα της καινοτομίας και της επιστήμης. Η τεχνική επάρκεια των ειδικών και των εμπειρογνωμόνων, έχει γίνει σήμερα, ένα από τα θεμέλια της καθιερωμένης τάξης».[19]

Με τον Mony, μας φαινόταν ότι οι πρακτικές δικτύωσης προσπάθησαν να ενσωματώσουν αυτές τις διαφορετικές διαστάσεις με κάποια επιτυχία. Ο Mony το εκφράζει γράφοντας «Μια πρακτική δικτύου… δημιουργεί ένα πλαίσιο που ενσωματώνει άλλα στοιχεία (για παράδειγμα κοινωνικά) και επιτρέπει σε αντιφάσεις να παράγουν νέες δηλώσεις όπου δεν θα είχαν συμβεί μέσα στις κωδικοποιήσεις».[20]

Εδώ βρίσκουμε την ιδέα ότι οι παρεμβάσεις μας πρέπει να είναι ο τόπος δημιουργίας ενός πλαισίου στο οποίο ανοίγει η εμπειρία μιας αλλαγής… όχι απαραιτήτως αυτό που περιμένουμε, αλλά αυτό που αναδύεται από το δίκτυο. Ας σημειώσουμε, εδώ, την έννοια της συνάθροισης, που ο Mony, σταδιακά, θα διαφοροποιήσει σε σχέση με την ιδέα της διάταξης.

Ο Felix Guattari φοβάται, επίσης, ότι η θεωρία των συστημάτων και η οικογενειακή θεραπεία που αναφέρεται σε αυτήν, θα απαλείψουν τις ιδιαιτερότητες. Πιστεύει ότι πολλά συστήματα είναι, όπως λέει, «τράπεζες δυνατοτήτων που γίνονται αποτελεσματικές μόνο όταν τα άλλα συστήματα είναι συνδεδεμένα σε αυτές… Το ερώτημα δεν είναι καθόλου τυπικό. Είναι σημαντικό ζήτημα να γνωρίζουμε εάν το πρόσχημα έχει βάση στην πραγματικότητα… ένα σύστημα, δεν θα καταδικάσει την είσοδο ετερογενών συστατικών… Μια μικρή πορεία δράσης, ένα ασήμαντο σύμπτωμα μπορεί να είναι ο φορέας ενός προβλήματος με ανυπολόγιστες συνέπειες όσον αφορά στα λοιπά συστήματα».[21]

Για τον Felix Guattari, αυτό έχει να κάνει με το πώς λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες και με το αν τους δίνεται η θέση που τους αξίζει. Αυτά παραμένουν πάντα κάπως στεγανά στην επιστήμη που θεωρείται «γενική». Και, λέει, οι μικρές ιδιαιτερότητες παραμένουν συχνά αόρατες στα μάτια της καθιερωμένης γνώσης.

Στα μάτια μου, αυτή η κριτική της θεωρίας των συστημάτων, όπως και η σημασία που δίνεται στις ιδιαιτερότητες που αναπτύσσει ο Mony όταν μιλά για τη διασταύρωση μεταξύ των στοιχείων του σύμπαντος, συνδέεται με τη διατριβή της φαινομενολογίας, για την οποία το αντικείμενο δεν δίνεται ποτέ απλά, όπως οι θετικές επιστήμες το φαντάστηκαν, αλλά αποκαλύπτεται πάντα μέσα σε μια συνάντηση και μια συνύπαρξη στοιχείων. Η συνήχηση αυτή, όπως γράφει ο A. de Waelhens «στην πραγματικότητα, είναι επιρρεπή σε αναρίθμητους τρόπους πιθανής εμφάνισης του αντικειμένου, με τους διάφορους τρόπους που εγώ μπορώ να ανοιχτώ σε αυτό και να συμπεριφερθώ προς αυτό».[22]

Ο Mony είναι πολύ ευαίσθητος απέναντι στην προσπάθεια που γίνεται στο La Gerbe, ειδικά καθώς αυτή συνεχίζεται στο Παρίσι στο σεμινάριο του Felix Guattari, το οποίο παρακολουθεί τακτικά ο Mony και περιστασιακά ο Edgar Morin.

Στη συνέχεια, ο Mony, όπως γνωρίζει τόσο καλά, θα συνθέσει αυτές τις σκέψεις δείχνοντας ότι ένα σύστημα λειτουργεί όχι μόνο με αναφορά στους γενικούς νόμους και τους κανόνες που είναι εγγενείς στο σύστημα, αλλά και σε σχέση με τη σηματοδότηση και την μη σηματοδότηση των ιδιοτήτων. Θα δείξει πώς μια συστηματική ανάγνωση μπορεί να παραμείνει για να αποκωδικοποιηθεί σε μια συγκεκριμένη κατάσταση των γενικών νόμων. Αυτό δεν σημαίνει αλλαγή και παραμένει θέμα παρατήρησης. Μπορεί, επίσης, να δώσει θέση στους εγγενείς κανόνες που διαμορφώνονται στο θεραπευτικό σύστημα και να μπορέσουν οι θεραπευόμενοι να δουν τις λειτουργίες τους. Όμως, η εστίαση σε αυτά τα δύο πρώτα επίπεδα είναι, ίσως, αφορμή να ξεχνάμε ότι ο θεραπευτής «έχει τον τρόπο του να κατασκευάσει το θεραπευτικό σύστημα και αυτός ο τρόπος συνδέεται με τη δική του ιστορία, με το δικό του πλαίσιο και με το τι συμβαίνει στη ζωή του και στο θεραπευτικό του σύστημα».[23] «Αυτή η πάντα sui generis κατασκευή δημιουργεί», κατά την έκφραση του Mony, «μια συγκεκριμένη γέφυρα μεταξύ του οικογενειακού συστήματος και του θεραπευτή. Όταν μας καλείτε να παρέμβουμε», εξηγεί, «δεν είναι αδιάφορο το να ενσωματώσουμε τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να οικοδομήσουμε αυτό το θεραπευτικό σύστημα. Υπάρχουν, αναμφίβολα, κάποια υλικά στοιχεία, όπως το γραφείο μας ή η αίθουσα παρέμβασης, αλλά και η θεσμική μας θέση ή το περιβάλλον κοινωνικό πλαίσιο. Επιπλέον παίζουν ρόλο εξαρχής οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μελών αυτού το συστήματος που δημιουργείται. Έτσι, χτίζεται το θεραπευτικό σύστημα και εξακολουθούμε να θέτουμε εμείς τα όρια του… αυτό  που συχνά ονομάζεται οριοθέτηση του συστήματος».

Στο άρθρο του, ο Felix Guattari επιμένει να διευκρινίσει ότι οι εγγενείς, μοναδικοί και διαδικαστικοί κανόνες ενός συστήματος, είναι εκείνοι που καθιστούν δυνατή τη μη απώλεια των διαστάσεων έκτακτης ανάγκης και ιστορικότητάς του.

Στη συνέχεια, ο Mony διευκρινίζει τη σημασία που έχει για τον θεραπευτή να αναρωτηθεί ποια είναι η χρησιμότητα αυτού που βιώνει γι’ αυτό το θεραπευτικό σύστημα που συμμετείχε στην κατασκευή του. «Ζω ό,τι ζω» θα γράψει, «Αυτός ο δεσμός ανάμεσα σ’ εσάς και την οικογένεια δεν είναι μόνο ο δεσμός μεταξύ υμών και της οικογένειας καταγωγής. Στην πραγματικότητα, μια ολόκληρη σειρά στοιχείων παίζουν ρόλο: οι κανόνες του ιδρύματος στο οποίο βλέπετε αυτήν την οικογένεια, οι κανόνες της δικής σας οικογένειας, οι κανόνες του συστήματος εποπτείας… για να μην αναφέρουμε μια ολόκληρη σειρά από άλλα “φαινομενικά εξωτερικά στοιχεία: μέσα μαζικής ενημέρωσης, πολιτικά ή άλλα”».[24]

Σε ένα άλλο άρθρο στο Chimères, που συνέγραψαν οι Mony και Isabelle Stengers, θα περιγραφεί τι είναι, τότε, για τον Mony τη συνάθροιση: «Η συνάθροιση είναι κοντά στη διάταξη των Deleuze και Guattari, καθώς αποτελείται από ετερογενή στοιχεία. Και ο θεραπευτής είναι και μέρος της συνάθροισης και αντιμετωπίζει το πρόβλημα των δυνατοτήτων του για αλλαγή. Από τα στοιχεία που θα φέρει στο νέο σύστημα, γνωρίζει μερικά από αυτά, αλλά δεν τα γνωρίζει όλα: τι ρόλο έχουν πιθανώς παίξει αυτά που έχουν συμβεί στο σώμα του, στις χειρονομίες του, στις σιωπές του; Μίλησε, φυσικά, αλλά οι λέξεις που έχει εκφέρει δεν έχουν από μόνες τους τη δύναμη να εξηγήσουν το αποτέλεσμά τους. «Συναντιούνται» με άλλα πράγματα. Είναι μέρος της εκδήλωσης που αποτελεί την πιθανή αισθητική μετάλλαξη, αλλά η πρόθεσή του να πει τους κατάλληλους λόγους γι’ αυτή την εκδήλωση, να πει τη «λέξη-κλειδί» για το νέο δώρο που δημιουργήθηκε από την εκδήλωση, είναι ένας πειρασμός που πρέπει να αποφεύγει.

Ο θεραπευτής, επίσης, έχει στη διάθεσή του όλες αυτές τις «συνηχήσεις» που δεν είναι γι’ αυτόν αντικείμενα γνώσης, διότι υπονοούνται ως μέρος της συνεδρίας. Και το πρόβλημά του, ένα ηθικό πρόβλημα, είναι να αντισταθεί στον διπλό κατήφορο στον οποίο οδηγεί η ασταθής προσδοκία των μη ασφαλών συνηχήσεων.[25]

Δύο-τρεις σελίδες, αργότερα, περιγράφει τη συνήχηση. «Η συνήχηση είναι πρώτα απ’ όλα κάτι που συμβαίνει στον ψυχοθεραπευτή και του δίνει την εντύπωση ότι έχει δημιουργηθεί μια συγκεκριμένη σύνθεση, η οποία τον περιλαμβάνει και όπου, επομένως, μπορεί να αναγνωρίσει κοινά στοιχεία, με τους θεραπευόμενους, να τα αρθρώσει και να δημιουργηθεί δόνηση μαζί τους, στους τρόπους κατασκευής της πραγματικότητας των διαφορετικών πρωταγωνιστών. Το πρώτο καθήκον του θεραπευτή είναι, φυσικά, να ελέγξει τη σημασία αυτής της ταυτοποίησης. Μήπως έχει προβάλει σε άλλους μια δική του κατασκευή;… Εδώ ο Felix Guattari έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή ενός από εμάς. Αναγνωρίζοντας τη γονιμότητα της αναφοράς σε ανοιχτά συστήματα μακριά από την ισορροπία, επιρρεπή σε καθεστώτα σταθερής δραστηριότητας, αλλά και σε αστάθειες και διακλάδωση έναντι άλλων καθεστώτων δραστηριότητας, φοβόταν ότι αυτή η αναφορά θα γινόταν η λέξη-κλειδί, ότι δεν επιτρέπει στον θεραπευτή να ξεχάσει τις ηθικές και αισθητικές διαστάσεις του έργου του. Μέσα από την έμπνευσή του η έννοια των συστημάτων, στην οποία κυριαρχούσε ένα ιδεώδες κατανόησης, αντικαταστάθηκε από τη σύνθεση και την ανάδειξη της σημασίας των ετερογενειών. Η ετερογένεια είναι, φυσικά, η συμπερίληψη του θεραπευτή, και πρέπει να παραμείνει έτσι: να μην τον καταπιεί η παρουσία των άλλων. Να παραμείνει σε θέση ανασκευής και επαλήθευσης.

Αυτή η ετερογένεια έχει σίγουρα μια ιδιαιτερότητα, εκείνη του ρόλου που πρέπει να διαδραματίσει η δική της κατασκευή της πραγματικότητας, η οποία, όμως, δεν τη χωρίζει από τους άλλους: είναι η μεγάλη αρετή της σύνθεσης σε σχέση με το σύστημα… δεν ανακαλύπτουμε ένα βαθύτερο πρόβλημα κάτω από το φαινομενικό πρόβλημα… προσθέτει και συνδέεται. Προφανώς αθώα, διαφορετικά στοιχεία συνδέονται με το σύνολο και μεταμορφώνουν το πρόβλημα, ανοίγοντας νέους ορίζοντες».[26]

Αυτό το υπέροχο κείμενο λέει πόσο σημαντική ήταν για τον Mony η ιδέα της σύνθεσης που επιτρέπει να λέμε ότι μπορούμε βλέποντας οικογένειες, να μη φοβόμαστε μια συστημική ανάγνωση, εφ’ όσον αυτή ενσωματώνει την ετερογένεια, στο ίδιο το μέρος όπου μπορεί να γεννηθεί και η συγκεκριμένη συνήχηση.

Έτσι, ο Mony παραμένει πιστός στις πεποιθήσεις του, πιστεύοντας ότι πρέπει να υπάρχουν μορφές θεραπείας και παρέμβασης που ενσωματώνουν πολλαπλές διαστάσεις. Η κριτική των Felix Guattari, David Cooper, Robert Castel, Giovani Jervis που μεταδόθηκε από τον Yvonne Bonner, αρχικά άφησε τον Mony κάπως μπερδεμένο. Το δημιουργικό του στοίχημα ήταν να αποδεχτεί ότι η οικογενειακή θεραπεία μπορεί να είναι αναγωγική αλλά ότι μπορεί, επίσης, να ξεπεράσει αυτόν τον κίνδυνο, στον βαθμό που επισημαίνονται οι δυνατότητες αξιοποίησης των αναδυόμενων συνθέσεων στην αλληλεπίδραση των συστημάτων στο παρόν. Ταιριάζει, την ίδια στιγμή που διαφοροποιείται από τις διατάξεις, όπως τις είπε ο Félix Guattari.

Και όσον αφορά στην έννοια της συνήχησης, αυτή δεν είναι άσχετη με τη σημασία που της προσδίδει ο Félix Guattari, το να ξεπεράσει τους εγγενείς κανόνες και να υποδηλώσει τις ιδιαιτερότητες, να δώσει μια ιδιαίτερη θέση σε αυτό το ασήμαντο, σε αυτό το α-σημαινόμενο, που μπορεί να έχει σημαντικά αποτελέσματα, αν και αρχικά είναι αόρατο ή/και κρυμμένο. Ο Felix κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης θα του πει σωστά: «Θα ήθελα να σε απομακρύνω όσο το δυνατόν περισσότερο από ένα θεωρητικό ρεύμα που επικεντρώνεται στην αναζήτηση γενικών εγγενών κανόνων. Αυτό που μου φαίνεται απαραίτητο, αντίθετα, είναι να καταλάβω τους μοναδικούς εγγενείς  κανόνες της διεργασίας ενός συστήματος». [27]

Ο Mony είναι πολύ πιο ευαίσθητος σε αυτό, καθώς στην πρακτική του έχει συχνά την εμπειρία να αντιδρά σε ένα ασυνήθιστο βίωμα, προκειμένου να προκαλέσει το ένα ή το άλλο μέλος μιας οικογένειας. Πολύ συχνά, μάλιστα, αυτό που διακυβεύεται αποκτά ξαφνικά νόημα.

Στη συνέχεια, ο Mony θα επιμείνει στο γεγονός ότι αυτό που βίωσε ο ίδιος δεν είναι χωρίς σύνδεση με αυτό που βιώνουν τα μέλη της οικογένειας και το φέρνουν να βιωθεί μέσα στο θεραπευτικό σύστημα. «Αυτό προκύπτει από την τομή αυτού που με συγκροτεί με το περιβάλλον μου».[28] Ο Mony συνδέει με πιο ακριβή και λειτουργικό τρόπο αυτό που αναπτύσσει ο Merleau-Ponty: Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τι προέρχεται από το ένα και τι από το άλλο. Στις ανθρώπινες σχέσεις μας είμαστε αντιμέτωποι, όχι με σχέσεις γραμμικής εξάρτησης, αλλά με κυκλικό ή αμοιβαίο περίβλημα.[29] Μας λέει, σε ένα άλλο κείμενο,[30] ότι ένα φαινόμενο δεν έχει αιτία, είναι η τομή μιας σειράς συνθηκών.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η συνήχηση αποτελεί μια ειδική συνθήκη των πιθανών συνόλων που διαδραματίζονται στο θεραπευτικό σύστημα. Αυτές οι ζωντανές εμπειρίες και η διαίσθηση της σπουδαιότητάς τους, καθώς συχνά αποτελούν σημείο καμπής στη θεραπεία, θα ενταχθούν στις συζητήσεις μεταξύ του Mony, του Ilya Prigogine και των συνεργατών τους. Δείχνουν ότι στη θερμοδυναμική, όταν ένα σύστημα είναι εκτός ισορροπίας, μια διακύμανση που οφείλεται συχνά στην τύχη, θα δημιουργήσει μια δομή που θα ξεκινήσει και θα ενισχύσει μια αλλαγή στην κατάσταση ή στους κανόνες του συστήματος. Έτσι, και η συνήχηση είναι, με τον τρόπο της, μια πιθανότητα διακλάδωσης στη δουλειά με τις οικογένειες.

Ο Mony λέει ότι ήταν κατά τη διάρκεια μιας συναλλαγής με τον Heinz von Foerster, όπου αυτή η συγκεκριμένη περίπτωση συνάθροισης θα αποκαλούταν για πρώτη φορά «συνήχηση».

 

Σαν συμπέρασμα

Για τον Mony, λόγω της οικογενειακής και κοινωνικής του ιστορίας, χωρίς να ξεχνάμε τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτισμικές και πολιτικές πραγματικότητες, είναι ζωτικής σημασίας να είναι κάποιος άνθρωπος του διαλόγου που σέβεται βαθιά τι μπορεί να βιώσει ο καθένας. Τον ακούμε ακόμα να λέει στις προσομοιώσεις οικογένειας ότι κάθε μέλος της οικογένειας έχει απόλυτο δίκιο σε αυτά που λέει και βιώνει, και ότι η δουλειά του είναι να κάνει τις θέσεις όλων πιο ευέλικτες!

Επομένως, δεν είναι τυχαίο το ότι ως νεαρός ψυχίατρος βρίσκεται στο Νότιο Bronx ή στην ομάδα του La Gerbe -όπου το θέμα είναι να επιτρέπεται στις οικογένειες και σε εκείνους που υποφέρουν, είτε από προβλήματα ψυχικής υγείας, είτε από κοινωνικοπολιτισμικές και πολιτικές συνθήκες- να μπορέσουν να γίνουν δρώντες στη ζωή τους.

Μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο Mony υπήρξε πολύ ευαίσθητος στην επανεξέταση του διπλού δεσμού που έγινε από τον Jay Haley, μοντελοποιώντας τον ως αμοιβαίο διπλό δεσμό. Αναλαμβάνοντας αυτό στη δουλειά του με ζευγάρια, ο Mony θα δείξει πώς η ιστορία ενός ζευγαριού παίζεται συχνά σε δύο επίπεδα. Το σημαντικό είναι, λοιπόν, ο θεραπευτής να εργαστεί σε αυτά τα δύο επίπεδα, αυτό του επίσημου προγράμματος και αυτό της κατασκευής του εσωτερικού κόσμου του καθενός.

Ο Mony θα φανεί, επίσης, ευαίσθητος στις κριτικές της κοινοτικής ψυχιατρικής και της συστημικής οικογενειακής θεραπείας. Αυτές οι πρακτικές κινδυνεύουν να είναι αναγωγικές και να οδηγήσουν σε ενίσχυση του κοινωνικού ελέγχου.

Οι συζητήσεις που θα προκύψουν θα είναι σημαντικές στη δεκαετία του 1970 και του 1980 … και μου φαίνεται ότι γίνονται όλο και περισσότερο σήμερα όταν αυξάνεται η χρήση πολλών πρωτοκόλλων!

Σαφώς, με αυτές τις πιθανότητες κατάχρησης, ο Mony εξακολουθεί να πιστεύει ότι δεν μπορούμε να σταματήσουμε τη θεραπεία για τον πολιτικό αγώνα ή το αντίστροφο.

Η πρόκλησή του θα είναι τότε να ενσωματώσει (integrer) το γεγονός, όπως λέει ο David Cooper, ότι «μια σειρά από εξωγενή στοιχεία της οικογένειας εσωτερικοποιούνται και αναπαράγονται από την οικογένεια που έχουμε απέναντί μας».[31]

Έτσι οι έννοιες της διάταξης και της ετερογένειας του Félix Guattari θα αποτελέσουν το «χωνευτήρι» της έννοιας της συνάθροισης. Για τον Mony, πρόκειται για την ανάπτυξη ενός τρόπου σκέψης με βάση τον οποίο, στην καρδιά της θεραπείας ή/και της ψυχοκοινωνικής παρέμβασης, εργαζόμαστε πάνω σε αυτό που προκύπτει από τη διασταύρωση των πολλών συστημάτων που συμμετέχουν.

«Χάρη στον Prigogine, μπόρεσα να εισαγάγω στη συστημική θεραπεία τη σημασία των εγγενών κανόνων παρά των γενικών νόμων της μη γραμμικής ιστορίας, καθώς και της τύχης. Προσπαθούσα να εισαγάγω ένα αντίδοτο που θα μας βοηθούσε να ανοίξουμε τις ιδιαιτερότητες και τα ετερογενή στοιχεία».[32]

Συνδέοντας, έπειτα, τη σημασία των ετερογενών στοιχείων όπως οι μη σηματοδοτικές ιδιαιτερότητες και η ενίσχυση των διακλαδώσεων σε συστήματα που αποκλίνουν από την ισορροπία, ο Mony θα μιλήσει, στη συνέχεια, για τις συνηχήσεις, μια ειδική περίπτωση σύνδεσης (assemblage).

Του χρωστάμε αυτά τα ψήγματα και πολλά άλλα. Είναι για εμάς ένα κοινό νήμα που θα μας βοηθήσει να αποφύγουμε τις αναγωγικές και οικογενειοκρατικές πρακτικές.

Οι σημερινοί χρόνοι δεν είναι καθόλου ευνοϊκοί για εμάς. Η αύξηση των αριθμών των πρωτοκόλλων, μια συγκεκριμένη διαχείριση, ένα σύστημα ταξινόμησης υπολογιστών, ενθαρρύνει έναν αριθμό ιδρυμάτων ψυχικής υγείας ή προστασίας των παιδιών να αναπτύξουν τρόπους δουλειάς με οικογένειες, που δεν είναι πολύ ανοιχτές στις συγκεκριμένες συνδέσεις που δημιουργούνται μεταξύ των εμπλεκόμενων συστημάτων.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως οι θεραπευτές και οι εκπαιδευτές, εστιάζουν πολύ συχνά στο ζωντανό οικογενειακό ιστορικό ως πηγή προβλημάτων, αποκρύπτοντας τη θεσμική τροχιά, τα αναδυόμενα γεγονότα και τις μοναδικές συνηχήσεις σε σημείο που καθιστά το γενεόγραμμα το βασικό εργαλείο εργασίας, στις οικογένειες, σαν η ιστορία μέσα από τις γενιές, να μπορεί να εξηγήσει το παρόν.

Βλέπουμε, επίσης, ότι η ιδέα της συνήχησης μπορεί για κάποιους να μειωθεί ως απλώς εμπειρία του θεραπευτή και να αγνοηθεί το τι πραγματικά είναι: μία συγκεκριμένη συναρμογή.

Ο Mony θα επιμείνει ότι έχουμε, όπως λέει, «μια κυκλική ανάγνωση της συνήχησης», αποφεύγοντας, έτσι, την πολύ συχνή τάση να τη μειώσουμε θεωρώντας την ζωντανή εμπειρία ή ακόμα και αντί-μεταβίβαση.[33]

Και εάν αναπτύσσονται, επίσης, πρακτικές δικτύου όπως αυτές που περιγράφονται σε έναν από τα τελευταία Cahiers[34], εάν δίνουν ρητά μια θέση σε αυτό που συμβαίνει στη διασταύρωση πολλαπλών συστημάτων, τότε φέρνουν στο φως μια πολυπλοκότητα που είναι δύσκολο να υιοθετηθεί.[35]

Το βασικό ερώτημα, βέβαια, ακόμα είναι, να δούμε σήμερα τα πλούτη της συστημικής προσέγγισης και ωστόσο να παραμείνουμε σε μια εποικοδομητική κριτική, όπως έκανε ο Mony, δημιουργώντας με αριστοτεχνικό τρόπο μοναδικές και λειτουργικές γέφυρες μεταξύ πολλαπλών διαστάσεων. Και αν, φυσικά, ενεργούμε με βάση τόσο επίσημους όσο και υπονοούμενους κανόνες, το κάνουμε με τέτοιο τρόπο… ώστε να ασκήσουμε την επιρροή μας και έτσι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Ευχαριστώ Mony, εσένα που, ως ηχώ του τίτλου του Robert Castel «η οικογενειακή θεραπεία ως σύμπτωμα», ονόμασες τον εαυτό σου «ένα είδος συμπτώματος»![36]

Jacques Pluymaekers, Psychologue, Thérapeute familial et formateur, président honoraire d’EFTA.

 


[1] Αυτό το κείμενο δημοσιευτεύτηκε στην κριτική Mosaique με τον τίτλο «Insertion et secteur» N ° 16, Bruxelles 1973

[2] Τμήμα αυτού του άρθρου έχει ανατυπωθεί με τον τίτλο «Οικογενειακό σύστημα και κοινωνικό σύστημα» στο αρ. 1 σελ. 55 ed. Gamma, Παρίσι, 1979 και 64 από τους Cahiers κριτική de thérapie familial et de pratiques de Réseaux. Σελ. 16, de Boeck, Παρίσι, 2020

[3] Ανατρέξτε στην ενότητα «Αποδυναμωτική οικογενειακή θεραπεία. Από την οικογενειακή προσέγγιση στην κοινωνικοπολιτική προσέγγιση» στο CCTHPR n ° 2, Editions Gamma Paris 1980

[4] Elkaim Mony, «Δίκτυα, συστήματα και παρέμβαση γειτονιάς» και Pluymaekers Jacques, «Δίκτυα και πρακτικές γειτονιάς» στο Les Pratiques de Réseau, υπό τη διεύθυνση του Mony Elkaim, ΕΚΤ, Παρίσι, 1987

[5] Castel Robert, « Postface » in Réseau-Alternative στο la psychiatrie, σελ 448, 10/18, 1977, Paris, Union générale d’édition.

[6] Idem, “L’alternative politique face aux techniques” in Réseau-Alternative à la psychiatrie, pg 95, 10/18, 1977, Paris, Union générale d’édition.

[7] Ibidem, σελ. 99

[8] Ibidem, σελ 100

[9] Μέρος αυτού του άρθρου έχει ανατυπωθεί με τον τίτλο «Οικογενειακό σύστημα και κοινωνικό σύστημα» στο αριθ. 1 σελ. 59 ed. Gamma, Παρίσι, 1979 και 64 από το Cahiers critiques de thérapie familial et de pratiques de Réseaux. σελ. 16, de Boeck, Παρίσι, 2020

[10] Elkaim Mony, «Les thérapies de réseaux» στο Réseau-Alternative à la psychiatrie, σελ 116, 10/18, 1977, Paris, Union générale d’édition.

[11]Elkaim Mony, «Présentation»στο Réseau-Alternative à la psychiatrie, pg 9, 10/18, 1977, Paris, Union générale d’édition.

[12] Castel Robert, «La thérapie familiale comme symptôme» στο Cahiers critiques de Thérapie Familiales et de Pratiques de Réseaux, n°4-5, pg 83 Editions Universitaires, Paris, 1980

[13] Elkaim Mony, «Système familial et système social» στο les N° 1 et 64 des CCTFPR.  Pg 59 Ed. Gamma

[14] Cooper David, «Autre propos sur la thérapie familiale » στο CCTFPR n°1, σελ 70 Editions Gamma, Paris, 1980

[15]Elkaim Mony, «Agencements,pratiques de réseaux» στο CCTFPR n°1, σελ 63 Editions Gamma, Paris, 1980

[16] Elkaim Mony et Stengers Isabelle, “Du mariage des hétérogènes” in Chimères N°21, pp 149 Paris, 1994.  Τυπωμένο επίσης στο A.W.Szafran et A.Nyssenhole dir., «Freud et le rire » Metailié 1994

[17] Morin Edgar, «Lévénement-sphinx » in Communication pp 191-192, 1972

[18] Elkaim Mony, «Où es-tu quand je te parles?» Σελ 59 Ed. Seuil 2014

[19]Guattari Felix, «À propos de la thérapie familiale», στο CCTFPR n°1, σελ 65 Editions Gamma, Paris, 1980

[20]Elkaim Mony, «Agencements, pratiques de réseaux» στο CCTFPR n°1, σελ 63 Editions Gamma, Paris, 1980

[21] Guattari Felix, «À propos de la thérapie familiale», στο CCTFPR n°1, σελ 66 Editions Gamma, Paris, 1980

[22] Pluymaekers  Jacques, «Agir et réfléchir…à l’infini : la formation à l’approche systémique». Στο Thérapie familiale Vol.7 N°2 pp 173 Genève

[23] Elkaim Μony, “Systèmes et scènes”  στο Chimères N°2, pp 4-5, Paris, 1987

[24] Ιd. pg 8. Voir aussi «Si tu m’aimes, ne m’aimes pas» pp 14 et 174  1989, Paris, Seuil  και «Où es tu quand je te parles» chapitres 4 et 5, 2014, Paris, Seuil

[25] Elkaim Mony et Stengers Isabelle, «Du mariage des hétérogènes» στο Chimères N°21, pp 155-156 Paris, 1994. Τυπωμένο επίσης στο A.W.Szafran et A.Nyssenhole dir., «Freud et le rire» Metailié 1994

[26] Idem, pp 159 Paris, 1994

[27]Elkaim Μony, «Systèmes et scenes», στο Chimères N°2, p.5 Paris, 1987

[28] Elkaim Mony, «Pour repenser les systèmes» στονChimères N°8, p.6 ,1990

[29] Merleau-Ponty M., L’enfant vu par l’adulte in Bulletin de psychiologie N° 236 Tomme XVIII Νovembre 1964 PP 260

 

[30] idem, Methodes en psychologie de l’enfant pp122

 

[31]Cooper David, « séance plenière » στο Cahiers critiques de Thérapie Familiales et de Pratiques de Réseaux, n°4-5, pg 90 Editions Universitaires, Paris, 1980

[32] Elkaim Mony, «Pour repenser les systèmes» στο Chimères N°8, pp4 ,1990

[33] Elkaim Mony, «Pour une lecture circulaiure de la résonance» στο Générations N° 7 pp55, 1996

[34] Cahier critique de thérapie familiale et de pratiques de réseaux N° 64, Ed.de boeck, 2020

[35] Θα αναφέρω μερικά: τους διοργανικούς και τους σιωπηρούς κανόνες του (Jacques Pluymaekers). το διαπολιτισμικό (Geneviève Platteau) · το περιορισμένο μοντέλο ενίσχυσης (Guy Hardy) · Η κλινική συμβούλων (Jean-Marie Lemaire) οικογενειακή ικανότητα (Guy Ausloos) · οικογενειακά συνέδρια και πολλά άλλα.

 

[36] ElKaim Mony, « séance plenière » in Cahiers critiques de Thérapie Familiales et de Pratiques de Réseaux, n°4-5, pg 89 Editions Universitaires, Paris, 1980