Προτίμησα την ορθογραφική εκδοχή του όρου που προτείνει ο Μπαμπινιώτης . Ο τίτλος ανακαλεί τον τίτλο μίας προηγούμενης εργασίας μας στο ίδιο περιοδικό (Πομίνι και συν. 2017).

And what’ll you do now, my blue-eyed son?
And what’ll you do now, my darling young one?
I’m a-goin’ back out ‘fore the rain starts a-fallin’
I’ll walk to the depths of the deepest dark forest
Where the people are many and their hands are all empty
Where the pellets of poison are flooding their waters
Where the home in the valley meets the damp dirty prison
And the executioner’s face is always well hidden
Where hunger is ugly, where souls are forgotten
Where black is the color, where none is the number
And I’ll tell and speak it and think it and breathe it
And reflect from the mountain so all souls can see it
And I’ll stand on the ocean until I start sinkin’
But I’ll know my song well before I start singin’
And it’s a hard, it’s a hard, it’s a hard, and it’s a hard
It’s a hard rain’s a-gonna fall

BobDylan, 1963

 

Εισαγωγή: Χρονικό μιας πανδημίας

Είμαστε στη μέση της θύελλας, τουλάχιστον όσον αφορά στην Ιταλία. Εδώ στην Ελλάδα πιθανόν μόνο στην αρχή… Ήρθα από τη χώρα μου τέσσερις εβδομάδες πριν. Μέχρι τότε ο κορωνoϊός ήταν μια απειλή όχι και τόσο κοντινή. Την Κίνα, από την οποία ξεκίνησε, την αισθανόμαστε μακριά. Οι εικόνες της Huwan, μιας πόλης δέκα εκατομμύριων ανθρώπων, μεταμορφωμένης σε σκηνικό επιστημονικής φαντασίας μας φαινόταν σουρεάλ, ενώ οι πληροφορίες για τον νέο κορωνοϊό ήταν ακόμα πολύ αντιφατικές… Στη Φλωρεντία όπου είχα ταξιδέψει για μια επιστημονική συνάντηση, ο κόσμος συμπεριφερόταν κανονικά, χιλιάδες στους δρόμους, τουρίστες όπως πάντα, εστιατόρια γεμάτα με ουρές απ’ έξω, φιλιά και αγκαλιές με τους παλιούς συναδέλφους. Σταδιακά όμως ερχόντουσαν μηνύματα από οικογένεια και φίλους από την περιφέρεια της Lombardia και του Veneto: Θα κλείσουνε τα σχολεία, δυο κωμοπόλεις είναι απομονωμένες με τον στρατό στα «σύνορα» τους.

Τι συμβαίνει, αναρωτιόμασταν, μήπως αυτά είναι υπερβολικά; Την άλλη μέρα μεταφέρθηκα στην πόλη μου, κοντά στη Βενετία και το κλίμα ήταν ήδη πολύ διαφορετικό: Απαγόρευση εορτασμού του καρναβαλιού σε όλη την επικράτεια (πώς; Η Βενετία χωρίς καρναβάλι;;;), πέρα από τα σχολεία κάθε βαθμίδας και τα πανεπιστήμια,  εκκλησίες, μουσεία, θέατρα, σινεμά, γυμναστήρια, κ.ά. ερμητικά κλειστά για τουλάχιστον δύο εβδομάδες. Στους δρόμους ο κόσμος μουδιασμένος, προσεχτικός αλλά ακόμα με όρεξη για απεριτίφ («καθόμαστε έξω, δεν είναι επικίνδυνο…»), για ψώνια, βιβλιοπωλεία κ.λπ. Αρχίζει το άγχος για τους ηλικιωμένους και τις ευπαθείς ομάδες: η πρώτη απώλεια  από το COVID-19 στο νοσοκομείο της πόλης συζητιέται  εδώ κι εκεί, η πόλη είναι μικρή, μαθαίνουμε γρήγορα. Το τμήμα του νοσοκομείου σε απομόνωση, με ασθενείς και γιατρούς μέσα.

Η ημέρα της επιστροφής πλησίαζε κι έπρεπε να γυρίσω στην Ελλάδα, ενώ, όπως ένα κύμα που ανεβαίνει, η ανησυχία μεγάλωνε, πέρναγε από τον ένα στον άλλο μαζί με τις πληροφορίες για αυτό που συνέβαινε στα απομονωμένα μέρη, συνεντεύξεις, μαρτυρίες, τηλεοπτικές συζητήσεις ολοένα και περισσότερο επικεντρωμένες στην εξάπλωση της μετάδοσης του ιού, στις αντιφατικές γνώμες και απόψεις («η ασθένεια είναι λίγο σοβαρότερη από μία κοινή γρίπη», «χτυπά μόνο τους ηλικιωμένους και όσους έχουν ιστορικό ή ενεργή σοβαρή ασθένεια», «τα παιδιά δεν κινδυνεύουν», «προκαλεί θανατηφόρα πνευμονία», «δεν γνωρίζουμε ακόμα τη σοβαρότητα της», «θα αρρωστήσει το 60% του πληθυσμού», «θα υπάρξουν εκατομμύρια νεκροί»).

Οι δικοί μου με ενθάρρυναν να επιστρέψω στην Ελλάδα όπως ήταν προγραμματισμένο: «Κινδυνεύεις να μπλοκαριστείς εδώ», «εμείς θα είμαστε καλά, μην ανησυχείς»). Με μισή καρδιά έφυγα, χωρίς αγκαλιές, γιατί μας είχαν ήδη πληροφορήσει ότι είναι επικίνδυνες, γεμάτη ανησυχία και αντιφατικά συναισθήματα, αλλά με την ελπίδα ότι θα ξαναγυρίσουμε σύντομα στη φυσιολογική ροή των πραγμάτων, θα τους δω γρήγορα ξανά, όλοι τους θα είναι καλά. Δεν ήξερα ότι η πτήση μου, που θα ερχόταν γεμάτη από Έλληνες σε διακοπές για το τριήμερο της Καθαρής Δευτέρας, θα ήταν άδεια, και ότι εκείνη θα ήταν η τελευταία πτήση από Βενετία προς την Αθήνα. Προσγειώθηκα στην Αθήνα και περίμενα υποδοχή με μέτρηση θερμοκρασίας, τουλάχιστον, όπως είχα βρει στην προσγείωση στην Ιταλία μία εβδομάδα νωρίτερα. Τίποτα, καμία σημασία σε εμάς που ερχόμασταν από μια κόκκινη ζώνη του κορωνοϊού. Με προσωπική πρωτοβουλία κράτησα μέτρα απόστασης, και σχεδόν καραντίνας, για δυο εβδομάδες, δεν ξέρεις ποτέ τι θα μπορούσα να είχα κουβαλήσει από εκεί ή από το αεροπλάνο. Δεν είχα κανένα σύμπτωμα, αλλά οι συζητήσεις για τους ασυμπτωματικούς φορείς με είχαν φοβίσει, κρατούσα σε απόσταση και τα μέλη της οικογένειας μου εδώ. Περίεργη η αίσθηση να αισθάνεσαι ότι μπορείς να είσαι επικίνδυνη για τους άλλους…

Σταδιακά οι ειδήσεις από την Ιταλία όλο και πιο δύσκολες, μετά από μια βδομάδα κηρύχθηκαν «κόκκινες» ολόκληρες οι περιφέρειες της Lombardia, του Veneto  και άλλων συνορευόντων περιοχών, κλειστές όλες οι εμπορικές δραστηριότητες, εκτός από σουπερμάρκετ και  φαρμακεία. Τη νύχτα πριν να εφαρμοστούν τα μέτρα περιορισμού κυκλοφορίας συνέβη μια μαζική φυγή από κάτοικους του Βορρά προς τον Νότο, φοιτητές, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, πολλοί έψαχναν να ξεφύγουν από τις «μολυσμένες περιοχές», χωρίς να αντιλαμβάνονται τη φοβερή ευθύνη, τον φοβερό κίνδυνο να απλωθεί παντού η επιδημία και κυρίως εκεί που οι νοσοκομειακές υποδομές δεν είναι τόσο λειτουργικές και αναπτυγμένες όπως στον Βορρά. Η υπόλοιπη ιστορία είναι γνωστή: λίγες ημέρες αργότερα ολόκληρη η Ιταλία κηρύχθηκε «κόκκινη περιοχή», με αυστηρή απαγόρευση μετακίνησης από τη μία πόλη στην άλλη χωρίς πιστοποιημένο σοβαρό λόγο, με δικαίωμα πολύ περιορισμένης εξόδου για εφοδιασμό, με ενθάρρυνση να μετατραπεί η εργασία σε smart work για όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Μα μόλις εβδομάδα αργότερα κάτι παρόμοιο έγινε κι εδώ: απ’ ό,τι γνωρίζω η Ελλάδα είναι η ευρωπαϊκή χώρα που πρώτη ακολούθησε την Ιταλία σε παρόμοια μέτρα, και αυτό ευχόμαστε τώρα που γράφουμε ότι θα έχει αποτέλεσμα στον έλεγχο της εξάπλωσης του ιού στην χώρα μας (όπως η Ιταλία, έτσι και η Ελλάδα είναι «χώρα μου»). Τώρα που γράφω, το «lοckdown» είναι πια το μοντέλο που υιοθέτησαν οι περισσότερες χώρες στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ήταν αρχικά επιφυλακτικές και που χάσανε πολύτιμο χρόνο στην άμυνα του πληθυσμού απέναντι την εξάπλωση του ιού.

Στις 11 Μαρτίου ο Πρόεδρος της Π.Ο.Υ.  Tedros Adhanom Ghebreyesus  ανακοίνωσε ότι είμαστε στη μέση μιας πανδημίας, το COVID-19 ήδη απλώθηκε σε 114 χώρες σε όλον τον κόσμο με πάνω από 118.000 ασθενείς και περίπου 5.000 νεκρούς[1]. Πέρα από την Κίνα, όπου η κατάσταση αρχίζει να υποχωρεί, οι πιο επιβαρυμένες χώρες ήταν τότε η Ιταλία, η Νότια Κορέα και το Ιράν, ενώ τώρα είμαστε μάρτυρες του τι σημαίνει πανδημία παντού στην Ευρώπη και στον κόσμο. Έχουν περάσει μόλις δύο εβδομάδες από εκείνη την ανακοίνωση και οι αριθμοί πολλαπλασιάστηκαν, με υπόθεση ενός εκατομμύριού μολυσμένων μόνο στην Ιταλία.

Κλειστήκαμε στα σπίτια, όσοι μπορούσαμε να  μεταφέρουμε την εργασία στο σπίτι αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε  διαδικτυακές εφαρμογές, θέμα που θα αναπτυχθεί παρακάτω, το cyberspace έγινε βασικός χώρος επικοινωνίας και συνάντησης με τους άλλους -εξυπηρετούμενους, συγγενείς, φίλους, συναδέλφους-  για εκατομμύρια άτομα.

Άρχισαν οι καθημερινές αναφορές των κρουσμάτων και των θυμάτων, στην κάθε χώρα και σε όλο τον κόσμο. Ταυτόχρονα, άρχισε η συλλογική διεθνής προσπάθεια των επιστημόνων να μελετήσουν τα φάρμακα που μπορεί να είναι αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της πνευμονίας, που σε ένα ποσοστό ασθενών δημιουργεί ο ιός, η χειρότερη που ποτέ παρατηρήθηκε, καθώς και τις προσπάθειες δημιουργίας εμβολίου.

Άγνωστο σε όλους πόσο οι περιορισμοί θα διαρκέσουν, λίγο φως έρχεται τώρα ακριβώς από την Κίνα, αλλά και από την πρώτη κόκκινη ζώνη της Ιταλίας, το Codogno, όπου μηδενίσθηκαν τα νέα κρούσματα αλλά συνεχίζεται η καραντίνα και το σήμα κινδύνου δεν μειώνεται.

Αυτό που συμβαίνει αυτές τις μέρες, αυτούς τους μήνες, είναι πρωτόγνωρο: μόνο μερικοί μακρινοί ήχοι από την πανδημία μιας άλλης θανατηφόρας γρίπης που θέρισε την Ευρώπη 100 χρόνια πριν: η φήμη της λεγόμενης «Ισπανικής» (Α/H1N1) είχε φτάσει σ’ εμάς μέσα από τις οικογενειακές ιστορίες («Η γιαγιά αρρώστησε και επέζησε»). Αλλά είχε κάνει στην Ευρώπη περισσότερα θύματα από όσα είχε προκαλέσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, 50 εκατομμύρια μόνο στην Ήπειρό μας (Tognotti, 2002, Sabbatani, 2003). Όμως τότε  η Ιατρική δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί, η πενικιλίνη  δεν είχε ανακαλυφθεί και ο νέος, τότε, ιός χτυπούσε έναν πληθυσμό ήδη εξαντλημένο από τον πόλεμο.

 

Η «καραντίνα» και οι ψυχολογικές επιπτώσεις της

Η λέξη «καραντίνα» (quarantena στα ιταλικά, σημαίνει περίοδο σαράντα ημερών) αναφέρεται στο χρονικό διάστημα περιορισμού μετακινήσεων σε περίπτωση υποψίας ότι κάποιος μπορεί να είναι φορέας μιας μεταδοτικής ασθένειας. Η έννοια διαφέρει από την  πλήρη απομόνωση, σε περίπτωση που νοσήσει κάποιος, με σκοπό την προστασία των υπολοίπων από τη μεταδοτική ασθένεια. Ο όρος πρωτοεμφανίστηκε στη Βενετία, κατά την εποχή της επιδημίας της λέπρας στην αρχή του 12ου μ.Χ.  αιώνα (1127) (υποχρέωναν τα καράβια με περιπτώσεις ασθένειας να παραμένουν σε ανοιχτή θάλασσα για σαράντα ημέρες πριν να πλησιάσουν) και από τότε εφαρμόστηκε σε όλο τον κόσμο, σε άλλες θανατηφόρες επιδημίες, όπως αυτήν της πανούκλας το 1300 μ.Χ. και αργότερα το 1600 μ.Χ. (Brooks et al., 2020).

Τους τελευταίους μήνες, και μάλλον για πρώτη φορά στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, ολόκληρες περιοχές όπως το Huwan και η Βόρεια Ιταλία έχουν κλειστεί σε μέτρα καραντίνας, ενώ τώρα τα μέτρα αυτά αφορούν πλέον σε όλη την Ευρώπη και σε πολλές άλλες χώρες στον κόσμο. Μια παγκόσμια «καραντίνα». Ο κόσμος σταμάτησε σε χρόνο ρεκόρ. Μας φαίνεται απίθανο, αλλά είναι αληθινό. Μπροστά στη σωματική ακεραιότητα, την επιβίωση και το κοινό καλό έχουμε  σταματήσει, αλλάξει ή περιορίσει τις καθημερινές δραστηριότητες, κόψει τις επαφές ακόμα και με τους κοντινότερους συγγενείς, περιορίσει αφόρητα τις μετακινήσεις, έχουμε απομονωθεί μέσα στα σπίτια μας. Όλο αυτό για ένα διάστημα του οποίου η διάρκεια είναι εντελώς αβέβαιη, και αναρωτιόμαστε σιωπηλά «πόσο θα αντέξουμε; Πόσο θα αντέξει μια κοινωνία;», «Πώς άντεξαν στην Κίνα τους τέσσερις μήνες;»

Υπάρχουν μερικά δεδομένα, σχετικά  με τις επιπτώσεις που οι συνθήκες καραντίνας μπορεί να προκαλέσουν στην ψυχολογία των ανθρώπων (Cetrullo, 2020). Οι Brooks και συνεργάτες (2020) ανασκόπησαν τη σχετική βιβλιογραφία και επικεντρώθηκαν σε 24 μελέτες που δημοσιεύθηκαν μεταξύ του 2004 και του 2019 και αφορούσαν στις επιδημίες της Embola, SARS και την ίωση  Η1Ν1. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι   αγχώδες διαταραχές,  αίσθηση στρες και έντονου φόβου, θυμός, κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου, ψυχικές διαταραχές παρόμοιες με τις μετα-τραυματικές, συναισθηματική εξάντληση, ευερεθιστικότητα, αίσθηση μοναξιάς και αβοήθητου  παρουσιάζονται σε ποσοστά από 7% έως 54%, ανάλογα με το συγκεκριμένο σύμπτωμα και τη μελέτη, τόσο σε ενήλικες όσο και σε εφήβους και παιδιά (Brooks και συν., 2020). Μερικά από αυτά τα συμπτώματα παρατηρήθηκαν μέχρι και τρία χρόνια αργότερα, με τη λήξη του περιορισμού. Επίσης, οι συνήθειες που αποκτήθηκαν στη διάρκεια της καραντίνας δεν εξαφανίζονται αμέσως και το 21%-54% των εξεταζόμενων, ανάλογα με τη μελέτη, συνέχιζαν να παρουσιάζουν αποφευκτικές συμπεριφορές και αγχώδες διαταραχές μετά τη λήξη της καραντίνας (ibid.).

Η ψυχολογική επιβάρυνση της καραντίνας φάνηκε ειδικά έντονη για το ιατρικό προσωπικό που μπήκε σε απομόνωση αφού μολύνθηκε: πέρα από τα αναφερόμενα συμπτώματα, το προσωπικό αυτό βίωνε έντονο αίσθημα ενοχής, αφού αισθάνονταν την ευθύνη ενδεχόμενης πρόκλησης της μόλυνσης σε άλλους ασθενείς. Είναι, δυστυχώς, χθεσινή η είδηση μιας νοσοκόμας της «πρώτης γραμμής» στη Βόρεια Ιταλία που αυτοκτόνησε αφού έμαθε ότι ήταν φορέας κορωνοϊού, διότι  δεν μπορούσε να αντέξει τη σκέψη ότι η ίδια μετέδωσε τόσο σοβαρή ασθένεια σε άλλους, έχοντας στα μάτια της την εικόνα του αβάσταχτου πόνου που το COVID-19 προκαλεί στους τελειωτικούς ασθενείς.

Στη συγκεκριμένη ανασκόπηση, τα διαστήματα καραντίνας είχαν ποικίλη διάρκεια και αφορούσαν σε διαφορετικούς πληθυσμούς, δείχνοντας ότι πολιτισμικές διαφορές μπορεί να παίζουν ρόλο στην ψυχική ανθεκτικότητα του πληθυσμού, όπως και τα χαρακτηριστικά της ασθένειας και του κοινωνικού στίγματος που μπορεί να τη συνοδεύουν.

Η νέα σημερινή επιδημία έχει όμως ένα πολύ διαφορετικό χαρακτηριστικό από τις προηγούμενές του τελευταίου αιώνα: έχει απλωθεί παντού, και η καραντίνα στις περισσότερες χώρες αφορά σε όλο τον πληθυσμό, όχι μόνο στους μολυσμένους ή τους πιθανά μολυσμένους. Μια πολύ πρόσφατη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Κίνα, σε δείγμα 1210 ατόμων από 194 πόλεις,  έδειξε ότι το 53.8% ανέφερε μέτριο έως σοβαρό το αποτέλεσμα των περιορισμών στην ψυχολογική του κατάσταση, το 16.5% ανέφερε μέτρια έως μείζονα καταθλιπτικά συμπτώματα, 28.8% μέτρια έως μείζονα αγχώδη διαταραχή, και το 8,1% μέτρια έως σοβαρά συμπτώματα στρες (Wang και συν., 2020). Οι περισσότεροι (84,7%) βρίσκονταν στο σπίτι και το 75,2% φοβόντουσαν ότι κάποιο μέλος της οικογένειας θα αρρώσταινε (ibid).  Βιώματα αυξημένης ψυχολογικής επιβάρυνσης και εντονότερου άγχους αναφέρονταν περισσότερο στον γυναικείο πληθυσμό, τους φοιτητές  και τα άτομα με σωματικές διαταραχές και επιβαρυμένη κατάσταση σωματικής υγείας.  Αυτό το στοιχείο είναι ενδιαφέρον, διότι φαίνεται ότι οι γυναίκες και οι νέοι, σε περίπτωση μόλυνσης,  αναπτύσσουν λιγότερο σοβαρά συμπτώματα, ενώ άτομα με σωματικές διαταραχές βρίσκονται πράγματι πιο εκτεθειμένα στις επικίνδυνες συνέπιες του ιού. Η διαπίστωση αυτή δείχνει τη σημασία της σωστής και έγκυρης ενημέρωσης του πληθυσμού σχετικά με τα ευρήματα και συμπεράσματα της επιστημονικής κοινότητας. Το αυξημένο στρες και άγχος που εξέφρασαν οι γυναίκες  στο κινέζικο δείγμα (οι περισσότερες από τις οποίες ήταν παντρεμένες με παιδιά), μπορεί να έχει σχέση με τον ρόλο της γυναίκας ως  προσώπου που παρέχει φροντίδα στην οικογένεια και εκφράζει περισσότερη ανησυχία για την υγεία των μελών της (ρόλος που φαίνεται πέρα από τις πολιτισμικές διαφορές!).

Το στοιχείο της ενημέρωσης του πληθυσμού φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στον βαθμό ψυχολογικής επιβάρυνσης του πληθυσμού στην τωρινή και σε προηγούμενες επιδημίες (Wang και συν., 2020, Brooks και συν., 2020). Σύμφωνα με τους συγγραφείς και με βάση την εμπειρία των ημερών αυτών:

α) Η ακριβής, έγκυρη και  τακτική πληροφόρηση του πληθυσμού που βρίσκεται σε συνθήκες καραντίνας είναι βασική. Μόνο με αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι που βρίσκονται σε καραντίνα μπορεί να συνεργάζονται και να  κατανοήσουν την κατάσταση καθώς και να αντιλαμβάνονται το συλλογικό νόημα της απομόνωσης. Η αποτελεσματική και ταχεία επικοινωνία είναι απαραίτητη.

β) Οι ιατρικές και καθημερινές προμήθειες πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμες.

γ) Η περίοδος απομόνωσης πρέπει να είναι όσο γίνεται συντομότερη και η διάρκεια καθορισμένη, συνθήκες που προς το παρόν φαίνονται αβέβαιες.

δ) Οι περισσότερες από τις δυσμενείς επιπτώσεις προέρχονται από την επιβολή περιορισμού της ελευθερίας, ενώ η εθελοντική καραντίνα συνδέεται με λιγότερη δυσφορία και λιγότερες μακροχρόνιες επιπλοκές (Brooks και συν., 2020, Rubin, 2020).

Το έντυπο της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγειάς για ψυχική υγεία σε συνθήκες καραντίνας, κυκλοφόρησε στις 12 Μαρτίου 2020 (WHO, 2020). Απευθύνει αποφασιστικά τον κίνδυνο του κοινωνικού στίγματος για τα άτομα που έχουν προσβληθεί από τον κορωνοϊό, ορίζοντας ακόμα και το πώς θα πρέπει να ονομάσουμε τις περιπτώσεις αυτές, ξεχωρίζοντας το άτομο από την ασθένεια. Αποθαρρύνει τη συνεχιζόμενη παρακολούθηση των ειδήσεων και ενθαρρύνει την επιλογή έγκυρης πηγής πληροφόρησης, σε συγκεκριμένη ώρα την μέρα, έτσι ώστε να μην εκτίθεται ο κόσμος συνέχεια στον φόβο και το άγχος. Προωθεί την προστασία του εαυτού και των κοντινών άλλων, συγγενών αλλά και ατόμων που μπορεί να έχουν ανάγκη βοήθειας στην κοινότητα. Ενθαρρύνει τη συζήτηση θετικών παραδειγμάτων ίασης και την έκφραση ευγνωμοσύνης και ενίσχυσης προς το ιατρικό προσωπικό που παλεύει στην «πρώτη γραμμή» κατά της πανδημίας. Σύντομες οδηγίες για την αντιμετώπιση ψυχολογικής επιβάρυνσης, συνδεδεμένης με τα μέτρα περιορισμού, καθώς και για τη διαχείριση του πένθους έχουν πρόσφατα διατυπωθεί από ομάδα συναδέλφων της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστήμιου Αθηνών (Μαυρομαρά και συν., 2020, Μήτση και συν., 2020).

Αυθόρμητες πρωτοβουλίες που έλαβαν χώρα αυτές τις μέρες στην Ιταλία και την Ελλάδα, όπως, για παράδειγμα, όλος ο κόσμος την ίδια ώρα να βγαίνει στα μπαλκόνια για να χαιρετίσει ασθενείς και ιατρικό προσωπικό με τραγούδια, μουσική και χειροκροτήματα, όπως και άλλες δημιουργικές μορφές έκφρασης συμπαράστασης,  προσφέρουν μια αίσθηση συλλογικότητας, αισιοδοξίας και θετικότητας, άκρως απαραίτητες σε αυτές τις δύσκολες και πρωτόγνωρες συνθήκες.

 

Οι οικογενειακές σχέσεις σε συνθήκες πανδημίας

Πώς τροποποιούνται και διαμορφώνονται οι οικογενειακές σχέσεις σε συνθήκες καραντίνας και κάτω από την απειλή  μετάδοσης του κορωνοϊού; Γνωρίζουμε ακόμα ελάχιστα για τις συνέπιες αυτής της πρωτόγνωρης κατάστασης στην οικογενειακή ζωή και τις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, και κυρίως από τις προσωπικές εμπειρίες και την επικοινωνία με συγγενείς, φίλους και εξυπηρετούμενους. Μία  πρώτη παρατήρηση είναι ότι η κάθε οικογένεια ενεργοποιεί ικανότητες αντοχής και προσαρμογής. Οι προκλήσεις είναι πολλές και πολύ διαφορετικές, ανάλογα με τη δομή του οικογενειακού συστήματος, με τη φάση του κύκλου ζωής, με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, με την κατάσταση υγείας των μελών της, με τις συνθήκες διαβίωσης και  με το περιβάλλον και την κοινότητα στην οποία ανήκουν.  Φαινομενικά, φαίνονται αρκετά διαφορετικές οι συνθήκες μιας οικογένειας που ζει στην επαρχία, σε ένα χωριό ή σε ένα νησί, από εκείνες που ζουν σε μια συνοικία μιας μεγαλούπολης. Η επαφή με τη φύση και η δυνατότητα να βγει κανείς  σε έναν κήπο ή χωράφι, με ασφάλεια και χωρίς περιορισμούς, έχει θετικά αποτελέσματα στην ψυχολογική κατάσταση και στο ανοσοποιητικό σύστημα. Αλλά η αίσθηση δύσκολής πρόσβασης σε κατάλληλες υπηρεσίες υγείας για οποιοδήποτε ιατρικό θέμα μπορεί, αντιθέτως, να αυξάνει τα συναισθήματα άγχους και ανασφάλειας.

Οι οικογένειες με μικρά παιδιά σε συνθήκες lockdown βιώνουν την πρόκληση να τα απασχολήσουν δημιουργικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, χωρίς προγραμματισμένες δραστηριότητες, χωρίς αλλαγή περιβάλλοντος, χωρίς επαφή με συγγενείς και κυρίως τους παππούδες, χωρίς βόλτες έξω με φίλους, με λίγη ή καθόλου επαφή με το σχολείο (ανάλογα με την ηλικία και το εκπαιδευτικό επίπεδο) Στην Ελλάδα, όπως και την Ιταλία, και φαντάζομαι και αλλού, είναι τεράστια η προσπάθεια των εκπαιδευτικών να κρατήσουν επαφή με τα παιδιά, να κάνουν μαθήματα διαδικτυακά, να αναθέσουν και να διορθώσουν εργασίες, συχνά με ελάχιστα μέσα και χωρίς σχετικές οδηγίες). Οι ψυχοπιεστικές συνθήκες μπορεί να είναι πιο αισθητές στους γονείς και στα μικρά παιδιά, τα οποία βιώνουν τη συναισθηματική αντανάκλαση χωρίς να έχουν τη δυνατότητα πλήρους κατανόησης του τι συμβαίνει. Η απλή αλλά ξεκάθαρη και ειλικρινής επικοινωνία γύρω από τα θέματα της πανδημίας και των απαραιτήτων μέτρων προφύλαξης, μπορεί να ελαττώνει το άγχος και την ανασφάλεια των παιδιών (βλέπε στην αναφερόμενη βιβλιογραφία σχετικές οδηγίες της UNICEF και της Π.Ο.Υ.). Στην Ελλάδα, το Εργαστήριο Σχολικής Ψυχολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστήμιου Αθηνών κυκλοφόρησε πρόσφατα ηλεκτρονικό έντυπο που περιλαμβάνει χρήσιμες οδηγίες για την ψυχολογική υποστήριξη οικογενειών, παιδιών και εφήβων κατά τη διάρκεια παραμονής στο σπίτι λόγω των προληπτικών μέτρων (Χατζηχρήστου και συν., 2020). Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συνθήκες καραντίνας μπορεί να προσφέρουν μια ευκαιρία να «χορταίνουν» παιδιά και γονείς τη συντροφιά μεταξύ τους και να περάσουν άφθονο χρόνο μαζί, ως καινούργια εμπειρία μιας πολύ διαφορετικής καθημερινότητας, με λιγότερο «τρέξιμο».

Οι οικογένειες με εφήβους και νέους ενήλικες μπορεί να βιώνουν εντονότερο στρες: ως γνωστόν οι έφηβοι βιώνουν λιγότερο την απειλή της πανδημίας: «Δεν με αφορά, οι νέοι είναι ασφαλείς» (λανθασμένοι άποψη που κυκλοφόρησε πολύ στα μέσα μαζικής επικοινωνίας: στην Ιταλία οι περιπτώσεις θανάτων νέων ανθρώπων αυξάνονται) «οι γονείς υπερβάλλουν». ‘Όπως  επισημαίνει ο Jacopo Dalai[2], συντονιστής του Κέντρου «Nivalis» στο Μιλάνο, που προσφέρει ψυχοκοινωνική υποστήριξη σε εφήβους, οικογένειες και την κοινότητα με δημιουργικές μεθόδους,  η αντίληψη του κινδύνου στους νέους είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που έχουν οι ενήλικες, επιπλέον η ασθένεια COVID-19 δεν έχει χαρακτηριστικά που φοβίζουν τους εφήβους, π.χ. λόγω παραμόρφωσης του σώματος. Η επιβολή της απομόνωσης και του περιορισμού της κυκλοφορίας (στην Ιταλία τα περιοριστικά μέτρα είναι ακόμα πιο σφικτά) έρχεται σε αντίθεση με τις ανάγκες αυτονόμησης και κοινωνικοποίησης των νέων. Η προσπάθεια ενοχοποίησης  που μπορεί να εφαρμόσουν μερικοί γονείς («θα φέρεις τον ιό στο σπίτι και θα αρρωστήσουμε») μπορεί να δημιουργήσει μια πεισματική και συμμετρική αντίδραση του νέου. Μία από τις δράσεις του Κέντρου «Nivalis» είναι η δημιουργία ενός ψηφιακού δικτύου υποστήριξης μεταξύ συνομήλικων, όπου ομάδα εφήβων (με συντονισμό ενός ειδικού και μετά από μια μικρή εκπαίδευση) προσφέρει διαδικτυακή βοήθεια σε παιδιά με κοινωνικές ή μαθησιακές δυσκολίες. Όπως μας είναι γνωστό, η προσφορά υποστήριξης σε άλλους προσφέρει νόημα στη ζωή, αναπτύσσει τον αλτρουισμό στους νέους και τους βοηθά να αντιμετωπίσουν το άγχος και τον φόβο.

Τι συμβαίνει, άραγε, στις οικογένειες με συγκρουσιακές σχέσεις; Πώς αντιμετωπίζουν τους περιορισμούς τα συγκρουσιακά ζευγάρια; Χειροτερεύουν αφόρητα οι συνθήκες συμβίωσης ή φτάνουν σε ανακωχή, αισθανόμενοι τη σοβαρή απειλή και την ανασφάλεια του μέλλοντος; Πώς αντιμετωπίζουν τις εντάσεις οι οικογένειες με μέλος που βρίσκεται ήδη σε ψυχοπιεστική κατάσταση, που παρουσιάζει ψυχολογικές δυσκολίες; Μπορεί σε μερικές περιπτώσεις ο κοινός μεγάλος φόβος και το άγχος να μειώνουν, να απαλύνουν το ατομικό συναίσθημα; Ή αντιθέτως τα κάνει ακόμα πιο αφόρητα;  Πόσο περισσότερο ζορίζονται οι μονογονικές οικογένειες; Πώς τα καταφέρνουν οι άστεγοι, οι πρόσφυγες στις απάνθρωπες συνθήκες  των καταυλισμών; Πώς αντιμετωπίζουν το άγχος και τον φόβο οι οικογένειες των γιατρών και νοσοκόμων, που παλεύουν με προσωπικό τους κίνδυνο για τη ζωή των προσβεβλημένων από τον κορωνοϊό;

Τα ερωτήματα και οι προβληματισμοί έρχονται σαν κύματα…

Για τον περισσότερο κόσμο ισχύει ότι, όπως αναφέρουν οι Brooks και συνεργάτες (2020), βιώνει λιγότερο τις τραυματικές συνέπειες της καραντίνας όποιος αντιλαμβάνεται ότι η συνθήκη αυτή είναι απαραίτητη και χρήσιμη για τον ίδιο, την οικογένεια και την κοινότητα, όποιος την αποδέχεται με πνεύμα συνεργασίας και αλτρουισμού, όποιος, στις πρωτόγνωρες συνθήκες που ζούμε, προσφέρει βοήθεια ή κάτι χρήσιμο για τους άλλους.

Οι πρωτοβουλίες αλτρουισμού και στήριξης προς τους πιο αδύναμους έχουν πολλαπλασιαστεί στην Ιταλία όπως και στην Ελλάδα: οι κοινότητες και οι δήμοι έχουν οργανώσει ομάδες νέων εθελοντών για τον εφοδιασμό τροφίμων και φαρμάκων, σε συνθήκες ασφαλείας, των ηλικιωμένων (που είναι πολλοί!) που μένουν μόνοι τους. Οι πολυκατοικίες γίνονται κοινότητες αλληλεγγύης: όπως ανέφερε η Gabriella Peracchi[3] στην τοπική εφημερίδα,  στην Padova (μία από τις πρώτες «κόκκινες» περιοχές) οι κάτοικοι μιας πολυκατοικίας βρήκαν στην πόρτα του διαμερίσματός τους ένα πακέτο με μερικές μάσκες και ένα σημείωμα από μία νεαρή οικογένεια Κινέζων που είχε μετακομίσει πρόσφατα στην πολυκατοικία. Φαίνεται απλό, αλλά αυτή η χειρονομία στην εποχή απόλυτης δυσκολίας να προμηθευτούν οι κάτοικοι υγειονομικές  μάσκες (δυσκολία που ακόμα και σήμερα δεν έχει λυθεί), είχε ένα μεγάλο συμβολικό αντίκτυπο, πέρα από τον πρακτικό,  κυρίως στις στάσεις στίγματος και ρατσισμού προς τον ξένο, και ειδικότερα από μια οικογένεια που στο προηγούμενο διάστημα είχε αντιμετωπίσει τις υποψίες και τις κατηγορίες πολλών.

Όπως δηλώνει ο Luigi D’ Elia (2020) η καραντίνα είναι σαν «ακούσια νοσηλεία» για όλους, αλλά οι εξελιγμένοι οργανισμοί προσαρμόζονται στις αλλαγές του οικοσυστήματος και χρειάζεται να καταλάβουμε άμεσα ποια προσαρμογή μας επιβάλλει ο κορωνοϊός και ποιες ριζικές αλλαγές θα πρέπει να ενεργοποιήσει η κοινωνία (παγκοσμιοποιημένη και από τον ιό!) για να βγει ανανεωμένη από τη συγκυρία αυτή διορθώνοντας την «ύβρη» (του ελέγχου του ατόμου στη φύση, της κυριαρχίας των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, των πολεμικών επιθέσεων) που την κυριαρχεί (Bateson, 1972).

 

E-mental health: Η διαδικτυακή παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας

Οι περισσότεροι επαγγελματίες ψυχικής υγείας προσαρμόστηκαν σε χρόνο ρεκόρ στην ανάγκη παροχής ψυχολογικής υποστήριξης και ψυχοθεραπείας μέσω διαδικτύου. Μία δραστηριότητα που ήταν ακόμα περιορισμένη στον χώρο της ψυχικής υγείας σε σύγκριση με άλλους, αν και έδειξε μια ραγδαία ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια (Borcsa και Pomini, 2017).  Η αποτελεσματικότητα των ψηφιακών πρακτικών έχει μελετηθεί, κυρίως σε σχέση με την αντιμετώπιση των αγχωδών διαταραχών και του μετατραυματικού στρες, και κυρίως στην εφαρμογή γνωσιακής-συμεριφορικής ψυχοθεραπείας (CBT) (Algeri και συν., 2018).  Αλλά υπάρχουν, πλέον, δεδομένα που αφορούν και σε άλλες διαταραχές και ποικίλους κλινικούς πληθυσμούς (Mucic και Hilty, 2016).

Τα ποσοστά προσαρμογής στην καινούρια πραγματικότητα, των εξυπηρετούμενων από ψυχοκοινωνικές και ψυχιατρικές υπηρεσίες, είναι εντυπωσιακά: όπως δηλώνουν οι συνάδελφοι Francesco Di Paolo[4] και Eva Angelini[5] πάνω από το 50% των περιπτώσεων οργανώθηκαν για να συνδεθούν διαδικτυακά και δέχτηκαν τη νέα μορφή υποστήριξης χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες ή διαμαρτυρίες, πολλοί από αυτούς ανακουφισμένοι από την εξ’ αποστάσεως πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Το να αισθάνονται οι ίδιοι ασφαλείς, αποφεύγοντας τις μετακινήσεις και την έκθεση σε κοινούς χώρους όπου αυξάνεται το ενδεχόμενο μόλυνσης, δημιούργησε νέο κίνητρο χρήσης τεχνολογίας (για όσους δεν ήταν εξοικειωμένοι με αυτήν), ενώ αισθάνονται ότι εξασφαλίζεται η προσφορά συνέχειας της ψυχολογικής στήριξης από τους επαγγελματίες υγείας στις νέες, ψυχοπιεστικές,  συνθήκες περιορισμών κινήσεων και κοινωνικών επαφών.  Αυτά είναι τα κύρια πλεονεκτήματα της χρήσης των διαδικτυακών εφαρμογών στην παρούσα κατάσταση, γεγονός που έχει ξεπεράσει όλους τους υπόλοιπους λόγους επιλογής τους σε φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας (Bischoff και συν., 2016, Borcsa και Pomini, 2018). Η αναγκαστική επιβολή του κανόνα της κοινωνικής απόστασης, που καταργείται μόνο σε επείγοντα περιστατικά, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εξ’ αποστάσεως, ξεπέρασε όλους τους ενδοιασμούς της ακαταλληλότητας των ψηφιακών μέσων ακόμα και στην πρώτη επαφή με κάποιον εξυπηρετούμενο, ενδοιασμοί που είχαν επισημανθεί από αρκετές μελέτες που διερεύνησαν τη χρήση τεχνολογίας από τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας (Lazuras και Dokou, 2016, Cipolletta και Μοcellin, 2018, Borcsa και Pomini, 2020).

Οι ψηφιακές πρακτικές στην παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας (e-mental health)  ξεχωρίζονται σε ασύγχρονες και σύγχρονες (Manfrida  και συν., 2017). Οι πρώτες συμπεριλαμβάνουν τη χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και γραπτών μηνυμάτων σε διάφορες εφαρμογές. Χαρακτηρίζονται από εύκολη χρήση, χαμηλό κόστος, δυνατότητα αρχειοθέτησης, ταχύτητα επικοινωνίας, διακριτικότητα, αλλά και περιορισμούς στην έκφραση, υψηλότερο ρίσκο παρεξηγήσεων, αβεβαιότητα ταυτότητας. Συνήθως χρησιμοποιούνται για γρήγορη και σύντομη επικοινωνία, όπως για προγραμματισμό συνάντησης, αλλαγές προγράμματος, έκτακτη ανάγκη επικοινωνίας, κ.α. (ibid.). Επίσης, λειτουργούν ψηφιακές ομάδες συζήτησης και διαδικτυακές «κοινότητες» που μπορεί να επικεντρώνονται σε συγκεκριμένο θέμα, με υψηλή δυνατότητα προσβασιμότητας και σύνδεσης και ποικίλους υποστηρικτικούς σκοπούς (Campaioli και συν., 2017).

Από τις σύγχρονες πρακτικές η τηλεδιάσκεψη (videoconference) είναι σαφώς η πιο δημοφιλής και ευρείας  χρήσης: είναι η εφαρμογή που περισσότερο απ’ όλες  μιμείται τη συνεδρία, έχει χαμηλό ή καθόλου κόστος, συνήθως είναι εύκολη στη διαχείριση και αποτελεί μια ευέλικτη πρακτική. Επίσης, έχει δυνατότητα μαγνητοσκόπησης, φυσικά με την εν γνώσει συναίνεση όλων των συμμετεχόντων.

Οι περισσότεροι επαγγελματίες ψυχικής υγείας που είναι εξοικειωμένοι με την πρακτική αυτή την επιλέγουν, συνήθως ως συνέχεια της συνεργασίας μετά από συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο, και μόνο σε μερικές περιπτώσεις ως ευκαιρία προετοιμασίας για μια πρώτη in vivo συνάντηση. Αυτή η περίπτωση παρουσιάζεται συχνά με εφήβους και νέους ενήλικες, που ενδεχομένως να νιώθουν πιο άνετα με την υποστήριξη μέσω ψηφιακών μέσων. Δραστηριότητες στο διαδίκτυο με ομάδες νέων υψηλού κινδύνου στην κοινότητα, έδειξαν να διευκολύνουν τη δημιουργία σχέσεων μεταξύ συνομήλικων και αλληλοεπιδράσεων ενήλικων/νέων (Dalai, 2017). Επίσης, οι ψηφιακές πρακτικές ενδέχεται να μειώνουν τον φόβο του στιγματισμού για  ζητήματα ψυχικής υγείας, διευκολύνοντας την αναζήτηση βοήθειας μέσω της ανωνυμίας και της απόστασης,  καθώς και την αποκάλυψη δύσκολων εμπειριών.

Είναι γεγονός ότι η συγκυρία της πανδημίας έχει επιταχύνει την ανάπτυξη των διαδικτυακών πρακτικών στον χώρο της ψυχικής υγείας και έχει σημασία, μαζί με την εκτίμηση των ποικίλων δυνατοτήτων παρέμβασης και υποστήριξης που προσφέρουν, να  μην υποτιμήσουμε τους περιορισμούς και τις δυσκολίες που μπορεί η χρήση τους να παρουσιάζει. Οι συχνότερα αναφερόμενες δυσκολίες είναι οι παρακάτω:

  • Δυσκολίες ενσυναίσθησης στην κατανόηση της συναισθηματικής κατάστασης του άλλου και του συναισθηματικού κλίματος της συνεδρίας.
  • Περιορισμοί που συνδέονται με την έλλειψη βλεμματικής  επαφής.
  • Δυσκολίες στη διαχείριση της κρίσης, της έκφρασης έντονων αρνητικών συναισθημάτων και σοβαρών ψυχιατρικών διαταραχών.
  • Ηθικά και νομικά ζητήματα, υψηλότερο το ρίσκο κατάργησης της ιδιωτικότητας (Wrape και McGinn, 2018).

Η διαδικτυακή συνεδρία απαιτεί τη δημιουργία ενός ψηφιακού θεραπευτικού πλαισίου, στο οποίο ο θεραπευτής έχει πολύ λιγότερο έλεγχο σε σύγκριση με ό,τι συμβαίνει στον επαγγελματικό του χώρο. Γι’ αυτό έχει σημασία ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος να συμφωνήσουν σε απλούς αλλά βασικούς κανόνες. Σε φυσιολογικές συνθήκες ο θεραπευτής συνδέεται από τον επαγγελματικό του χώρο και ο θεραπευόμενος συνήθως από το σπίτι του. Οι έκτακτες τωρινές συνθήκες μάλλον βλέπουν και τον θεραπευτή να συνδέεται από τον ιδιωτικό του χώρο, συνεπώς το αρχικό συμβόλαιο για το πλαίσιο αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Και οι δύο συμμετέχοντες «επισκέπτονται» με κάποιο τρόπο τον χώρο του άλλου και οφείλουν να εξασφαλίζουν την ιδιωτικότητα κατά τη διάρκεια της συνεδρίας: δεν θα υπάρχουν «εισβολές» από άλλα άτομα (και αυτό μπορεί να είναι πολύ δύσκολο για μερικούς κάτω από τις συνθήκες «μένω στο σπίτι», με παιδιά που περιορίζονται δύσκολα ή αδιάκριτα «αυτιά» στο διπλανό δωμάτιο…). Η συνεδρία, εν γνώσει του θεραπευόμενου, πρέπει να έχει προκαθορισμένη διάρκεια: ακριβώς  επειδή η έλλειψη βλεμματικής επαφής  και η περιορισμένη αντίληψη της γλώσσας του σώματος εκ μέρους του θεραπευτή, μέσω του διαδικτύου, μπορεί να μην του επιτρέπουν την πλήρη κατανόηση της συναισθηματικής κατάστασης του θεραπευόμενου, έχει σημασία ο θεραπευτής να εξασφαλίζει, όσο γίνεται περισσότερο, ότι στο τέλος της συνεδρίας ο άλλος δεν θα είναι συναισθηματικά φορτισμένος, χρησιμοποιώντας τα τελευταία 10-15 λεπτά του χρόνου για συναισθηματική αποσυμπίεση. Επίσης, είναι καλή πρακτική ο θεραπευτής να ρωτήσει τον θεραπευόμενο σχετικά με την εμπειρία της διαδικτυακής συνεδρίας και να εξασφαλίσει ότι δεν αφήνει ανοιχτές βασικές απορίες σχετικά με τη διαδικασία (π.χ., θέματα εμπιστευτικότητας). Επίσης, είναι καλή πρακτική να υπάρχει δυνατότητα τηλεφωνικής επαφής με τον θεραπευόμενο, σε περίπτωση απότομης διακοπής της σύνδεσης και αδυναμία επανασύνδεσης[6].

Η συνεδρία με πάνω από ένα άτομο (ζεύγος ή οικογένεια) παρουσιάζει  και πρόσθετες δυσκολίες. Η διαδικτυακή θεραπεία οικογένειας και ζεύγους (e-couple and family therapy, E-CFT – Borcsa και Pomini, 2018) έχει πρόσφατη ανάπτυξη και υπάρχουν σχετικές οδηγίες καλών πρακτικών κυρίως από την American Association of Marriage and Family Therapy (AAMFT) (Caldwell και συν. , 2017).

Μπορεί να πραγματοποιηθεί από δύο θεραπευτές που βρίσκονται στον ίδιο χώρο ή είναι συνδεδεμένοι από διαφορετικές τοποθεσίες, μαζί με τους θεραπευόμενους μπροστά στην ίδια οθόνη ή από διαφορετικές συσκευές στον ίδιο ή σε διαφορετικούς χώρους. Οι κανόνες οφείλουν να είναι ακόμα πιο ξεκάθαροι: για παράδειγμα, σχετικά με τη σειρά ομιλίας, είναι εξαιρετικά δύσκολη η διαδικτυακή  συζήτηση με άτομα που μιλούν ταυτοχρόνως. Είναι χρήσιμο οι θεραπευτές να προτείνουν και να εξηγήσουν κάποιο σήμα (π.χ. με τα χέρια) ως τρόπο παράκλησης να έχει κάποιος από τους συμμετέχοντες τον λόγο, ή ως μήνυμα προς τους θεραπευόμενους διακοπής διαλόγου σε περίπτωση έντασης. Ο χρόνος της συνεδρίας πρέπει να είναι προκαθορισμένος, με περισσότερο διάστημα αφιερωμένο από τους θεραπευτές στην φάση της ολοκλήρωσης της, για να εξασφαλιστεί η συναισθηματική αποσυμπίεση: όταν η συνεδρία τελειώσει, τα μέλη της οικογένειας θα παραμένουν μαζί, χωρίς τον ενδιάμεσο χρόνο/χώρο απόστασης που υπάρχει στη συνάντηση που πραγματοποιείται σε επαγγελματικό πλαίσιο.  Οι θεραπευτές μπορούν να παρακαλέσουν την οικογένεια ή το ζεύγος  να εφαρμόσουν με συνέπεια τον κανόνα της απαγόρευσης συζήτησης, μεταξύ των μελών για μερικές ώρες, των θεμάτων που έθιξαν κατά τη διάρκεια της διαδικτυακής συνάντησης. Δεν είναι, φυσικά, απαραίτητο να το ακολουθήσουν κατά γράμμα, αλλά είναι ένας από τους τρόπους να αποφευχθούν  οι περαιτέρω εντάσεις και να αναστοχαστεί ο καθένας πάνω στο υλικό ή τις εμπειρίες που βίωσε στη συνεδρία. Αν κάποια μικρή αλλαγή προέκυψε, η απόσταση και η σιωπή μπορεί να την εξασφαλίσει καλύτερα.

Πέρα από τη χρήση διαδικτυακών μέσων, είναι σημαντικό να αναφερθεί η χρήση της απλής, εύκολα προσβάσιμης και ευκολότατης στη χρήση τηλεφωνικής σύνδεσης[7]. Ένα μέσο για το οποίο υπάρχει τεράστια εμπειρία (γραμμές Σ.Ο.Σ. για ποικίλα θέματα και δυσκολίες) και δίνει άμεση απάντηση και παροχή πρώτης βοήθειας σε ανάγκες υποστήριξης, ανακούφισης αλλά και μετάδοσης απλών πληροφοριών. Είναι  πολλές οι γραμμές που έχουν ενεργοποιηθεί από την έναρξη της πανδημίας, όπως αυτή οργανωμένη από την Α’ Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστήμιου Αθηνών – Αιγινήτειο Νοσοκομείο, και υποστηρίζονται από ψυχολόγους και άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, με σκοπό μια πρώτη εκτίμηση του αιτήματος, παροχή πληροφοριών και καθοδήγησης σε περίπτωση ανάγκης περαιτέρω βοήθειας, ανακούφιση συναισθημάτων άγχους, ανασφάλειας, μοναξιάς, καθώς και αγωνίας για όσους έχουν  αγαπημένους που νοσούν και παροχή στήριξη στο πένθος για όσους βίωσαν την απώλεια.

 

Ε-training & supervision: Η εκπαίδευση και η εποπτεία μέσω διαδικτύου

Όπως και στην περίπτωση παροχής διαδικτυακής θεραπείας και ψυχολογικής υποστήριξης, πολλοί από εμάς βρέθηκαν στη θέση να συνεχίσουν την εκπαιδευτική τους δραστηριότητα και την εποπτεία κλινικών περιπτώσεων μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας. Αυτό το θέμα θα αποτελέσει υλικό για επόμενο κείμενο.

 

Η παροχή ψυχολογικής στήριξης στο ιατρικό προσωπικό

Από την αρχή της πανδημίας φάνηκε ξεκάθαρα το επίπεδο έντονου στρες και επαγγελματικής εξουθένωσης των επαγγελματιών υγείας που βρίσκονται στα νοσοκομεία, στα κέντρα υγείας και στα ιατρεία πρώτων βοηθειών, που έρχονται άμεσα σε επαφή με τους φορείς του κορωνοϊού ή και με τα άτομα που παρουσιάζουν τις επιπλοκές του COVID-19, με τη συνείδηση της υψηλότατης μεταδοτικότητας του συγκεκριμένου ιού και του υψηλού κινδύνου στον οποίο εκτίθενται. Επιπλέον, με το πέρασμα των πρώτων εβδομάδων, οι συνθήκες νοσηλείας στα νοσοκομεία έγιναν όλο και πιο δύσκολες: στην Ιταλία η μαζική προσέλευση ασθενών   δοκίμασε τρομερά τη λειτουργικότητα των μεγάλων και σύγχρονων  νοσοκομειακών μονάδων του Βορρά, όπου γρήγορα φάνηκε ή έλλειψη εξοπλισμού (π.χ., θέσεων στα τμήματα εντατικής νοσηλείας, παροχής οξυγόνου, αλλά και κατάλληλου εξοπλισμού προστασίας για το ιατρικό προσωπικό). Γιατροί και νοσοκόμοι αλλά και άλλοι επαγγελματίες υγείας άρχισαν να καλύπτουν πολλές συνεχόμενες βάρδιες, να είναι μάρτυρες του αφόρητου πόνου και των τελευταίων αναπνοών χιλιάδων ασθενών που καταλήγουν χωρίς την παρουσία κοντινού τους ανθρώπου, χωρίς καμία συναισθηματική υποστήριξη. Σε μερικά νοσοκομεία της Βόρειας Ιταλίας, ολόκληρα τμήματα μπήκαν σε πλήρη απομόνωση, με εσώκλειστο και το προσωπικό. Άρχισαν να μετριούνται απώλειες και ανάμεσα στο προσωπικό, μέχρι και σήμερα ανέρχονται στα 50 οι γιατροί που απεβίωσαν[8]. Παρά την αδρεναλίνη και την εξαιρετική αίσθηση υποχρέωσης της  προσφοράς και της αυτοθυσίας, τα άτομα αυτά βρίσκονται σε συνεχιζόμενη κατάσταση υψηλότατου στρες και τραυματικών εμπειριών οι οποίες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μπορεί να έχουν άμεσες και μακροχρόνιες συνέπιες στην ψυχική τους υγεία και στη λειτουργικότητά τους στην εργασία[9] (Μαρούγκα και συν., 2020). Οι προσπάθειες στήριξης του προσωπικού αυτού έχουν πολλαπλασιαστεί και εφαρμόζονται κυρίως διαδικτυακά σε πολλές περιοχές[10]. Μερικές έχουν την οργάνωση των ομάδων Balint, με κλειστές ή ανοιχτές ομάδες, ενώ άλλες απευθύνονται σε συγκεκριμένα teams. Η κινητοποίηση όλων των στηρικτικών δυνάμεων μιας κοινότητας, μιας κοινωνίας, φαίνεται να είναι όλο και πιο απαραίτητη για να ενισχυθεί η συλλογική ψυχική ανθεκτικότητα.

 

Αναστοχασμοί: Η δημοκρατία της  θεραπείας, η Ευρώπη, η παγκοσμιοποίηση, η καταστροφή του περιβάλλοντος, oι συλλογικοί αποφευκτικοί μηχανισμοί και άλλα…

Από τη στιγμή που η πανδημία μάς έδειξε την καταστροφική της δύναμη και το πρόβλημα έγινε παγκόσμιο, η διεθνής κοινότητα των επιστημόνων (τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της) έχει κινητοποιηθεί σε μια κοινή προσπάθεια για την εύρεση αποτελεσματικής θεραπείας του COVID-19 και εμβόλιο του κορωνοϊού. Μερικοί έθεσαν την αρχή ότι η θεραπεία και το εμβόλιο δεν πρέπει να είναι ιδιοκτησία μιας εταιρείας ή ενός κράτους: η κατάσταση επιβάλλει την προσβασιμότητα της θεραπείας σε όλους τους πληθυσμούς χωρίς εξαιρέσεις, επιβάλλει, δηλαδή, τη δημοκρατία της θεραπείας, κάτι που ξεπερνά τα ιδιωτικά και κρατικά οικονομικά συμφέροντα. Μια δημοκρατική θεραπεία για έναν δημοκρατικό ιό που, όπως διαπιστώνουμε, δεν ξεχωρίζει τους ανθρώπους. Θα καταφέρουν να υποστηρίξουν αυτό που δηλώνουν τώρα; Αν, όπως ευχόμαστε, αυτό συμβεί, θα είναι ένα θαυμάσιο αποτέλεσμα, μια κατάκτηση για την ανθρωπότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή μια θετική συνέπεια της παγκοσμιοποίησης. Σε αντίθετη περίπτωση, θα έχει χάσει η ανθρωπότητα μια ευκαιρία να εκμεταλλευτεί τη γενικότερη κρίση που έχει ήδη προκαλέσει η πανδημία: να προωθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης και σχέσεων μεταξύ πληθυσμών και πολιτισμών.  Όπως πολλοί αναστοχάζονται τελευταία, είναι η πρώτη φορά που μια πανδημία πλήττει ταυτόχρονα ολόκληρο τον κόσμο, ο κορωνοϊός εκμεταλλεύτηκε αποτελεσματικά τον σύγχρονο τρόπο ζωής, τη σύνθετη  πολυπλοκότητα των μετακινήσεων, της επικοινωνίας, τον ταχύτατο ρυθμό των σύγχρονων κοινωνιών. Πολλοί δηλώνουν ότι τίποτα μετά δεν θα είναι όπως πριν, ότι θα πρέπει να αλλάξουμε πολλά στον τρόπο ζωής και λειτουργίας των κοινωνιών. Αλλά σε ποια κατεύθυνση; Σε καθεστώτα δημοκρατίας, όπως στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες του κόσμου, έχουμε δεχτεί περιορισμούς κινήσεων και κοινωνικό αποκλεισμό, που μέχρι πρότινος πιστεύαμε ότι μόνο σε χώρες με αυταρχικά καθεστώτα θα μπορούσαν να εφαρμοστούν. Έχουμε δεχτεί τον περιορισμό της ελευθερίας μας, τον έλεγχο των κινήσεων μας, εν ονόματι της σωματικής ακεραιότητας και υγείας, της δικής μας, της οικογένειάς μας και της κοινότητάς μας. Αρκετά γρήγορα μάθαμε να ζούμε με περιορισμούς που, ανοίγοντας τα μάτια κάθε πρωί, μας φαίνονται απίθανοι. Κάποια στιγμή, παρόλο που δεν γνωρίζουμε ακόμα πότε και πώς, αυτό θα περάσει και θα γίνουν απολογισμοί. Αναρωτιόμαστε: Θα είμαστε σε θέση να βγούμε από τους περιορισμούς, να μην αφήσουμε τις συντηρητικές δυνάμεις να εκμεταλλευτούν την ιδεολογία της απομόνωσης και του φόβου; Θα έχουμε «εμβόλια» γι’ αυτό; Ευχόμαστε η παγκόσμια οικονομική κρίση, που ήδη εμφανίστηκε ως συνέπεια της πανδημίας και που έχουμε μπροστά μας τους επόμενους μήνες, να μην καταλήξει όπως οι προηγούμενες σε  παραπάνω φτώχεια των περισσότερων και συγκέντρωση του παγκοσμίου πλούτου σε λίγες ομάδες ανθρώπων. Ευχόμαστε ότι ένα διαφορετικό μοντέλο παγκοσμιοποίησης, βασισμένο περισσότερο στην αλληλεγγύη μεταξύ των λαών που βλέπουμε αυτές τις ημέρες να αναπτύσσεται, θα επικρατήσει. Ευχόμαστε οι κυβερνήσεις να εξετάσουν σοβαρά το θέμα της καταστροφής του περιβάλλοντος και των συνεπειών στη δημόσια και ατομική υγεία. Είναι τυχαίο ότι οι περιοχές που περισσότερο πλήττονται από τον κορωνοϊό είναι οι περισσότερο μολυσμένες από την ατμοσφαιρική ρύπανση στην Κίνα και την Ευρώπη (Bevilacqua, 2020);  Θα καταφέρει η Ευρώπη να βρει ξανά την πορεία δημοκρατικής ενοποίησης, που οι πρόγονοί μας ονειρεύτηκαν μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου; Θα είναι ικανή να ενισχύσει τις δημοκρατικές δυνάμεις και να γίνει φιλόξενος χώρος για όσους φεύγουν από πολέμους και φτώχεια;  Θα δώσει προτεραιότητα στην ενίσχυση των συστημάτων υγείας και την εκπαίδευση;

Όλοι μας δοκιμάζουμε αυτό το διάστημα την ψυχική ανθεκτικότητά μας, την ανθεκτικότητα των δεσμών μας… Μπορούμε να  προσαρμοστούμε στον ψυχαναγκαστικό και αποφευκτικό τρόπο ζωής που μας επιβάλλεται αυτήν τη στιγμή, εκμεταλλευόμενοι όποια ευκαιρία σύνδεσης, συμπαράστασης και αλληλεγγύης μας επιτρέπεται, με την ελπίδα να μην παγιδευτούμε σε συνήθειες  συλλογικού ψυχαναγκασμού και εγκλεισμού; Όπως γράφει ο Σαράντης Θανόπουλος (2020),  αναφερόμενος στον Περικλή, «δεν φοβόμαστε τις θυσίες, αλλά τις κάνουμε για να αποκτήσουμε τη διαχείριση της πόλης με στόχο να διορθώσουμε τις καταστροφές του παρελθόντος και να αποφεύγουμε την επανάληψή τους στο μέλλον».

 

Ευχαριστίες

Ευχαριστώ τα μέλη της οικογένειάς μου στη Βόρεια Ιταλία, που καθησυχάζουν καθημερινά την αγωνία μου για εκείνους, τους φίλους και συναδέλφους Eva Angelini, Jacopo Dalai, Francesco Di Paolo, Gabriella Peracchi και Daniela Sciamma για τη σταθερή επικοινωνία και την πολύτιμη ανταλλαγή απόψεων και προβληματισμών, τον Στράτο Πανταβό και τον Δημήτρη Κόκκαλη για τα ενθαρρυντικά σχόλια και τις διορθώσεις τους στο ελληνικό κείμενο.

 

Βιβλιογραφία

Algeri, D., Gabri, S., & Mazzucchelli, L. (2018). Consulenza Psicologica Online: Esperienze pratiche, linee guida e ambiti di intervento. Milano: Giunti

Bateson, G. (1972). Steps to an ecology of mind. Chicago University Press.

Bevilacqua, P. (2020). Ambiente e pandemia il drammatico connubio della pianura padana. Quotidiano Il Manifesto, 20.03.2020

Bischoff, R.J., Springer, P.R., & Taylor, N. (2016). Global Mental Health in Action: Reducing Disparities One Community at a Time. Journal of Marital and Family Therapy, 43(2): 276–290. doi: 10.1111/jmft.12202.

Borcsa, M., & Pomini, V. (2017). Editorial: Virtual relationships and systemic practices in the digital era. Contemporary Family Therapy, 39 (4): 239-248.

Borcsa, M., & Pomini, V. (2018). Couple and Family Therapy in the Digital Era. In: Lebow, J.L., Chambers, A.L., & Breunlin, D.C. (Eds). Encyclopedia of Couple and Family Therapy. New York: Springer.

Borcsa, M., & Pomini, V. (2020). La diffusione delle pratiche digitali nella psicoterapia sistemica: Lo stato dell’arte in Europa ed oltre. In: Manfrida G. et al. (Eds.). (submitted).

Caldwell, B.E., Bischoff, R.J., Derrig-Palumbo, K.A., & Liebert, J.D. (2017). Best practices in the online practice of couple and family therapy. Report of the online therapy workgroup. American Association for Marriage and Family Therapy (AAMFT). Retrieved 01.09.2017 from http://www.aamft.org/iMIS15/AAMFT/Content/Online_Education/Online_Therapy_Guidelines_2.aspx

Campaioli, G., Sale, E., Simonelli, A., & Pomini, V. (2017). The dual value of the web: Risks and benefits of the use of the internet in disorders with a self-destructive component. Contemporary Family Therapy, 39 (4): 301-313. DOI: 10.1007/s10591-017-9443-9

Cetrullo, L. (2020). Quarantena da Coronavirus e ripercussioni psicologiche negative. http://www.psychiatryonline.it/node/8501

Chen, Q., Liang, M., Li, Y., Guo, J., Fei, D., Wang, L., … Zhang, Z. (2020). Mental health care for medical staff in China during the COVID-19 outbreak. The Lancet Psychiatry. doi:10.1016/s2215-0366(20)30078-x

Cipolletta, S. & Mocellin, D. (2018) Online counseling: An exploratory survey of Italian psychologists’ attitudes towards new ways of interaction, Psychotherapy Research, 28:6, 909-924, DOI: 10.1080/10503307.2016.1259533

Dalai, J. (2017). Web Waves and Positive Resonance in the Community in Milan. Contemporary Family Therapy, 39(4), 329–336. doi:10.1007/s10591-017-9433-y

D’Elia, L. (2020). COVID-19: La pandemia è come un Trattamento Sanitario Obbligatorio collettivo. http://www.psychiatryonline.it/node/8510

Hilty, D.M,, Yellowlees, P.M., Myers,K., Parish, M.B., & Rabinowitz, T. (2018). The Effectiveness of e-Mental Health: Evidence Base, How to Choose the Model Based on Ease/Cost/Strength, and Future Areas of Research. In: Mucic..

IASC (2020). Briefing note on addressing mental health and psychosocial aspects of COVID-19 Outbreak-Version 1.0. Inter-Agency Standing Committee IASC Reference group for Mental Health and Psychosocial Support in Emergency Settings.

Lazuras, L., & Dokou, A. (2016). Mental health professionals’ acceptance of online counseling. Technology in Society, 44, 10–14. doi:10.1016/j.techsoc.2015.11.002

Liu, S., Yang, L., Zhang, C., Xiang, Y.-T., Liu, Z., Hu, S., & Zhang, B. (2020). Online mental health services in China during the COVID-19 outbreak. The Lancet Psychiatry. doi:10.1016/s2215-0366(20)30077-8

Manfrida, G., Albertini, V., & Eisenberg, E. (2017). Connected: Recommendations and techniques in order to employ internet tools for the enhancement of online therapeutic relationships. Experiences from Italy. Contemporary Family Therapy, 39, 314–328. DOI 10.1007/s10591-017-9439-5

Μαρούγκα, M., Σκαλή, Δ., Κοντοάγγελος, Κ., & Οικονόμου, Μ. (2020). Οδηγός για υγειονομικό προσωπικό για την ψυχική διαχείριση της επιδημίας COVID-19. Α’ Ψυχιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ, Αιγινήτειο Νοσοκομείο

Μαυρομαρά, Λ., Γεωργούλης, Α., & Γονιδάκης, Φ. (2020). Σύντομος οδηγός για άτομα που βρίσκονται σε απομόνωση λόγω του κορονοϊού (COVID-19). Α’ Ψυχιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ, Αιγινήτειο Νοσοκομείο

Μήτση, Χ., Τζιντζηροπούλου, Φ., & Γονιδάκης, Φ. (2020). Οδηγός διαχείρισης της ψυχικής οδύνης από τη νοσηλεία ή την απώλεια προσφιλούς ατόμου λόγω της πανδημίας COVID-19. Α’ Ψυχιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ, Αιγινήτειο Νοσοκομείο

Mucic, D., Hilty, D.M., & Yellowlees, P.M. (2016). e-Mental Health Toward Cross-Cultural

Populations Worldwide. In: Mucic, D. & Hilty, D.M. (eds.). e-Mental Health. Springer.

DOI 10.1007/978-3-319-20852-7_5

Patel, V., Saxena, S., Lund, C., Thornicroft, G., Baingana, F., Bolton, P., … UnÜtzer, Jü. (2018). The Lancet Commission on global mental health and sustainable development. The Lancet. doi:10.1016/s0140-6736(18)31612-x

Pennington, M., Patton, R., Ray, A., Katafiasz, H. (2017). A brief report on the ethical and legal guides for technology use in marriage and family therapy. Journal of Marital and Family Therapy. doi: 10.1111/jmft.12232

Sabbatani, S. (2003). Health service organization during the age of pestilence.  Le Infezioni in Medicina, 4, 216-221.

Schinaia, C. (2020). COVID-19: Gli psichiatri per i medici in prima linea.
http://www.psychiatryonline.it/node/8502

Thanopulos, S. (2020). COVID-19: L’epidemia, la “Città” e il vivere e filosofare.
http://www.psychiatryonline.it/node/8511

Tognotti, E. (2002). La “Spagnola” in Italia. Storia dell’influenza che fece temere la fine del mondo (1918-1919).Milano: Franco Angeli.

UNICEF (2020). Briefing note on addressing mental health and psychosocial aspects of the coronavirus disease (COVID-19) outbreak.

https://www.unicef.org/documents/briefing-note-addressing-mental-health-psychosocial-aspects-coronavirus-disease-covid-19

UNICEF (2020). How to talk to your child about coronavirus disease 2019 (COVID-19).

https://www.unicef.org/coronavirus/how-talk-your-child-about-coronavirus-covid-19

WHO (2020). Mental Health and Psychosocial Considerations During COVID-19 Outbreak. www.who.int

Wrape, E. R., & McGinn, M. M. (2018). Clinical and Ethical Considerations for Delivering Couple and Family Therapy via Telehealth. Journal of Marital and Family Therapy. doi:10.1111/jmft.12319

Χατζηχρήστου, X., Υφαντή, Θ., Λαμπροπούλου, Κ., Λιανός, Π., Γεωργουλέας, Γ., Μίχου, Σ., Φραγκιαδάκη, Δ., Αθανασίου, Δ. (2020). Μένουμε σπίτι….Συνδε-Δεμένοι. Προτάσεις για την ψυχολογική υποστήριξη οικογενειών, παιδιών και εφήβων κατά τη διάρκεια παραμονής στο σπίτι λόγω των προληπτικών μέτρων για τον κορωνοϊό – Covid-19. Αθήνα: Εργαστήριο Σχολικής Ψυχολογίας, Τμήμα Ψυχολογίας, ΕΚΠΑ

http://www.centerschoolpsych.psych.uoa.gr/images/pdf/menoumespitisyndedemenoi–psichologiki-stirixi-gia-oikogeneies.pdf

Yellowlees, P.M., Hilty, D.M., &Mucic, D. (2016). Global/Worldwide e-Mental Health: International and Futuristic Perspectives of Telepsychiatry and the Future. In: Mucic, D. & Hilty, D.M. (eds.). e-Mental Health. Springer. DOI 10.1007/978-3-319-20852-7_5

 

Παραπομπές

[1]http://www.salute.gov.it/portale/nuovocoronavirus/dettaglioNotizieNuovoCoronavirus.jsp

[2]Ψυχολόγος και συστημικός ψυχοθεραπευτής

[3]Ψυχολόγος, καθηγήτρια ψυχολογίας στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προσωπική επικοινωνία.

[4]Ψυχολόγος, ψυχοδυναμικός ψυχοθεραπευτής, υπεύθυνος  Consultorio Familiare Ospedale Niguarda, Milano.

[5]Ψυχολόγος, συστημική ψυχοθεραπεύτρια, υπεύθυνη Consultorio Familiare Padova Centro.

[6] Έχουν διατυπωθεί από διάφορους φορείς κατευθυντήριες οδηγίες για επαγγελματίες ψυχικής υγείας σχετικά με καλές διαδικτυακές πρακτικές:   www.efpa.eu     www.psy.it  www.psychologyonline.co.uk,

[7] Εδώ και τρεις εβδομάδες λειτουργεί μία τηλεφωνική γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης σε 24ώρη βάση με πρωτοβουλία της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής ΕΚΠΑ και υποστήριξη του Υπουργείου Υγείας

[8]Γιατί από τα πρώτα κρούσματα της επιδημίας δεν φρόντισαν να υπάρχει παντού κατάλληλος εξοπλισμός προστασίας; Πώς προετοιμάστηκαν τα συστήματα υγείας της Ευρώπης και οι εθνικές κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν την κατάσταση συναγερμού που φαινόταν στην Κίνα από το προηγούμενο φθινόπωρο; Ποιος θα αναλάβει τις ευθύνες για τη συστηματική αποδυνάμωση του συστήματος υγείας τα τελευταία δέκα χρόνια;

[9]Δύσκολο να ονομάσουμε «εργασία» αυτό που προσφέρουν αυτό τον καιρό οι γιατροί και οι νοσοκόμοι που παλεύουν με το κορωνοϊό: Η προσφορά τους χαρακτηρίζεται περισσότερο ως αποστολή!

[10]Στην Padova εφαρμόζεται το  πρόγραμμα «Φροντίζουμε αυτούς που φροντίζουν», στην Ancona υπάρχει η διαδικτυακή ομάδα debriefing ιατρικού προσωπικού της ομάδας GORES συντονισμένη από τον ψυχίατρο Mario Mari. www.covidmarche.jimdosite.com, αλλά παρόμοιες πρωτοβουλίες  λειτουργούν σε ολόκληρη την χώρα.