Το κείμενο αυτό αποτελεί μια πρώτη επεξεργασμένη μορφή των σημειώσεων στις οποίες στηρίχθηκε η διάλεξή μου στα πλαίσια του σεμιναρίου «Συζητήσεις για τον λόγο στο Αιγινήτειο», μετά από πρόσκληση του Κώστα Πόταγα (Ιούνιος 2019). Η πρόσκληση της Κίας Θανοπούλου να το δημοσιεύσω στο περιοδικό «Συστημική Σκέψη και Ψυχοθεραπεία» με ώθησε σε αυτή τη μεταγραφή, η οποία διατηρεί τον προσωπικό τόνο καθώς και την ροή του προφορικού λόγου, που συγχρόνως θεωρώ συστατικά στοιχεία του κειμένου: γράφεται περίπου όπως «ανέβηκε» στη σκηνή. Η ανάγνωση του τελευταίου κεφαλαίου του κειμένου θα κάνει πιο σαφή αυτή την τελευταία φράση. Η βιντεοσκοπική μεταγραφή της ομιλίας (χωρίς τη συζήτηση) υπάρχει διαδικτυακά στο Bodossaki Lectures on Demand-BLOD

Εισαγωγή

Ζώντας με ένα παιδί από τη γέννησή του, μαζί του, πλάι του, ζώντας το καθώς μεγαλώνει, ζούμε μέσα σε φωνούλες, κλάματα, αλλά και χαμόγελα. Ζούμε συγχρόνως με μια -κάποιες φορές- αγωνιώδη προσμονή: της πρώτης λέξης, της πρώτης φράσης, της ανάδυσης του λόγου.

Και ξαφνικά μας βρίσκει η γλώσσα, η γλώσσα του – για να παραφράσω ελεύθερα το «Ξαφνικά σε βρίσκει η ποίηση» του Τίτου Πατρίκιου. Τόσο απλά.  Ένα θαύμα, ένα θαυμαστό «ποίημα».

Αν προσπαθήσουμε να «αναλύσουμε» αυτό το θαύμα, αν το υποβάλλουμε στο μικροσκόπιο της επιστημονικής μας κατανόησης, μπορεί και να νιώσουμε μια περίεργη αίσθηση, σαν κάτι να βεβηλώνουμε.

Αν θελήσουμε να το «προκαλέσουμε» αυτό το θαύμα, να το επισπεύσουμε χάρη στα εργαλεία της επιστήμης μας, μπορεί και να το καταστρέψουμε.

Δεν διδάσκεται λοιπόν στο παιδί η έλευση της μητρικής γλώσσας. Έρχεται. Ξαφνικά ορθώνεται και «περπατάει». Και πατά, στηρίζεται, πάνω σε πολλά πράγματα για να έρθει. Πού πατά λοιπόν και τι είναι αυτό που δίνει την απαραίτητη συνοχή σε αυτά τα στηρίγματα; Θα το ονόμαζα μητρική φροντίδα ή μητρική λειτουργία. Ένα είδος αγκαλιάς που περιέχει και κρατά, που συνδέει και απαρτιώνει, που εξημερώνει, που δίνει νόημα – ή καλύτερα επιστρέφει νόημα.

Αν το παιδί της επιστήμης και το πραγματικό παιδί της ζωντανής καθημερινότητας δείχνουν κάποιες στιγμές τόσο ξένα μεταξύ τους, αξίζει ίσως τότε μια προσπάθεια να εξοικειώσουμε το ένα με το άλλο. Ίσως η προσπάθεια αυτή να εξημέρωνε, τελικά, και το βλέμμα μας προς τα παιδιά. Σε αυτή την προσπάθεια προσπαθούν να ενταχθούν τα λόγια, οι γραμμές που ακολουθούν.

Έπεσα πάνω σε αυτές τις μάλλον απλοϊκές σκέψεις που μόλις προηγήθηκαν, σκαλίζοντας παλιούς φακέλους, ανατρέχοντας σε δικές μου περιπλανήσεις, σε μια ενασχόληση με τη γλώσσα, στην οποία με οδηγούσε η θεραπευτική δουλειά με τα παιδιά. Μια δουλειά που είναι αδύνατον να υπάρξει χωρίς τη γλώσσα. Και που δυσανασχετεί με κάθε «μαγκωμένο», υπερτεχνικό, εξαϋλωμένο, άψυχο λόγο για τη γλώσσα.

Παλιοί φάκελοι… Ανατρέχοντας στο παρελθόν… Ηχηρή υπενθύμιση μιας απώλειας…

Πώς θα μπορούσε εξ’ άλλου να μιλήσει κανείς στα αλήθεια για τη γλώσσα παρακάμπτοντας την απώλεια; Ποια γλώσσα, ποιο είδος γλώσσας γεννιέται (αν μπορεί να γεννηθεί) μέσα από την επίμονη άρνηση της απώλειας; Ή μέσα από την αναζήτηση -ή την ψευδαίσθηση- μιας ολοκληρωτικής πλήρωσης, όπου όλα συνεχώς προστίθενται και τίποτα ποτέ δεν αφαιρείται; Μιας αυτάρεσκης, αλλά τόσο ανούσιας πληρότητας – όχι αποκλειστικά και μόνο γλωσσικής.[1]

Και σε τελευταία ανάλυση, τι άλλο πέραν της απώλειας έρχεται να απαλύνει η γλώσσα;

Τι ήταν αυτές οι σημειώσεις μέσα σε αυτούς τους παλιούς καταχωνιασμένους φακέλους; Τα λίγα ίχνη που απέμειναν από μια πρωταρχική για μένα συνάντηση, που σημάδεψε το ενδιαφέρον μου για τη γλώσσα: μια συνάντηση για τη μητρική γλώσσα, μια τηλεοπτική εκπομπή με το ίδιο θέμα που νομίζω ότι πήγε χαμένη[2]. Αλλά, κυρίως, άνθρωποι που τη ζωντάνεψαν και που δεν υπάρχουν πια.

Στα λίγα ίχνη που απέμειναν βρίσκω και το πρόγραμμα του σεναρίου. Δεν βρίσκω πουθενά ημερομηνία. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.

Βρίσκομαι στον δακτυλόγραφο, αυτό σενάριο μαζί, όπως βρεθήκαμε τότε, στη χαμένη πια σήμερα τηλεοπτική εικόνα: Ο Τάσος Χριστίδης και ο Θανάσης Τζαβάρας. Δυο άνθρωποι που με βοήθησαν να αγαπήσω τη γλώσσα, να τη συμφιλιώσω με την επιστήμη της και τη ζωή μας.

Γράφω μια εισαγωγή στο θέμα μου, όχι μια ελεγεία παλαιού πολεμιστή. Υπάρχει μεταξύ άλλων κι ένας καθαρά επιστημονικός στόχος, μια επιτακτική ανάγκη υπενθύμισης ενός, κατά τη γνώμη μου, μοναδικού κειμένου, που συμπυκνώνει με αριστουργηματικό τρόπο ό,τι πιο βαθυστόχαστο έχει γραφεί στον τόπο μας (και όχι μόνο) πάνω στο θέμα «Γλώσσα, Γλωσσολογία και Ψυχανάλυση». Αυτό, τουλάχιστον, μπορούμε να το ανασύρουμε όποτε επιθυμούμε, να το επαναφέρουμε ζωντανό μπροστά μας κατά βούληση, να συνεχίσουμε να συνομιλούμε μαζί του. Κάτι που δεν μπορούμε πια να κάνουμε με τον ίδιο τον Τάσο.

«Η φύση της γλώσσας»[3] θα με στηρίξει στη συνέχεια του κειμένου μου.

 

 Μητρική φροντίδα – Μητρική λειτουργία

Μια αμηχανία (που θα μπορούσε να φαντάζει σαν αβλεψία) χαρακτηρίζει τον τίτλο της εισήγησής μου. Μητρική λειτουργία ή μητρική φροντίδα; Αμηχανία που εκφράζει κατά βάση ένα δίλημμα.

Μια πορεία, από τη μητρική γλώσσα, με την οποία ξεκίνησα να σκέφτομαι για τη γλώσσα, με οδηγεί σήμερα στο παραπάνω δίλημμα: μητρική φροντίδα και γλώσσα ήταν η πρώτη μου σκέψη, την οποία ήρθε να αμφισβητήσει μια δεύτερη, η μητρική λειτουργία και γλώσσα.[4]

Ένα δίλημμα που ίσως μας ανοίγει μια πόρτα, μπορεί και να μας οδηγεί στην καρδιά του ζητήματος.

Μιλώντας για καρδιές, θα έλεγα ότι η μητρική φροντίδα με συγκινεί περισσότερο. Όχι μόνο γιατί μεταφέρει κάτι από τη θέρμη των συναντήσεων που προανέφερα γύρω από τη μητρική γλώσσα, γιατί έρχεται κατά κάποιο τρόπο στη συνέχειά τους. Αλλά και για έναν ακόμη λόγο, που στηρίζεται στη συσσώρευση της κλινικής εμπειρίας με το πέρασμα των χρόνων και αναδεικνύει τη φροντίδα σε κεντρική έννοια της θεραπευτικής προσπάθειας. Αυτή η πεποίθηση ισχυροποιείται μέσα μου όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια.

Η έννοια της φροντίδας είχε πάντα μια «δευτερεύουσα», «βοηθητική» έως και υποτιμητική, χροιά στους χώρους της ψυχικής υγείας – καθώς και στο κύριο θεωρητικό οικοδόμημα της ψυχανάλυσης[5]. Στην καλύτερη περίπτωση αποτελούσε μια τεχνική πράξη (ή ένα σύνολο πράξεων) που στήριζε την ανάδυση (και την ανάδειξη) του ευγενούς στοιχείου της δουλειάς μας, δηλαδή της ψυχοθεραπείας, αλλά και του ευγενέστερου, της ψυχανάλυσης (ακόμη και της ψυχανάλυσης χωρίς ντιβάνι[6], για να θυμίσω τις σημαντικές ψυχαναλυτικές προσπάθειες για μια γόνιμη σύνδεση με τις ψυχιατρικές πρακτικές κατά τη δεκαετία του 1980 στη Γαλλία).

Η φροντίδα παρέμενε στην καλύτερη περίπτωση απλώς μια ευγενής νοσηλευτικού ή και ιατρικού τύπου πράξη, απαραίτητη μεν, αλλά χωρίς βάθος, πράξη κυρίως υποστηρικτική ή διευκολυντική της ψυχοθεραπείας.

Σήμερα πιστεύω πως η φροντίδα αποτελεί την κεντρική περιέχουσα έννοια[7]. Μια μορφή φροντίδας είναι και η ψυχοθεραπεία.

Η φροντίδα έχει λοιπόν μέσα της, γύρω της, μια ανθρώπινη ζεστή διάσταση. Είναι μια στάση.

Η μετατροπή της μητρικής φροντίδας σε μητρική λειτουργία προέκυψε καθώς αναρωτήθηκα αν θα άξιζε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση σε μια πιο «ουδέτερη» εκδοχή της φροντίδας, επιλέγοντας τη λειτουργία ως έναν όρο πιο σαφούς επιστημονικής προσέγγισης, που συγχρόνως επιτρέπει μια πιο παιδαγωγική διατύπωση όταν απευθύνεται κανείς σε επαγγελματίες της ψυχικής υγείας. Υπάρχει, όμως, κι ένας πιο σημαντικός λόγος που επιβάλλει και αυτή την εκδοχή: με την έννοια της «λειτουργίας» η φροντίδα μπορεί να αποσπασθεί από την πλήρη προσκόλλησή της με το πρόσωπο της μητέρας – όσο κι αν αυτό μπορεί να παραμείνει η κύρια αναφορά. Η λειτουργία επιτρέπει μια πιο δυναμική κατανόηση και με τον τρόπο αυτό η κάθε συγκεκριμένη μητέρα μπορεί μεν να παραμένει το κύριο πρόσωπο, αλλά όχι αναγκαστικά και η κυρίως υπεύθυνη (για ό,τι προκύψει ως πρόβλημα στη συνέχεια). Όχι δηλαδή αναγκαστικά και η βασική ένοχη.

Η μητέρα δεν ασκεί μόνη της και κατά πλήρη αποκλειστικότητα τη μητρική λειτουργία, παρόλο που εκ των υστέρων της αποδίδεται το σύνολο της φροντίδας (και της ευθύνης), ακόμη και ό,τι είναι απότοκο ιατρικών αναγκαίων πράξεων[8]. Μια μητέρα μοιράζεται τις φροντίδες, αναθέτει φροντίδες, αναπληρώνεται στις φροντίδες από ένα περιβάλλον (με επαρκή ή ανεπαρκή τρόπο). Η μητρική φροντίδα υπάρχει σε μεγάλο βαθμό χάρη σε αυτή τη δυνατότητα ή την ικανότητα – κι εδώ παίζει μεγάλο ρόλο και η επαρκώς καλή (ή μη) ανταπόκριση του περιβάλλοντος (και όχι μόνο του οικογενειακού περιβάλλοντος, αλλά και του κοινωνικού). Όμως παρόλα αυτά, όλες αυτές τις φροντίδες, ή την έλλειψή τους, τις αποκαλούμε τελικά «Μητέρα».

Αυτό όμως το δίλημμα, μεταξύ φροντίδας και λειτουργίας, μπορεί να γίνει κατανοητό και ως ένα δίπολο μεταξύ θερμού και ψυχρού, μεταξύ τρυφερού και απόμακρου, μεταξύ ανθρώπινου και επιστημονικού. Μπορεί σε μια ακραία αντιστροφή του να δούμε τον ένα πόλο να ακυρώνει τον άλλο, σε μια παράδοξη αλλά τόσο διαφωτιστική εκδοχή του, όπου η «άψογη» εκτέλεση της μητρικής λειτουργίας, που υπακούει πιστά στα επιστημονικά δεδομένα της καλής ανατροφής του παιδιού, τείνει να καταργεί τον συναισθηματικό πλούτο της φροντίδας και να μετατρέπεται σε μια ύπουλη (υπόγεια) μορφή συναισθηματικής παραμέλησης[9].

Αυτό το δίλημμα όμως, μεταξύ του πηγαίου, του αυθόρμητου, του ζωικού (ή ζωτικού) από την μια πλευρά και του απόμακρα ουδέτερου, του αναλυτικού, του «απογειωμένου» ερευνητικού από την άλλη, αφορά και στην ίδια τη γλώσσα. Και μας προσγειώνει ξανά στο θέμα μας.

Το ξαναβρίσκουμε με την ίδια ένταση στη γλώσσα, στις δύο όψεις της που αλληλοκαθρεφτίζονται: Θέρμη και φως, τονίζει με έμφαση στο έργο του ο Α. -Φ. Χριστίδης. Και συμπληρώνει: Ανάμεσά τους κινείται, ζει, πέφτει η μεταφορά.[10]

Όπως ανάμεσα στη φροντίδα και τη λειτουργία ξεδιπλώνεται ο μεταβατικός χώρος, αυτός που δεν είναι ούτε μόνο θερμή φροντίδα αλλά ούτε αποκλειστικά ψυχρή, μηχανική λειτουργία. Αυτός ο ενδιάμεσος χώρος, ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε μαζί ούτε χώρια. Ο χώρος που μπορεί να ορισθεί καλύτερα χάρη σε αυτό που δεν είναι, παρά ακριβολογώντας πάνω σε αυτό που ακριβώς είναι.

Στο σημείο αυτό αξίζει μια μεγαλύτερη αναφορά στο θέμα της μεταφοράς, κεντρικού άξονα στο έργο του Χριστίδη και των μαθητών του[11]. Η μεταφορά ως αυτό που ξεφεύγει, αυτό που θυμίζει, αυτό που ενώνει τη θέρμη της βίωσης με το φως του συμβόλου. Η μεταφορά ως πτώση.

Και ακολουθώντας τον Hochmann[12] θα επαναφέρω το θέμα μας από μια άλλη σκοπιά: Η μητρική φροντίδα αποτελεί μιαν εξαίρετη μεταφορά κάθε φροντίδας (εννοείται και της ψυχικής φροντίδας).

Και θα ξαναπιάσω τα πράγματα από την αρχή, μιλώντας για τη φωνή.

 

 Η φωνή

Ποια είναι η «γλωσσική» παραγωγή ενός βρέφους αμέσως μετά τη γέννησή του; Παράγει φωνή. Κραυγούλες, κλάμα.

Είναι η φωνή της δυσφορίας, της σωματικής ενόχλησης, του σωματικού πόνου, αλλά και της ψυχικής οδύνης.

«Η κραυγή αυτή του πόνου, η φωνή, είναι ένας δείκτης, άμορφος και άσημος («χωρίς σημασία»), που δείχνει μια αντίδραση σε ένα άμεσο βίωμα πόνου», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Α.-Φ. Χριστίδης. Και συνεχίζει, εξηγώντας πως δεν παράγει ακόμη τη λέξη «πόνος» ή «πονώ», δεν μπορεί ακόμη να παράξει τον λόγο, δηλαδή τον «αντίλογο» σε αυτή τη θερμή, ολιστική, δεικτική σήμανση της εμπειρίας. Δεν παράγει τη λέξη πόνος, δηλαδή ένα σύμβολο κατά την ορολογία του Peirce. Παράγει αντίδραση σε ένα ερέθισμα, αλλά όχι ακόμη μια ελεύθερη από τα δεσμά της εμπειρίας παράσταση ή έννοια. Παράγει θερμή σήμανση, όχι όμως «ψυχρή» συμβολική σήμανση (παραστάσεις ή έννοιες).

Παράγει την πρωτογενή θέρμη, δεικτική της άμεσης εμπειρίας, αλλά όχι ακόμη το «φως» του συμβόλου (και της ανθρώπινης υποκειμενικότητας).

Η σύγκριση ανάμεσα σε μια κραυγή -την κραυγή του πόνου- και στη λέξη που εκφράζει το σχετικό συναίσθημα -τη λέξη πόνος- αποτελεί τον καλύτερο τρόπο να συνειδητοποιήσουμε τη μοναδικότητα της ανθρώπινης γλώσσας. Ας αναλογιστούμε το συναίσθημα τη στιγμή του πόνου και το συναίσθημα όταν κάνουμε μία ιατρική διάλεξη για τον πόνο.

Η τομή μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς σήμανσης, μεταξύ φωνής και λόγου, ορίζει το άλμα από τον χώρο της ζωικής αναγκαιότητας στον αποκλειστικά ανθρώπινο χώρο της ελευθερίας. Ο λόγος προσπαθεί να λειτουργήσει απαλλαγμένος από τα δεσμά του άμεσου βιώματος.

Πώς, όμως, πραγματοποιείται αυτό το άλμα; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να αναλογιστούμε ποιον (ή τι) καλεί αυτή η βρεφική φωνή, η κραυγή.

Η φωνή καλεί εξ’ αρχής, από την πρώτη στιγμή τη φροντίδα. Καλεί ώστε να απαλυνθεί ο πόνος.

Η φωνή καλεί σε μια προσπάθεια κατανόησης, καλεί την αντοχή μας, καλεί την ενσυναίσθησή μας, καλεί το σώμα μας, καλεί τη σκέψη μας. Μας καλεί εν θερμώ αλλά και εν ψυχρώ.

Η φωνή του βρέφους, μια θερμή, πρωτογενής, δεικτική αναγκαιότητα, την οποία θα συνοδέψουμε, θα περιθάλψουμε, θα φροντίσουμε. Και χάρη σε αυτή την ανταπόκριση, χάρη στο σώμα μας, τα συναισθήματα αλλά και τα λόγια μας, θα μπορέσει το βρέφος μεγαλώνοντας να περάσει σε αυτό το άλλο επίπεδο, στον χώρο της δευτερογενούς, παραστατικής, υποκειμενικής ελευθερίας: στον λόγο, στην ανθρώπινη γλώσσα.

 

Μια βιογραφία του συμβόλου

Οι ήχοι τους οποίους παράγει ένα βρέφος είναι, όπως πολύ εύστοχα υποστηρίζει ο S. Resnik[13], «φωνητικές χειρονομίες», προεκτάσεις του σώματος, «ψευδόποδες» του σώματος, ηχητική διεύρυνση του σώματος που επεκτείνει συνεχώς τα όρια του και βγάζει σιγά-σιγά το μικρό παιδί από τον εαυτό του. Το μικρό παιδί μαθαίνει να παίζει με αυτούς τους ήχους όπως παίζει με το σώμα του – στη συνέχεια μοιράζεται αυτό το παιχνίδι με άλλους, κυρίως με τους σημαντικούς άλλους, όπως τη μητέρα του και τον πατέρα του. Οι «άλλοι», κινητοποιώντας τον «βρεφικό» τους εαυτό, αρχίζουν και αυτοί να παίζουν με αυτούς τους ήχους και αναπτύσσεται έτσι μία διάδραση που φέρει σε επαφή το μέσα και το έξω.

Η φωνή είναι στην αρχή ένα μέσο έκφρασης που συνδέεται άμεσα με το σώμα, είναι μέρος του σώματος, είναι χειρονομία, είναι δράση. Η μεταμόρφωση της φωνής και των ήχων της σε σαφείς και διακριτές λεκτικές παραστάσεις, σε ρητές διευκρινίσεις, συνδέεται με ένα πρωταρχικό καταθλιπτικό φαινόμενο που προκαλείται από τις συνέπειες μιας βασικής διαφοροποίησης. Πρόκειται για την οδυνηρή διαφοροποίηση μεταξύ παιδιού και σημαντικού Άλλου, μεταξύ διαφορετικών ενορμήσεων και συναισθημάτων, μεταξύ σώματος και ψυχής. Το παιδί γίνεται μια διασπασμένη και χωριστή ολότητα στο βαθμό που ανακαλύπτει τον Άλλον ως διασπασμένη και χωριστή ολότητα. Η διαφοροποίηση αυτή, και η «συνειδητοποίησή» της από το μικρό παιδί, γεννά έντονη απογοήτευση και επιθετικά συναισθήματα (ο άλλος παύει να αποτελεί μια απλή συνέχειά μας) καθώς και αισθήματα ενοχής (ο άλλος που τόσο αγαπάμε, αλλά και από τον οποίο τόσο εξαρτόμαστε, μας γίνεται μισητός).

Αυτή η «βιογραφία του συμβόλου» (όπως την ονομάζει ο Resnik), που ξεκινά από μια αρχική κατάθλιψη, αποτελεί μιαν οδυνηρή αλλά και δημιουργική εμπειρία. Το παιδί πρέπει να μπορέσει να δεχθεί ότι η λέξη «μαμά» (που περιέχει, όταν πρωτοεμφανίζεται, όχι μόνο ένα πρόσωπο αλλά και έναν ολόκληρο κόσμο σχέσεων – και πάντα θα διατηρεί κάτι από αυτόν) προϋποθέτει και ενέχει την απουσία της πραγματικής μητέρας. Η λέξη δεν είναι το πράγμα, το «αντικείμενο», αλλά μια εκδήλωση που τα υποκαθιστά. Το παιδί πρέπει να μπορέσει να εμπλουτίσει όλο και περισσότερο αυτή την εκδήλωση που δηλώνει την απουσία, παίζοντας πάλι με τις λέξεις, παίζοντας με τη γλώσσα – και το παιχνίδι με τη γλώσσα είναι βασικά ένα παιχνίδι παρουσίας/απουσίας, όπως και τα υπόλοιπα παιχνίδια του μικρού παιδιού: παιχνίδια που επεξεργάζονται την απουσία.

Η αδυναμία να αντέξουμε την απουσία, μας αναγκάζει να τη ζούμε ως μία συγκεκριμένη παρουσία (όπως συμβαίνει στις ψευδαισθήσεις της ψύχωσης, αλλά και στη μανιώδη συγκεκριμενολογία μιας στείρας καθημερινότητας).

Μπορούμε όμως να φανταστούμε τα πράγματα και κάπως διαφορετικά.

Ένα βρέφος, πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να το κρατήσουμε, να το «φέρουμε» στην αγκαλιά μας – και η αγκαλιά αυτή είναι εξ ίσου και μια ψυχική αγκαλιά, που φτιάχνεται από λόγια, από αφηγήσεις. (Η αγκαλιά αυτή παραμένει για όλη μας τη ζωή ένας χαμένος παράδεισος που συνεχώς αναπολούμε: «να είχα κάπου να ακουμπήσω»). Χάρη σε αυτή την αγκαλιά και την κίνηση του μικρού παιδιού προς αυτή και μέσα σ’ αυτή, το μωρό σιγά-σιγά μαθαίνει να βολεύεται, να παίρνει θέση, μπορεί στη συνέχεια το παιδί να φέρει τον εαυτό του, το σώμα του και να μπορέσει  να αρχίσει να (μετα)φέρεται και μέσω της γλώσσας. Από την «ολική» αγκαλιά στη χαρά της κίνησης με το σώμα (από τα δύο σώματα που σχηματίζουν μιαν αρχική ολότητα στο ξέχωρο, αυτόνομο σώμα), από την κίνηση με το σώμα στην κίνηση με τη σκέψη, από την κίνηση με την σκέψη στην κίνηση με τη γλώσσα, από τον εαυτό προς τους άλλους και μακριά από τους άλλους, η γλώσσα γεννιέται ως μία δραματική προσπάθεια απόσπασης από το σώμα μας, έτσι ώστε να μπορέσουμε να ταξιδέψουμε προς τους άλλους  – και ίσως τελικά προς το σώμα των άλλων.

Ίσως γι’ αυτό, τελικά, η γλώσσα κατατρέχεται πάντα από μια νοσταλγία επιστροφής – και ίσως τελικά η νοσταλγία αυτή να οδηγεί προς τους άλλους.

Κι επειδή ακριβώς η γλώσσα κατατρέχεται από μια νοσταλγία επιστροφής σε κάτι ολικό, που όμως θα την καταργούσε ως γλώσσα, γι’ αυτό και παραπαίει σε συνεχείς μεταφορές. Και τότε μπορεί και μετατρέπεται σε ποιητική γλώσσα, σε μαγική γλώσσα, σε προφητική γλώσσα, αλλά και σε παθολογική γλώσσα.

Η γλώσσα δεν είναι ποτέ πλήρης και γι’ αυτό μπορεί να είναι τόσο πλούσια, δεν είναι ποτέ εξαϋλωμένη και γι’ αυτό μπορεί να είναι δυνατή, δεν είναι ποτέ επαρκής και γι’ αυτό συνεχώς δουλεύεται και ατέλειωτα εξελίσσεται, δεν είναι ποτέ μόνο παρουσία και γι’ αυτό αναζητά, κινείται, «παλινδρομεί». Η γλώσσα δεν είναι μόνο χρηστική και γι’ αυτό παραπατά. Η γλώσσα κινείται! Ξεκινά από ένα δράμα χωρισμού – που όμως προϋποθέτει μια προηγούμενη πορεία ευτυχών συναντήσεων και φορτισμένων συγκινήσεων. Όπως και η ίδια η ζωή, που αποτελεί μια συνεχή κίνηση προς τους άλλους, αλλά και κίνηση μακριά από τους άλλους. Άρα η γλώσσα (και σε αυτό το επίπεδο ίσως είναι μια αντανάκλαση της ίδιας της ζωής) είναι ένα συνεχές δίλημμα. Προς το σώμα, προς την αρχέγονη συν-βίωση, προς την αρχική ολότητα – ή αντίθετα μακριά, προς το αναλυτικό, την αφαίρεση, την αιώρηση  πάνω από τα πράγματα, τις συγκινήσεις και τα αισθήματα.

Τι πιο τραγικό για τη γλώσσα από τη στατικότητά της; Από την επικράτηση μιας ερήμου της χρήσης, μιας νεκρής θάλασσας της κυριολεξίας.

Όσο κι αν προσπαθούμε δεν θα πετύχουμε ποτέ την πλήρη αποκάθαρση της γλώσσας από τη γείωσή της. Και ευτυχώς θα έλεγα που δεν υπάρχει μια τέτοια «τελική λύση» με  τη γλώσσα. Γιατί η γλώσσα υπάρχει όχι απλώς για να συνεννοούνται οι άνθρωποι μεταξύ τους, αλλά νομίζω, κυρίως, για να δονούνται.[14]

 

 Από την ερμηνεία στη μετάφραση

Ας επιστρέψουμε στη μητρική λειτουργία, που μεταξύ άλλων «κρατά» αυτή την πορεία από τη φωνή προς το σύμβολο.

Η μητρική λειτουργία[15] μπορεί να γίνει κατανοητή ως η ισορροπημένη σύνθεση πολλών επιμέρους καταστάσεων που διαδραματίζονται στη σχέση μητέρας – βρέφους. Τις αναφέρω επιγραμματικά:

  • Η εξάρτηση και η σωματική στενή σχέση, οι αισθητηριακές εμπειρίες και η έκφραση μέσω του σώματος.
  • Η πρωταρχική μητρική ενασχόληση, το κράτημα (holding), οι χειρισμοί (handling), η παρουσίαση των αντικειμένων (object presentation).
  • Η μητρική ονειροπόληση
  • Το συναισθηματικό κλίμα
  • Το νόημα (η απόδοση νοήματος).

Θα μπορούσα να συνοψίσω τις παραπάνω καταστάσεις μέσα σε δύο λέξεις: τη συνάντηση και την υποδοχή.

Από την πρώτη στιγμή της γέννησης ενός παιδιού συμβαίνει μία συνάντηση πρωτόγνωρη, μοναδική, «μήτρα» κατά κάποιο τρόπο κάθε έννοιας συνάντησης. Η συνάντηση αυτή διαμορφώνει και την υποδοχή ενός παιδιού στον κόσμο. Διαμορφώνει μέσα σε μια διάρκεια όλο το κλίμα της φροντίδας. Ένα ον τόσο οικείο στη φαντασία, τόσο ξένο στην πραγματικότητα, όπως είναι το νεογέννητο, με μόνο εφόδιο ζωής το ταμπεραμέντο του, συναντά δύο γονείς. Συναντά έναν κόσμο που του προϋπάρχει, βουτά σε ένα λουτρό γλώσσας που του προϋπάρχει. Συναντά ιστορίες των γονιών, φορτισμένες από τις δικές τους ιστορίες με τους γονείς τους, που φέρουν το βάρος (ή και την «ελαφρότητα») μιας διαγενεακής πορείας.

Το μωρό πέφτει κυριολεκτικά στον κόσμο και αιωρείται μόνο σε μια ακραία απόγνωση – και τότε κάποιος το κρατά. Η διάδραση αρχίζει. Και μαζί με αυτήν η χαρά αλλά και η απογοήτευση, η αμφιθυμία[16].

Και ξεκινά μια ιστορία προβολών και ερμηνειών, απαραίτητων για την αναγνώριση του παιδιού και την εγγραφή του στον κόσμο των ανθρώπων και της οικογένειάς του. Μια ιστορία απαραίτητης συμβολικής βίας που εξανθρωπίζει – αλλά μερικές φορές τρελαίνει. Αυτό θα συμβεί όταν η ερμηνεία δεν μπορεί να μετατραπεί σε μετάφραση, ή μάλλον σε επαρκώς κατανοητή μετάφραση.

Η μητρική φροντίδα μετατρέπει την ερμηνεία σε μετάφραση. Αντέχει τη δυσαρέσκεια και την επιθετικότητα, μεταβολίζει τη βία σε τρυφερότητα και κατανόηση. Παραλαμβάνει από το βρέφος ένα ακατανόητο απελπισμένο βίωμα, μια κραυγή απόγνωσης, και του επιστρέφει μια ανθρώπινη μετάφραση, έναν κατανοητό κόσμο με νόημα.

 

 Το χρέος της μετάφρασης

Σε ένα βιβλίο με τίτλο «Η υποχρέωση να μεταφράζουμε»[17], ο σημαντικός θεατράνθρωπος Antoine Vitez, μιλά για τη σχέση του με τη μετάφραση, μια παθιασμένη σχέση ζωής που ξεκινά στα 17 του χρόνια, στην πρώτη του προσπάθεια να μεταφράσει ένα ποίημα του Hôderlin. Ήδη ο πρώτος στίχος του φαίνεται μαγικός στο πρωτότυπο, αλλά αμετάφραστος στα γαλλικά. Και τότε μια ιδέα γεννιέται μέσα του που τον διεγείρει σε όλη του τη ζωή: δεν μπορούμε να μεταφράσουμε, αλλά είναι ανυπόφορο να μη μεταφράζουμε.

Συνεχίζοντας το κείμενό του, αφού συζητήσει τις διαφορές μεταξύ πεζού και ποιητικού κειμένου και τονίζοντας τη δυσκολία μετάφρασης του ποιητικού κειμένου, που είναι λιγότερο διαφανές από το μυθιστόρημα, δίνει ένα ακόμη παράδειγμα, που παραμένει γι’ αυτόν ένα συνεχές αίνιγμα. Ο τίτλος ενός βιβλίου του Πάστερνακ: Sestra moia jizn, μεταφράζεται συνήθως «Η αδελφή μου η ζωή». Αλλά στα ρωσικά ακούγονται συγχρόνως από κάτω κι άλλες φράσεις (αν θέλουμε να τις ακούσουμε) όπως «Η αδελφή μου είναι η ζωή», «Η ζωή μου είναι μια αδελφή» κ.ο.κ. Η ρωσική φράση περιέχει όλες αυτές τις φράσεις, στα γαλλικά όμως πρέπει να διαλέξει κανείς μία από αυτές.

Δεν μπορούμε λοιπόν να μεταφράζουμε όπως πρέπει, είμαστε όμως υποχρεωμένοι να μεταφράζουμε όσο καλύτερα μπορούμε (δηλαδή με όλες τις αναγκαίες ατέλειες).

«Αυτή την αδυναμία αγαπώ», συνεχίζει ο Vitez, «να μην μπορούμε αλλά να είμαστε υποχρεωμένοι»… «Πρόκειται σχεδόν για ένα καθήκον πολιτικό, ηθικό, αυτή η ανάγκη, η υποχρέωση της μετάφρασης»… «Θα υπέφερα τρομερά στην ιδέα ότι μπορούμε να αφήσουμε κάτι αμετάφραστο, γνωρίζοντας συγχρόνως ότι ποτέ δεν θα το μεταφράσουμε οριστικά».

Το αίνιγμα του «αμετάφραστου» δημιουργεί την υποχρέωση της μετάφρασης.

Κι αυτό το δίπολο, μεταξύ του τελικά αμετάφραστου και της υποχρέωσης να το μεταφράσουμε, με όλη του την ένταση, συναντά μέσα μου την αμηχανία στην επιλογή μεταξύ μητρικής φροντίδας και μητρικής λειτουργίας.

Και όπως λέει ο Vitez, όταν έχουμε μια ωραία μετάφραση, σκηνοθετούμε συγχρόνως το πρωτότυπο κείμενο και τη μετάφρασή του. Καθώς μια σπουδαία μετάφραση υπαγορεύει και την ίδια την σκηνοθεσία.

Και θα πρόσθετα: κάθε σπουδαία σκηνοθεσία υπαγορεύει ή στηρίζεται σε σπουδαίες ερμηνείες.

Τι παραπάνω μπορεί να είναι η μητρική φροντίδα; Ένα πρωτότυπο κείμενο και μια καλή μετάφραση που θα ανέβουν μαζί στη σκηνή. Και θα προκύψει μια «δραματική» παράσταση που θα απαλύνει τις προβολές, θα μεταβολίσει τη βία της ερμηνείας, θα μετατρέψει την αυτόματη διερμηνεία σε μια εμπνευσμένη μετάφραση. Και θα αναδυθεί η γλώσσα.

____________________________________________

Υποσημειώσεις

[1] Ας θυμηθούμε την Εξαφάνιση (La disparition) του Georges Perec, βιβλίο γραμμένο χωρίς το γράμμα e, συνεχής υπόγεια υπενθύμιση, που μπορεί να περάσει απαρατήρητη από τον ανυποψίαστο αναγνώστη, της απώλειας των δύο γονιών του στον Β Παγκόσμιο πόλεμο.

[2]  Πρόκειται για την εκπομπή «Βαβυλωνία» με υπεύθυνο τον Δ. Μαρωνίτη (1994;).

[3]  Α. – Φ. Χριστίδης, Η φύση της γλώσσας, στο: Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, Επιστημονική Επιμέλεια Α.-Φ. Χριστίδης, ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (ΙΔΡΥΜΑ ΜΑΝΩΛΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ), σ. 21 – 52

[4] Δίλημμα το οποίο «λύθηκε» τον τίτλο της εισήγησης στην ανακοίνωση του σεμιναρίου: Μητρική λειτουργία στα ελληνικά, Maternal care στην αγγλική εκδοχή του τίτλου.

[5] Με εξαίρεση το ρεύμα της θεσμικής ψυχοθεραπείας (psychothérapie institutionnelle) στη Γαλλία. Για μια συνοπτική παρουσίαση του ρεύματος αυτού βλ. Pierre Delion, Τι είναι η θεσμική ψυχοθεραπεία, Συζήτηση με τον Yasuo Miwaki, Εντόμω/ΣΥΜΕΠΕ, Θεσσαλονίκη, 2019.

[6] Βλ P.-C. Racamier, Le psychanalyste sans divan, La psychanalyse et les institutions de soins psychiatriques, Payot, Paris, 1983

[7] Αναπτύσσω αυτόν τον προβληματισμό σε ένα άρθρο υπό δημοσίευση με τίτλο: Η έγνοια και η έννοια της φροντίδας: κάποιες ίσως επίκαιρες σκέψεις για την ψυχανάλυση σήμερα. Στηρίζομαι μεταξύ άλλων στο έργο του φιλοσόφου Frédéric Worms (βλ. ενδεικτικά το βιβλίο του «Le moment du soin, À quoi tenons nous?», Paris, PUF, 2010).

[8]  Προσπάθησα να αναπτύξω αυτή την κατεύθυνση στο κείμενό μου «Η συνάντηση της παιδοψυχιατρικής με τα βρέφη και των βρεφών με την παιδοψυχιατρική» (κυρίως στο δεύτερο μέρος του «Η μητέρα, το βρέφος και τα νεογνολογικά τμήματα»), Προσεγγίσεις III, Γ. Αμπατζόγλου – Σ. Μανωλόπουλος (επιμέλεια), University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2004, σ.97-103. Η αρχική ιδέα οφείλεται στον Ch. Bollas, Hysteria, Routledge, London,2000.

[9] Στις περιπτώσεις αυτές περνά απαρατήρητη η «θεμελιακή» κατάθλιψη της μητέρας.

[10] Βλ. επίσης Α.-Φ. Χριστίδης, Όψεις της μεταφοράς, στο Όψεις της γλώσσας, νήσος, Αθήνα, 2003, σ. 155-166.

[11] Επισημαίνω την διδακτορική διατριβή της Ελένης Μότσιου (2006), Μεταφορά και παιδί: όψεις μιας εξελικτικής διαδικασίας, Θεσσαλονίκη, Α.Π.Θ.

[12] J. Hochmann, Le temps du recit, L’ Information Psychiatrique, 7(68), σ. 665-673, 1992.

[13] Salomon Resnik, Personne et Psychose, Etudes sur le langage du corps, Editions du Hublot, 1999

[14] Γ. Αμπατζόγλου, Η απόσπαση της γλώσσας από το σώμα, Σύγχρονα Θέματα, 88, 2005, σ. 23-24.

[15] Βλ. Marie-Paule Durieux, Développement et troubles de l’ enfant (0-12 mois), yapaka.be, Bruxelles, 2013, σ. 7-20.

[16] Βλ. Τ.Β. Brazelton – Β. G. Cramer, Η πρώτη πρώτη σχέση, Γονείς, βρέφη και το δράμα του πρώιμου δεσμού, μετάφραση Χ. Χατζηδημητρίου, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2009.

[17] Antoine Vitez, Le devoir de traduire, Actes Sud, 2017.