Μετάφραση από τα γαλλικά: Κάτια Χαραλαμπάκη

Πολύ πρόσφατα, τις τελευταίες μέρες του Γενάρη, ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας απότισε φόρο τιμής στην ελευθέρωση του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς, 75 χρόνια μετά. Περίπου τρεις γενιές.  Το Άουσβιτς έχει υπάρξει και παραμένει το σύμβολο του εγκλήματος ενάντια στην ανθρωπότητα, αν και είναι μόνο το πιο διάσημο από τις 42.500 «φυλακές», γκέτο, στρατόπεδα εξόντωσης, συγκέντρωσης και εργασίας, που σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν από τη ναζιστική Γερμανία στην κατεχόμενη Ευρώπη. Μια Γερμανία σε μια κρίση ταυτότητας με ψυχωτική διάσταση. Αυτή η Γερμανία -Γερμανία- έχει καταστεί υπεύθυνη όχι μόνο για τον θάνατο δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπινων υπάρξεων, αλλά επίσης για τον τραυματισμό ενός ακόμα μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων, στους οποίους ο θάνατος ενός ή περισσότερων αγαπημένων προσώπων έχει αναστατώσει για πάντα τη ζωή τους…  Μια πνευματική αναπαράσταση ενός τέτοιου πραγματικού γεγονότος μου φαίνεται αδύνατη – κι όμως δεν πρόκειται για εφιάλτη αλλά για μια πραγματικότητα…

Η Ζέτα Παπανδρέου, επηρεασμένη από τα τραυματικά πεπρωμένα των θυμάτων, γενικά, και των συμπατριωτών τους, ειδικότερα, επιθυμώντας ένα μέλλον πιο καταπραϋμένο για τις επερχόμενες γενιές, αφιέρωσε πολλά χρόνια (πλάι στη δουλειά της ως καθηγήτριας) για να προσεγγίσει και να μελετήσει αυτή την πραγματικότητα.

Μέσα σε αυτό το ατέλειωτο και απερίγραπτο πανόραμα των εγκλημάτων και των παθών, προκληθέντα από τον επιτιθέμενο Γερμανό της περιόδου του ναζισμού, επέλεξε και επικέντρωσε στη σφαγή του ΔΙΣΤΟΜΟΥ της 10ης Ιουνίου 1944. Αναζήτησε, όχι μόνο τα ιστορικά γεγονότα,  αλλά επίσης και, κυρίως, τις επιπτώσεις τους για τα θύματα και τους απογόνους τους, τις διαφορετικές μορφές της τραυματικής μνήμης, όπως και τους πιθανούς τρόπους συμφιλίωσης με τους επιτιθέμενους, δηλαδή με τους κληρονόμους τους. Το βιβλίο της Τραυματική μνήμη και Δημόσια Ιστορία: Δίστομο 1944 – 2018  εκθέτει αυτό το τεράστιο έργο.

Θα έπαιρνε πολύ χρόνο να παρουσιάσω μια πιο αναλυτική περίληψη αυτού του έργου, γι’ αυτό θα περιοριστώ στο να παραθέσω το περιεχόμενο έξι κεφαλαίων που το συνιστούν:

Το πρώτο κεφάλαιο ιστορεί το χρονικό της σφαγής μέσα από τα γερμανικά στρατιωτικά ντοκουμέντα και τις αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων.

 Στο δεύτερο η συγγραφέας μελετά διάφορες μαρτυρίες, τις σχολιάζει μέσα από μια ψυχολογική σκοπιά και αναλύει τις διαφορετικές μορφές απομνημόνευσης, όπως και τα ενδογενή και διαγενεακά φαινόμενα. Μια από τις βασικές πηγές της είναι οι συνεντεύξεις με τον τοπικό πληθυσμό, οδηγημένες από τον Αργύρη Σφουντούρη, επιζώντα της σφαγής (όπως θα δούμε παρακάτω), μεταξύ 1994 και 2010.

Το τρίτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη μνήμη της ναζιστικής κατοχής και των συνεπειών της.

Στο τέταρτο περιγράφονται νομικές διαδικασίες των θυμάτων, ειδικά μέσω των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων (Tribunal Europeenne και Cour Europeenne), για τα ανθρώπινα δικαιώματα απόδοσης υλικών αποζημιώσεων.

Το πέμπτο είναι αφιερωμένο σε παραδείγματα παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων και τις επιπτώσεις τους σε άλλες χώρες όπως η Ρουάντα, η Νότιος Αφρική, η Αργεντινή και η Χιλή. Δίνεται ένα ειδικό ενδιαφέρον στα μέσα που χρησιμοποιούνται για να μπορέσουν οι χώρες αυτές να ξεπεράσουν τις επιπτώσεις των παραβιάσεων, όπως και στο μονοπάτι που θα τις οδηγήσει στη δημοκρατία.

Στο έκτο και τελευταίο κεφάλαιο η συγγραφέας αναλύει τη σχέση Ελλάδας – Γερμανίας, παρουσιάζει απόψεις και στάσεις σχετικές με τα ναζιστικά εγκλήματα και αναδεικνύει τα ερωτήματα της ηθικής αποκατάστασης και της συγχώρεσης.

Επιμένει, από τη μια μεριά, στο ενδιαφέρον μιας διεθνούς επανασυμφιλίωσης και από την άλλη στη σημασία μια ανησυχίας για την «αποκατάσταση της δικαιοσύνης», χρησιμοποιώντας ως παραδείγματα τη ζωή και το έργο του Αργύρη Σφουντούρη, όπως και τη δική μου.

Πριν εκθέσω κάποιες ψυχαναλυτικές σκέψεις σε σχέση με αυτά τα θέματα κλειδιά, θα ήθελα να παρουσιάσω αυτά τα δύο πρόσωπα.

Οι έρευνες της Ζέτας Παπανδρέου, σύντομα την οδήγησαν στον ΑΡΓΥΡΗ ΣΦΟΥΝΤΟΥΡΗ, έναν αυτόπτη μάρτυρα. Ήταν μόλις 4 χρονών όταν τα γεγονότα της γερμανικής SS έσκισαν στα δύο τη ζωή του, την προηγούμενη και τη μετέπειτα. Οριστικά. Δεν ήταν πια ο ίδιος. Δεν θα μπορούσε να είναι.

Η εξαιρετική ταινία ντοκιμαντέρ του Stefan Haupt, Ein Lied fur Argiris  (Ένα τραγούδι για τον Αργύρη) του 2006,  οι γερμανικές τηλεοπτικές συνεντεύξεις και το βιβλίο του Trauer um Deutschland. Reden und Aufsätze eines Überlebenden[1] Κλάψτε τη Γερμανία. Συνεντεύξεις και δημοσιεύσεις ενός επιζώντα) του 2015, όπως και η βιογραφία του Ich bleibe immer der vierjährige Junge von damals (Είμαι πάντα το αγόρι των προηγούμενων 4 ετών), γραμμένο από τον Γερμανό δημοσιογράφο Patric Seibel το 2016[2], πιστοποιούν, εν κατακλείδι, τι υπέστη προσωπικά και τις προσπάθειες να γίνουν γνωστά στο γερμανικό κοινό τα βάσανα του ελληνικού λαού και ο αγώνας του με τις επίσημες αρχές για να αποδοθεί δικαιοσύνη στα θύματα.

Μέσω του έργου του, ο Κύριος Σφουντούρης, μας οδηγεί να ανοίξουμε βαθιά την ψυχή του και μας επιτρέπει να αντικρύσουμε τα βιώματά του, τις προσπάθειές του να ζήσει και, παρόλα αυτά, να «μεγαλώσει».

Είναι γι’ αυτό που η Ζέτα Παπανδρέου κινητοποιήθηκε ειδικά για μια συνάντηση μαζί του, το ότι δεν αφέθηκε να παγιδευτεί στις αρνητικές συνέπειες του τραύματος (ένα «διαρκές πένθος» π.χ.), αλλά προσπάθησε ν’ αναπτύξει καλές βάσεις για τη συζήτηση και την αποδοχή εκφράσεων λύπης και αιτημάτων συμφιλίωσης μπροστά στους απογόνους των επιτιθέμενων.

ΕΓΩ Ο ΙΔΙΟΣ, συνάντησα τη Ζέτα Παπανδρέου την πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, το 2015, σε μια συνέντευξη. Βρήκε στο βιβλίο μου Ο τόπος του εγκλήματος, Γερμανία ανοίκεια πατρίδα, προβληματισμούς, αναρωτήσεις και αναλύσεις αρκετά παρόμοιες με τις δικές της. Εγώ, πάλι, άκουσα για τη σφαγή στο Δίστομο, ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά όπου ο γερμανικός στρατός ή τα SS (ως υποτιθέμενα αντίποινα για την «αντιστασιακή δραστηριότητα»)  έσφαξαν  (συχνά με έναν τρόπο εντελώς σαδιστικό) σχεδόν όλους τους κατοίκους, λεηλάτησαν τις περιουσίες τους και έκαψαν τα σπίτια τους.

Ο Αργύρης Σφουντούρης μου ήταν παντελώς άγνωστος. Ευχαριστώ τη Ζέτα που μου μίλησε γι’ αυτόν και που μου τον παρουσίασε το 2018. Η ίδια μας βρήκε κοινά σημεία: Εκτός από την έγνοια για «αποκατάσταση της δικαιοσύνης», τη φιλοδοξία να αναζητηθεί σε μεγαλύτερο βάθος η κοινή μας εμπειρία και να γίνει σε άλλους κατανοητή, ακόμα και η επιθυμία να μπορέσουμε να μπούμε ο ένας στη θέση του άλλου.

Κι όμως,  η μοίρα μας είχε «τοποθετήσει» σε θέσεις ανταγωνιστικές, τον έναν, επιζών θύμα, τον άλλον, απόγονο των θυτών.

Ναι, είτε το θέλω είτε όχι, είμαι ένας απόγονος των θυτών.

Τη στιγμή της διάλεξής μου Κλάψε Γερμανία ο εγγονός μου είχε ακριβώς τη ίδια ηλικία με τον Αργύρη την εποχή του δράματος. Φαντάστηκα λοιπόν να εισέλθει στη ζωή του εγγονού μου μια τηλετραγωδία … Παραδέχομαι ότι, για μια στιγμή, ένιωσα έκπληξη από την αυτόματη άρνηση να ακολουθήσω αυτή τη φαντασία που έμοιαζε αφόρητη… Είχα, λοιπόν, σημειώσει την ύπαρξη μέσα μου αυτού του «αμυντικού αντανακλαστικού» – υπάρχουν, λοιπόν, κάποια ερωτήματα για να συζητηθούν περαιτέρω.

Κάθε φορά που βυθίζομαι, έστω και λίγο, στο βίωμα αυτού του παιδιού, ή στο βίωμα άλλων μαρτύρων, θυμάτων της Γερμανίας, κυριεύομαι από μια τεράστια θλίψη που συνοδεύεται από ένα αίσθημα ντροπής και ενοχής. Μια ντροπή για τον γερμανικό λαό και τη δολοφονική του τρέλα, ντροπή για τη μετέπειτα συμπεριφορά του: την άρνηση, την αποφυγή ή ελαχιστοποίηση των εγκλημάτων που διαπράχτηκαν και ντροπή για την απουσία ή έλλειψη ενσυναίσθησης σε σχέση με τα θύματα και τους απογόνους τους. Μια ντροπή ακόμα και για τον εαυτό μου, που δεν ήμουν ικανός να μετρήσω αληθινά την έκταση των ναζιστικών εγκλημάτων και των επιπτώσεών τους μέχρι τα σαράντα μου. –Είχα υιοθετήσει, νομίζω, τη γενική συμπεριφορά της πλειοψηφίας των Γερμανών στα χρόνια του 1980: Η έκφραση μιας ερήμωσης και μιας απογοήτευσης ήταν αληθινά, όμως, μπροστά στη φυσική δυσφορία που κινδύνευε να με κυριεύσει, έφαγα γρήγορα το φρούτο αποφεύγοντας μια πραγματική εμβάθυνση. Με παρηγορούσε, άλλωστε, το γεγονός ότι είχα γεννηθεί μετά το 1945. Αλλά, αυτό δεν απαλύνει το βάρος του πολέμου, το γεγονός ότι  η συγκλονιστική αποκάλυψη δεν έφτασε σε μένα από δική μου κατασκευή … παρόλα αυτά ήρθε σε μένα από μια ύπαρξη πολύ κοντινή (γαλλική) που μ’ έβαλε στην πίστα μέσα από μια πολύ απλή ερώτηση: Είχα ανακτήσει τα προσωπικά ημερολόγια των παππούδων μου που αναφέρονταν σε αυτά που οι ίδιοι υπέφεραν  όντας πρόσφυγες από τα εδάφη της γερμανικής αυτοκρατορίας τον Γενάρη του 1945. Η ερώτηση: «Οι παππούδες σου μίλησαν καμιά φορά για τα βάσανα που το κόμμα τους προκάλεσε στα θύματά του…;». Ξαφνικά, κάτι που πάντα είχα αποφύγει να σκεφτώ έσπασε τα εμπόδια της κατάπνιξης και κλόνισε βαθιά την εικόνα μου για τον εαυτό μου και για εκείνους: Δεν το έκαναν ποτέ!

Από εκείνη τη στιγμή, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω την ανάγνωση των ημερολογίων τους. Η φυσική απόδειξη του τρόπου σκέπτεσθαι είχε διαρραγεί … και οι χρόνοι ανάγνωσής μου  αφιερώθηκαν σχεδόν αποκλειστικά στις μαρτυρίες των θυμάτων μας. Προσέλαβα, λοιπόν, ένα μονοπάτι πνευματικό και φυσικό, που με οδήγησε περισσότερο από 15 χρόνια μετά στο να το τεκμηριώσω στο βιβλίο μου Ο τόπος του εγκλήματος, Γερμανία ανοίκεια πατρίδα, που εμφανίστηκε πρώτα στη Γαλλία το 2011, στην Ελλάδα το 2014 και τέλος στη Γερμανία το 2017.

Ως ψυχίατρος και ψυχαναλυτής που ήμουν, (έχοντας πίσω μου οχτώ χρόνια διδακτικής ανάλυσης εκείνη την εποχή), χωρίς αμφιβολία ήμουν αρκετά ικανός να ακούω και να έχω ενσυναίσθηση για τους ασθενείς μου, κάτι που επέτρεψε να ενεργήσει μέσα μου αυτή η αυτοπροστασία από την καταστολή και την αποφυγή, σαν μια πραγματική ταυτοποίηση με τα θύματα της παραληρηματικής και φονικής γερμανικής πατρίδας μου!

Στο έργο του Κυρίου Σφουντούρη και σε αυτό της Κυρίας Παπανδρέου δεν υπάρχει μόνο το ερώτημα του αρχικού τραυματισμού από τα διαπραχθέντα εγκλήματα, αλλά ακριβώς κι εκείνο ενός δεύτερου τραυματισμού, προκληθέντος από το αντανακλαστικό της αυτοπροστασίας απέναντι στους επιτιθέμενους, τους εκπροσώπους τους και τους απογόνους τους. Η έλλειψη της συνείδησης γι’ αυτό το αντανακλαστικό μαρτυράει σύμφωνα με τον Κύριο Σφουντούρη μια «ηθική ανωριμότητα»  και μια «έλλειψη ηθικής εκπαίδευσης». Συμμερίζομαι απολύτως την άποψή του.

Αυτή η «ηθική ανωριμότητα» εκπλήσσει όταν μπορούμε να την παρατηρήσουμε σε άτομα πολύ καλοαναθρεμμένα και άριστα μορφωμένα. Οι μητρικοί μου γιαγιά-παππούς (δεν έχω γνωρίσει εκείνους από την πλευρά του πατέρα) και η μητέρα μου ήταν κομμάτι από αυτούς. Κατά τη διάρκεια 30 χρόνων διαμονής μου στη Γερμανία, ήμουν συνεχώς αντιμέτωπος με αυτή την κατηγορία «σεβάσμιων» ατόμων, ειδικά ανάμεσα στους δασκάλους μου.

Μετά από την παρουσίαση αυτών των συγκεκριμένων παραδειγμάτων, από τα βιώματα ενός θύματος από τη μια και των απογόνων των επιτιθέμενων από τη άλλη, θα σταθώ τώρα σε ΚΑΠΟΙΕΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ σε σχέση με θέματα-κλειδιά, που έχουν διερευνηθεί από τη Ζέτα Παπανδρέου.

Το θέμα της ΙΣΤΟΡΙΑΣ και της ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ

Εδώ η ιστορία του τραύματος δεν έχει «προϊστορία», ούτε στην προσωπική ζωή του θύματος, ούτε σ’ εκείνη των ανιόντων του. Πρόκειται για ένα συμβάν που έρχεται απ’ έξω, ένα «ιστορικό γεγονός», μέσα στο πλαίσιο του πολέμου, που προκαλεί  μια τεράστια πληγή και μια νέα αιτιακή αλυσίδα. Δεν υπάρχει καμία ευθύνη προσωπική ή οικογενειακή. Στη συνέχει η μνήμη, η «αναπαράσταση» του τραυματικού γεγονότος, επίσης δεν είναι επιλογή. Επιβάλλεται. Όταν κάποια φορά η μέρα επιτρέψει περισπασμό, τη νύχτα το γεγονός έρχεται και ξανάρχεται… Αδύνατο να ξεφύγεις:

«Είμαι πάντα το παιδί των 4 ετών…» σαφώς παραδέχεται ο Κύριος Σφουντούρης περισσότερο από 70 χρόνια μετά.

Το τραύμα σηματοδοτεί μια στάση στη ζωή, ακόμα περισσότερο όταν συσχετίζεται με το σταμάτημα της ζωής των πιο κοντινών υπάρξεων. Το μικρό αγόρι, στο πρότυπο των γονιών του, μοιράζεται κάτι σαν αθανασία. Αυτό που συνεχίζει να ζει είναι ένας άλλος…

Το  τραύμα, προκληθέν από μια επιθετικότητα από την πλευρά συγκεκριμένων προσώπων, ακόμα κι αν αυτά ενεργούν στο εσωτερικό ενός συστήματος πολεμικού και ιδεολογικού, προκαλεί εντελώς φυσικά μίσος και μια τάση για εκδίκηση…

Θυμάμαι, ανάμεσα σε άλλα παραδείγματα, αυτό ενός γιατρού στο Παρίσι, επιζήσαντα του Shoah: Ομολογεί αυθόρμητα, και με ένα στοχαστικό χαμόγελο, κατά τη διάρκεια συνέντευξης, την επιθυμία του για εκδίκηση… ότι θα ήθελε να εκτοξεύσει μια ατομική βόμβα πάνω στη Γερμανία!… Αυτά τα λόγια μαρτυρούν το φυσικό έργο που ονομάζουμε το πένθος.  Ένα έργο εξαιρετικά οδυνηρό και συχνά πολύ μακροχρόνιο.

Η Ζέτα Παπανδρέου και ο Αργύρης Σφουντούρης καταδεικνύουν στα βιβλία τους πόσο η επιτυχία ενός τέτοιου έργου εξαρτάται από τη στάση και τη συμπεριφορά του επιτιθέμενου ή των αντιπροσώπων του.

ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΙΘΕΜΕΝΟΥ

Η ιστορία: Μπορούμε να δούμε ότι, όσο η συμπεριφορά ενός ατόμου είναι διαστρεβλωμένη, υπερβολική ή ανεπαρκής σε σχέση με την κατάσταση που την προκαλεί, τόσο περισσότερο υποκινείται από ένα ασυνείδητο κίνητρο που έχει την καταγωγή του στην τραυματική προϊστορία του υποκειμένου.

Η ιστορία της σφαγής στο Δίστομο (πάντα ως παράδειγμα) εμπεριέχει, τουλάχιστον εν μέρει, μια επανάληψη, μια μεταφορά στο παρόν μιας οικείας, ασυνείδητης ιστορίας του κάθε επιτιθέμενου. Μερικοί συνήθιζαν να απολαμβάνουν τα φρικτά βασανιστήρια, κάποιοι δεν πυροβολήθηκαν ή πυροβολήθηκαν πλαγίως αργότερα ή υπέδειξαν σε παιδιά να τους κρύψουν… Παρά το γεγονός ότι η συλλογική δράση, που εκτελείται με στρατιωτικές οδηγίες, είναι μια κατάσταση που μειώνει την ατομική συνείδηση και διευκολύνει την απελευθέρωση επιθετικών ενορμήσεων, ταυτόχρονα δημιουργεί ποικίλες ατομικές συμπεριφορές.

Η τραγωδία της μεταφοράς ενός κατεσταλμένου τραύματος σε μια άλλη αθώα ύπαρξη (εν γένει υπάρξεις «κοντινές», γνωστές, «προσιτές» και σε «αδύναμη θέση») κάνει ακόμα πιο εύκολο το γεγονός ότι το υποκείμενο δεν έχει μια μνήμη συνειδητή του τραυματισμού μέσα στην προϊστορία. «Προϊστορία», διότι μόνο το σώμα μας και ο ψυχισμός μας εγγράφουν αυτό που μας συμβαίνει, το μυαλό μας καταπιέζει … χωρίς αυτό πιθανόν δεν θα είχαμε επιζήσει… Το να επανακτήσουμε τη μνήμη και τη συνείδηση των τραυματισμών μας είναι η προϋπόθεση για να σταματήσει η μεταφορά τους.

Σε ό,τι αφορά τη θέση του θύτη απέναντι στο θύμα, επειδή η μνήμη του τραυματικού γεγονότος θα του επιβληθεί και θα τον καταδιώκει, το αυθόρμητο αντανακλαστικό του επιτιθέμενου γίνεται η άρνηση της μνήμης, η κατάπνιξη, η κατάσβεση, η ελαχιστοποίηση, η απόσπαση: μια πανοπλία αμυνών με στόχο τη συνέχιση της ζωής «όπως πριν». Ο ψυχισμός του επιτιθέμενου έχει την τάση να αρνείται κάθε «θραύση» στη ζωή του. Τα διαπραχθέντα εγκλήματα δεν είναι τοποθετημένα στο αρχείο των εκούσιων πράξεων, διότι, σύμφωνα με τον επιτιθέμενο, ήταν «εκτέλεση εντολών» και «καθήκον υπακοής».

Ας προσεγγίσουμε, για να κλείσουμε, το θέμα και το ερώτημα της ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΘΥΤΕΣ.

Τη Ζέτα Παπανδρέου την απασχόλησε ιδιαίτερα αυτό το κρίσιμο ερώτημα: το αναπτύσσει στο έργο της και εξετάζει τις πιθανές συνθήκες.

Η σφαγή στο Δίστομο δεν ακολουθήθηκε από συμφιλίωση ανάμεσα σε θύματα κι επιτιθέμενους στις συγκεκριμένες γενιές. Αντίθετα, όπως σε ένα τεράστιο αριθμό άλλων περιπτώσεων, οι επιτιθέμενοι, οι άμεσα υπεύθυνοι και οι εκπρόσωποί τους, πρόσθεσαν ένα ακόμα αδίκημα: Την άρνηση της αναγνώρισης των διαπραχθέντων εγκλημάτων, την απουσία νομικών διαδικασιών για τους εγκληματίες, την απουσία για δεκαετίες των δημόσιων εκφράσεων λύπης και συμπόνιας … προκαλώντας, έτσι, ένα δεύτερο τραύμα στα θύματα και στους απογόνους τους.

Δεν είναι παρά 70 χρόνια μετά τη σφαγή (του 1944) που ένας επίσημος του γερμανικού Κράτους, ο πρόεδρος Gauck επισκέφθηκε το Δίστομο (όπως και άλλα μαρτυρικά ελληνικά χωριά) για να ζητήσει συγγνώμη εξ ονόματος του γερμανικού λαού.

… Κι ακόμα… Όταν διαβάζω ή ακούω έναν «επίσημο» της Γερμανίας να εκφράζεται:  Wir wollen die Versohnung” (επιθυμούμε τη συμφιλίωση), ακούω: «Δεν είμαστε υπεύθυνοι, αφήστε μας σε ειρήνη. Ας είμαστε φίλοι κι ας κλείσουμε αυτό το ενοχλητικό κεφάλαιο…». Έτσι, το να τολμήσουν να μιλήσουν και να σκεφτούν, αποδεικνύει την έλλειψη μιας ενσυναίσθησης και την αδυναμία αναγνώρισης και ταυτοποίησης. Τα θύματα και οι επίγονοί τους δεν μπορούν να «κλειδώσουν» το βίωμά τους, να «κλειδώσουν» τα τραύματά τους. Είναι γεγονός ότι, διαγενεακά, αυτά τους επιβάλλονται, παρά τη θέλησή τους…

Κατά την άποψή μου δεν πρέπει ο επιτιθέμενος ή οι κληρονόμοι του να προτείνουν τη συμφιλίωση, το «θέλουμε να είμαστε φίλοι» κ.λπ. Το μοναδικό μονοπάτι για τον επιτιθέμενο και τους απογόνους απέναντι στα θύματα είναι η ταυτοποίηση μαζί τους. Με άλλα λόγια, οι μόνιμες προσπάθειες να μπουν στη θέση τους, να ακούσουν ή να διαβάσουν αυτά που έχουν βιώσει και αυτά που θα ήθελαν να πουν … Ο επίγονοι των επιτιθέμενων θα πρέπει να μάθουν να ζουν με τον πόνο που αυτή η ταύτιση τους προκαλεί… Σε κάθε περίπτωση αυτή η ταύτιση θα είναι ένα ελάχιστο κλάσμα από αυτό που έζησαν τα θύματα…

Τελικά, είναι το θύμα, οι απόγονοι ή εκπρόσωποί του, που θα αποφασίσουν…

Μέσω αυτών των αναλύσεων, η Ζέτα Παπανδρέου καταδεικνύει απερίφραστα ότι η ουσιώδης συνθήκη για μια δυνητική «θεραπεία-επούλωση» των θυμάτων και για την έναρξη της «θεραπείας-επούλωσης» της σχέσης ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα (θυμάτων και θυτών) είναι η ακριβής  αναγνώριση των διαπραχθέντων εγκλημάτων όπως και μια αυθεντική συμπόνια για τα θύματα και τους απογόνους τους. Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι αυτή η αναγνώριση θα πρέπει να περιλαμβάνει απολύτως την επίγνωση αυτού του δεύτερου εγκλήματος προκληθέντος από κάθε μορφή άρνησης ή αποφυγής των γεγονότων, συμπεριλαμβανομένων και των επόμενων γενεών.

ΚΛΕΙΝΩ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ότι, εν τέλει, παρά τα συναισθήματά μου της ντροπής και ενοχής, δεν θα πρέπει να με θεωρήσω ένοχο για το πρώτο έγκλημα, αλλά για το δεύτερο είμαι, είμαστε… Η γενιά μου, αυτές που ακολούθησαν και που θα ακολουθήσουν…

Θεσσαλονίκη, 31 Γενάρη 2020

 

Υποσημειώσεις

[1] Recension de ce livre (en allemand) : http://www.schattenblick.de/infopool/buch/meinung/bumbe138.html[ouvert le 31/01/2020]

[2] Westend Verlag, 2016. Commentaire : https://www.neuer-weg.com/node/5608 avec présentation d’une émission télévisé allemande, „Die Anstalt“ du 1/4/2015 (voir aussi : https://www.youtube.com/watch?v=LZcW8zJm9OU[ouvert le 31/01/2020])