(Πίνακας του Κυριάκου Κατζουράκη)

Περίληψη

Η απόφασή μας να γίνουμε θεραπευτές αποτελεί μια δέσμευση στη δικιά μας ψυχική  ανάπτυξη και ωρίμανση, η οποία έχει πολλά κοινά με την ψυχική ανάπτυξη των θεραπευόμενών μας. Ποιες πλευρές της δικιάς μας ψυχικής ανάπτυξης είναι απαραίτητες για τη διεργασία του να γίνουμε θεραπευτές; Πώς βρίσκουμε πραγματικά τη δική μας φωνή ως θεραπευτές; Αρχικά, η θεωρία φαίνεται να λειτουργεί ως ένας είδος ασπίδας που μας επιτρέπει να εξερευνήσουμε με ασφάλεια τις σχέσεις και την ψυχική πραγματικότητα των ανθρώπων που επιζητούν την επαγγελματική μας βοήθεια. Με τη πάροδο του χρόνου, η θεωρία μας εμπλουτίζεται, εξελίσσεται και περισσότερο ή λιγότερο χάνει την παντοδυναμία της, καθώς αποδεικνύεται ότι δεν είναι πάντα δυνατό να αποκωδικοποιήσουμε το εύρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Και τότε ανακαλούμε ότι το πιο σημαντικό εργαλείο είναι ο εαυτός μας και η δυνατότητα μας να χρησιμοποιήσουμε αυτό που είναι μοναδικό και ιδιοσυγκρασιακό στις δικές μας εμπειρίες με τους θεραπευόμενούς μας.

Λέξεις-Kλειδιά: αναστοχασμοί, οι τρόποι να γίνεσαι θεραπευτής, ψυχικό ταξίδι, ανάπτυξη, θεωρία, εαυτός του θεραπευτή, πληγωμένος θεραπευτής, θεραπευτική ταυτότητα.

 

Ένα ψυχικό ταξίδι

Η ψυχοθεραπεία ως «καλή πρακτική» πρέπει πρώτα
 απ’ όλα να φροντίζει τη διαδικασία φροντίδας, δηλαδή
 να αξιολογείται συνεχώς με αναστοχαστικές
διαδικασίες που, με αυστηρότητα αλλά και ευελιξία,
επηρεάζουν τις πράξεις, αποδεχόμενη ως δώρο την
ασταθή ισορροπία των γνώσεών μας.

Αυτή η παρουσίαση ξεκίνησε στο μυαλό και στην καρδιά μου ως ένας εσωτερικός διάλογος ανάμεσα σε διαφορετικές φωνές και κομμάτια του εαυτού μου και ανάμεσα σε διαφορετικές θέσεις του θεραπευτικού μου ρόλου. Ήταν μεταξύ άλλων ένα ταξίδι στο χρόνο, προς τα πίσω και πάλι προς τα μπρος, με κεντρικό ερώτημα του τι συνέβη σε μένα ως θεραπεύτρια, καθώς ο χρόνος περνούσε.

Η απόφαση να γίνεις θεραπευτής αποτελεί ένα ταξίδι βαθιά στο εσωτερικό της ανθρώπινης ψυχής. Αποτελεί ένα εσωτερικό ταξίδι, με όλες τις χαρές και τις προκλήσεις, τους φόβους, τις αβεβαιότητες, τις ανταμοιβές, τις ασάφειες και τις εκπλήξεις. Είναι μια πορεία στο απεριόριστο της ανθρώπινης ύπαρξης και ταυτόχρονα στα ανθρώπινα όρια. Το επάγγελμά μας μάς παρέχει ευκαιρίες για συνεχή μάθηση και ανάπτυξη. Γινόμαστε συν-ταξιδιώτες σε άλλες ιστορίες και επώδυνες εμπειρίες. Συνοδεύουμε τους θεραπευόμενούς μας στο δικό τους προσωπικό ψυχικό ταξίδι, μέσω του οποίου ωριμάζουν και μαθαίνουν να γνωρίζουν τον εαυτό τους και τις δυνατότητές τους. Η απόφαση μας να γίνουμε θεραπευτές είναι μια δέσμευση επίσης στη δική μας ψυχική ανάπτυξη και ωρίμανση. Η διαδικασία του να είμαστε και να γινόμαστε ψυχοθεραπευτές έχει σημαντικές ομοιότητες με την ανάπτυξη του παιδιού στα χέρια των γονιών του και με την ψυχική ανάπτυξη και ωρίμανση του θεραπευόμενου, που βρίσκεται υπό τη φροντίδα του ψυχοθεραπευτή (Ford, 1963).

Ο Bowlby (1988) συνήθιζε να λέει ότι ο ρόλος ενός θεραπευτή ομοιάζει με αυτόν μιας γονικής φιγούρας που παρέχει στο παιδί μια ασφαλή βάση για να εξερευνήσει τον κόσμο. Όπως ο γονιός οφείλει να κάνει σκέψεις για τον εαυτό του ως ανθρώπου και σε σχέση με τον γονικό του ρόλο, έτσι και ο θεραπευτής πρέπει να αναστοχάζεται πάνω στον ρόλο του και στην εμπειρία του. Σύμφωνα με τον Cecchin και τους συναδέλφους του, τη στιγμή που ένας θεραπευτής αρχίζει να αναστοχάζεται πάνω στην επίδραση της στάσης του και στις υποθέσεις του, τότε εκλαμβάνει μια θέση τόσο ηθική όσο και θεραπευτική (Cecchin et al., 1992). Επιπλέον, ο ασθενής σταδιακά εσωτερικεύει μια παρόμοια αναστοχαστική θέση προς τον εαυτό του και τις σχέσεις του.

 

Ο πληγωμένος θεραπευτής

Η μητέρα κάτω κλαίει, κλαίει, κλαίει.
Κάποτε ξαπλωμένος στα γόνατα της,
στο πεθαμένο δέντρο,
της έμαθα να χαμογελάει
να κρατάει τα δάκρυα της
να καταλύει την ενοχή της
να γιατρεύει τον θάνατο μέσα της
να της δίνω ζωή.
Ήταν η ζωή μου.

Winnicott, «Το δέντρο», 1963

Ας επιστρέψουμε στην αρχή. Γιατί γινόμαστε θεραπευτές; Ποια είναι τα κίνητρα μας; Γιατί ενδιαφερόμαστε τόσο να θεραπεύσουμε τα τραύματα άλλων ανθρώπων; Όλοι έχουμε συνειδητά και ασυνείδητα κίνητρα για να γίνουμε θεραπευτές. Στην αρχή του ταξιδιού μας να γίνουμε θεραπευτές έχουμε μεγάλη ανάγκη να βοηθήσουμε και να σώσουμε του άλλους. Αλλά συχνά κάτω από αυτή την πρόθεση υπάρχει η παρόρμηση να σώσουμε τους εαυτούς μας, να θεραπεύσουμε τις δικές μας πληγές και να δουλέψουμε με τα δικά μας προβλήματα. Καθώς γινόμαστε θεραπευτές αντιμετωπίζουμε δικά μας άγχη, φόβους, πόνους και ανεπίλυτα θέματα. «Ο κύριος ασθενής με τον οποίο ασχολούμαι είναι ο εαυτός μου», έγραψε ο Freud το 1897. Συχνά, ως κίνητρο για να γίνουμε ψυχοθεραπευτές αναφέρεται η επιθυμία μας να κατανοήσουμε τον εαυτό μας πιο ολοκληρωμένα και να νιώσουμε ότι μας κατανοούν και οι άλλοι.

Συνήθως υπάρχει μια ιστορία ψυχολογικού τραύματος στην παιδική ηλικία και μια επακόλουθη ψυχολογική ευαλωτότητα, που προδιαθέτουν τους ανθρώπους να γίνουν θεραπευτές.

Με βάση τη βιβλιογραφία άλλα κίνητρα κυμαίνονται, από την «μονόδρομη στενή επαφή», ως την ηδονοβλεψία, την εμμονή με αυτούς που υποφέρουν, τον σαδισμό, μια έντονη ανάγκη παροχής μητρικής φροντίδας, (Bugental, 1964, Marmor 1953, Wheelis, 1958), την ανάγκη να νιώσουν μια μεγαλύτερη αίσθηση ισχύος και ελέγχου όχι μόνο πάνω σε άλλους αλλά και στον εαυτό τους, τη μάχη με μια πρώιμη απώλεια ή με ανεκπλήρωτες ναρκισσιστικές ανάγκες για αναγνώριση και επιβεβαίωση (Barnett, 2007). Ο Bugental (1964) αναφέρει, επίσης, την επαναστατικότητα ως μια πιθανή κινητήριο δύναμη, επισημαίνοντας ότι το κλινικό πλαίσιο συχνά επιτρέπει τη συζήτηση κοινωνικών ταμπού, όπως η σεξουαλικότητα, αμφισβητώντας με αυτόν τον τρόπο την εξουσία. O Sussman (1992) αναγνωρίζει τρεις κατηγορίες ως κινητήριους παράγοντες, προκειμένου να εισέλθει κάποιος στο επάγγελμα του θεραπευτή.

Η πρώτη κατηγορία σχετίζεται με ενστικτώδεις στόχους, τόσο γενετήσιους όσο και επιθετικούς (μια επιθυμία να θεραπεύσεις, να σώσεις ή ακόμη και να απορρίψεις τον πελάτη). Η δεύτερη κατηγορία σχετίζεται με ναρκισσιστικές ανάγκες, οι οποίες μπορούν να εκδηλωθούν ως ανάγκη του θεραπευτή για επιβεβαίωση και αποδοχή από τους πελάτες. Η τρίτη κατηγορία αναφέρεται σε ανεπίλυτα ζητήματα σχέσεων, που μπορούν να εκδηλωθούν ως εξάρτηση ή ως έλεγχος των θεραπευτικών σχέσεων.

Ο Bowen (1978, p.468) θεώρησε ότι ο οικογενειακός θεραπευτής συνήθως αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα στη δική του οικογένεια, με αυτά που υπάρχουν στις οικογένειες που παρακολουθεί επαγγελματικά και ότι έχει μια ευθύνη να ορίσει τον εαυτό του στη δική του οικογένεια, αν επιθυμεί να λειτουργήσει επαρκώς στην επαγγελματική του εργασία. Η Miller (2007) πιστεύει ότι οι ικανότητες των θεραπευτών να είναι ευαίσθητοι, να παρουσιάζουν ενσυναίσθηση και να ανταποκρίνονται, πιθανώς να προέρχονται από την παιδική τους ηλικία, μέσα από εμπειρίες καταπίεσης των δικών τους αναγκών, προσπαθώντας να εκπληρώσουν τις ανάγκες άλλων ανθρώπων.

Ο Byng Hall (2002, 2008) αναφέρει ότι πολλοί θεραπευτές υπήρξαν γονεοποιημένα παιδιά στις οικογένειες προέλευσής τους. Είναι σημαντικό γι’ αυτούς να γνωρίζουν ότι αυτό επηρεάζει τη δική τους δουλειά με τις οικογένειες. Τους παρέχει μια ενόραση σχετικά με την επάρκεια, όπως και με τα προβλήματα των γονεοποιημένων παιδιών. Αυτή η επίγνωση είναι ιδιαιτέρως σημαντική όταν νιώθουν να παρασύρονται περισσότερο σε έναν γονικό και λιγότερο σε έναν θεραπευτικό ρόλο στις οικογένειες με τις οποίες δουλεύουν.

O Olinick και οι συνεργάτες του (1973) επεσήμαναν ότι οι πιο ταλαντούχοι θεραπευτές είχαν έναν καταθλιπτικό ή άρρωστο γονιό, κάποιον στον οποίο παρείχαν φροντίδα. Η επίκτητη δεξιότητα να «διαβάζουν» έναν προβληματικό γονιό αποδεικνύεται ανεκτίμητη στην εργασία με τους ασθενείς. Ωστόσο, παράλληλα με αυτό το ταλέντο και την επιθυμία να θεραπεύσουν, υπάρχει και ένας φόβος ανεπάρκειας, ότι δεν είναι ικανοί να παρέχουν την αναγκαία υποστήριξη. Επιπλέον, όταν κάποιος πρέπει να στηρίξει έναν γονιό, πρέπει να αρνηθεί τις δικές του ανάγκες. Αυτό που συχνά συμβαίνει στα παιδιά-φροντιστές, τα οποία ως ενήλικες γίνονται θεραπευτές: είναι μια άρνηση της ευαλωτότητας τους. Είτε είναι μια καταθλιπτική μητέρα, είτε κάποια άλλη μη διαθέσιμη σημαντική φιγούρα, η συναισθηματική απουσία δημιουργεί στο εσωτερικό του παιδιού μια αίσθηση αβοήθητου, την οποία προσπαθεί απελπισμένα να ανακουφίσει μέσω της θεραπείας άλλων. Το κίνητρο του θεραπευτή να θεραπεύει, με μια υπερεκτίμηση της ευθύνης για τη θεραπεία και η ανάγκη για θετική αναγνώριση από τους άλλους, συνεισφέρουν στην ναρκισσιστική ευαλωτότητά του (Chused, 2012). Αυτός ο ρόλος φροντιστή μπορεί να αποτελέσει μια επανάληψη του «σεναρίου αντιστροφής ρόλων/ γονεοποίησης» στην οικογένεια, η οποία μπορεί να παρεμποδίσει τη θεραπευτική διεργασία (Βyng-Hall, 2002, p.378). Υπάρχει ελάχιστη αμφιβολία ότι οι απαντήσεις για τους λόγους που έχουμε επιλέξει το επάγγελμα του θεραπευτή υπάρχουν μέσα μας και στις ιστορίες των οικογενειών μας. Είναι πολύ σημαντικό για τους θεραπευτές να έχουν επίγνωση της δικής του ιστορίας, να αναγνωρίσουν τον πόνο τους και όλα τα απωθημένα συναισθήματα που κουβαλάνε από το παρελθόν τους, να πενθήσουν και να θρηνήσουν γι’ αυτό που είχε χαθεί και να βρουν μέσα τους τούς προσωπικούς τους πόρους και δυνατότητες. Ο σκοπός της αντιμετώπισης των τραυμάτων μας, ενδεχομένως να είναι στην ουσία ο δρόμος για να βρούμε αυτές τις θεραπευτικές δυνάμεις μέσα μας (Adler, 1956).

Στην ελληνική μυθολογία ο μεγαλύτερος θεραπευτής του πόνου ήταν ένας τραυματισμένος θεραπευτής που ονομαζόταν Χείρων. Χείρων είναι η ρίζα της λέξης για την εγχείρηση «με το χέρι», από την λέξη χειρουργείο, που σημαίνει «εργάζομαι με τα χέρια». Η ετυμολογία του ονόματος του υπονοεί ότι θεραπεύει μέσω του αγγίγματος του χεριού του. Ο Χείρων ήταν ένας χαρισματικός κένταυρος (μισός άνθρωπος – μισός άλογο), ο δάσκαλος αρκετών από τους μυθολογικούς ήρωες, τους οποίους καθοδηγούσε στην ιατρική και την μουσική. Με βάση τον μύθο, ο Ηρακλής, που ήταν μαθητής του Χείρωνα, τραυμάτισε κατά λάθος τον Χείρωνα στο γόνατο, και αυτό το ατύχημα τον ανάγκασε να επιβραδύνει και να δώσει προσοχή στο αλογίσιο τμήμα του σώματος του, το οποίο ήταν η αιτία ενός πρώιμου ψυχικού τραύματός του, το οποίο συνέβη όταν τον εγκατέλειψε στη γέννα η μητέρα του. Σύμφωνα με τον Kearney (1996) η φήμη του Χείρωνα ως σπουδαίου θεραπευτή δε σχετιζόταν μόνο με την ικανότητά του να χρησιμοποιεί βότανα και φυτά για θεραπευτικούς σκοπούς, αλλά και με την ικανότητα του να εκφράζει ενσυναίσθηση και συμπόνια προς τα τραύματα των άλλων. Ο Goldberg (1991) αναφέρει: «Στους αρχαιότερους μύθους περί θεραπείας, ακριβώς επειδή οι θεραπευτές ήταν ευάλωτοι στο τραύμα και στον πόνο, είχαν και τη δύναμη να θεραπεύουν». Το προσωπικό ταξίδι του αρχαίου θεραπευτή περιλάμβανε μεταμόρφωση μέσω της οδύνης και έκθεση στις σκοτεινές όψεις της ψυχής. Ο μύθος του τραυματισμένου θεραπευτή μας διδάσκει ότι η σοφία και η ανάπτυξη μπορούν να προέρχονται από την αποδοχή των δικών μας δυνάμεων και περιορισμών και καθώς σχετιζόμαστε με τους άλλους, με ταπεινότητα και σεβασμό (Παπαδάτου, 2009). Ο Lou Cozolino (2004) στο βιβλίο του «H δημιουργία ενός θεραπευτή» θέτει το ερώτημα: «Τι κάνει έναν θεραπευτή καλό;», και απαντάει: «Το κουράγιο να αντιμετωπίζει τους φόβους του, τα όρια και την αβεβαιότητα του».

 

Δομώντας- Αποδομώντας- Επαναδομώντας τη Θεραπευτική Ταυτότητα

Ο μόνος που μπορεί να αλλάξει ένας θεραπευτής είναι ο εαυτός του

Harold Goolishian In Anderson (1997, p.125)

Ένα άλλο σημαντικό ερώτημα είναι πώς δομούμε την ταυτότητα μας ως θεραπευτές σε αυτό το «αδύνατο επάγγελμα, στο οποίο για το μόνο που μπορείς να είσαι βέβαιος είναι για τα μη ικανοποιητικά αποτελέσματα» σύμφωνα με τα λεγόμενα του Freud. Πώς βρίσκουμε τη δική μας φωνή μετά από αρκετά χρόνια εκπαίδευσης; Ποιές όψεις της ψυχικής μας ανάπτυξης είναι απαραίτητες στη διαδικασία να γίνουμε θεραπευτές; Στην αρχή είμαστε προσκολλημένοι στις θεωρίες μας και στις τεχνικές εφαρμογές που έχουμε αποκομίσει κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής μας. Είμαστε, επίσης, πιστοί στους δασκάλους μας, στα βιβλία μας, στους δικούς μας θεραπευτές και προσπαθούμε να επιτύχουμε το μοντέλο ενός ιδανικού θεραπευτή. Αρχικά, η θεωρία μειώνει την αδυναμία του «δεν γνωρίζω», δίνοντάς μας την ψευδαίσθηση της βεβαιότητας, και φαίνεται να δουλεύει σαν ένα είδος ασπίδας, που μας επιτρέπει να εξερευνήσουμε με ασφάλεια τις σχέσεις και την ψυχική πραγματικότητα των ανθρώπων που ζητούν την επαγγελματική μας βοήθεια. Μέσω της κλινικής μας πρακτικής συνειδητοποιούμε ότι πιθανώς να χρησιμοποιούμε τη θεωρία ως άμυνα, ως έναν τρόπο να διατηρήσουμε την ανεξαρτησία μας από δύσκολα συναισθήματα ή εσωτερικές εμπειρίες. Η Yvonne Stolk και η Amaryll Perlesz (1990) συγκέντρωσαν βαθμολογίες ικανοποίησης πελατών, κατά τη διάρκεια ενός διετούς εκπαιδευτικού προγράμματος οικογενειακής θεραπείας. Οι πελάτες ήταν λιγότερο ικανοποιημένοι με τη θεραπεία από δευτεροετείς εκπαιδευόμενους, συγκριτικά με τους πρωτοετείς. Η Yvonne και η Amaryll συμπέραναν ότι οι σχεσιακές δεξιότητες των εκπαιδευόμενων μειώνονταν όσο μάθαιναν περισσότερα σχετικά με τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται στην εργασία με τις οικογένειες και αυτό φαίνεται να αποτελεί μια καυστική υπενθύμιση ότι οι πελάτες μας απαιτούν σεβασμό, κατανόηση, ζεστασιά και θετική προσοχή, όχι μόνο συστημικά σωστές υποθέσεις και παρεμβάσεις που να διεγείρουν τη σκέψη. Οι θεραπευτές έτειναν να θεωρούν τις παρεμβάσεις τους ως τον πιο σημαντικό παράγοντα, ενώ οι θεραπευόμενοι τείνουν να εκτιμούν τις ιδιότητες του θεραπευτή και την ευκαιρία που τους παρέχεται στη θεραπευτική σχέση (Rycroft, 2004). Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο ποιος είναι ο θεραπευτής και στη μέθοδο που χρησιμοποιείται (Ronnestad και Skovholt, 2002). Η Hoffman (2001) υπογραμμίζει ότι εμείς (οι θεραπευτές) παρακολουθούσαμε οικογένειες για ώρες με σκοπό να βρούμε τα μοτίβα που θα ταίριαζαν με αυτό που έχουμε σκεφτεί. Ως αποτέλεσμα διεξήγαμε μια θεραπεία στην οποία χρησιμοποιούσαμε ελιγμούς και χειρισμούς με στόχο να φέρουμε την αλλαγή και δημιουργούσαμε απόσταση ανάμεσα σε μας και στους πελάτες μας. Ο Jenkins (2006) μας υπενθυμίζει ότι τα καθαρά μοντέλα δεν είναι αρκετά, διότι η στενή συνάντηση ανάμεσα σε πελάτη και θεραπευτή αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της θεραπευτικής αλλαγής και ανάπτυξης.

Προτού δομήσουμε τον ρόλο του θεραπευτή, πρέπει πρώτα να αποδομήσουμε τις πεποιθήσεις μας που βασίζονται στην παράδοση, στα στερεότυπα, ακόμα και σε επιστημονικά δόγματα. Η έννοια της ασέβειας, που εισήγαγαν ο Cecchin και οι συνεργάτες του (2009), παροτρύνει τον θεραπευτή να μην προσκολλάται στην ασφάλεια των θεωρητικών του κατασκευών, αλλά να είναι έτοιμος να αναθεωρήσει, προάγοντας την αβεβαιότητα, αμφισβητώντας τις προκαταλήψεις του και να είναι ανοιχτός στην ανθρώπινη εμπειρία. Η ασέβεια, βασικά, διασώζει τον θεραπευτή από το να προσκολλάται στην κυρίαρχη ιδεολογία του επιστημονικού του μοντέλου ή της υπηρεσίας στην οποία εργάζεται και τον ωθεί να παραμείνει σε εγρήγορση, όσον αφορά στις πραγματικές ανάγκες των πελατών του και να παρέχει εναλλακτικές προοπτικές και νοήματα. Η εγκυρότητα της θεραπευτικής σχέσης επιβεβαιώνεται όταν φτάνουμε να αμφισβητήσουμε μερικές από τις προκαταλήψεις μας και είμαστε παρόντες σε ό,τι αναδύεται στον χώρο της θεραπείας. Είναι η στιγμή που κάνουμε θεραπεία όχι βάσει κανόνων, άλλα βάσει του ασθενή (Casement, 1985) Η στιγμή που ακούμε τη «μουσική» της συνεδρίας, κατά έναν τρόπο συμμετέχουμε στον «χορό» της στιγμής. Η στιγμή «που οι μέθοδοι και οι τεχνικές δεν είναι πλέον έγκυρες και το σημαντικό είναι να αποκαλύψουμε το κουτί με τις ανησυχίες, τον δίαυλο επικοινωνίας, τον χώρο όπου σώμα και συναίσθημα συναντιέται» (Hoffman, 2001). Στιγμές στις οποίες κάτι που δεν έχει ειπωθεί μπαίνει σε λέξεις. Κατά τη διάρκεια αυτών των κρίσιμων και απροσδόκητων στιγμών είμαστε ανοιχτοί προς το ένστικτο μας, βασισμένοι στην εμπειρία μας και είμαστε ανοιχτοί με τους θεραπευόμενούς μας σε νέους κόσμους νοήματος. Ο ψυχαναλυτής Bion επεσήμανε ότι ο αναλυτής πρέπει να προσπαθήσει να ξεχάσει ό,τι νομίζει ότι γνωρίζει ή γνωρίζει «πολύ καλά», με σκοπό να είναι ικανός να μάθει από την τρέχουσα εμπειρία του με τον ασθενή. Ο Bion (1987) κάποτε είπε σε έναν παρουσιαστή: «Θα στηριζόμουν μόνο στη θεωρία … μόνο αν ήμουν κουρασμένος και δεν είχα ιδέα του τι συμβαίνει». Ο Shotter (1993) χρησιμοποίησε τον όρο «γνώση τρίτου επιπέδου» (γνώση από), «ένα είδος γνώσης που κάποιος έχει μέσα από μια κατάσταση, μια ομάδα, ένα κοινωνικό ίδρυμα, ή μια κοινωνία», (Shotter. 1993, p. 190), γνώση που αποκομίζεται από τη ζωντανή εμπειρία. Συνδέεται στενά με τα συναισθήματα και τις συναισθηματικά βιωμένες προσκλήσεις καταστάσεων και εμφανίζεται μόνο σε στιγμές αλληλεπίδρασης. Σύμφωνα με τον Shotter, ο θεραπευτής φέρνει έναν τρόπο να βρίσκεται στη θεραπεία, που είναι τόσο ενστικτώδης, όσο και γνωσιακός, προσωπικός όσο και επαγγελματικός.

Καθώς προσπαθούμε να είμαστε καλύτεροι θεραπευτές, ο σκοπός μας είναι να προσπεράσουμε τις θεωρίες και τις τεχνικές και να παρατηρήσουμε αυτό που λαμβάνει χώρα μέσα μας, στους θεραπευόμενούς μας και στις κοινωνίες ή και στα πλαίσια στα οποία βρισκόμαστε. Το πιο πολύτιμο κομμάτι της θεραπευτικής μας εργασίας είναι η προσωπική, ιδιοσυγκρασική μας ικανότητα ανταπόκρισης, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας προέρχεται από τις δικές μας εμπειρίες ζωής. Ο εαυτός του θεραπευτή είναι αυτός που συνιστά την «καρδιά του θέματος» (Simon, 2006).

Καθώς ο χρόνος περνάει, αναπόφευκτα ερχόμαστε αντιμέτωποι με προκλήσεις, προσωπικές κρίσεις και αποτυχίες, στιγμές που ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με τους περιορισμούς μας. Με την πάροδο του χρόνου η θεωρία μας εμπλουτίζεται, εξελίσσεται και περισσότερο ή λιγότερο χάνει την παντοδυναμία της, καθώς αποδεικνύει ότι δεν μπορεί πάντα να αποκωδικοποιήσει το εύρος της ανθρώπινης εμπειρίας.

Σύμφωνα με τον Larner (2004), το να είσαι επιστημονικός σημαίνει να διατηρείς μια διερευνητική περιέργεια σχετικά με το πώς και γιατί η θεραπεία δουλεύει, και να δεχθείς ότι η επιστήμη μπορεί να μην είναι αρκετή για να εξηγήσει τη διαδικασία. Ως θεραπευτές βρισκόμαστε στην παράξενη θέση ανάμεσα στην επιστημονική μας γνώση, την ανάγκη μας για αξιόπιστες κλινικές εξηγήσεις και προβλέψεις και την τέχνη της σύναψης ανθρώπινων σχέσεων. Το να είσαι «άνθρωπος» πέρα από τον ρόλο συνιστά, παράλληλα με τη θεωρία και τις τεχνικές, ένα ζωτικό κομμάτι στη διαμόρφωση του ρόλου μας. Σύμφωνα με τον Jenkins (2006) χρειάζεται να υπάρχει ένα μίγμα, που για κάθε θεραπευτή αποτελεί τον μοναδικό συνδυασμό θεωρίας, μεθόδων και των άυλων στοιχείων του εαυτού μας που φέρνουμε σε αυτές τις συναντήσεις, το οποίο επιτρέπει τη δυνατότητα θεραπείας και αλλαγής.

Αποτελεί κοινό τόπο ότι χρειαζόμαστε πολλά για να δημιουργήσουμε μια αυθεντική φωνή, να βρούμε τα δικά μας βήματα στο επάγγελμά μας, το μοναδικό μας στυλ. Ο Sidney Jourard (1966, βλ. Bugental, 1964) εισηγήθηκε ότι ένα από τα κύρια πράγματα που έχει μια θεραπευτική επίδραση στη θεραπευτική σχέση είναι ο θεραπευτής να λειτουργεί ως ένα μοντέλο αυθεντικότητας για τον ασθενή. Η ταυτότητα μας ως θεραπευτών αποτελεί ένα περίπλοκο αμάλγαμα επαγγελματικού ρόλου, συνυφασμένου με προσωπικές όψεις του εαυτού, κατά ένα μη γραμμικό τρόπο. Φαίνεται ότι η απόκτηση της θεραπευτικής ικανότητας εξυπηρετεί την επέκταση της προσωπικής μας ταυτότητας. Ο εαυτός μας ανακαλύπτεται και ξανα-ανακαλύπτεται μέσω της επιρροής σημαντικών άλλων προσώπων: δασκάλων, θεραπευτών, θεραπευόμενων και άλλων σημαντικών προσώπων. Με βάση τον Pinsof (2005) το ποιοι είμαστε ως ψυχοθεραπευτές, είναι ένα παράγωγο όχι μόνο της μόρφωσης, της εκπαίδευσης και της προσωπικότητας, αλλά πολύ περισσότερο της δικιάς μας εμπειρίας ως ασθενείς στην ψυχοθεραπεία στη διάρκεια της ζωής μας. Όλα τα παραπάνω επηρεάζουν τον τρόπο κατανόησης της κλινικής πρακτικής και της θεωρίας της ψυχοθεραπείας, και ό,τι κάνουμε στην κλινική μας πρακτική έχει τη δύναμη να επηρεάσει με αντανακλαστικό τρόπο τις αξίες, τις πεποιθήσεις, τη θεωρία και το προσωπικό μας στυλ.

Ο Simon (2003) πρότεινε να γίνεται ολόκληρη η οικογενειακή θεραπεία από θεραπευτές, που έχουν επιλέξει ρητά να καθοδηγήσουν την πρακτική τους μέσω ενός μοντέλου, του οποίου η υποκείμενη κοσμοθεωρία να πλησιάζει τη δική τους. Το αποτέλεσμα επιλογής ενός μοντέλου κατά αυτόν τον τρόπο είναι ότι η θεραπεία γίνεται εξαιρετικά εξατομικευμένη, τόσο για τον θεραπευτή όσο και για τους πελάτες, καθώς δε συναντούν ένα αφαιρετικό θεωρητικό οικοδόμημα, αλλά την προσωπικότητα του θεραπευτή. Η θεραπεία, επομένως, μετατρέπεται σε αυτό που είναι πάντα στην καλύτερη του μορφή – μια συνάντηση ανάμεσα σε ανθρώπους (Simon, 2003). Οι συμπεριφορές μας, οι αξίες και η ηθική μας είναι τουλάχιστον το ίδιο σημαντικά με τη γνώση μας και τις τεχνικές μας. Αυτά, μαζί με την εμπειρία, αναπτύσσουν την ασφαλή μας βάση ως θεραπευτών (Rycroft, 2004). Με έναν τρόπο ο επαγγελματικός μας εαυτός πρέπει να εξελιχθεί σε μια κατεύθυνση που να μη δεσμεύεται από τη θεωρία ούτε και να καθοδηγείται αποκλειστικά από την ταυτοποίηση μας από τους άλλους (Bion, 1987). Υπάρχει μια διαλεκτική ένταση ανάμεσα στο να είμαστε επινοητικοί και να χρησιμοποιούμε δημιουργικά τη συναισθηματική μας καταγωγή (Gabbard and Ogden, 2009). Θα λέγαμε επομένως ότι το πιο σημαντικό εργαλείο είναι ο εαυτός μας και η ικανότητα μας να χρησιμοποιούμε αυτό που είναι μοναδικό στην εμπειρία μας με τους θεραπευόμενούς μας. Εν τέλει, μέσω της κλινικής μας πρακτικής και εμπειρίας, βρίσκουμε τον εαυτό μας σε μια θέση, στην οποία ανακαλύπτουμε ξανά τη θεωρία μας.

Σύμφωνα με τον Minuchin και τον Fishman (1981) η δουλειά ενός νέου θεραπευτή είναι να μάθει πώς να κάνει μια διάγνωση, με τον τρόπο ενός οικοσυστήματος. Η διεργασία είναι παρόμοια με αυτήν που απαιτείται από έναν σαμουράι ξιφομάχο, ο οποίος πρέπει να αφιερώσει πολύ χρόνο στο να μάθει δεξιότητες και τεχνικές. Μετά από εντατική εκπαίδευση, ο μαθητής έχει εντολή να αποσυρθεί στα βουνά για διαλογισμό. Όταν έχει ξεχάσει όλα όσα έχει μάθει, τότε μπορεί να επιστρέψει ξανά στο ξίφος.

Ο Gershon Molad (2001), ένας Ισραηλινός ψυχαναλυτής αναφέρει: «Χρειάζονται πολλά για να συγκροτηθεί η φωνή ενός αναλυτή: ένα κομμάτι του είναι και πάντα ήταν, ένα κομμάτι του υπάρχει σε μια αέναη εκπαίδευση και ανασχηματισμό, ένα κομμάτι του χάνεται σε περιόδους κρίσης, ένα κομμάτι του δεν θα βρεθεί ποτέ, ή δεν ήταν ποτέ εκεί και πάντα μιλάμε εναντίον της βοής αυτού που είναι και αυτού που δεν είναι.

 

Συμπερασματικοί Αναστοχασμοί

Προτού ολοκληρώσω, ας πάμε λίγο στην αρχή. Το ερώτημα γιατί έγινα θεραπεύτρια θα είχε διαφορετική απάντηση, ανάλογα με τα διαφορετικά στάδια της ζωής μου. Όταν ήμουν παιδί θυμάμαι να είμαι γεμάτη από ερωτήματα και περιέργεια, αλλά οι γονείς μου ήταν περισσότερο απορροφημένοι από τα πρακτικά ζητήματα της ζωής και δεν ενδιαφέρονταν τόσο να απαντήσουν τις ερωτήσεις μου. Η επιλογή μου να γίνω ψυχολόγος, και αργότερα ψυχοθεραπεύτρια, ήταν ο δικός μου τρόπος να βρω απαντήσεις στις ερωτήσεις μου και για να καταλάβω τον κόσμο και τον εαυτό μου. Αργότερα, μέσω της πρακτικής και της εργασίας με ανθρώπους και συνοδεύοντας τους στην οδύνη τους, αντιλήφθηκα ότι οι ερωτήσεις δημιουργούν χώρο για άλλες ερωτήσεις που διατηρούν τον νου ανοιχτό. Όταν ο Rilke ρωτήθηκε από έναν μαθητή πώς να γίνει τόσο καλός ποιητής όσο ο Rilke, αυτός απάντησε…. «προσπάθησε να αγαπήσεις τις ερωτήσεις αυτές καθαυτές, σαν να είναι κλειδωμένα δωμάτια ή βιβλία γραμμένα σε μια ξένη γλώσσα. Μην ψάχνεις για τις απαντήσεις που δεν μπορούν να σου δοθούν τώρα, γιατί δε θα μπορούσες να τις βιώσεις. Και ο στόχος είναι να βιώνεις τα πάντα. Βίωσε τις ερωτήσεις τώρα. Ίσως τότε, κάποια μέρα, μακριά στο μέλλον, θα μπορέσεις σταδιακά, χωρίς καν να το προσέξεις, να βιώσεις τον δρόμο σου προς την απάντηση» (Rilke, 1986).

Η δουλειά του θεραπευτή δεν είναι να βρει απαντήσεις, αλλά να παράσχει ένα πλαίσιο που διευκολύνει την έρευνα τους. Μέσα από τον θεραπευτικό μου ρόλο έμαθα να αγαπάω τις ερωτήσεις που μου έθεταν οι θεραπευόμενοί μου και να τις αντιμετωπίζω με σεβασμό και ανοιχτή διάθεση, σαν νήματα που ανοίγουν τον δρόμο σε νέους τρόπους νοήματος. Επιπλέον, μόνο αμφισβητώντας τους εαυτούς μας σχετικά με την ένταση με την οποία διατηρούμε συγκεκριμένες θεωρίες και πεποιθήσεις, μπορούμε να είμαστε ανοιχτοί και να μάθουμε από τις εμπειρίες των πελατών μας. Αναντίρρητα η θεραπευτική διεργασία είναι ανοιχτή, αβέβαιη, ατελής, επώδυνη και την ίδια στιγμή απελευθερωτική. Κατανοώντας τον εαυτό μας σε σχέση με τους άλλους, στο πλαίσιο μιας σχέσης αποτελεί μια ατέλειωτη, θαυμάσια περιπέτεια. Το θεραπευτικό ταξίδι θέτει σε κίνηση μια εξερεύνηση του εσωτερικού κόσμου τόσο του θεραπευτή όσο και του θεραπευόμενου που δεν έχει τέλος. Μια εξερεύνηση πάντα ανοιχτή γι’ αυτό που είμαστε και γι’ αυτό που γινόμαστε. Για τον λόγο αυτό το επάγγελμά μας μάς παρέχει πληρότητα, νόημα και ικανοποίηση, παρά τις δυσκολίες που συναντάμε.

Αφήνοντας τον εαυτό μου να σκεφτεί τις πρώτες μου συνεδρίες με τους θεραπευόμενούς μου, συνειδητοποιώ ότι μετά από 25 χρόνια κλινικής πρακτικής, ακόμη αισθάνομαι ευγνωμοσύνη που είμαι θεραπεύτρια, ένα επάγγελμα που μου δίνει την ευκαιρία να διεισδύσω στα μυστήρια της ανθρώπινης φύσης. Με συγκινεί να συνοδεύω τους θεραπευόμενους στο προσωπικό τους ψυχικό ταξίδι και νιώθω προνομιούχα που μοιράζονται μαζί μου τις πιο ενδόμυχες σκέψεις και εμπειρίες τους. Μέσω της οδύνης και της προσωπικής τους ανάπτυξης με έμαθαν να εξελίσσομαι κι εγώ μαζί τους, να εξερευνώ άγνωστες περιοχές του εσωτερικού τους κόσμου, να είμαι ανοιχτή στην επιρροή τους και να είμαι, ταυτόχρονα, μάρτυρας της προσωπικής τους μεταμόρφωσης. Προσεγγίζοντας μαζί τους ευαίσθητα ζητήματα της ύπαρξης και προσπαθώντας να ανακουφίσω την οδύνη τους, αναζητούμε μαζί τρόπους να αποδεχτούμε την ασάφεια της ζωής, προσπαθώντας, ταυτόχρονα, να δώσουμε ένα νόημα στον κόσμο που μας περιβάλλει. Στην αρχή ήμουν πιο πιστή και παθιασμένη με τις συστημικές ιδέες. Τώρα είμαι πιο ευέλικτη και ανοιχτή και σε άλλες προσεγγίσεις (προσέξατε πόσες πολλές αναφορές έχω από ψυχαναλυτές;).

Τώρα, νομίζω ότι έχω βρει ένα κομμάτι ενός πιο ανθρώπινου εαυτού μου κι έχω φτάσει σε μια πιο ρεαλιστική κατανόηση της θεραπείας. Έχω κατά νου ότι η θεραπεία δεν θα θεραπεύσει τους πελάτες μας, ούτε και τον εαυτό μας, από την ανθρώπινη κατάσταση μας, καθώς όπως ο Yalom αναφέρει «η ζωή μας, η ύπαρξη μας, θα είναι πάντα στενά συνδεδεμένη με τον θάνατο, ο έρωτας με την απώλεια, η ελευθερία με τον φόβο και το μεγάλωμα με τον αποχωρισμό. Είμαστε, όλοι μαζί σε αυτό» ( Yalom,1989, p.14). Τώρα, 25 χρόνια μετά, όταν κοιτάω πίσω, νομίζω ότι ανακαλύπτω ξανά και ξανά εκείνα τα πράγματα που ήδη ήξερα.

Ο Eliot μας θυμίζει με τον ποιητικό του τρόπο:

Δε θα σταματήσουμε να εξερευνούμε
και το τέρμα της εξερεύνησής μας
θα είναι να φτάσουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε
και να γνωρίσουμε το μέρος για πρώτη φορά
Little Gidding, 1942

Κλείνω με τα σχόλια μιας θεραπευόμενης που έχει τελειώσει τη θεραπεία της και μου έστειλε, από το εξωτερικό όπου βρίσκεται τώρα, το παρακάτω μήνυμα: «Δίνω έναν αγώνα καθημερινά για να δω τις συνθήκες της ζωής μου να αλλάζουν. Εσωτερικά νιώθω ανθεκτική και ασφαλής, ακόμα και τις μέρες που είμαι λυπημένη. Την πρώτη μέρα που έφτασα στην Αθήνα μπήκα στο αυτοκίνητο να πάω κάπου, και σκεφτόμουνα πόσο θα ήθελα να έρθω σ’ εσένα, αλλά τελικά ίσως αυτό να είναι το νόημα του τέλους μιας διαδρομής θεραπευτικής, να έχεις συνδεθεί αληθινά αλλά να φεύγεις για να συνδεθείς με άλλους ανθρώπους, με τον ίδιο υγιή, πλέον, τρόπο. Αυτό το ποίημα, όταν το διαβάζω, σκέφτομαι τη θεραπευτική διαδρομή μας».

 

Εγώ περπατώ σε ένα δάσος με αγριόπευκα και κάθε μου βήμα είναι μια

ιστορία. Εγώ σκέφτομαι, εγώ αγαπώ, εγώ ενεργώ και αυτό είναι ιστορία.

Ίσως δεν θα κάνω σημαντικά πράγματα, αλλά η ιστορία γίνεται με μικρές

χειρονομίες και όλα τα πράγματα που θα κάνω πριν πεθάνω θα είναι

κομμάτια της ιστορίας, και όλες οι σκέψεις του τώρα θα κάνουν την ιστορία

του αύριο.

La storia, Italo Calvino.

 

Βιβλιογραφία

Adler, G.(1956). “Notes regarding the dynamics of the self”. In Dynamic aspects of the psyche. New York : Analyical Psychology Club.

Anderson, H. (1997). Conversation, Language and Possibilities: A Postmodern Approach to Therapy. New York: Basic Books.

Barnett, M. (2007). What brings you here? An exploration of the unconscious motivations of those who choose to train and work as psychotherapists and counsellors, Psychodynamic Practice, 13 (3), 257-274.

Bianciardi, M., Telfener, U. (2014). Ricorsività in psicoterapia. Riflessioni sulla pratica clinica. Italy : Bollati Boringhieri

Bion WR (1987). Clinical seminars. In: Clinical seminars and other works. London: Karnac.

Bowen, M. (1978) On the differentiation of self. In Family Therapy in Clinical Practice. New York: Jason Aronson, 467–528.

Bowlby, J. (1988). A secure base: Clinical applications of attachment theory. London: Routledge.

Bugental, J,F.(1964). The person who is the psychotherapist. Journal of Consulting Psychology, 28, 272-.277.

Byng-Hall, J. (2002) Relieving parentified children’s burdens in families with insecure attachment patterns. Family Process, 41, 375–388.

Byng Hall, J. (2008).The crucial roles of attachment in family therapy. Journal of Family Therapy, 30, (2), 129-146.

Casement, P. (1985). On Learning from the Patient. London: Routledge.

Cecchin, G., Lane, G., & Ray, W.A. (1992). Irreverence: A strategy for therapists’ survival. London: Karnac.

Chused , J. (2012). The analyst’s narcissism. Journal of the American Psychoanalytic Association, 60, 5, 899-915.

Cozolino, L, (2004) .The Making of a Therapist: A Practical Guide for the Inner Journey. Νew York : W.W. Norton & Company.

Gabbard, G.,O., Ogden, T, H.(2009). On becoming a psychoanalyst. The International Journal of Psychoanalysis, 90, 311–327.

Dryden, W. & Spurling, L. (1989). On Becoming A Psychotherapist. London : Routledge.

Ford, E. S. (1963). Being and becoming a psychotherapist: The search for identity. American Journal of Psychotherapy, 17, 472–482.

Goldberg, C. (1991). On Being A Psychotherapist. Northvale, NJ. : Jason Aronson.

Hoffman , L. (2001). Family Therapy: An Intimate History. New York : W. W. Norton & Company.

Jenkins , H.(2006). Inside out, or outside in: meeting with couples. Journal of Family Therapy, 28, 113–135 .

Kearney, M. (1996). Mortally wounded: Stories of soul pain, death and healing. Dublin: Marino Books.

Kottler, J. A. (1987). On being a therapist. San Francisco: Jossey-Bass Publishers.

Larner, G.(2004). Family therapy and the politics of evidence. Journal of Family Therapy, 26,17- 39.

Marmor, J. (1953). The Feeling of Superiority: An Occupational Hazard in the Practice of Psychotherapy. American Journal of Psychiatry, 110, 370-376.

Miller, A. (2007). The drama of the gifted child: The search for the true self. New York: Basic Books.

Minuchin , S , Fishman, H. , C. (1981). Family Therapy Techniques. Cambridge: Harvard University Press.

Molad, G. H. (2001) “On Presenting One’s Case: Embraced Trauma and the Dialogue Between Analysts” Psychoanalytic Review, 88(1), 95-111.

Olinick, S.L , Poland, W.S, Grigg, K.A., Granatir, W.L . (1973).The psychoanalytic work ego: process and interpretation. The International Journal of Psychoanalysis, 54,143-151.

Papadatou, D. (2009). In the face of death: Professionals who care for the dying and the bereaved. New York: Springer.

Pinsof, W.M.(2005). A Shamanic Tapestry: My experiences with Individual, Marital, and Family Therapy In Geller, J.D., Norcross, J.C, Orlinsky D.(Eds), The psychotherapist’s Own Psychotherapy . Patient and Clinician Perspective. Oxford : Oxford University Press.

Rilke, R, M. (1986) . Letters to a Young Poet. New York : Vintage Books.

Rønnestad, M.H. and Skovholt, T.M. (2002). Learning arenas for professional development:

Retrospective accounts for senior psychotherapists. Professional Psychology: Research and Practice, 32, 181-187.

Rycroft, P. (2004). When theory abandons us – wading through the ‘swampy lowlands’ of practice. Journal of Family Therapy , 26, 245–259.

Shotter, J. (1993). Conversational Realities: Constructing Life Through Language. Thousand Oaks, CA.: Sage.

Simon, G.M. (2003). Beyond technique in family therapy: Finding your therapeutic voice. Boston: Allyn & Bacon.

Simon, G.M. (2003). The Heart of the Matter: A Proposal for Placing the Self of the Therapist at the Center of Family Therapy Research and Training. Family Process, 45,(3), 331-344.

Stolk, Y. and Perlesz, A. (1990) Do better trainees make worse family therapists? A follow-up study of client families. Family Process, 29,45–58.

Sussman, M. B. (1992). A Curious Calling: Unconscious motivations for practicing psychotherapy. London: Jason Aronson Inc.

Yalom, I. (1989) Love’s Executioner and Other Tales of Psychotherapy. Harmondsworth: Penguin Books.

Wheelis, A. (1958). The Quest for Identity. New York: Norton.