(Πίνακας του Κυριάκου Κατζουράκη)

Κατ’ αρχάς η έκδοση αυτού του βιβλίου, που προσεγγίζει τη σχέση πολιτικής και ψυχοθεραπείας, είναι άξιο επαίνου, όχι μόνο για την επικαιρότητα τού θέματος λόγω της κοινωνικής κατάρρευσης στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια – κάτι που η «συστημική πολιτική» σχεδόν περιφρονεί ως επείγον ζήτημα – αλλά γιατί προσφέρει στον διάλογο, επί της ουσίας, για τη σφαιρική αντιμετώπιση της σχέσης της ψυχοθεραπείας με τις κοινωνικές παραμέτρους.

Αν και δεν είμαι ειδικός, γνωρίζω, όμως, ότι έχουν προηγηθεί πολύτιμες εργασίες επί του θέματος από ψυχαναλυτές και ψυχοθεραπευτές, με ευαισθησία και γνώσεις.

Οι συγγραφείς αυτού του τόμου, ο καθένας με τον δικό του λόγο/τρόπο, έχουν καταφέρει να σχηματίσουν έναν βασικό κορμό, κατανοητό από τον μέσο πολίτη, όμως χωρίς υποχωρήσεις σε επιστημονικό επίπεδο. Στο κείμενο του Σωτήρη Μανωλόπουλου «Ζούμε μια Ζωή που δεν Καταλαβαίνουμε» (σελ.46), γράφει για την άσκηση διοίκησης: «Η δύναμη και η εξουσία είναι μεγέθη που μοιράζονται, η παντοδυναμία δεν μοιράζεται: είσαι το παν ή είσαι το τίποτα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι σχέσεις γίνονται γραφειοκρατικές και εργαλειακές και γεμίζουν τα κενά με δράσεις-αντιδράσεις…  Οι συναντήσεις μας μοιάζουν με συνελεύσεις κομματικών οργανώσεων. Νεκρές, χωρίς αληθείς αντιθέσεις και διαφοροποίηση, δεν θέλουμε να αγαπήσουμε για να μη ξεγελαστούμε. Σε συνθήκες συμμόρφωσης και καταπίεσης εργαζόμαστε χωρίς αγάπη και επιθυμία να γνωρίσουμε, χωρίς να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Δεν συναντιόμαστε. Κανείς δεν ταυτίζεται με κανέναν»

Αυτό στάθηκε αφορμή για μερικές σκέψεις που αφορούν στην πολιτική και τη σχέση της με την ψυχανάλυση:

Κάποτε θεωρούσα ότι Πολιτική/Τέχνη/Ψυχανάλυση είναι τρία «ιερά και άβατα» που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Η επαφή μου με την ψυχανάλυση ξεκίνησε το 1972 στο Λονδίνο – παραμονές Πολυτεχνείου κ.λπ.- και η ιερότητα της πολιτικής πράξης δέσποζε μέσα μου και γύρω μου .Ήμουνα τυχερός γιατί τη δεκαετία του 1970 υπήρχε πραγματική έκρηξη βιβλιογραφίας γύρω από τη σχέση τέχνης και ψυχανάλυσης και έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα.[1]

Εδώ και καιρό η ζωή η ίδια με δίδαξε ότι αυτά τα τρία πεδία Π/ Τ/ Ψ είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με μια παλλόμενη εσωτερική αναγκαιότητα. Και αποτέλεσαν πολύτιμο εργαλείο ισορροπίας και εμβάθυνσης στη δουλειά μου.

Το ανοιχτό μέτωπο ήταν με την ψυχαναλυτική ερμηνεία της πολιτικής πράξης  ως actingout–που τότε, στα χρόνια της αντίστασης επί χούντας με θύμωνε. Τι παράξενο, σήμερα εύχομαι ακόμα πιο πολύ να υπάρξει ανάλογη αντίσταση και πολιτική πράξη (actingout). Όπως λέει η Κ.Χ. στο «Αισχύλου “Πέρσες” Μια Ψυχοθεραπευτική Ανάγνωση»: «… στη σημερινή Ελλάδα της Κρίσης (ένα από τα κέντρα της Παγκόσμιας Κρίσης) μπορεί κανείς να παρατηρήσει τους Έλληνες να κλαίνε και να βρίζουν αλλά, για την ώρα ( ας ελπίσουμε ότι είναι μονάχα για την ώρα), δεν βλέπουν, ή, από τα τραύματα που έχουν υποστεί, δεν έχουν πια το ηθικό και την αίσθηση εμπιστοσύνης να αναζητήσουν προοπτική.»

Κατάθλιψη, λοιπόν. Και συμπληρώνω εγώ ως αδαής: κατάθλιψη, ευκαιρία για το πολύτιμο «ελάχιστο πένθος» και Lying Fallow, Αγρανάπαυση.

Η ζωγραφική ήταν το βασικό, το βασικότερο, μάλλον, και ακόμα προσπαθώ να εντάξω τα πάντα στον δισδιάστατο ζωγραφικό χώρο, θεωρώντας τον πιο κοντινό στο τι συμβαίνει μέσα στα βάθη. Δηλαδή, τον πλησιέστερο χώρο στον έμμεσο λόγο της τέχνης.

Ο τόμος με τα ανάλεκτα είναι ένας θησαυρός για κάποιον που ψάχνει να καταλάβει την κοινωνία γύρω του, για κάποιον που πιστεύει ότι τίποτα δεν αλλάζει και ΤΙΝΑ…! Φωτίζει την πλευρά που συνήθως είναι κρυμμένη ή κεκαλυμμένη, απίστευτη πολιτική βία, αρκεί να θυμόμαστε τους δολοφόνους του Ζακ και την υποτακτική συμπεριφορά του φονικού ανθρώπινου κύκλου γύρω από το λιντσάρισμα του.  Μπροστά σε τέτοια βία, ανηθικότητα, παθητικότητα δε μπορείς να πεις: Ναι, αλλά εγώ θα ζωγραφίσω…ναι, αλλά εγώ… ναι αλλά… και μένει μόνο το «Ναι» με κεφαλαίο.

Τα κείμενα, επιπλέον, εντοπίζουν και φωτίζουν την αίσθηση των ατομικών ευθυνών που συναποτελούν την όποια ομαδοποίηση. Κι όπως μας θυμίζει η φίλη μου Ιωάννα στο κείμενο της, τις σκέψεις του Γιαννακούλα, βοηθούν να βλέπουμε την Τραγικότητα στο Δράμα. Μια φράση του Αντρέα απαξιωτική: «Μαέστρο μου αυτός είναι ατραγικοποίητος»,

Θυμάμαι τώρα…Κάπου στην αρχή της επταετίας της χούντας στο Γαλλικό Ινστιτούτο έγινε μια ομιλία του Αντώνη Σαμαράκη, ήταν από τις πρώτες «κρυφές» συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας.

Όταν εμφανίστηκε ο Σαμαράκης στο έδρανο έπεσε μια τάφου σιωπή, κοιτάγαμε τον ομιλητή με προσδοκία σαν να περιμέναμε οδηγίες, αυτός μας ανταπόδωσε τη σιωπή μας με τη δική του σιωπή που κράτησε κάποια λεπτά.

Κοιτάζοντάς μας με αυτό το παράξενο ύφος του, ξεστόμισε την πρώτη του φράση: «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;», ξανά σιωπή. Το επανέλαβε κάνα δυο φορές, με παύσεις, κοιτάζοντας κατάματα το κοινό σαν ανακριτής: «Κανένας δε φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» είπε και έπεσε το αμφιθέατρο από το χειροκρότημα. Ένοιωσα ότι αυτή η «κλειδωμένη» φράση, με αυτόν τον άμεσο τρόπο που ειπώθηκε, έριξε καθαρό φως σε ένα ακροατήριο γεμάτο αστούς, διανοούμενους και καλλιτέχνες, σαν να τους έβαζε ενώπιον των ευθυνών τους, αλλά με την ευγένεια που χαρακτηρίζει την ψυχανάλυση.

Θα έλεγα ότι πρώτη φορά στη ζωή μου συμμετείχα όχι σε grouptherapyαλλά σε μαζική θεραπεία! Αυτός ο έμμεσος πολιτικός λόγος του Σ. στόχευε όχι μόνο στη διαμαρτυρία, περιείχε το ανάλεκτον: Τον σπαραγμό για μια νέα απειλή για την ανθρωπότητα, τον κίνδυνο της απάθειας. Ο ομιλητής ήταν κατήγορος, σαν να έβλεπε το σήμερα. Η ανθρωπότητα βαδίζει σε σκοτεινούς ατραπούς και ένας νέος μεσαίωνας αναβιώνει. Η απάθεια είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα απέναντι στον όλεθρο που καραδοκεί να σαρώσει τις κοινωνίες του κόσμου. Η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη, η ισότητα, ο πολιτισμικός και φυλετικός πλουραλισμός, η αδελφοσύνη εξαφανίζονται. Η πείνα, ο πόλεμος, οι εφιαλτικές συνιστώσες μιας νέας ηθικής, η διάβρωση των συνειδήσεων μεγεθύνονται και ο νέος, μεταπολεμικός κόσμος εθελοτυφλεί.

Το τέλος πλησιάζει απειλητικό και η πνευματική απάθεια και αναπηρία διογκώνονται.

Όπως γράφει ο Α.Αλαβάνος στο κείμενο του «Πέντε Σκέψεις Για Την Πολιτική…»:

«Απέναντι στον λαό, εμείς στην αριστερά, είμαστε συνεχώς αμφιθυμικοί, δεν έχουμε μια συναισθηματική σταθερότητα. Πλέουμε σε πελάγη ευτυχίας όταν βρυχάται απέναντι στην εξουσία. Περνάμε σε βαρύ πένθος όταν κοιμάται.»

Κι έρχομαι στο τρίτο «ιερό σκέλος», αυτό που με βασάνιζε από τα χρόνια της χούντας και ακόμα με βασανίζει: Στην τέχνη δεν είσαι υποχρεωμένος να ξέρεις, κι αυτό δεν σημαίνει ότι είσαι υπεράνω κριτικής, η πίστη στο ένστικτο της στιγμής είναι δομικό στοιχείο των εργαλείων σου, ένα μαγικό ραβδάκι στα χέρια σου για να μεταπλάθεις σχέσεις, αισθήματα, φόρμα, κατά βούληση και αλογόκριτα. Σήμερα, η διαδικασία μετάδοσης της γνώσης έχει χάσει το βάθος και έχει πάρει τη μορφή της πληροφορίας. Η πλήρης και σφαιρική γνώση έχει διασπαστεί σε μικρά μεγέθη αποσπασματικά, αντιστοιχώντας στον σημερινό διασπασμένο άνθρωπο, αποκομμένο από την ιστορία, τον τόπο και το παρελθόν του. Είναι φορές που το μαγικό ραβδάκι δε μπορεί ούτε να δακρύσει.

Κοιτάζουμε πίσω για να φωτίσουμε περισσότερο το σήμερα.  Όλα όσα γνωρίζουμε έχουν γίνει πριν από εμάς. Το να κοιτάζεις πίσω είναι η φυσική ανάγκη να μαθαίνεις την ιστορία. Η γνώση είναι τροφή και όχι στάση ζωής, ή κάποια τάση έκφρασης, και φυσικά η γνώση αφορά στο παρελθόν, αυτό που ήδη έχει γίνει. Ο Σεζάν έλεγε:«Αισθάνομαι ότι είμαι μέρος της παλιάς ρεαλιστικής παράδοσης  και ο μόνος οδηγός μου είναι η φύση». Δεν μπορώ να φανταστώ τον Σεζάν να προβληματίζεται αν θα συμπλέει ή όχι με τις τρέχουσες ορολογίες. Αυτός ο θεμελιωτής του μοντέρνου πνεύματος στη ζωγραφική, αισθανόταν ότι ο ίδιος είναι η συνέχεια κάποιων άλλων.

Επίλογος

Το Πόλις είναι ένα πνευματικό στέκι, όπως ήταν και το Floralκαι το Vox.

Το Πόλις το κλείνουν, η στοά θα αλλάξει, από πνευματικό στέκι θα μετατραπεί σε γκουρμέ μαγαζιά.  Κλείνουν τα μόνα στέκια που βρίσκαμε κάποιο βήμα να μιλάμε, να κάνουμε κριτική, να προσπαθούμε να σκαλίζουμε το βάθος πίσω και κάτω από τη στεγνή πληροφορία.

Κι όπως προφήτευε τότε ο Σαμαράκης, πολύ πριν από μνημόνια σε εποχή ευεξίας: «… Θα νεκρωθεί το ένστικτο της ελευθερίας με τη διαρκή υποταγή στον φόβο του πολέμου και στον φόβο της πείνας. Θα νεκρωθεί η δίψα της ελευθερίας. Οι γενιές που θα έρθουν κάποτε δεν θα έχουν το αισθητήριο της ελευθερίας. Αυτό θα είναι η υπέρτατη ποινή».

«Αλίμονο στον νέο των είκοσι χρόνων που δεν είναι επαναστάτης, που δεν είναι εξεγερμένος», και συνεχίζει: «΄Η θα διαλέξεις τη σιωπή για να μη χάσεις τη βολή σου, την ησυχία σου, ή θα αντιδράσεις, θα αντισταθείς, θα αγωνιστείς σε όλα αυτά τα αποτρόπαια, τα εφιαλτικά που γίνονται για σένα, υποτίθεται, αλλά χωρίς εσένα».

Προσυπογράφω την τελευταία φράση της Χαραλαμπάκη στο «Θεραπεία και Κρίση στην Ελλάδα», ως προσφορά του βιβλίου που επιμελήθηκε:

Όχι αυτοενοχοποίηση, αλλά λύτρωση, απελευθέρωση και αλληλεγγύη – αυτά αξίζει ο θεραπευτής να εμφυσήσει στην ελληνική οικογένεια της μεγάλης κρίσης.

[1] Τα χρόνια 1972–1985 ζούσα στο Λονδίνο. Αυτή η περίοδος η μετά την γαλλική εξέγερση του 1968, η νέα μαρξιστική σκέψη με τη σημειολογική σχολή, κυρίως τη γαλλική (RolandBarthes) και τη νεανική έκρηξη της σεξουαλικής απελευθέρωσης, τα παιδιά των λουλουδιών), τα SexandPolitics, WilhelmReichκ.λπ., μπήκε σε αχαρτογράφητα μέχρι τότε εδάφη, με τεράστιο αντίκτυπο, που κατά τη γνώμη μου εξακολουθεί να επηρεάζει την επιστημονική και φιλοσοφική έρευνα:  R. D. Laing, D. G. Cooper, JohnBergerκαι βασικά η ψυχαναλυτική βιβλιογραφία άρχισαν να απασχολούν τη Συστημική Σκέψη –όπως την ονομάζουμε σήμερα– με την οικογενειακή ψυχοθεραπεία, την αποϊδρυματοποίηση (τα πειραματικά κτίρια αυτοδιαχείρησης ψυχασθενών του R.D. Laing), και, τελικά, τη σύνδεση της ψυχαναλυτικής σκέψης και θεωρίας με την κοινωνική πραγματικότητα (NHS, NatinoalHealthService, εκπαίδευση, κ.α.). Γενικά, η ψυχανάλυση πρωταγωνιστεί και συγκρούεται με τη δεδομένη ως κυρίαρχη αριστερά. Τα πρώτα χρόνια ήμουνα κυριολεκτικά χωρισμένος στα δύο: ψυχανάλυση v/sπολιτική. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβω πόσο συνδεδεμένα είναι και πόσο το ένα τροφοδοτεί το άλλο: Η αιώνια σύνδεση του ατόμου με το σύνολο. Το παράδειγμα του Πολυτεχνείου, που για πρώτη φορά έλεγα τη λέξη «εξέγερση» και εννοούσα το πλήθος και όχι κάποιον αρχηγό.

Παραθέτω μέρος της βιβλιογραφίας που με απασχόλησε εκείνα τα χρόνια και που, κατά τη γνώμη μου, είναι σημαντική στη διαμόρφωση της σημερινής σκέψης.

Βιβλιογραφία:

JohnBerger

Ways of Seeing  (1972)

About Looking (1980)

A Painter of Our Time (1958)

Anton Ehrenzweig

“The Hidden Order in Art”, 1967

Marion Milner

“On not Being Able to Paint”

Masud Khan

“The Privacy of the Self”, 1974

Adrian Stokes

“The Invitation in Art”, preface by Richard Wollheim, 1965

Kris Ernst

Psychoanalytic Exploration in Art (1952)

Laing, R.D. (1960) The Divided Self: An Existential Study in Sanity and Madness. Harmondsworth: Penguin.

Laing, R.D. (1961) The Self and Others. London: Tavistock Publications.[36]

Laing, R.D. and Cooper, D.G. (1964) Reason and Violence: A Decade of Sartre’s Philosophy. (2nd ed.) London: Tavistock Publications Ltd.

Laing, R.D. (1971) The Politics of the Family and Other Essays. London: Tavistock Publications.

Κυριάκος Κατζουράκης, 1/10/2019