2500 χρόνια μετά…

Ομάδα Μελέτης Αρχαιοελληνικής Τραγωδίας

Κατερίνα Θεοδωράκη, Παιδοψυχίατρος- συστημική ψυχοθεραπεύτρια

 

Περίληψη

Θα περιγράψω στο παρόν άρθρο τη δραστηριότητα της ΕΕΣΣΚΕΨΟ, την Ομάδα Μελέτης Αρχαιοελληνικής Τραγωδίας (ή Γραμματείας), που βρίσκεται σε εξέλιξη πέντε χρόνια τώρα, σε συχνότητα 1 συνάντηση/μήνα, προσπαθώντας να σκιαγραφήσω τι θεραπευτικό εμπεριέχει η αρχαιοελληνική τραγωδία, αλλά και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο  τι μας προσφέρει στον ρόλο μας ως  θεραπευτών, και ειδικά όταν η συζήτηση για την τραγωδία γίνεται μέσα σε μια ομάδα θεραπευτών. Η παρακάτω ανάλυση προέκυψε από τη μελέτη διαφόρων κειμένων, αλλά και από την αλληλεπίδραση με την Ομάδα Μελέτης. Επέλεξα να την κάνω, εμπνεόμενη από τη μελέτη της θρησκείας του Διονύσου (θεραπευτής θεός), στον οποίο ήταν αφιερωμένη η τραγωδία, αλλά και από τη μελέτη του Νίτσε για την τραγωδία που αναλύει τη διάσταση του συλλογικού (ή έννοια του «ανήκειν»).

 

Ομάδα Μελέτης και αναστοχασμοί

Τι θέλουμε εμείς οι θεραπευτές να μάθουμε από τα λογοτεχνικά αυτά κείμενα; Η προσδοκία μας είναι να εμπλουτίσομε τη δουλειά μας, χωρίς να φτωχύνουμε την τέχνη της ποίησης.

Πριν από λίγα χρόνια, εν μέσω κοινωνικοοικονομικής κρίσης, σε μια εποχή που η ανάγκη για ανατροφοδότηση και αναστοχασμό ήταν μεγαλύτερη από ποτέ, διάβασα τον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, και σαν ξαφνικά να ανοίχτηκε ένας καινούριος κόσμος μπροστά μου, τον οποίον ψάχνω από τότε όλο τον ελεύθερο χρόνο μου, με όλο και μεγαλύτερο ανατροφοδοτούμενο ενθουσιασμό και γοητεία. Όμως, γρήγορα κατάλαβα ότι τα διαχρονικά αυτά κείμενα επιδέχονται πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, και παραπέμπουν σε θεραπευτικές διεργασίες, και εξ’ αυτού μια ομάδα μελέτης θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει το βάθος της ανάγνωσης, γιατί ο καθένας θα μπορούσε να συνεισφέρει με τους συνειρμούς του κάτι διαφορετικό και μοναδικό, αλλά ένιωθα και την επιθυμία να μοιραστώ αυτή την ευχαρίστηση έχοντας και την περιέργεια για το πώς οι άλλοι θα δουν αυτά τα κείμενα. Στο βάθος οι ιστορίες δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα άτομο που λέει σε ένα άλλο: «Έτσι τα νιώθω τα πράγματα εγώ. Καταλαβαίνεις τι λέω; Τα νιώθεις κι εσύ έτσι;» (Καζούο Ισιγούρο, ομιλία στην απονομή Νόμπελ Λογοτεχνίας, 2017). Ως γνωστόν, η ομάδα δεν είναι, απλώς, το άθροισμα των ατόμων αλλά κάτι πολύ περισσότερο. (Ομάδα: χώρος όπου εξελίσσεται μια διεργασία ανταλλαγής νοημάτων, όπως στη θεραπεία).

Με αφορμή, λοιπόν, την παραπάνω εμπειρία με τον Φιλοκτήτη, πρότεινα στην ΕΕΣΣΚΕΨΟ, πριν από πέντε χρόνια, και ξεκινήσαμε μια ομάδα μελέτης της αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Η μελέτη των ποιητικών αυτών κειμένων, με διαχρονική και οικουμενική αξία, είναι μια εξαιρετικά πλούσια εμπειρία, που δημιουργεί στους ψυχοθεραπευτές γόνιμες σκέψεις, με προεκτάσεις ψυχοθεραπευτικές. Στην ομάδα ήρθαν και τρεις φιλόλογοι, που είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αρχαιοελληνική τραγωδία, για να εμπλουτίσουν τον διάλογό μας με τις γνώσεις τους.

Η ομάδα συναντιέται μια φορά τον μήνα, στην αρχή από κοντά και μετά την πανδημία διαδικτυακά, για δύο ώρες, αφού προηγουμένως έχουμε ορίσει από την προηγούμενη φορά και έχουμε διαβάσει, από μετάφραση, μια τραγωδία. Η συζήτηση γίνεται, συνήθως, σε δύο κύκλους: Ο πρώτος εστιάζει στις εντυπώσεις και τα σχόλια που έχει ο καθένας για το κείμενο, ενώ ο δεύτερος κύκλος επεξεργάζεται αυτά που ειπώθηκαν στον πρώτο κύκλο. Επιπλέον, συζητάμε για τις ενδεχόμενες προεκτάσεις στην ψυχοθεραπευτική μας εργασία. Ο διάλογος οδηγεί τα μέλη σε νέους στοχασμούς και αναστοχασμούς, που συνεχίζονται στη σκέψη μας και μετά το τέλος της κάθε συνάντησης.

Ο στόχος μας δεν είναι να ερμηνεύσομε τον ποιητή και το έργο του, όπως είναι ο στόχος του φιλολόγου, αλλά να καταλάβουμε πώς λειτουργεί σήμερα, μέσα μας, στο ψυχικό επίπεδο, καταρχήν στο επίπεδο της ομάδας μελέτης, και κατά δεύτερο στη δουλειά μας.

Αντικείμενο μελέτης των τραγικών ποιητών είναι ο άνθρωπος, όπως ακριβώς δικό μας αντικείμενο μελέτης είναι πάλι ο άνθρωπος. Με λίγα λόγια, αφήνουμε το κείμενο να μας εμπνεύσει, να μας αγγίξει, να στοχαστούμε πάνω σ’ αυτό. Ταυτόχρονα, όμως, είναι σαν να κάνουμε μια διεύρυνση του πλαισίου παρατήρησής μας στον χρόνο προς τα πίσω, δηλαδή ένα είδος γενεογράμματος του πολιτισμού, αλλά και διεύρυνση του πλαισίου παρατήρησής μας προς άλλες προσεγγίσεις, όπως, προς την πλευρά της ανθρωπολογίας, της κοινωνιολογίας και άλλων επιστημών, καθώς μελετάμε και ανταλλάσσομε άρθρα από άλλα πεδία μελέτης της αρχαιοελληνικής τραγωδίας.

Το Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο είναι τέχνη, και υπήρξε συλλογικός διαγωνιστικός θεσμός, που σχολιάζει ταυτόχρονα και δρα στο βιολογικό (μέσω της ψυχικής ευχαρίστησης που δημιουργεί), στο ψυχικό, στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, με έναν τρόπο που λειτουργεί ως παιδεία, θεραπεία, εξανθρωπίζοντας τον άνθρωπο. Ο εξανθρωπισμός είναι βασική συνιστώσα της παιδείας (Φρανσουάζ Ντολτό).

Οι τραγωδίες είναι πηγές διαχρονικής και οικουμενικής έμπνευσης, βαθύτατα συγκινητικά ανθρώπινες. Μόνο η Αντιγόνη του Σοφοκλή έχει εμπνεύσει 30 όπερες, σε παγκόσμια κλίμακα, για να μην αναφέρομε τις υπόλοιπες καλλιτεχνικές δημιουργίες (θεατρικά έργα, ταινίες κ.λπ.). Γιατί λοιπόν να μην εμπνεύσει κι εμάς;

Αν το δούμε από τη σκοπιά της συστημικής θεωρίας, η ελληνική τραγωδία είναι κατεξοχήν διαλεκτική στη δομή της (θέση, αντίθεση, σύνθεση) και χρησιμοποιεί τον Χορό ως αναστοχαστική ομάδα, που επεξεργάζεται τη δράση σ ένα άλλο επίπεδο, όπως η ομάδα πίσω από τον «μονόδρομο καθρέφτη», ενώ σε κάποια δράματα βλέπουμε ότι ο από μηχανής θεός είναι ο επόπτης που μπορεί να δει από ένα άλλο, πιο έξω επίπεδο, τη δράση, και να βοηθήσει στη λύση, όταν η κατάσταση είναι αδιέξοδη (9).

Ξέρουμε ότι οι παραστάσεις της αρχαίας τραγωδίας είχαν θεραπευτικό στόχο στα Ασκληπιεία, για τους ασθενείς και τους συνοδούς τους (Λαμπρινουδάκης).

Αυτό που έχουμε παρατηρήσει στη δική μας ομάδα, είναι ότι η συζήτηση τους μας ξεκουράζει, μας ανανεώνει. Νομίζω ότι λειτουργεί ως ένας μεταβατικός χώρος πολιτισμικής εμπειρίας, που μας συνδέει. Ο Winnicott έχει πει: «Η αλληλενέργεια ανάμεσα στην πρωτοτυπία και την αποδοχή της παράδοσης ως βάσης για την επινοητικότητα, είναι ένα συναρπαστικό παράδειγμα της αλληλενέργειας ανάμεσα στον χωρισμό και την ένωση. Στους μύθους που είναι προϊόν της προφορικής παράδοσης, κοινή “δεξαμενή” της ανθρωπότητας, μπορούμε όλοι να αντλήσουμε, αν έχουμε κάποιο χώρο να βάλουμε ό,τι έχουμε βρει. Οι πολιτιστικές εμπειρίες προμηθεύουν το στοιχείο της συνέχειας στην ανθρώπινη φυλή, που ξεπερνά την ατομική ύπαρξη. Οι πολιτιστικές εμπειρίες είναι άμεση συνέχεια του παιγνιδιού». Ο χώρος όπου τοποθετείται η πολιτιστική εμπειρία βρίσκεται στο δυνητικό διάστημα ανάμεσα στο άτομο και το περιβάλλον, που δυνητικά ενώνει και χωρίζει. Ο δυνητικός αυτός χώρος, μεταξύ βρέφους και μητέρας, μεταξύ παιδιού και οικογένειας, μεταξύ ατόμου και κοινωνίας ή κόσμου, εξαρτάται από την εμπειρία που οδηγεί στην εμπιστοσύνη και μπορεί να θεωρηθεί ιερός για το άτομο.

Στην περίπτωσή μας, η αρχαιοελληνική τραγωδία είναι μια δεξαμενή αξιοπιστίας στον άνθρωπο και στα πάθη του, τα οποία «βλέπει» με συμπάθεια και απέραντη αποδοχή. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για το παιγνίδι.

Ο Μαρξ στην «Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», αναρωτιέται εάν τα προϊόντα της τέχνης είναι συνδεδεμένα με ένα καθορισμένο ιστορικό πλαίσιο… Αν η γέννησή τους, οι δομές τους, οι σημασίες τους, γίνονται κατανοητές μόνο μέσα σε αυτό το πλαίσιο και με αυτό… Τότε πώς να εξηγήσουμε το γεγονός ότι παραμένουν ζωντανά, ότι συνεχίζουν να μας μιλούν, ακόμα και όταν οι μορφές της κοινωνικής ζωής έχουν αλλάξει σε όλα τα επίπεδα και οι αναγκαίες συνθήκες για την παραγωγή τους έχουν χαθεί; Με άλλα λόγια, πώς είναι δυνατόν να επιβεβαιώνουμε τον ιστορικό χαρακτήρα των τραγικών έργων, ενώ ταυτόχρονα διαπιστώνουμε τη διαρκή παρουσία τους διαμέσου των αιώνων, τη διιστορικότητά τους; Η δυσκολία, θα πει ο Μαρξ, βρίσκεται στο γεγονός ότι δίνουν ακόμα μια αισθητική απόλαυση που, κάτω από ορισμένες απόψεις, μάς χρησιμεύουν ως κανόνες, αποτελούν για μας ένα απρόσιτο πρότυπο. Για τον Μαρξ, η αρχαία Ελλάδα είναι η παιδική ηλικία της ανθρωπότητας και μας ελκύει όπως μας ελκύει ένα φυσιολογικό παιδί, με την αφέλεια και τη φρεσκάδα του, που ασκεί γοητεία στον ενήλικα, γιατί ξαναβρίσκει σ’ αυτήν, μέσα από μια φυσική και αυθόρμητη μορφή, τις απαρχές αυτού που οδήγησε στην ωριμότητα του, δηλαδή ξαναβρίσκει μια φάση του εαυτού του που είναι πολύτιμη, γιατί έχει για πάντα χαθεί.

Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η προσέγγιση του Μαρξ, γιατί συνδέει, όπως ο Winnicott, την πολιτιστική εμπειρία και απόλαυση με την παιδική ηλικία και τα μεταβατικά φαινόμενα. Η παραγωγή στην τέχνη, δεν δημιουργεί μόνο ένα «αντικείμενο για το υποκείμενο», αλλά ένα «υποκείμενο για το αντικείμενο», δηλαδή διαμορφώνει τον ακροατή- θεατή (και, γιατί όχι, και τον θεραπευτή). Ο Pietro Barbetta τελείωσε την ομιλία του στη φετινή ημερίδα του ΜΕΤΑΛΟΓΟΥ, λέγοντας «Διαβάζετε Αισχύλο και Σοφοκλή για να γίνετε καλύτεροι θεραπευτές».

Αλλά τι είναι ο τραγικός άνθρωπος; Ο Jean Pierre Vernant, επισημαίνει δύο σημεία: 1) Η τραγωδία αντλεί τα θέματά της από τον ηρωικό μύθο, ο ήρωας, όμως, παύει να παρουσιάζεται ως πρότυπο και γίνεται πρόβλημα, ένα πρόβλημα – αίνιγμα, χωρίς απάντηση, που το διπλό του νόημα μένει πάντα να αποκρυπτογραφηθεί (σε κάθε εποχή, σε κάθε κοινωνία). 2) Μέσω της μίμησης, ο θεατής βιώνει τη θεατρική ψευδαίσθηση (συνειδητοποίηση του φαντασιακού), η οποία είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα του τραγικού θεάματος. Το ενδιαφέρον, εδώ, είναι (όπως συμβαίνει και στο παιγνίδι), πως όταν το φαντασιακό παύει να υπάρχει και γίνεται πραγματικό, ο στόχος της τραγωδίας χάνεται. Αυτό συνέβη με μια τραγωδία του Φρυνίχου «Μιλήτου Άλωσις» (αναφέρει ο Ηρόδοτος ότι έκλαιγαν όλοι οι θεατές γιατί θυμήθηκαν την άλωση της Μιλήτου που είχε συμβεί πριν από δύο χρόνια). Τότε το δράμα αυτό απαγόρευσαν να ξαναπαιχτεί, και ο Φρύνιχος πλήρωσε πρόστιμο 1000 δραχμές. Αυτό θυμίζει το παιγνίδι του μικρού παιδιού που μπορεί να διακοπεί όταν στον χώρο του εισβάλλει η πραγματικότητα. Κατ’ αντιστοιχία, όταν, δηλαδή, η τραγωδία παύει να διαδραματίζεται στον μεταβατικό χώρο του φαντασιακού, «παίρνει πρόστιμο», γιατί παύει να λειτουργεί θεραπευτικά, δεν επιτελεί τον σκοπό της.

Ο Αριστοτέλης θα πει ότι η τραγωδία έχει μεγαλύτερη αξία και περισσότερη αλήθεια από την ιστορία, με το να αρνείται να τοποθετηθεί στον χώρο των σύγχρονων γεγονότων. Χάρη στην ελευθερία που της εξασφαλίζει το φαντασιακό στοιχείο του μύθου, η τραγωδία προσεγγίζει το γενικό (τα «καθόλου»), ενώ η ιστορία παραμένει στο μερικό (τα «καθ’ έκαστον»).

Το δράμα φανερώνει το παιγνίδι των αντιφατικών δυνάμεων στις οποίες είναι υποταγμένος ο άνθρωπος. Η τραγωδία θέτει ερωτήματα γενικής σημασίας στον θεατή σχετικά με την ανθρώπινη κατάσταση, τα όρια της,  το πεπερασμένο της. Η τραγωδία, έτσι, κατέχει ένα είδος γνώσης, είναι μια θεωρία που αφορά στα ανθρώπινα ζητήματα.

Ξέρουμε πως η ανάγνωση τραγωδιών χρησιμοποιείται σήμερα σε βετεράνους του πολέμου από το Ιράκ με μετατραυματική διαταραχή του στρες, θεραπευτικά σε ομάδες (Φιλοκτήτης και Αίας του Σοφοκλή).

Θα ξαναγυρίσω, τώρα, στην ομάδα που συζητάμε τις τραγωδίες. Το ερώτημα είναι τι βρίσκουμε στις τραγωδίες που μας κάνει να συνεχίζουμε να συναντιόμαστε  και να συζητάμε γι’ αυτές;

Είναι σαν να κάνεις μια στροφή στον χρόνο και βρίσκεσαι 2500 χρόνια πίσω, όταν ακόμα δεν είχαν διαχωριστεί και ήταν ενιαία, η φιλοσοφία, η ψυχολογία, οι ανθρωπιστικές επιστήμες, η πολιτική επιστήμη, η ανθρωπολογία, οι κοινωνικές επιστήμες, η ψυχοθεραπεία, η παιδαγωγική. Εδώ, βρίσκουμε ενιαίο, ως όλον, αυτό που προσπαθούμε να πετύχουμε συνθέτοντας τις επιμέρους επινοήσεις μας.

 

Η ομάδα  μελέτης εργάστηκε πάνω σε 3 άξονες, μελετώντας το αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Ο 1ος άξονας ήταν ο τροφοδότης (τροφός) της απόλαυσης να μελετάς τόσο πολυδιάστατα κείμενα και ταυτόχρονα τόσο λιτά και φωτεινά γραμμένα, που είναι μια πηγή δροσιάς για τη σκέψη και τον νου μας, μια πηγή ενέργειας που μας ξεκουράζει (μεταβατικός χώρος).

Ο 2ος άξονας ήταν, θα έλεγα, ένα είδος  «πολιτισμικού γενεογράμματος» (ας μου επιτραπεί ο νέος όρος), που μας οδηγεί να κάνουμε συνδέσεις με το σήμερα, ορμώμενοι από την αρχαιότητα.

Ο 3ος άξονας ήταν πώς θα αξιοποιηθεί αυτή η δουλειά στη θεραπεία. Κι έτσι, ενώ συζητούσαμε τα αρχαία κείμενα, συχνά κάναμε συνδέσεις με ζητήματα της θεραπευτικής μας δουλειάς και φτάναμε να συζητάμε για τις οικογένειες ή τα άτομα που έχουμε σε θεραπείες.

Η τραγωδία κινείται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα, το ατομικό (απολλώνιο) και το συλλογικό (διονυσιακό).

Τι εισπράττει, όμως, σήμερα, ο αναγνώστης από τα κείμενα του αττικού θεάτρου; Ο Αριστοφάνης στους Βατράχους θα βάλει τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη να συμφωνήσουν σε ένα πράγμα (γιατί σε όλα τα άλλα διαφωνούν): Ότι το θέατρο είναι ο κατεξοχήν παιδαγωγικός τρόπος για την εκπαίδευση των εφήβων.

Εμείς, σήμερα, ως αναγνώστες-συστημικοί θεραπευτές, τι μαθαίνουμε απ’ αυτά; Πώς αναδομούμε τη δική μας δουλειά ή πώς την εμπλουτίζουμε;

Θα προσπαθήσω να περιγράψω κάποια κοινά χαρακτηριστικά της αρχαίας τραγωδίας που αντανακλούν θεραπευτικές έννοιες.

  • Καταρχήν, στην τραγωδία τα θέματα διαπραγματεύονται κάποιο ακραίο τραυματικό γεγονός. Παρά το ό,τι είναι πάντα ξεκάθαρο σε ποιόν ανήκει η ευθύνη, ποτέ ο έχων την ευθύνη δεν κατηγορείται, δεν στιγματίζεται, σαν άνθρωπος έχει δικαίωμα στη συμπόνια, έχει δικαίωμα στην κατανόηση (τα κείμενα αντανακλούν την ενσυναίσθηση για όλους τους ήρωες).
  • Οι δραματικές διαδικασίες που οδηγούν στο δραματικό αποτέλεσμα αναλύονται διεξοδικά, γιατί αυτό που ενδιαφέρει είναι πώς έφτασαν εκεί (διεργασία).
  • Υπάρχει πάντα ο Χορός που λειτουργεί αναστοχαστικά, έξω από τη διεργασία της δράσης, βλέποντας τα πράγματα από μια διαφορετική οπτική γωνία, πιο απομακρυσμένη, συλλογική, έξω από την ατομικότητα του ήρωα.
  • Επεξεργάζεται, ταυτόχρονα, σε ατομικό (απολλώνιο κατά Νίτσε) και συλλογικό-αίσθημα του «ανήκειν» (διονυσιακό κατά Νίτσε) και πολιτικό επίπεδο τα θέματά της, δεν τα διαχωρίζει. Σύμφωνα με τον Walter Nestle η τραγωδία γεννιέται όταν αρχίζει κανείς να κοιτάζει τον μύθο με τα μάτια του πολίτη (μέλους της πόλης).
  • Παίρνει τα θέματά της από την ελληνική μυθολογία, (αφηγήσεις που έχουν διαχρονική αξία και αντιπροσωπεύουν την πανάρχαια ασυνείδητη γνώση) που, όμως, ο κάθε ποιητής τα επεξεργάζεται με έναν δικό του δημιουργικό τρόπο, δίνοντας έμφαση σ’ αυτό που επιθυμεί να τονίσει. Σύμφωνα με τον Walter Burkett, οι μύθοι συμβάλλουν στη δημιουργία μιας «συνειδητής ομαδικής ταυτότητας».
  • Οι θεοί (φύση, τυχαίο, απρόβλεπτο, θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα), συμμετέχουν στην αιτιότητα, ταυτόχρονα με την ανθρώπινη ευθύνη, χωρίς να αποδυναμώνεται ούτε το ένα ούτε το άλλο.
  • Αποκαλούν τους ανθρώπους θνητούς, για να υπενθυμίζουν το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης, που όμως δεν λειτουργεί μηδενιστικά και απαισιόδοξα, αλλά στο όλο πλαίσιο της τραγωδίας λειτουργεί με έναν ενωτικό για τους ανθρώπους τρόπο, τους συνενώνει στην ανθρώπινη πραγματικότητα.
  • Έχει διαλεκτική δομή (θέση- αντίθεση- σύνθεση).
  • Τελειώνει με την «κάθαρση» κατά Αριστοτέλη.
  • Απαντά σε μια συλλογική μεταφυσική ανάγκη, και μέσω αυτής ανακουφίζει υπαρξιακές αγωνίες (Νίτσε).
  • Η πολυεπίπεδη αφήγηση επιδρά στις δικές μας αφηγήσεις για τις αφηγήσεις των θεραπευομένων μας.
  • Ο Αριστοτέλης, όταν αναφέρεται στην καλλίστη τραγωδία, λέει ότι οι πράττοντες της τραγωδίας μεταπίπτουν από μια κατάσταση Α σε μια κατάσταση Β, και η μεταβολή αυτή δίνει το μέτρο της λειτουργικής ή μη λειτουργικής τραγωδίας (Γιατρομανωλάκης). Αυτό μας θυμίζει τον Bateson όταν λέει ότι «η διαφορά κάνει τη διαφορά».
  • Πολύ συχνά θύτης και θύμα δεν ξεχωρίζουν, όλοι πάσχουν.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το αρχαιοελληνικό θέατρο ξεκίνησε από τη λατρεία του Διονύσου. Ο διθύραμβος από τον οποίον προήλθε η τραγωδία είναι ο θρίαμβος (νίκη-αναγέννηση) του Διονύσου. Η δομή της τραγωδίας (πάροδος-αγών-έξοδος) είναι ίδια με αυτή του Εποχικού Δράματος του Διονύσου (πομπή-αγών-κώμος) (Λεκατσάς). Μέσα στον θίασο του Διονύσου, μέσα στην έκσταση, το άτομο χάνει τα όριά του και γίνεται ένα με τον θεό, γίνεται Βάκχος, γεύεται σαν υπέρτατη ηδονή την ένωσή του με το θείο (από δω προέρχεται η λέξη ενθουσιασμός). Ο Διόνυσος είναι ένας θνήσκων θεός που πεθαίνει και ανασταίνεται κάθε χρόνο. Στα Μεγάλα Διονύσια γιορταζόταν ο Διόνυσος ο Ελευθερεύς.

Στην ελληνική τραγωδία ο κανόνας τίθεται για να μπορεί, ακριβώς, να παραβιαστεί , ή επειδή έχει ήδη παραβιαστεί, και γι’ αυτόν τον λόγο η τραγωδία ανήκει στον χώρο του Διονύσου, θεού της σύγχυσης, θεού της παράβασης, θεού της μεταμόρφωσης.

Θα παραθέσω, παρακάτω, μια επιλογή από το έργο του Νίτσε, «Η γέννηση της τραγωδίας», που εμένα, τουλάχιστον, με βοήθησε να κατανοήσω το τραγικό φαινόμενο.

Ο Νίτσε μιλά για το απολλώνιο και το διονυσιακό πνεύμα στην αρχαιοελληνική τραγωδία. Το απολλώνιο αναφέρεται στην ψευδαίσθηση της εικόνας, του ονείρου, της ατομικότητας, που κάνει υποφερτή την πραγματικότητα της ύπαρξης (επική ποίηση, πλαστική τέχνη), ενώ το διονυσιακό είναι αυτό που συνενώνει με την απώτατη αρχή του κόσμου, είναι ο θεός της μέθης, της ένωσης με τη Φύση.

Η ύπαρξη του κόσμου μόνο ως αισθητικό φαινόμενο μπορεί να δικαιωθεί, λέει ο Νίτσε. Η απολλώνια μορφή χαρίζει νόημα στο καθετί, σχετίζοντάς το με τη ζωή, η διονυσιακή σοφία, όμως, ξέρει ότι αυτό το νόημα είναι αίολο, γιατί πατά στην έλλειψη νοήματος της ίδιας της ζωής (η ζωή είναι νοηματοδότης αλλά η ίδια δεν έχει νόημα), άρα αυτή η γνώση απειλεί τη ζωή. Η ελληνική τραγωδία γεννιέται, κατά τον Νίτσε, όταν συμφιλιώνονται οι δύο αντίπαλοι θεοί, ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος (ας σημειώσουμε εδώ πως και οι δύο είναι θεραπευτές-θεοί)*.  Ο ποιητής της ελληνικής τραγωδίας συνθέτει τον απολλώνιο και τον διονυσιακό καλλιτέχνη. Απαντά, ταυτόχρονα, στην ανθρώπινη ανάγκη να είσαι άτομο αλλά και, περιστασιακά, να χάνεις τα όρια ανήκοντας στην ομάδα. Το δράμα είναι η απολλώνια αναπαράσταση διονυσιακών ιδεών και επιρροών. Ο Σάτυρος ήταν η βαθιά φωνή της φύσης, την οποία ο Έλληνας είχε μάθει να κοιτάζει με σεβάσμιο θαυμασμό.

«Την τρομερή δύναμη της ελληνικής τραγωδίας και την αξία της την αντιλαμβανόμαστε μόνο όταν θα μας φανερωθεί, όπως στους Έλληνες, σαν ανακεφαλαίωση όλων των προφυλακτικών και σωτήριων δυνάμεων, σαν μεσολαβήτρια μεταξύ των δυνατότερων και καθαυτό πιο επικίνδυνων ενστίκτων του λαού», θα γράψει ο Νίτσε. «Στην τραγωδία ο Διόνυσος μιλά τη γλώσσα του Απόλλωνα και ο Απόλλωνας τη γλώσσα του Διονύσου και στο σημείο αυτό έχει επιτευχθεί ο υπέρτατος σκοπός της τραγωδίας και όλης της τέχνης».

Ο Νίτσε εξηγεί την απόλαυση της τραγωδίας και την κάθαρση, όχι ως ηθικοθρησκευτική δικαίωση, αλλά ως ταυτόχρονη απολλώνια και διονυσιακή συγκίνηση του θεατή (μεταφυσική της τέχνης). Το ανώτερο πάθος μπορεί να μην είναι παρά ένα αισθητικό παιγνίδι. Αυτό μας θυμίζει ένα διονυσιακό φαινόμενο, κατά Νίτσε, το παιγνιώδες χτίσιμο και γκρέμισμα του κόσμου της ατομικότητας σαν απόρροια μιας πρωταρχικής χαράς, με τον τρόπο που ο Ηράκλειτος σύγκρινε τη δημιουργική του κόσμου δύναμη με παιδί που, παίζοντας, μαζεύει εδώ κι εκεί πέτρες και χτίζει σωρούς από άμμο για να τους γκρεμίσει ξανά και ξανά. «Η μεταφυσική παρηγοριά με την οποία μας αφήνει κάθε αληθινή τραγωδία είναι ότι η ζωή στο βάθος των πραγμάτων και σε πείσμα της αστάθειας των φαινομενικοτήτων, παραμένει αδιατάραχτα ισχυρή και γεμάτη χαρά, η παρηγοριά αυτή φανερώνεται με σαφήνεια στον χορό των Σατύρων, ως χορός φυσικών οντοτήτων, που η ζωή τους μένει ακατάλυτη κάτω από κάθε πολιτισμό».

Μήπως αυτή η μεταφυσική παρηγοριά είναι, εντέλει, η σύνθεση του ατομικού με το συλλογικό, η ανάγκη, δηλαδή, να είναι ο άνθρωπος και διαφοροποιημένος, ως άτομο, και ταυτόχρονα μέλος (να ανήκει) ενός ευρύτερου όλου;

Στον χορό των Σατύρων θα βρούμε πολλά κοινά σημεία με το καρναβάλι. Το καρναβάλι δεν το παρακολουθούν, ζουν μέσα σ’ αυτό, και ζουν όλοι, επειδή από την ίδια την έννοιά του είναι πάνδημο, έχει οικουμενικό χαρακτήρα. Στον Bachtin θα βρούμε, χωρίς να το ονοματίζει έτσι, τη διάκριση που κάνει ο Νίτσε, στο Απολλώνιο και Διονυσιακό πνεύμα στην τέχνη. Στις λαϊκογιορταστικές μορφές του Ραμπελαί, όπως τις περιγράφει ο Bachtin, θα βρούμε πολλές αναλογίες με τις γιορτές του Διονύσου (γκροτέσκο), σε αντίθεση με το απολλώνιο πνεύμα της επίσημης τέχνης των Νέων Χρόνων.

Τελειώνοντας αυτό το κείμενο, είδα ότι περνώ από την τραγωδία στην Ομάδα Μελέτης και από την Ομάδα Μελέτης πάλι πίσω στην τραγωδία, κ.ο.κ., σαν αυτά τα δύο να είναι δύσκολο να διαχωριστούν, το ένα διαπλέκεται με το άλλο, τουλάχιστον στη δική μου σκέψη.

Επίλογος:

Το βίωμά μου από την ανάγνωση της ελληνικής τραγωδίας και τη συζήτηση των στοχασμών στην ομάδα, θα μπορούσα να το περιγράψω με το παρακάτω ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ:

«Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς θα εφεύρει η ζωή (και ο άνθρωπος)**ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας».

 


*Ο Διόνυσος προϋπάρχει στους Δελφούς, του Απόλλωνα. Μετά μοιράζονται το ίδιο ιερό. Η λατρεία του Διονύσου γίνεται τον χειμώνα τις νυκτερινές ώρες, πάνω στο βουνό, ενώ ο Απόλλων είναι ο θεός του φωτός. Ο Διόνυσος είναι ο πιο μητριαρχικός θεός του ελληνικού πανθέου, ο Απόλλων είναι πατριαρχικός. Ο Διόνυσος είναι άπολις, από τη μια λαϊκός θεός και πανελλήνιος από την άλλη.

** Η παρένθεση δική μου.


 

Βιβλιογραφία

  1. Μύθος και τραγωδία στην Αρχαία Ελλάδα, Jean Pierre Vernant- Pierre Vidal Naquet, Ζαχαρόπουλος.
  2. Το παιδί, το παιχνίδι και η πραγματικότητα, Donald Winnicott, Καστανιώτης.
  3. Ποιητική Αριστοτέλης, Εστία.
  4. Η γέννηση της τραγωδίας, Νίτσε, Εστία.
  5. Ποίηση, Αγγελάκη-Ρουκ, Καστανιώτης.
  6. Walter Burkett: Η δημιουργία του ιερού, Ενάλιος, 2017.
  7. Αριστοφάνης, Βάτραχοι, Εστία.
  8. Λαμπρινουδάκης, ΙΑΣΙΣ, υγεία, νόσος, θεραπεία από τον Όμηρο στον Γαληνό (Εκδόσεις Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης 2014, Υπουργείο Πολιτισμού.
  9. Περιοδικό ΕΕΣΣΚΕΨΟ, τεύχος 9, Κατερίνα Θεοδωράκη.
  10. Λεκατσάς Παναγής: Διόνυσος, καταγωγή και εξέλιξη της διονυσιακής θρησκείας, Καστανιώτης.
  11. Μ. Bachtin: Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, (Π.Ε.Κ.).
  12. Γ. Γιατρομανωλάκης: Δυο μελέτες για την αρχαία τραγωδία. Εκδ. Καρδαμίτσα.

http://epub.lib.uoa.gr/index.php/epetirisphil/article/viewFile/1351/1565

https://www.researchgate.net/publication/229551767_Nietzsche’s_Metaphysics_in_the_Birth_of_Tragedy

https://www.jstor.org/stable/20717702?seq=1

https://via.library.depaul.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1122&context=etd

https://www.artsrn.ualberta.ca/symposium/files/original/903cfbf9a4f6b5e1626b45be0f209a8b.pdf

https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4111328/

https://jyx.jyu.fi/bitstream/handle/123456789/67772/1/URN%3ANBN%3Afi%3Ajyu-202002072018.pdf

https://www.lrb.co.uk/the-paper/v42/n03/terry-eagleton/antigone-on-your-knee

https://core.ac.uk/download/pdf/33268978.pdf