ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ: ΜΙΣΟΓΥΝΗΣ Ή ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ; ΜΙΑ ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

 Ξένια Βεληβασάκη, Φιλόλογος

 

Περίληψη

Στο παρόν άρθρο επιχειρείται, μέσα από μια συστημική ανάγνωση, να απαντηθούν διαχρονικά ερωτήματα ως προς τον Ευριπίδη, τον ψυχογράφο του αρχαίου δράματος, λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής στην οποία έζησε. Ήταν μισογύνης ή προοδευτικός; Πώς παρουσίαζε το γυναικείο φύλο; Θα αναφερθούμε σε τρεις βασικές ηρωίδες από τα έργα του: τη Μήδεια, την Εκάβη και την Ανδρομάχη. Θα δούμε τι κοινά στοιχεία είχαν και πώς στάθηκαν απέναντι στις αντιξοότητες, στα τραύματα, στα τραγικά γεγονότα με τα οποία ήρθαν αντιμέτωπες. Θα διερευνηθεί ο ρόλος της καταγωγής, της προσωπικότητας, της ψυχικής ανθεκτικότητας στην επιβίωση, την αλλαγή και εξέλιξη των ηρωίδων. Υπήρχαν υποστηρικτικά συστήματα ή βρήκαν απέναντί τους σκληρότητα και υποτίμηση στην τότε ανδροκρατούμενη κοινωνία;

Λέξεις-κλειδιά: Ευριπίδης, Μήδεια, Εκάβη, Ανδρομάχη, συστημική ανάγνωση, καταγωγή, ψυχική ανθεκτικότητα,  υποστηρικτικά συστήματα.

 

Α. Ψυχογράφος του αρχαίου δράματος. Κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο

Το τοπίο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας είναι απέραντο, ένας λαβύρινθος της ανθρώπινης διάνοιας. Ιστοριογραφία, φιλοσοφία, ρητορεία, έπος, λυρική και δραματική ποίηση. Και μέσα σ’ αυτόν τον πνευματικό πλούτο, εξέχουσα θέση κατέχει η αρχαία τραγωδία που ανθίζει τον 5ο αιώνα π.Χ. στην πνευματική Αθήνα.

«Μια ατέλειωτη σειρά πρόγονοι, αγριωποί, βασανισμένοι, περήφανοι, κινούσαν τον κάθε μου μυώνα… Δεν είναι μικρό πράγμα να’ χεις τους αιώνες με το μέρος σου»[1]. Ο ποιητικός λόγος του Οδυσσέα Ελύτη συναντιέται με την επιστημονική σκέψη του Carl Jung ο οποίος διακρίνει, κάτω από το ατομικό ασυνείδητο, ένα κοινό ψυχικό υπόστρωμα που ονομάζει «συλλογικό ασυνείδητο». Κάθε άνθρωπος φέρει ζωντανή μέσα του την ανθρωπότητα ολόκληρη, τη μακραίωνη εμπειρία της[2]. Αρχέτυπες ιδέες, σύμβολα και μύθοι που κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά. Όλοι οι μύθοι έχουν ένα σημασιακό υπόβαθρο στο οποίο κατοπτρίζεται η ίδια μας η ζωή. Είναι η επιθυμία του ανθρώπου να δει την περιορισμένη του δύναμη να προεκτείνεται σε παντοδυναμία. Είναι ο πόθος του να δει να ξεπερνιέται ο θάνατος από αθάνατα πλάσματα. Έχουμε, λοιπόν, ανάγκη τους μύθους για να επικοινωνούμε με την άλογη φαντασιακή μας διάσταση[3]. Η ελληνική μυθολογία, πολυπρόσωπη και πολυδιάστατη, πρόσφερε πλούσιο υλικό στη δραματική ποίηση του 5ου αιώνα π.Χ. Η αρχαία τραγωδία στηρίζεται στη γοητεία και παντοδυναμία αυτών των μύθων και ποτέ κανείς δεν αμφισβήτησε τη θεραπευτική τους δράση και αξία.

Ο Ευριπίδης γεννήθηκε το 485 π.Χ. στη Σαλαμίνα και πέθανε το 406 π.Χ. στην Πέλλα της Μακεδονίας. Έζησε, δηλαδή, στην περίοδο της μεγάλης πολιτιστικής ακμής της πόλης των Αθηνών αλλά, δυστυχώς, πρόλαβε να βιώσει και την τραγικότητα του Πελοποννησιακού πολέμου, αυτού του εμφύλιου σπαραγμού μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης, που διήρκεσε είκοσι επτά ολόκληρα έτη από το 431 π.Χ. έως το 404 π.Χ. Η οικογένειά του φρόντισε να του εξασφαλίσει μεγάλη μόρφωση και να του προσφέρει τις ευκαιρίες να καλλιεργήσει την προσωπικότητά του και να αναδείξει το συγγραφικό ταλέντο του. Αυτή την εποχή του 5ουαιώνα π.Χ. η εμφάνιση του κινήματος των σοφιστών προκαλεί αναστάτωση στην καθιερωμένη παιδεία γιατί εισάγει νέες θεωρίες που ασκούν κριτική και αμφισβήτηση στις παραδοσιακές αξίες και ιδέες. Οι σοφιστές, ως δάσκαλοι της ρητορικής τέχνης, χρησιμοποιούν τον λόγο, ο οποίος αποκτά δύναμη και αποτελεσματικότητα. Η επαφή του Ευριπίδη με τους σημαντικότερους σοφιστές και φιλοσόφους της εποχής του, όπως τον Πρωταγόρα, τον Πρόδικο, τον Γοργία και, φυσικά, τον Σωκράτη επηρέασε βαθύτατα το έργο του και τις ιδέες του.

Ως άνθρωπος ήταν μοναχικός, εσωστρεφής, αλλά ευαίσθητος παρατηρητής του κοινωνικού και ιστορικού γίγνεσθαι. Βαδίζουμε, ήδη, προς το τέλος του χρυσού αιώνα και την αρχή της παρακμής της πόλης των Αθηνών. Ίσως γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια της ζωής του φεύγει για τη Μακεδονία, στην αυλή του βασιλιά Αρχέλαου, απογοητευμένος από τη μεταστροφή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας σε μια ιμπεριαλιστική δύναμη, που ασκεί βία και τρομοκρατία στους αδύναμους συμμάχους της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σφαγή των κατοίκων της Μήλου το 415 π.Χ.,  μια πράξη πρωτοφανούς αγριότητας. Ο Ευριπίδης δεν διστάζει να φανερώσει το άλλο πρόσωπο της δημοκρατικής Αθήνας, αυτή τη σκοτεινή της πλευρά. Στους Αθηναίους, όμως, δεν αρέσει να βλέπουν στο θέατρο τα κακώς κείμενα της πολιτικής τους. Ο Αριστοφάνης δεν χάνει την ευκαιρία στα δικά του έργα, στις κωμωδίες του, να τον χλευάζει και να τον μειώνει για την καταγωγή του, για την απομυθοποίηση των ηρώων του, για τους γυναικείους χαρακτήρες των έργων του και για όλες τις θεατρικές καινοτομίες που επιχειρεί.

Σ’ αυτήν την ταραγμένη και μεταβατική περίοδο, ποια είναι η θέση της γυναίκας; Ζει στη σκιά του άνδρα, κάτω από την εξουσία του, χωρίς πολιτικά και νομικά δικαιώματα. Η εκπαίδευσή της περιορίζεται στην ανάγνωση, τη γραφή και στην εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου, λύρας ή αυλού. Η μόνη ευκαιρία των γυναικών να δραστηριοποιηθούν εκτός σπιτιού είναι οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές. Σ’ αυτές πρωτοστατούν, παρευρίσκονται στις θυσίες και τελετές, παίρνουν μέρος στις πομπές, τραγουδούν και χορεύουν στους θρησκευτικούς χορούς. Παρακολουθούν τις θεατρικές παραστάσεις, αλλά δεν επιτρέπεται να παίξουν ως ηθοποιοί. Οι γυναίκες, όμως, στα έργα του Ευριπίδη απέχουν κατά πολύ από τα πραγματικά κοινωνικά δεδομένα. Είναι δυναμικές και αγωνίζονται για το δίκιο τους, διεκδικούν τον έρωτά τους και φτάνουν στα άκρα, πάντα με το πιο βαρύ τίμημα. Τρυφερές και ευάλωτες, προδομένες και αυτοκαταστροφικές, γενναίες και ανθεκτικές, αθώες ή ένοχες, όλες έχουν ένα κοινό γνώρισμα: είναι γήινες, ανθρώπινες υπάρξεις, με το αγαθό και το κακό να συνυπάρχουν μέσα τους. Υπάρχει, βέβαια, ένα οξύμωρο σχήμα: ενώ ο ποιητής τις αφήνει να συρθούν, να περιπλανηθούν από τα πάθη τους, να οδηγηθούν σε ακραίες πράξεις, δεν τις κατηγορεί, δεν τις αφήνει ανυπεράσπιστες. Προσπαθεί να βρει τα βαθύτερα κίνητρα των πράξεών τους και να τα εντάξει στο ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον όπου ζουν. Ποιοι άλλοι κρύβονται πίσω απ’ αυτές, ποιοι άλλοι ευθύνονται για τον επώδυνο δρόμο τους; Μήπως ένας άνδρας, καταλύτης κάθε φορά, ένας άντρας προδότης, όπως ο Ιάσονας στην περίπτωση της Μήδειας[4], ή ένας απατηλός σύμμαχος, ένας δήθεν φίλος, όπως στην Εκάβη; Πολλές φορές οι ανδρικές μορφές περιγράφονται απαξιωτικά, μικρόψυχοι και δολοπλόκοι όπως ο Οδυσσέας και ο Μενέλαος ή αλαζονικοί όπως ο Αγαμέμνονας. Ο Ευριπίδης τολμά να απογυμνώσει τους χαρακτήρες του και να τους κατεβάσει από το ηρωικό μεγαλείο τους. Αδίκως κατηγορήθηκε από πολλούς μελετητές ως μισογύνης. Αντιθέτως, το έργο του είναι κυριολεκτικά πλημμυρισμένο από εμβληματικές γυναικείες προσωπικότητες. Γράφει γι’ αυτές τις πιο συγκλονιστικές τραγωδίες του. Είναι η «Άλκηστις», η «Μήδεια», η «Ανδρομάχη», η «Εκάβη», η «Ηλέκτρα», η «Ιφιγένεια», η «Ελένη». Ακόμη κι όταν ο τίτλος της τραγωδίας είναι όνομα ανδρικό και πάλι μια γυναίκα κλέβει την παράσταση. Ο έρωτας, που είναι το ισχυρότερο απ’ όλα τα πάθη, αφορά κυρίως στις γυναίκες. Γίνεται το βασικό θέμα που κινεί τα νήματα και δίνει ώθηση στη δράση. Ο Ευριπίδης θεωρείται ο πρώτος δημιουργός του ερωτικού δράματος.

Στην τραγωδία «Ιππόλυτος», η Φαίδρα είναι παντρεμένη με τον βασιλιά Θησέα και ερωτεύεται παράφορα τον γιο του άντρα της, τον νεαρό Ιππόλυτο. Ο χορός των γυναικών της τραγωδίας αναρωτιέται γιατί η Φαίδρα, μέρες τώρα, μένει νηστική και επιθυμεί να πεθάνει;

Στον στίχο 131 περιγράφεται πως «Μέσα στο παλάτι το κορμί της λιώνοντας

άρρωστη στο κρεβάτι βρίσκεται και με πέπλα λεπτά

το κεφάλι της το ξανθό σκεπάζει».[5]

 

Ο φόβος, η ντροπή, το κρυφό πάθος, όλος ο εσωτερικός σπαραγμός εμφανίζονται με την περιγραφή του σωματικού πόνου. Τα βάσανα της ψυχής που συντρίβουν το σώμα. Αυτός ο ρεαλισμός του παθητικού στοιχείου είναι μία από τις νεωτεριστικές τολμηρότητες του Ευριπίδη[6]. Μέσα στη Φαίδρα αντιπαλεύουν δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις, το πάθος και η λογική. Υπερισχύει το πάθος και είναι αυτό που θα δρομολογήσει τις πράξεις της. Σ’ αυτή τη διχασμένη καρδιά στηρίζεται και  ο Γάλλος ποιητής του 17ου αιώνα,  Ρακίνας, όταν γράφει τη δική του Φαίδρα.

«Η ανόητη πού είμαι; Τι έχω πει;

Πού έχω αφήσει ο πόθος μου κι

ο νους να πλανηθεί;

Τα ‘χω χαμένα, οι θεοί πήραν το λογικό μου,

κόκκινο η ντροπή βάφει το πρόσωπό μου»[7].

Στην τραγωδία «Ηλέκτρα», η ηρωίδα καρτερεί χρόνια τον αδελφό της, Ορέστη, για να εκδικηθούν για τη δολοφονία του πατέρα τους, Αγαμέμνονα. Η μάνα τους, η Κλυταιμήστρα, και ο εραστής της, ο Αίγισθος, πρέπει να πληρώσουν. Η Ηλέκτρα κουβαλά ένα βαθύ γενεαλογικό τραύμα, πληγές που αφέθηκαν αθεράπευτες και ο δρόμος είναι ένας, αυτός της τιμωρίας ή μήπως της δικαιοσύνης; Ο Ευριπίδης σ’ όλους τους χαρακτήρες του αφήνει ρωγμές, κανείς δεν είναι απόλυτα ένοχος ή απόλυτα αθώος. Ο Ορέστης διστάζει πριν τον φόνο.

Στίχος 998:    «Αλλοίμονο πώς να σκοτώσω

αυτή που με γέννησε και μ’ ανάθρεψε»[8].

 

Και η Ηλέκτρα, η τόσο άγρια κι αποφασισμένη, μόλις συντελείται ο φόνος περνά από το συναίσθημα του μίσους στο συναίσθημα της αβάσταχτης θλίψης.

Στίχος 1175:   «Δάκρυα πολλά αδελφέ μου, κι αιτία είμαι εγώ.

Σε τέτοιο σημείο οργής και μίσους έφτασα στη μάνα μου εδώ,

που με γέννησε»[9].

 

Ο ποιητής φανερώνει τις πιο λεπτές ψυχικές διακυμάνσεις, αυτή τη μεταστροφή των συναισθημάτων την πιο κρίσιμη στιγμή. Αρκεί μόνο ένας στίχος ή, πιο σωστά, μία μόνο λέξη για να δείξει την τραγική αντίφαση των ηρώων του. Τα δύο αδέλφια αποκαλούν τη σκοτωμένη μάνα τους «φίλᾳ τε κοὐ φίλᾳ» (στιχ. 1230 αρχ. κειμ.), δηλαδή αγαπημένη και μισητή ταυτόχρονα! Ο Ευριπίδης πλάθει έναν κόσμο από ανθρώπους με αδυναμίες, πάθη και ανυπότακτες εσωτερικές δυνάμεις, ανεξέλεγκτες τις περισσότερες φορές. Δικαίως ο Αριστοτέλης τον ονόμασε «τραγικότατον των ποιητών». Συμπάσχει μαζί τους, έστω κι αν φτάνουν σε αποτρόπαιες πράξεις. Αιώνες αργότερα ο Μπέρτολτ Μπρέχτ γράφει:

«Βαρύ ήτανε το κρίμα της, μα ο πόνος της πικρός.

Γι’ αυτό, παρακαλώ, μη δείξτε καταφρόνια.

Γιατί το κάθε πλάσμα χρειάζεται όλων μας τη συμπόνοια»[10].

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν οι ηρωικές γυναίκες που θυσιάζονται για τους άλλους. Είναι η Ιφιγένεια, που προσφέρει συνειδητά τη ζωή της για το καλό της πατρίδας, απενοχοποιώντας μ’ αυτόν τον τρόπο τον πατέρα της, τον Αγαμέμνονα, που παρουσιάζεται άβουλο υποχείριο του στρατιωτικού όχλου. Είναι η Άλκηστις, πρότυπο συζυγικής αγάπης και αφοσίωσης, που δέχεται να πεθάνει αυτή στη θέση του άντρα της, του Άδμητου. Κι εδώ οι δύο βασικές ανδρικές μορφές, ο Άδμητος και ο πατέρας του, σκιαγραφούνται δειλοί και ατομιστές. Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί, η γυναίκα είναι αυτή που αντιμετωπίζει θαρραλέα τον θάνατο και βαδίζει στον κάτω κόσμο χωρίς δισταγμό.

Στην τραγωδία «Ελένη», ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί έναν μύθο, σύμφωνα με τον οποίο η ίδια η Ελένη δεν έφτασε ποτέ στην Τροία, αλλά μόνο το είδωλό της. «Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρῳάδ’ άλλ’ εἴδωλον ἦν»[11]. Η ίδια μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο. Σκόπιμα διαλέγει αυτή την εκδοχή του μύθου, γιατί έτσι η Ελένη απενοχοποιείται. Δεν είναι η μοιραία, άπιστη γυναίκα, η αιτία του Τρωικού πολέμου. Η ομορφιά της και οι θάνατοι που προξένησε άθελά της, είναι η δυστυχία της .

«Άμποτε να’ σβηνα όπως σβήνουν μιαν εικόνα ,

Και να ξαναγινόταν άσκημη η θωριά μου»[12].

 

Η Ελένη ποθεί να αποκαταστήσει τη φήμη της, να φανερώσει την αλήθεια και να αναδείξει την εσωτερική της ομορφιά. Εύχεται έναν κόσμο ειρηνικό:

«Γνώση δεν έχουν αυτοί που ποθούν

του πολέμου τη δόξα»[13].

 

Το θέμα της τραγωδίας είναι μια ξεκάθαρη καταδίκη της ματαιότητας του πολέμου. Η Ελένη γίνεται σύμβολο διάψευσης ιδανικών και παρακμής ιδεολογιών. Αιώνες αργότερα ο Γ. Σεφέρης αναβιώνει τον μύθο, όπως τον είχε συλλάβει η διάνοια του Ευριπίδη, και γράφει τη δική του Ελένη.

«..Πώς τόσος πόνος τόση ζωή

πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μια Ελένη»[14].

 

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η «Ελένη» του Γ. Ρίτσου, γερασμένη και ξεχασμένη.

«….Πως ήταν δίχως νόημα όλα ,

δίχως σκοπό και ουσία, πλούτη, πόλεμοι, δόξες και φθόνοι,

κοσμήματα και η ίδια η ομορφιά μου»[15].

 

Η ποίηση του Ευριπίδη, ριζοσπαστική για την εποχή του, πυκνή και μεστή μηνυμάτων, ταξίδεψε στους αιώνες, άντεξε στον χρόνο και επηρέασε ένα ευρύτατο φάσμα στοχαστών και καλλιτεχνών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Κατηγόρησαν τον Ευριπίδη ότι δεν ασχολήθηκε με τα κοινά και δεν έλαβε δημόσια αξιώματα. Η συγγραφή, όμως, της τραγωδίας «Τρωάδες» είναι από μόνη της μια πολιτική πράξη, ένας πνευματικός ακτιβισμός. Έργο αντιπολεμικό, όχι μόνο εξαιτίας της θεματικής του, αλλά και σε συνάρτηση με την ιστορική πραγματικότητα της εποχής που γράφτηκε, το 415 π.Χ., δηλαδή κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Στις Τρωάδες ο Ευριπίδης εκφράζει απερίφραστα τον αποτροπιασμό του για τις ωμότητες των νικητών Ελλήνων σε βάρος των αιχμάλωτων γυναικών της Τροίας. Ενδιαφέρεται για τον ψυχισμό της κάθε γυναίκας ξεχωριστά. Πώς αντιμετωπίζει τη φρίκη του πολέμου, τον ξεριζωμό από την πατρίδα της και όλη αυτή την ανείπωτη βαρβαρότητα. Εστιάζει στον ατομικό πόνο της Εκάβης, της Ανδρομάχης, της Κασσάνδρας, της Πολυξένης, της Ελένης, και όλοι αυτοί οι θρήνοι μαζί μετατρέπονται σ’ ένα συλλογικό τραύμα, οικουμενικό και διαχρονικό. Η δύναμη της περιγραφής του για την ανθρώπινη οδύνη είναι μια βροχή δακρύων, ένας ορμητικός ποταμός συναισθημάτων. Με την ευφυία που τον διακρίνει, με όλη τη βαρύτητα της λέξης, δηλαδή οξυδέρκεια, ποιότητα, ευαισθησία, ενσυναίσθηση, προλέγει την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία και το τέλος της κυριαρχίας τους.

«Είναι άμυαλος όποιος κουρσεύει πόλεις

ναούς και τάφους των πεθαμένων

ρημάζει, θα χαθεί κι’ αυτός κατόπι»[16].

Ερμηνεύει τα δυσοίωνα σημάδια, σαν να μαντεύει τις σκοτεινές εποχές που θα ακολουθήσουν, το μέλλον μιας πάσχουσας ανθρωπότητας με πολεμικές συγκρούσεις, εμφύλιες διαμάχες, ξεριζωμούς και καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια τραγωδία συγκλονιστικά επίκαιρη και διαχρονική.

Γιατί όπως γράφει ο Μανόλης Αναγνωστάκης:

«…Ο πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμα.

Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!»[17].

Και όπως είπε ο Γ. Σεφέρης σε ένα απόσπασμα από την ομιλία του, όταν παρέλαβε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1963: «…Ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από φόβο και ανησυχία, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται» [18].

 

Βιβλιογραφία

Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα 1941 – 1971, εκδόσεις Νεφέλη.

Ελληνική Μυθολογία, Τόμος 1. Εισαγωγή στον μύθο. Γενική Εποπτεία Ι. Θ. Κακριδής, Εκδοτική Αθηνών.

Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, εκδόσεις Ίκαρος.

Ευριπίδης. Άλκηστης, Ελένη, Ιφιγένεια η εν Αυλίδι. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων. Ελληνικός Εκδοτικός Οργανισμός.

Ευριπίδης, Ηλέκτρα. Ιούλιος Ν. Κέρπης, εκδόσεις Γρηγόρη.

Ευριπίδης, Τρωάδες, εκδόσεις Κάκτος.

Ευριπίδης, Ιππόλυτος, εκδόσεις Ζήτρος.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Γ1, Γ2, εκδοτική Αθηνών.

Μιχαήλ Κασσωτάκης, Επιτομή της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας, εκδόσεις Κνωσός.

Χριστιάνα Νικοκάβουρα, Ελύτης και Γιούνγκ – ένας διάλογος, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Γιάννης Ρίτσος, Τέταρτη Διάσταση, εκδόσεις Κέδρος.

Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Δοκιμές Τόμος Β’, εκδόσεις Ίκαρος.

Μπέρτολτ Μπρέχτ, Ποιήματα, εκδόσεις Θεμέλιο.

Πίτερ Κόνολλυ – Χάζελ Ντοτζ, Η αρχαία πόλη, μετάφραση Μαρία Λεβεντοπούλου, εκδόσεις Πατάκη.

Jacquelline de Romilly, Η νεοτερικότητα του Ευριπίδη, μετάφραση Αγγελική Στασινοπούλου – Σκιαδά. Ινστιτούτο του βιβλίου Α. Καρδαμίτσα.

Robert Flacelliere, Oδημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, εκδόσεις Δ. Παπαδήμα 1985.

 


Β. ΜΗΔΕΙΑ – ΕΚΑΒΗ: Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ, ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ Ή ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΥΝ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΣ «ΤΕΡΑΤΟΣ»;

Βιργινία Φαμπιόλα Καλοδίκη, Ψυχίατρος-Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, Υπεύθυνη Κέντρου Ημέρας Αργοστολίου- Α.Μ.Κ.Ε. «ΑΠΟΣΤΟΛΗ»

1.ΜΗΔΕΙΑ

Μήδεια: Ευγένιος Ντελακρουά

 

Ετυμολογία: Το όνομα «Μήδεια» παράγεται από το ρήμα «μήδομαι», που σημαίνει «σκέπτομαι, συλλογίζομαι, έχω στον νου μου, μηχανεύομαι». Επίσης, «φροντίζω, προνοώ, εφευρίσκω, παράγω, παρασκευάζω». Επίσης, η ρίζα «μηδ-»,  στη λατινική της μεταγραφη «med-», έχει παράξει κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες λέξεις, όλες σχετιζόμενες με την ιατρική: medicus σημαίνει μηδικός, σημαίνει, όμως, και γιατρός, ιατρικός. Όλα αυτά, «επιβεβαιώνουν τον ρόλο της ηγεμονίδας-αρχιέρειας, της μάγισσας- τιμωρού, αλλά και της μάγισσας-θεραπεύτριας (1).

Γενεόγραμμα της Μήδειας: Θα προσεγγίσουμε, όμως, τη Μήδεια και με βάση το γενεόγραμμα, ένα χρήσιμο εργαλείο «μελέτης» της οικογένειας στη συστημική προσέγγιση, για να αποδείξουμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες, πολύ πριν από τους συστημικούς θεραπευτές, χρησιμοποιώντας έστω και μυθικά στοιχεία, έδιναν μεγάλη βάση στην καταγωγή.

Πρόγονοι και συγγενείς της Μήδειας

Ήλιος: Παππούς της Μήδειας, θεός. Παρουσιάζεται ως ο γιος του Υπερίωνα και της Θείας. Έχει δύο αδελφές, τη θεά του φεγγαριού Σελήνη και τη θεά της αυγής Ηώ. Λόγω της ιδιότητάς του, ως Ήλιος που βλέπει τα πάντα, ήταν και θεός των όρκων (2). Ο Ήλιος με την Ωκεανίδα Πέρση απέκτησε τον Αιήτη, την Κίρκη, τον Πέρση και την Πασιφάη. Ο Αιήτης, με τη σειρά του, απέκτησε τη Μήδεια κι έτσι ο Ήλιος, ως παππούς της, έπαιξε έναν ρόλο στη διασκευή του Ευριπίδη. Όταν χαρίζει η Μήδεια κοσμήματα στη Γλαύκη, λέει πως ήταν ο παππούς της που της τα έδωσε. Αφού η Μήδεια σκότωσε τον Κρέοντα, τη Γλαύκη και τα παιδιά της, ο Ήλιος χάρισε στην εγγονή του ένα άρμα που το σέρνουν δράκοι, ώστε να ξεφύγει από την Κόρινθο και τον Ιάσονα (4).

Εκάτη: Μητέρα της Μήδειας. Η Εκάτη, θεά της μαγικής τέχνης στον κάτω κόσμο, ήταν το μοναδικό παιδί των Τιτάνων Πέρση και Αστερίας. Συσχετιζόταν ποικιλοτρόπως με τα σταυροδρόμια, τις εισόδους, το φως, τη μαγεία, τη γνώση των δηλητηριωδών βοτάνων, τα φαντάσματα και τη νεκρομαντεία (2), (5), (6).

Κίρκη: Θεία της Μήδειας. Η Κίρκη ζούσε στο νησί στο οποίο ήταν βασίλισσα, την Αιαία, και μεταμόρφωνε τους εχθρούς της ή όσους την προσέβαλαν σε ζώα, με τη χρήση μαγικών ποτών, καθώς γνώριζε πολλά για τα βότανα και τη φαρμακευτική τους επίδραση (2).

Πασιφάη: Θεία της Μήδειας. Της αποδίδονταν, επίσης, γνώσεις αρχαίας μαγείας, με την οποία και μπορούσε να θανατώνει κάθε γυναίκα που υποπτευόταν ως ερωμένη του συζύγου της Μίνωα. Μπορούσε να τις μεταμορφώνει σε φίδια, ή οτιδήποτε άλλο, προκειμένου να καταστήσει τον Μίνωα άγονο. Τέλος, από την ένωσή της με τον ταύρο (που έστειλε ο Ποσειδώνας ή κατ’ άλλες πηγές ο Δίας), ενώ είχε καταληφθεί από ερωτική μανία,  γεννήθηκε ο Μινώταυρος (2).

Φαίδρα: ξαδέλφη της Μήδειας. Αυτοκτόνησε κατηγορώντας τον Ιππόλυτο (γιο του συζύγου της, Θησέα) ότι τη βίασε. Αυτό έγινε λόγω του θυμού της, επειδή την απέρριψε, οδηγώντας  και τον αγαπημένο της τελικά στον θάνατο.

Παρατηρούμε, λοιπόν, πόσοι από τους συγγενείς της, έστω κατά τη μυθολογία, είχαν παρόμοιες δεξιότητες και στοιχεία προσωπικότητας με την ίδια.

 

Ιστορικά/μυθολογικά στοιχεία που αφορούν στη Μήδεια πριν την παιδοκτονία

Η Μήδεια, πολύ πριν την παιδοκτονία, είχε διαπράξει τρομερούς φόνους. Αφού ερωτεύτηκε τον Ιάσονα, έθεσε στη διάθεσή του όλα τα μέσα της τέχνης της, ώσπου ο ήρωας να αποκτήσει το Χρυσόμαλλο Δέρας. Τον ακολούθησε, και για να αργοπορήσει τον πατέρα της, ο οποίος τους καταδίωκε, τεμάχισε τον αδελφό της, Άψυρτο, και σκόρπισε στη θάλασσα τα μέλη του. Στην Ιωλκό, αργότερα, ο Ιάσονας την παρακάλεσε να εκδικηθεί τον Πελία, φονιά του πατέρα και του αδελφού του κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του. Η Μήδεια, τότε, έπεισε τις κόρες του Πελία να τεμαχίσουν το σώμα του πατέρα τους και να το βράσουν, γιατί, έτσι, δήθεν, θα κατόρθωναν να τον κάνουν πάλι νέο. Μετά την καταδίωξη του ζεύγους των εραστών από τον γιο του Πελία, Άκαστο, κατέφυγαν στην Κόρινθο (2).

 

Κάτω από ποιες συνθήκες έφτασε να κάνει την τερατώδη πράξη της παιδοκτονίας;

  1. H Μήδεια φαίνεται να έχει εγκαταλείψει την πατρίδα της, το παλάτι της, την οικογένειά της, για χάρη του έρωτά της με τον Ιάσονα.
  2. Έχει σκοτώσει τον ίδιο της τον αδελφό και τον έκοψε σε κομμάτια, για να καθυστερήσει τον πατέρα της και να μην τους ακολουθήσει με το πλοίο του.
  3. Έχει διαπράξει και άλλους φόνους για εκείνον, υποστηρίζοντας πιστά τα συμφέροντά του.
  4. Η ίδια και τα παιδιά της, αν επέλεγε να φύγει, δεν θα είχαν πλέον βασιλικά προνόμια, ενώ θα ήταν εν δυνάμει επικίνδυνοι για τη βασιλική γενιά του Κρέοντα στον αγώνα της διαδοχής.
  5. Ο Ιάσονας, παρόλα αυτά, λογαριάζει να την εγκαταλείψει για να παντρευτεί τη βασιλοπούλα της Κορίνθου. Κοιτάει πάνω απ’ όλα το προσωπικό του συμφέρον, ξεχνώντας όλες της τις θυσίες, ξεχνώντας, ταυτόχρονα, και ποια βάζει απέναντί του. Την υποτιμάει, νομίζοντας πως, ως ξένη, μακριά από τους οικείους της, αλλά και ως γυναίκα, δεν θα τολμήσει να περάσει στην αντεπίθεση. Αφού, όμως, περνάει στην αντεπίθεση και διαπράττει το φονικό, ο Ιάσονας και πάλι την υποτιμάει, μεταξύ άλλων για την καταγωγή της, λέγοντας: «Καμμιά γυναίκα από την Ελλάδα ποτέ δεν θα το έκαμνε αυτό» (7).

 

Στοιχεία των φόνων που διέπραξε η Μήδεια μέσα από την τραγωδία του Ευριπίδη, αφού έμαθε για την προδοσία του Ιάσονα

  • Καταρχάς, στέλνει με τα παιδιά της, στην κόρη του Κρέοντα Γλαύκη, έναν πανέμορφο χιτώνα τον οποίο είχε φροντίσει να ποτίσει με δηλητήριο. Εκείνη ανυποψίαστη, νομίζοντας ότι η Μήδεια θέλει ανακωχή και ότι έχει υποταχθεί πλέον, τον φοράει, βρίσκοντας φρικτό θάνατο, αφού αρπάζει φωτιά.
  • Τον ίδιο θάνατο βρίσκει και ο πατέρας της Γλαύκης , που σπεύδει να σώσει την κόρη του.
  • Έπειτα από πάλη με τον εαυτό της, η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της, που θα ταφούν από τα δικά της χέρια (μιας και δεν επιτρέπει στον Ιάσονα ούτε να τ’ αγγίξει πεθαμένα) στον ιερό τόπο της Ήρας, της Ακραίας, για να μην τα βρει και συλήσει κανείς εχθρός .

 

Υπήρξαν και στιγμές που μας έκαναν να τη συμπονέσουμε;

Ακολουθεί απόσπασμα από την τραγωδία του Ευριπίδη (7):

«Γυναίκες, όλα τέλειωσαν.  Θα σκοτώσω

τα παιδιά μου -κι αμέσως μετά θα φύγω

από την χώρα. Δεν πρέπει να καθυστερώ, ν’ αφήσω

τα δικά μου παιδιά να τα σκοτώσει ξένο χέρι

-αφού είναι ανάγκη να πεθάνουν, θα τα σκοτώσω εγώ

-εγώ που τα εγέννησα. Αυτό θα είναι το τελευταίο μου,

Το πιο δικό μου δικαίωμα. Έλα λοιπόν καρδιά μου

σφίξε το όπλο σου, κι αναίσθητη πράξε το κακό

που επιβάλλει η μοίρα -έλα απελπισμένο χέρι μου

άρπαξε το μαχαίρι, σύρσου ως την ορθάνοιχτη

Έξοδο της ζωής -μη λυγίσεις, τίποτε μη θυμηθείς

Μη θυμηθείς πόσο βαθειά λάτρεψες τα παιδιά σου

μη θυμάσαι ότι εσύ τα γέννησες. Κι αυτή η μέρα

θα περάσει γρήγορα, όπως όλες οι άλλες. Έχεις

μπροστά σου μια ολόκληρη ζωή για να τα κλαις

Τι σημασία έχει που εγώ θα τα σκοτώσω

Γιατί να τα λυπηθώ

-η ζωή τους είχε πολλή αγάπη

εμένα η ζωή μου είχε μονάχα πόνο».

 

Yπάρχουν στοιχεία ψυχοπαθολογίας στη Μήδεια;

Θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφοροδιάγνωση, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε από την περιγραφή της, στην τραγωδία του Ευριπίδη. Παρακάτω ακολουθούν κάποιες διαταραχές που φαίνεται να της ταιριάζουν από ψυχιατρικής οπτικής:

  • Ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας; Έχει βασιλική γενιά και δεν είναι διατεθειμένη να ζήσει εκείνη ή τα παιδιά της χωρίς αξιώματα. Εμφανίζεται άκαμπτη σε εναλλακτικές λύσεις και προοπτικές. Δεν έχει ενσυναίσθηση. Έχει υπεροπτική στάση. Εκμεταλλεύεται τους άλλους για να πετύχει τους σκοπούς της -π.χ. τα παιδιά της, τον Αιγέα.
  • Αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας; Έχει κάνει πολλούς φόνους χωρίς να φαίνεται πως αισθάνεται τύψεις, δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες, χαρακτηρίζεται από δολιότητα.
  • Κατάθλιψη με ψυχωτικά στοιχεία; Όπως η «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη σκότωνε κορίτσια για να τα σώσει απ’ τα βάσανα του κόσμου, έτσι και η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της για να τα σώσει από τον εξευτελισμό. Ακολουθεί ένα απόσπασμα που σχετίζεται, ίσως, με την παραπάνω διαταραχή.

«Μικροί μου σπουδαίοι πρίγκιπες  να είστε ευτυχισμένοι εκεί που θα σας στείλω

Γιατί εδώ ο πατέρας σας όλα μας τα έχει πάρει

Σφιχτείτε πάνω μου δυνατά κάντε με

να πονέσω. Α, δέρμα απαλό θαμπό-παιδιά μου,

τι όμορφα μυρίζει η πνοούλα σας

Φύγετε. Φύγετε!.. Δεν μπορώ άλλο δεν αντέχω να σας βλέπω,

να σας πιάνω. Η κακία μου πάλι νικά. Είμαι

έτοιμη. Τώρα έφυγαν όλα μου τα αισθήματα.

Τίποτα δεν αισθάνομαι. Είμαι νεκρή» (7).

Όμως, η Μήδεια δεν μπορεί να κριθεί μόνο από ψυχιατρική οπτική, διότι δεν παύει, πέρα από «φόνισσα», «βασίλισσα», «βάρβαρη», να συμβολίζει την ερωτευμένη γυναίκα, που εκδικείται όταν καταλαβαίνει ότι χάνει το αντικείμενο του έρωτά της.

Η έσχατη ερωτική πράξη της προς τον Ιάσονα είναι να τον αναγκάσει, με τη βία, να συναντηθεί μαζί της, μέσα από τον πόνο του για τα σκοτωμένα του παιδιά. Ο πόνος του για τα παιδιά είναι το τελευταίο, το μοναδικό τέχνασμά της που θα τον υποτάξει στην πιο μαρτυρική, στην πιο αληθινή (γιατί δεν έμεινε καμιά άλλη αλήθεια από τον γάμο τους) ένωση μαζί της (9).

 

Πώς συνεχίζει η ιστορία μετά τη δολοφονία των παιδιών της; Τιμωρείται ή επιβραβεύεται σύμφωνα με τις πηγές;

Η Μήδεια, αφού σκότωσε τα παιδιά της και αντιμετώπισε τον σύζυγό της με σκληρότητα, ανέβηκε σ’ ένα άρμα που το έσερναν φτερωτοί δράκοντες και έφτασε στην Αθήνα, όπου ενώθηκε με τον Αιγέα και απέκτησε τον Μήδο. Προσπάθησε, όμως, εκεί, να δηλητηριάσει τον Θησέα (γιο του Αιγέα από άλλη γυναίκα) κι έτσι ο Αιγέας την έδιωξε, ενώ εκείνη κατέφυγε κοντά στον γιο της, Μήδο, στην Ασία, στη χώρα που από το όνομά της ονομάστηκε Μηδία. Προς το τέλος της ζωής της κατέβηκε στα Ηλύσια Πεδία, όπου και έγινε σύζυγος του Αχιλλέα, παραμένοντας αθάνατη (2).

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η Μήδεια αντιμετωπίστηκε, παρά τις αποτρόπαιες πράξεις της, με σεβασμό, και ίσως κατανόηση, από τους αρχαίους Έλληνες, για τα κίνητρα και τα πάθη που την οδήγησαν εκεί, ώστε όχι μόνο δεν τιμωρήθηκε, αλλά και κατέληξε στα Ηλύσια Πεδία, αφού πρώτα και μια χώρα ονομάστηκε από εκείνη. Ο ίδιος ο ποιητής επιλέγει για το τέλος αυτή τη φαντασμαγορική σκηνή, χαρίζοντάς της, ίσως, όπως λέει και ο Γ. Χειμωνάς «τον ερωτικό της θρίαμβο».

Ας κρατήσουμε για το τέλος μια φράση που ίσως την χαρακτηρίζει:

«Γεμάτη βέβαια είναι από φόβο η γυναίκα.

Στα χέρια αδύναμη, τα όπλα αποστρέφεται.

Αν όμως βρεθεί στην κλίνη της αδικημένη

πνεύμα πιο αιμοβόρο απ᾽ αυτή δεν υπάρχει»(8).

`

2. ΕΚΑΒΗ

   “Sogno di Ecuba”, (Τζούλιο Ρομάνο)

 

Στοιχεία που μας βοηθάνε να καταλάβουμε την προσωπικότητα της Εκάβης, πριν την αμείλικτη εκδίκησή της

  • Πριν την άλωση της Τροίας, ήταν ευτυχισμένη μάνα 50 τέκνων (στ. 423), βασίλισσα και από βασιλική γενιά, πιστή σύζυγος.
  • Ελεήμων, μιας και είχε κρύψει τον Οδυσσέα, παρόλο που ήταν εχθρός, όταν εκείνος εν καιρώ πολέμου είχε εισέλθει κρυφά στην Τροία κατασκοπεύοντας.
  • Φιλόξενη και δοτική σε φίλους και μη (π.χ. με τον Πολυμήστορα).
  • Το διάστημα στο οποίο εξελίσσεται η τραγωδία, παρότι αιχμάλωτη, παρουσιάζεται ως γυναίκα καλλιεργημένη, ώριμη, ευφυής. Το παρακάτω απόσπασμα με τα λόγια της, μας θυμίζει τη γνωστή αρχαία φράση «μηδένα προ του τέλους μακάριζε»:

«Δεν πρέπει οι νικητές κι εκεί όπου δεν πρέπει να νικούν

κι ούτε επειδή ευτυχούν πως θα ευτυχούν αιώνια να πιστεύουν.

Κι εγώ ήμουν κάτι κάποτε, αλλά τώρα είμαι ένα τίποτε» (στ. 282-284)(3).

  • Παρόλο που βρίσκεται σε προχωρημένο γήρας, φαίνεται να έχει αποδεχθεί τις νέες συνθήκες με σεμνότητα και αξιοπρέπεια:

«Οδηγήστε, παιδιά μου, εμπρός απ’ τη σκηνή τη γερόντισσα

και κρατήστε με ορθή, την ομόδουλη εμένα,

την βασίλισσα πριν, Τρωαδίτισσες, μαζί μ’ εσάς» (στ 59-61)(3).

 

Γενεόγραμμα της Εκάβης

Ακολουθεί το γενεόγραμμα της Εκάβης, σύμφωνα με τα στοιχεία από την τραγωδία του Ευριπίδη. Φαίνονται τα πιο γνωστά από τα παιδιά της.

Η Εκάβη υπήρξε πιστή σύζυγος και φιλόστοργη μητέρα, διάσημη ως πολύτεκνη. Εκτός από τον Έκτορα, απέκτησε άλλα 18 παιδιά, όλα με τον Πρίαμο. Ο Ευριπίδης προχωρεί περισσότερο και  αυξάνει τον αριθμό των τέκνων στο μη πιστευτό 50. Ο Απολλόδωρος απαριθμεί τα εξής 14 (4 κόρες και 10 γιοι). Σύμφωνα με άλλες πηγές (η γενεαλογία της Εκάβης απασχόλησε πολύ τους αρχαίους μυθογράφους), η Εκάβη ήταν κόρη του βασιλιά των Θρακών Κισσέα και της Τελέκλειας, ή του ποτάμιου θεού Σαγγάριου και της νύμφης Ευαγόρης. Αλλά και ως κόρη του Δύμαντα έχει και πάλι καταγωγή από τον Σαγγάριο. Επίσης, έχει αναφερθεί ως κόρη της Γλαυκίππης, της Ευθυθόης ή της Μετώπης.

Τη θρακική καταγωγή της Εκάβης προτιμούν οι τραγικοί ποιητές και ιδίως ο Ευριπίδης, ενώ η φρυγική καταγωγή προέρχεται από την Ιλιάδα (2).

Παρατηρούμε ότι δεν υπάρχει κάποιο σκοτεινό ιστορικό στη βασιλική γενιά της Εκάβης.

 

Πώς μετατρέπεται, όμως, βαθμιαία η Εκάβη σε φόνισσα;

Ας πάρουμε τα γεγονότα με τη σειρά:

  • Καταρχάς, έχει λεηλατηθεί και καταστραφεί η πατρίδα της η Τροία.
  • Έχουν σκοτωθεί ο σύζυγός της και σχεδόν όλα τα παιδιά της.
  • Όλα τα αντρικά πρόσωπα συμπατριωτών της είναι νεκρά, ενώ τα γυναικεία αιχμάλωτα (3).
  • Η ίδια, όχι μόνο έχει χάσει την βασιλική της ιδιότητα, αλλά και έχει υποδουλωθεί.
  • Πρέπει, λοιπόν, να έρθει αντιμέτωπη με αντρικές φιγούρες εξουσίας.
  1. Αρχικά με τον Οδυσσέα, έχοντας ακόμη ελπίδες, ο οποίος, όμως, τις καταστρέφει, αναγγέλλοντάς της με σκληρότητα και ασέβεια, αποκαλώντας την απλώς «γυναίκα», την απόφασή του για τη θυσία της τελευταίας κόρης που έχει απομείνει στο πλευρό της (η Κασσάνδρα είχε δοθεί ως σκλάβα στον Αγαμέμνονα). Δεν εισακούει καμία ικεσία της, κανένα σοφό της λόγο, ούτε καν την υπενθύμιση ότι κάποτε του είχε σώσει τη ζωή. Καταλήγει, θεωρώντας τον εαυτό του συνετό, τιμητή του Αχιλλέα, σε ένα είδος προσβλητικής σύγκρισης μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων.
  2. Στη συνέχεια, έρχεται αντιμέτωπη με τον Αγαμέμνονα, ο οποίος παρουσιάζεται συναισθηματικός, και για πολιτικούς λόγους δέχεται να τη βοηθήσει να πάρει την εκδίκησή της, αφού η ίδια ήρεμα και αποφασιστικά, έχοντας χάσει και τα τελευταία της τέκνα, τον πείθει.
  3. Τέλος, αντιμετωπίζει τον εχθρό της, τον Πολυμήστορα, πρώην φίλο, στον οποίο είχε εμπιστευτεί τον γιο της.
  • Ο πιο σημαντικός, όμως, λόγος, που τελικά την οδηγεί στον φόνο, είναι ο ανυπέρβλητος πόνος για τον άδικο χαμό των δύο παιδιών που της είχαν απομείνει και μαζί με εκείνα και η εξανέμιση κάθε της ελπίδας:
  1. Αρχικά η κόρη της, Πολυξένη, γεμάτη ευγένεια και τρυφερότητα προς τη μητέρα της, επιλέγει να την αποχαιρετήσει, αφού προτιμά τον θάνατο από τη ζωή, το βασιλικό παρελθόν από το σκλαβωμένο μέλλον. Ακόμα και οι Αργείοι, θαυμάζοντας το κουράγιο της, τη χαρακτήρισαν «άριστη ψυχή με την περίσσια αντρεία» (στ.579) (3). Πριν φύγει, όμως, της δίνει την ελπίδα ότι, τουλάχιστον, ζει ο αδελφός της, για να της κλείσει τα μάτια όταν έρθει η ώρα.
  2. Στη συνέχεια, όμως, η μοίρα της Εκάβης της επιφυλάσσει κι άλλη δυσάρεστη έκπληξη. Το πτώμα του γιου της Πολύδωρου ανακαλύπτεται από τη Θεράπαινα σκλάβα, ξεβρασμένο στη θάλασσα, στο ίδιο σημείο όπου πήγε να πάρει νερό για να πλύνει το άψυχο, πλέον, σώμα της Πολυξένης. Αφού έχει χάσει, λοιπόν, όλα όσα αγάπησε και δεν της έμεινε τίποτα για το οποίο να παλέψει, έρχεται αντιμέτωπη με τον εχθρό της τον Πολυμήστορα, τον οποίον πληρώνει με το ίδιο νόμισμα.

 

Με ποιον τρόπο παίρνει την εκδίκησή της;

Αφού, λοιπόν, καταλαβαίνει η Εκάβη, πως ο άνθρωπος στον οποίο είχε εμπιστευτεί τον γιο της, όχι μόνο δεν τον προστάτεψε , αλλά τον σκότωσε, προκειμένου να καταχραστεί την περιουσία του, όρθωσε το ανάστημά της και αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει. Όλα τα είχε υπομείνει, όλα τα είχε χάσει δείχνοντας στωικότητα, αλλά η προδοσία, του «φίλου» δεν ήταν ανεκτή. Ήταν το μοναδικό γεγονός που κατάφερε να την αλλάξει, που κατάφερε να τη μετατρέψει από ευγενή βασίλισσα και μάνα σε «τέρας»!

Έτσι, χρησιμοποίησε όλες της τις δεξιότητες, προκειμένου να βάλει σε εφαρμογή το σκοτεινό σχέδιό της. Για αρχή, έχοντας μαζί τις πιστές της σκλάβες, πήρε με το μέρος της τον Αγαμέμνονα. Στη συνέχεια, πολέμησε τον εχθρό της με τα ίδια όπλα: το ψέμα και τον δόλο. Τέλος, άδεια πλέον, αλλά πάντα αποφασισμένη για εκδίκηση και απόδοση δικαιοσύνης, σκότωσε τα παιδιά του Πολυμήστορα και τύφλωσε  τον ίδιο.

 

Συμπεράσματα

  • Ο Ευριπίδης σύμφωνα με την ανάλυση των δύο συγκεκριμένων τραγωδιών δε θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μισογύνης. Αντιθέτως, μας κάνει να κατανοούμε, αλλά και να συμπονούμε δύο τόσο διαφορετικές γυναίκες οι οποίες διέπραξαν φριχτά εγκλήματα.
  • Τι έπαιξε ρόλο στο να μετατραπούν αυτές οι δύο ηρωίδες σε «τέρατα»; Στη μεν Μήδεια βλέπουμε ότι έπαιξαν ρόλο η καταγωγή, η προσωπικότητα αλλά και οι συνθήκες. Στη δε Εκάβη έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο τα τραυματικά γεγονότα που βίωσε, με κορυφαία τον άδικο χαμό και των τελευταίων από τα τόσα παιδιά της.
  • Και στις δύο παρατηρούμε ως κοινό παρανομαστή το γεγονός ότι η καταγωγή τους δεν ήταν ελληνική, ότι ήταν μάνες, βασίλισσες, ζηλευτές πριν χτυπηθούν αλύπητα από τη μοίρα,  και ότι αντέδρασαν με ιδιαίτερη σκληρότητα όταν υπέστησαν προδοσία από τους ανθρώπους που εμπιστεύονταν.

Θα μπορούσαν, ίσως, να είχαν αντιδράσει διαφορετικά; Υπάρχει κι άλλη επιλογή;

 

Πηγές

  1. Γεράσιμος Ρηγάτος «ΜΗΔΕΙΑ, Προσεγγίζοντας τη μαγεία και τη θεραπευτική της προϊστορίας».
  2. Βικιπαίδεια.
  3. Νίκος Χ. Χουρμουζιάδης Ευριπίδου Εκάβη, Εισαγωγή-Μετάφραση-σημειώσεις-στιγμή 2011
  4. Ευριπίδης, Μήδεια στ. 954 και 1321.
  5. «Hecate: Greek goddess of witchcraft, ghosts & magic; mythology; picture : HEKATE». Theoi.com. Ανακτήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2012.
  6. d’Este, Sorita& Rankine, David, Hekate Liminal Rites, Avalonia, 2009.
  7. Ευριπίδη Μήδεια, Μετάφραση Γιώργου Χειμωνά (εκδόσεις Καστανιώτη, δέκατη έκδοση).
  8. στ. 265, Μετάφραση: Γιώργης Γιατρομανωλάκη.
  9. Εισαγωγή του μεταφραστή Γιώργου Χειμωνά (Ευριπίδη Μήδεια, εκδόσεις Καστανιώτη, δέκατη έκδοση).

 


Γ. ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ

Όλγα Ζούζουλα, Ψυχολόγος-Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, Σύμβουλος Σταδιοδρομίας MSc, 1ο ΚΕΣΥ Β΄ Αθήνας

 

Έκτορας, Ανδρομάχη, Αστυάνακτας. Ερυθρόμορφος κρατήρας 370–360 π. Χ. Museo Nazionale des Palazzo Jatta in Ruvo di Puglia (Bari)

 

Ανδρομάχη και ψυχική ανθεκτικότητα

Η ψυχική ανθεκτικότητα -νέα σχετικά έννοια στην επιστήμη της Ψυχολογίας- αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες, τις στρεσογόνες καταστάσεις, τις κρίσεις και να συνεχίζει την προσωπική του εξέλιξη. Αποτελεί μια διαδικασία κατά την οποία το άτομο καλείται να διαχειριστεί αποδιοργανωτικούς, στρεσογόνους ή προκλητικούς παράγοντες, που συντρέχουν σε μια περίοδο της ζωής του, με τρόπο που του προσδίδει πρόσθετες δεξιότητες αυτοπροστασίας και διαχείρισης δύσκολων καταστάσεων (Richardson, 2017). Είναι μια διαδικασία αυτοεξέλιξης που εμπεριέχει την ικανότητα ανάκαμψης.

Η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία ορίζει την ανθεκτικότητα ως «τη διαδικασία προσαρμογής ενάντια στις αντιξοότητες, στο τραύμα, σε τραγωδία, σε απειλές ή σημαντικές πηγές άγχους» ή «ως την αναπήδηση από τις δύσκολες εμπειρίες» (APA, 2015). Ο ορισμός αυτός προσδιορίζει το σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του ατόμου, την ελαστικότητα ή ευελιξία ως προς την προσαρμογή, και υποδηλώνει την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί, αλλά και να επιδεικνύει ανθεκτικότητα, ανεξάρτητα από το κοινωνικοοικονομικό του υπόβαθρο, τις προσωπικές εμπειρίες ή το κοινωνικό περιβάλλον.

Η ανθεκτικότητα σχετίζεται άμεσα με την αυτοαποτελεσματικότητα και την αυτοδιόρθωση. Η αντίληψη του ατόμου για την αυτοαποτελεσματικότητά του μπορεί να επηρεάσει την επιλογή των δραστηριοτήτων του, την προσπάθεια που θα επενδύσει και το χρονικό διάστημα που θα επιμείνει, παρά τις δυσκολίες (Bandura,1997). Η υψηλή αυτοαποτελεσματικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως αποτελεσματική ασπίδα ενάντια σε τραυματικά για το «εγώ» γεγονότα και σε αντίξοες συνθήκες (Chen, etal., 2001).

Η Masten (2011) παρουσιάζει την ανθεκτικότητα ως την ικανότητα ενός δυναμικού συστήματος να αντισταθεί ή και να ανακάμψει από σημαντικές απειλές, ξαναβρίσκοντας τη σταθερότητα, τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξή του. Υπάρχουν πολλές και ποικίλες πηγές και πορείες προς την ανθεκτικότητα, που συχνά αλληλεπιδρούν, συμπεριλαμβανομένων των βιολογικών, ψυχολογικών γνωρισμάτων αλλά και των γνωρισμάτων διάθεσης, της κοινωνικής υποστήριξης και γνωρισμάτων των κοινωνικών συστημάτων, όπως είναι η οικογένεια, το σχολείο, οι παρέες, η ευρύτερη κοινότητα και η κοινωνία (Luthar, et al., 2000).

 

Βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ανθεκτικού ατόμου

H ευελιξία που μπορεί να έχει το άτομο στη διαχείριση των δυσχερειών είναι, ουσιαστικά, η διαδικασία αντιμετώπισης των αγχωτικών ή προκλητικών γεγονότων ζωής, με τρόπο που παρέχει στο άτομο πρόσθετες δεξιότητες προστασίας και διαχείρισης της δυσκολίας (Richardson et al, 1990). Ο Higgins (1994) χαρακτήρισε την ελαστικότητα αυτή ως «τη διαδικασία αυτοκαθορισμού ή ανάπτυξης», ενώ ο Wolins (1993) ορίζει την ελαστικότητα ως «ικανότητα αναπήδησης (υπερπήδησης) και αντοχής των δυσκολιών και ικανότητα ανάκτησης της ψυχικής ισορροπίας. Η ανθεκτικότητα, ως ένα ιδιαίτερο γνώρισμα του ατόμου δεν αφορά μόνο στην περίπτωση που το άτομο καλείται να ξεπεράσει αντίξοες συνθήκες, αλλά αφορά και στη λειτουργία βασικών προσαρμοστικών συστημάτων που διαθέτει. Όταν τα συστήματα λειτουργούν κανονικά, η ανάπτυξη του ατόμου δεν διακόπτεται, παρά τις δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει. Όταν δεν λειτουργούν, ο κίνδυνος για αναπτυξιακά προβλήματα είναι μεγάλος, ιδιαίτερα αν οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι είναι παρατεταμένοι» (Masten, 2001).

Κάθε άτομο διαθέτει κάποιον βαθμό ανθεκτικότητας, ο οποίος και συνδέεται άμεσα με προστατευτικούς παράγοντες. Οι προστατευτικοί αυτοί παράγοντες αποτελούν ειδικές ικανότητες και δεξιότητες, που εντοπίζονται τόσο στο ίδιο το άτομο, οπότε μιλάμε για ατομικές προστατευτικές πηγές, όσο και στο περιβάλλον του, και εννοούμε τους εξωτερικούς προστατευτικούς παράγοντες που αντισταθμίζουν τους παράγοντες επικινδυνότητας. Έτσι, η ανθεκτικότητα θεωρείται ως το σύνολο των διαδικασιών που θωρακίζουν το άτομο. Δεν οδηγούν στην εξάλειψη των κινδύνων και του άγχους, αλλά επιτρέπουν στο άτομο να τα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά (Werner, 2000).

Επίσης, σημαντικό χαρακτηριστικό ανθεκτικότητας θεωρείται η αυτονομία, η οποία προσδιορίζεται από την αίσθηση της ταυτότητας του ατόμου και την ικανότητά του να ενεργεί ανεξάρτητα και να ασκεί έλεγχο στο περιβάλλον του. Η Masten (1994) υποστήριξε ότι η ανθεκτικότητα πρέπει να γίνει κατανοητή ως διαδικασία, και εξήγησε ότι η ανθεκτικότητα πρέπει να θεωρείται ως μια αλληλεπίδραση μεταξύ ορισμένων χαρακτηριστικών του ατόμου και του ευρύτερου περιβάλλοντος, μια ισορροπία μεταξύ άγχους και ικανότητας αντιμετώπισης, και ως μια δυναμική αναπτυξιακή διαδικασία, που είναι σημαντική στις μεταβάσεις της ζωής.

 

Παράγοντες επικινδυνότητας της ψυχικής ανθεκτικότητας

Παράγοντες επικινδυνότητας είναι οι μεταβλητές που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων σε διάφορους τομείς ανάπτυξης και προσαρμογής του ατόμου. Αφορούν: 1) στους ατομικούς παράγοντες και τα εγγενή γνωρίσματα επικινδυνότητας που αναφέρονται σε βιολογικά και προδιαθεσιακά ή ψυχολογικά χαρακτηριστικά (π.χ. χαμηλό επίπεδο νοητικών ικανοτήτων, ελλιπής αυτοαποτελεσματικότητα ή χαμηλός αυτοέλεγχος), 2) στις απειλητικές συνθήκες του πλαισίου ή του περιβάλλοντος που εντοπίζονται στην οικογένεια, στο σχολικό περιβάλλον και στην κοινότητα (π.χ. φτώχεια, γονική ψυχοπαθολογία, συζυγικές συγκρούσεις, προβληματικές σχέσεις με τους άλλους, έλλειψη κοινωνικών υποστηρικτικών δικτύων) καθώς και στα στρεσογόνα γεγονότα ζωής (Fraser & Galinsky, 1997).

 

Προστατευτικοί παράγοντες της ψυχικής ανθεκτικότητας

Ένας προστατευτικός παράγοντας περιγράφει τις συνθήκες που μετριάζουν τις επιπτώσεις των κινδύνων και ενισχύουν την προσαρμογή του ατόμου μετά από ένα τραυματικό γεγονός (Masten, 1994). Στους ατομικούς προστατευτικούς παράγοντες συγκαταλέγονται στοιχεία όπως οι κοινωνικές δεξιότητες, η θετική αυτοεκτίμηση, η αυτονομία, η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, η αυτοατοπελεσματικότητα (Luthar & Zigler, 1991; Rutter, 1987). Στους κυριότερους περιβαλλοντικούς προστατευτικούς παράγοντες περιλαμβάνονται η οικογένεια και οι υγιείς και ασφαλείς σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε αυτή, το σχολείο και οι θετικές σχέσεις με εκπαιδευτικούς και συμμαθητές, καθώς και οι σχέσεις στην κοινότητα (Luthar & Zigler, 1991; Rutter, 1987; Wright & Masten, 2005). Σημαντικός προστατευτικός παράγοντας για το άτομο είναι, επίσης, η επάρκεια, η οποία μετριέται βάσει των αναπτυξιακών επιτευγμάτων, μεταβάλλεται με τον χρόνο, κι έτσι ένα άτομο μπορεί να επιδείξει ανθεκτικότητα σε κάποια περίοδο της ζωής του, όχι όμως και σε κάποια επόμενη. Οι Masten και Coatsworth (1998) την ορίζουν πιο σφαιρικά ως «την εκδηλούμενη επάρκεια του ατόμου στις σημαντικές προκλήσεις, απειλές και απαιτήσεις που θέτει το περιβάλλον για προσαρμογή ή ανάπτυξη» Όσο περισσότεροι προστατευτικοί παράγοντες υπάρχουν στη ζωή ενός ατόμου, τόσο πιο πιθανό είναι να παρουσιάσει ψυχική ανθεκτικότητα (Kirby & Fraser, 1997; Masten, 1994).

Ένας παράγοντας θεωρείται προστατευτικός αν, στην πράξη, υποβαθμίζει έναν αντίστοιχο παράγοντα κινδύνου. Οι προστατευτικοί παράγοντες μπορούν να κατηγοριοποιηθούν με τέσσερις τρόπους: 1) Σε εκείνους που μειώνουν τον αντίκτυπο στον κίνδυνο ή μειώνουν την έκθεση του ατόμου σε κίνδυνο, 2) Σε εκείνους που μειώνουν τις αρνητικές αλυσιδωτές αντιδράσεις που ακολουθούν κακά γεγονότα ή εμπειρίες, 3) Στην αυτοπεποίθηση και την αυτοαποτελεσματικότητα, και, 4) Σε εκείνες τις διαδικασίες που ενθαρρύνουν τις θετικές σχέσεις και τις νέες ευκαιρίες που παρέχουν τους απαραίτητους πόρους ή μια ανακατεύθυνση στη ζωή.

 

«Ανδρομάχη» του Ευριπίδη

Η «Ανδρομάχη» διδάχθηκε το 420 π.Χ. στην αυλή του Βασιλιά Θαρύπα των Μολοσσών, στην αρχαία Πασσαρώνα της Ηπείρου. Ως έργο αμφισβητήθηκε και προβλημάτισε τους κριτικούς. Θεωρείται, όμως, ότι αδικήθηκε και ότι, απλώς, ήταν υπερβολικά πολυδιάστατη και πρωτοποριακή για την εποχή της. Η τραγωδία έχει έναν ιδιαίτερα πολυσήμαντο χαρακτήρα (κοινωνικό, προσωπικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό, πολιτικό και ερωτικό). Η «Ανδρομάχη» είναι ένα αντιπολεμικό έργο, μέσω του οποίου ο Ευριπίδης καταγγέλλει την πολιτική της Σπάρτης, και, με αφορμή τον Τρωικό πόλεμο, μιλά για τον Πελοποννησιακό. Μέσα από τα δεινά που αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ηρωίδα διαφαίνονται οι καταστρεπτικές συνέπειες του πολέμου: Ο χαμός των αγαπημένων προσώπων, ο ξεριζωμός, η σκλαβιά, η απληστία, η προδοσία, η αδικία και η αλαζονεία των νικητών… Η Ανδρομάχη είναι ώριμη, γενναία και πάσχει άδικα….

 

Υπόθεση του αρχαίου δράματος

Η Ανδρομάχη είναι μια βασανισμένη γυναίκα, που έχασε σύζυγο και γιο στον Τρωικό πόλεμο, αλλά, επίσης, και τον πατέρα της και τα αδέλφια της νωρίτερα, στον ίδιο πόλεμο με τους Αχαιούς. Η χήρα του Έκτορα δόθηκε με κλήρο ως σκλάβα στον γιο του Αχιλλέα, τον Νεοπτόλεμο, από τον οποίον αποκτά έναν γιο, τον Μολοσσό, που κινδυνεύει από το μίσος και τη ζήλεια της Ερμιόνης. Η Ανδρομάχη διχάζεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, καθώς νιώθει ακόμα την ανάγκη να αγαπά και να επικαλείται τον Έκτορα, αλλά και τον Νεοπτόλεμο, που είναι ο μόνος που μπορεί να την προστατέψει. Βιώνει την τραγική αντίφαση να έχει παντρευτεί, ουσιαστικά, τον φονιά του άνδρα της και του πρώτου παιδιού της, αλλά συνάμα και να πρέπει να τον τιμά, γιατί από αυτόν εξαρτάται η επιβίωση της ίδιας και του τωρινού γιου της, του Μολοσσού. Βιώνει, επίσης, την προσωπική αντίφαση να έχει ξεκινήσει τη ζωή της ως πλούσιο κορίτσι που στη συνέχεια παντρεύτηκε ένα βασιλόπουλο, τον Έκτορα, και μετά βρέθηκε αιχμάλωτη και λάφυρο πολέμου, χωρίς να χαίρει σεβασμού, όπως παλιά, ως μέλλουσα βασίλισσα της Τροίας. Η Ανδρομάχη αναγκάζεται να αντιμετωπίσει και άλλη εσωτερική σύγκρουση. Για να σωθεί από τον Μενέλαο και την Ερμιόνη, που σχεδιάζουν τον φόνο της, καταφεύγει ως ικέτιδα στον ναό της Θέτιδας, θεϊκής συζύγου του γέροντα Θεσσαλού βασιλιά Πηλέα, αφού πριν κρύβει τον γιο της για να τον σώσει. Η Ανδρομάχη λέει ότι όλα όσα στοίχισε ο πόλεμος αυτός έφεραν ασήμαντα κέρδη και έδειχναν ποταπά κίνητρα. Κατηγορεί την Ερμιόνη πως για όλα έφταιγε η μητέρα της η Ελένη. Ο Πηλέας σώζει τη γυναίκα και το παιδί, προσφέροντάς τους την προοπτική μιας νέας ζωής.

Ετυμολογία: το όνομα Ανδρομάχη προέρχεται από τα αρχαίες ελληνικές λέξεις «ανήρ» και «μάχομαι», και σημαίνει αυτήν που μάχεται εναντίον των ανδρών ή αυτή που μάχεται όπως οι άνδρες. Επίσης, σημαίνει το πρόσωπο που είναι αφοσιωμένο στην οικογένεια και στα πρόσωπα που αγαπά.

Στοιχεία γενεογράμματος: Είναι κόρη του βασιλιά Ηετίωνα, σύζυγος του Έκτορα και μητέρα του Αστυάνακτα. Μετά τον Τρωικό πόλεμο δόθηκε ως γέρας (δώρο, βραβείο, τιμή) στον γιο του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμο, με τον οποίον απέκτησε τον Μολοσσό (άλλοι αναφέρουν ότι απέκτησε τρία παιδιά, τον Μολοσσό, τον Πίελο και τον Πέργαμο). Στη συνέχεια, με την βοήθεια του Πηλέα, πηγαίνει μαζί με τον Μολοσσό στην Ήπειρο. Εκεί θα παντρευτεί τον γιο του Πρίαμου Έλενο, με τον οποίον θα αποκτήσει ακόμη έναν γιο, τον Κεστρίνο.

 

 

Τραυματικά γεγονότα στη ζωή της Ανδρομάχης

Ο ελεγειακός θρήνος της Ανδρομάχης στην αρχή του έργου (στιχ. 1-55), τα παθήματά της, η τραγική μετάστασή της από την αρχοντική ευτυχία στη συμφορά του δουλικού ζυγού, δεν μπορεί παρά να δημιουργούν θλιβερές σκέψεις, όχι μόνο για τον ίδιο τον πόλεμο, αλλά και γι’ αυτούς που τον προκαλούν.

  • Απώλεια αγαπημένων προσώπων:

«Είδα τον άντρα μου τον Έκτορα να τον βυθίζει στου θανάτου το σκοτάδι ο Αχιλλέας» (στιχ.7).

«Είδα τον γιο που γέννησα από τους ψηλούς να τον γκρεμίζουν πύργους και να μαζεύω τα κομμάτια του» (στιχ. 10).

  • Απώλεια κοινωνικής θέσης, οικονομικός ξεπεσμός, ταπείνωση προσωπικής ελευθερίας, προσφυγιά, ξεριζωμός. Από βασίλισσα στα ανάκτορα της Τροίας γίνεται σκλάβα στην Ελλάδα.

«Ήμουν ελεύθερη κι έγινα σκλάβα. Κι όταν αιχμάλωτη και πρόσφυγας έφτασα στην Ελλάδα με δώσαν λάφυρο της Τροίας και διαλεχτό βραβείο στον Νεοπτόλεμο» (στιχ.5-17).

  • Αναγκάζεται να υποκύψει στην υπερίσχυση του δικαίου του ισχυρότερου:

«Φοβάμαι να σου μιλήσω για το δίκιο μου, γιατί πικρά θα το πληρώσω» (στιχ.185-188) (Μύρης, 2015).

 

Χαρακτηριστικά προσωπικότητας της Ανδρομάχης και ψυχική ανθεκτικότητα

Η Ανδρομάχη είναι η ηρωίδα που έχει βιώσει πλήθος τραυματικών γεγονότων στη ζωή της, τα οποία αντιμετώπισε με θάρρος και ψυχική ανθεκτικότητα. Διαθέτει χαρακτηριστικά προσωπικότητας που την καθιστούν ικανή να αντιμετωπίσει τις επαναλαμβανόμενες τραυματικές εμπειρίες, τις απώλειες προσώπων, τον ξεριζωμό, τη σκλαβιά και να συνεχίσει τη ζωή της.

  • Η Ανδρομάχη διαθέτει ισχυρή λογική και ικανότητα να ανασκευάζει τις κατηγορίες των αντιπάλων. Με πειστικά επιχειρήματα παροπλίζει την-Ερμιόνη και τον Μενέλαο.
  • Επιδεικνύει αυτοαποτελεσματικότητα, ευελιξία στη διαχείριση των δυσκολιών και «ικανότητα αναπήδησης (υπερπήδησης) και αντοχής των αντίξοων συνθηκών». Όταν δεν καταφέρνει να πείσει τους αντιπάλους της με λογικά επιχειρήματα, προσπαθεί να φιλοτιμήσει τον Μενέλαο, τον ικετεύει, και τελικά τον ταπεινώνει, και αποκαλύπτει τη θρασυδειλία του.
  • Άφοβη, τολμηρή και γενναία μπροστά στον θανάσιμο κίνδυνο, ξεσκεπάζει τα βαθύτερα αίτια της αδικίας που συντελείται σε βάρος της.
  • Επιδεικνύει ιδιαίτερη σοφία, ευφυία, επίγνωση και ρεαλιστική αντιμετώπιση της πραγματικότητας, ως γυναίκα που πέρασε πολλά δεινά και αντέχει με στωικότητα τη μοίρα της. Ταυτόχρονα, όμως, όταν οι συνθήκες το απαιτούν ή το επιτρέπουν, αξιοποιεί τους προστατευτικούς παράγοντες, εσωτερικούς και εξωτερικούς, που της επιτρέπουν να αλλάξει τη μοίρα της, προσβλέποντας στο μέλλον με θετική ματιά, ώστε να ανακάμψει.
  • Έχει πνευματικότητα, ισχυρό θρησκευτικό συναίσθημα και πίστη σε ηθικές αξίες. Προσπέφτει ικέτιδα στον ναό της θεάς, όταν αντιμετωπίζει τον θανάσιμο κίνδυνο από την Ερμιόνη και τον Μενέλαο.
  • Αξιοπρεπής, χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που διαθέτει, ώστε να σώσει το παιδί της και τον εαυτό της.
  • Η καταγωγή της και το σύστημα αξιών της είναι αρωγοί στις δυσκολίες της ζωής.
  • Έχει την ικανότητα να ελπίζει και να ερμηνεύει τα γεγονότα με έναν λειτουργικό τρόπο, που τη βοηθά να προσαρμοστεί και να αποδεχτεί τη νέα κατάσταση.
  • Διαθέτει ικανότητα λογικής επεξεργασίας των δεδομένων και δεξιότητα επίλυσης προβλημάτων και διαχείρισης κρίσεων.
  • Αντιμετωπίζει με στωικότητα, ψυχική αντοχή και αξιοπρέπεια τα αντίξοα και τραυματικά γεγονότα που βίωσε στο παρελθόν και που βιώνει και στο παρόν.
  • Έχει πολύ ισχυρό ένστικτο επιβίωσης.

Επίσης, διαθέτει ισχυρό υποστηρικτικό δίκτυο που την ενδυναμώνει και τη βοηθά να διαχειριστεί τις αντιξοότητες, να προσαρμοστεί και να εξελιχθεί. Ο Χορός που εκπροσωπεί την κοινή γνώμη, το δίκαιο, το ηθικό, την ορθή κρίση, στηρίζει ψυχολογικά, συμβουλεύει, παρηγορεί την Ανδρομάχη. Χαρακτηριστικά ο Χορός απευθυνόμενος στην Ανδρομάχη λέει:

  • « Ήρθα κοντά σου βλαστάρι της Ασίας, μήπως μπορέσω να βρω το φάρμακο που θα κοιμίσει τον ακατάλυτο πόνο σου» (στιχ.120-125).
  • «Συνήθισε την τύχη σου» (στιχ.126-127 ) (Μύρης, 2008).

Στο υποστηρικτικό της δίκτυο ανήκει και ο Πηλέας, ο οποίος, επιβλητικός και γενναίος, αποτελεσματικός και με πίστη στις αρχές του δικαίου, πράττει άφοβα το σωστό, όταν πρέπει να υποστηρίξει την ηρωίδα. Περιβάλλει με στοργή και ασφάλεια την Ανδρομάχη και τον εγγονό του και τους σώζει από τη συμφορά: « Έλα παιδί μου στην αγκαλιά μου, πλησίασε κι εσύ βαριόμοιρη μεγάλη πέρασες φουρτούνα μα τώρα σε λιμάνι πόντισες απάνεμο» (στιχ.747-749) (Μύρης, 2008).

 

Ενδεικτικοί στίχοι από την τραγωδία που δείχνουν την ψυχική ανθεκτικότητα της Ανδρομάχης

  • «Κολύμπησα στα βάσανα πολύ καιρό και με παρηγορούσε η ελπίδα πως όσο ζει και μεγαλώνει το παιδί θα το ΄χω δίπλα μου συμπαραστάτη βοηθό μου στα δεινά» (στιχ.26-30, 95-100,110-116) (Μύρης, 2008).
  • «Φοβάμαι και ήρθα και κούρνιασα σε τούτον τον ναό της Θέτιδας για να γλιτώσω την άμοιρη ζωή μου» (στιχ.45-47) (Μύρης, 2008).
  • «Αλίμονο!

Κακό για τους θνητούς η νιότη, αν με τη νιότη

μαζί δεν υπάρχει κι η στόχαση.

Φοβούμαι μήπως, επειδή είμαι σκλάβα σου,

εμποδιστώ να μιλήσω, κι ας έχω χίλια δίκια·

αν πάλι κρατηθώ, μήπως αυτό με βλάψει.

Γιατί δύσκολα ο φαντασμένος δέχεται

τα σωστά λόγια που ο μικρός θα ξεστομίσει.

Ωστόσο, τον εαυτό μου δεν θα τον προδώσω» (στιχ. 185-190) (Γεραλής, 2015).

 

  • Επιχειρηματολογία Ανδρομάχης απέναντι στον παραλογισμό της Ερμιόνης (στιχ.192-273):

«Πες μου, λοιπόν, κοπέλα μου,

τί είναι επιτέλους αυτό που μου δίνει το θάρρος

να σου χαλάσω, τάχα, τον γάμο σου;………….

…….τη μάνα σου στον πόθο για τους άντρες. Των κακών

μανάδων τις συνήθειες πρέπει ν᾽ αποφεύγουν

οι κόρες, όσες έχουνε μυαλό και γνώση» (Γεραλής, 2015).

 

  • Επιχειρηματολογία Ανδρομάχης απέναντι στον Μενέλαο (στιχ.333-363, 409-412):

«Ποια είναι για μένα η γλύκα της ζωής; Πού να κοιτάξω;

Στα τωρινά ή στα περασμένα βάσανά μου;

Ένα παιδί μού απόμεινε, φως των ματιών μου,

κι αυτό γυρεύουν οι κακόβουλοι να το σκοτώσουν.

Όχι, δεν πρέπει αυτό να γίνει, για να σώσω

εγώ μιαν άθλια ζωή· αν αυτό σωθεί,

θα ᾽ναι η ελπίδα, ενώ για μένα θα ᾽ναι

ντροπή να μην πεθάνω για χατίρι του.

Λοιπόν, αφήνω τον βωμό και παραδίνομαι

στα χέρια σας:

σφάξτε με, δέστε με, κρεμάστε με. Παιδί μου,

βαδίζω για τον Άδη εγώ η μητέρα σου,

για να μην πεθάνεις εσύ, κι αν ξεφύγεις τη μοίρα

να θυμάσαι τη μάνα σου, πώς χάθηκα η δύσμοιρη

και να λες στον πατέρα σου αγκαλιάζοντάς τον,

με φιλιά και με δάκρυα, το τί έχω πράξει» (στιχ.409-412) (Γεραλής, 2015).

  • «Η ευγενική καταγωγή συντρέχει και σώζει τον άνθρωπο απ΄ όλες τις δυσκολίες που παρουσιάζονται  …  Αν είναι να γεννηθεί κανείς, ας είναι να τον φέρουνε στον κόσμο αρχοντικοί γονείς» (στιχ.765-767).
  • Ύπαρξη νοήματος και σκοπού ηρωίδας: «Ελπίζω να σώσω τη ζωούλα σου για αντάλλαγμα της δικής μου ζωής» (στιχ.408-412) (Μύρης, 2008).
  • Πνευματικότητα, θρησκευτική πίστη: «Κι έχω της ικεσίας το χέρι απλώσει στο άγαλμα της θεάς» (στιχ.114-116) (Μύρης, 2008).

 

Επίλογος

  • Η Ανδρομάχη, ως ηρωίδα του αρχαίου δράματος, είναι το ανώτερο, ηθικά, πρόσωπο που προκαλεί τον θαυμασμό μας.
  • Παραμένει και στην Ευριπίδεια τραγωδία το σύμβολο της στοργικής μητέρας, που είναι έτοιμη να θυσιαστεί για τη σωτηρία του παιδιού της.
  • Διαθέτει τεράστια ψυχικά αποθέματα, ευφυΐα, αξιοπρέπεια, ελπίδα, αισιοδοξία, ψυχική ανθεκτικότητα, προσαρμοστικότητα.
  • Είναι δυναμική προσωπικότητα, έχει αριστοκρατική καταγωγή και παρελθόν που το αξιοποιεί, ώστε να επιβιώσει και να εξελιχθεί.
  • Μέσα από τη συστημική ματιά παρατηρούμε ότι η Ανδρομάχη δεν εγκλωβίζεται στον ρόλο του θύματος, αντίθετα αναλαμβάνει την ευθύνη να διαμορφώσει την πραγματικότητά της και να δημιουργήσει ένα επιθυμητό μέλλον.
  • Τα τραύματα στην ιστορία της οικογένειας τα αντιμετωπίζει με έναν διορθωτικό τρόπο, που της επιτρέπει να εξελιχθεί μέσω της ικανότητάς της για ανάκαμψη.
  • Μάχεται τις δυσκολίες, δικαιώνοντας το όνομά της και βλέποντας το μέλλον με αρωγό την ελπίδα.
  • Έχει προοπτική ζωής, καθώς ξαναπαντρεύεται και τεκνοποιεί. Κάνει νέα αρχή. Πηγαίνει στην Ήπειρο, όπου θα παντρευτεί τον γιο του Πριάμου Έλενο. Ο Μολοσσός θα βασιλεύσει στην περιοχή και θα συνεχίσει τη γενιά του Πηλέα. Και η γενιά των Τρώων θα συνεχιστεί με τον Κεστρίνο.
  • Υπάρχει, λοιπόν, και άλλη επιλογή. Επιλογή που καθιστά το άτομο λειτουργικό. Και η Ανδρομάχη του Ευριπίδη αυτό αποδεικνύει με τη στάση ζωής της, τις πεποιθήσεις της και τη συμπεριφορά της.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι «Ανθεκτικοί άνθρωποι δεν είναι αυτοί που δεν έζησαν κάποια τραυματική εμπειρία, αλλά αυτοί που κατάφεραν να αντέξουν την εμπειρία και να ανακάμψουν».

 

Ο Ευριπίδης ως ψυχογράφος του αρχαίου δράματος αποδεικνύει, μέσα από τα έργα του, ότι όχι μόνο δεν είναι μισογύνης, αντίθετα υμνεί το μεγαλείο της γυναίκας. Η Ανδρομάχη, διαφορετικά από τη Μήδεια και την Εκάβη, αλλάζει την αφήγησή της. Δεν χρειάζεται να κάνει κάτι ακραίο για να επιβιώσει. Έχει και άλλη επιλογή: να σωθούν η ίδια και το παιδί της, δίνοντας στη ζωή τους καλύτερη προοπτική.

 

 

Βιβλιογραφία

American Psychological Association (2015): The Road to Resilience.http://www.apa. org/helpcenter/road-resilience.aspx.

Bandura, A. (1997). Self-efficacy: The exercise of control, New York: Freeman.

Carle, A., & Chassin, L. (2004): Resilience in a community sample of children of alcoholics, its prevalence and relation to internalizing symptomatology and positive effect. Applied Developmental Psychology, 25, 577-595.

Chen, G., Gully, S. M., & Eden, D. (2001): Validation of a new general self-efficacy scale, Organizational Research Methods, 4, 62–83.

Dugan, T., & Coles, R. (1989): The Child in Our Times, New York, NY: Brunner Mazel Publishers.

Fraser, M.W., & Galinsky, M.J. (1997): «Toward a resilience-based model of practice». in: M.W. Fraser (Ed.), Risk and resilience in childhood an ecological perspective, Washington, DC: NASW Press.

Gardner, D. G., & Pierce, J. L. (1998): Self-esteem and self-efficacy within the organizational context, Group and Organization Management, 23, 48-70.

Glantz, M., & Johnson, J. (1999): Resiliency and Development, New York, NY: Kluwer Academic.

Higgins, G.O. (1994): Resilient adults: Overcoming a cruel past, San Francisco, CA: Jossey-Bass.

Jessor, R. (1993): Successful adolescent development among youth in high-risk settings, American Psychologist, 48, 117-126.

Kirby, L., D., & Fraser, M. W. (1997): Risk and resilience in childhood, in M. Fraser (Ed.), Risk and resilience in childhood (pp. 10-33), Washington, DC: NASW Press.

Luthar, S. S., &Zigler, E. (1991): Vulnerability and competence: A review of the research on resilience in childhood, American Journal of Orthopsychiatry, 61, 6-22.

Luthar, S. S. &Cicchetti, D. (2000): The construct of resilience: Implications for interventions and social policies, Development and Psychopathology, 12, 857- 885.

Luthar, S. S., Cicchetti, D. & Becker, B. (2000): The construct of resilience: A critical evaluation and guidelines for future work, Child Development, 71, 3, 543-562. .

Masten, A. (1994): Resilience in individual development: Successful adaptation despite risk and adversity. In M.C. Wang & E.W. Gordon (Eds.), Educational resilience in inner-city America: Challenges and prospects (pp. 3-25), Hillsdale, NY: Lawrence Erlbaum.

Masten, A.S. (2001): Ordinary magic: Resilience processes in development, American Psychologist, 56, 227-238.

Masten, A. S. (2011): Resilience in children threatened by extreme adversity: Frameworks for research, practice, and translational synergy, Development and Psychopathology, 23, 493–506.

Masten, A., & Coatsworth, J. (1998): «The development of competence in favourable and unfavorable environments: Lessons from research on successful children», American Psychologist, 5, 205-220.

Μύρης, Κ.Χ (2008): Ευριπίδου Ανδρομάχη, Αθήνα: Πατάκης.

Richardson GE. Proactive and Applied Resilience: I Universe, Bloomington, 2017.

Richardson, G.E., Neiger, B.L., Jensen, S., & Kumpfer, K.L. (1990): The resiliency model. Health Education, 21(6), 33-39.

Rutter, M. (1987): Psychosocial resilience and protective mechanisms, American Journal of Orthopsychiatry, 57, 316–331.

Schwarzer, R. (1992). Self-Efficacy: Thought control of action. USA: Taylor & Francis.

Werner, E. E. (2000): Protective factors and individual resilience, in J. P. Shonkoff, & S. J. Meisels (Eds.), Handbook of Early Childhood Intervention (2nd ed.) (pp. 115- 132), New York: Cambridge University Press.

Wolin, S.J. & Wolin, S. (1993): The resilient self: How survivors of troubled families arise above adversity, New York, NY: Villard.

Wright, M. O., & Masten, A. S. (2005): Resilience Processes in Development–Fostering Positive Adaptation in the Context of Adversity, in S. Goldstein & R.B. 121 Brooks (Eds.), Handbook of Resilience in Children (pp 17-37), New York: Springer.

Διαδικτυακές πηγές

https://eclass.uth.gr/modules/document/file.php/PRE_P_117/2%20%CE%9D%CE%BF%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85%202019/%CE%A8%CF%85%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%91%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.pdf

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7_(%CE%95%CF%85%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B7)#%CE%97_%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7))

https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/index.html?author_id=150

 

 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]Οδυσσέας Ελύτης. Ανοιχτά χαρτιά. Νεοελληνική λογοτεχνία Γ’ λυκείου.

[2]Χριστιάνα Νικοκάβουρα. Ελύτης και Γιούνγκ-ένας διάλογος. Εκδόσεις Ελληνικά γράμματα.

[3]ό.π. υποσημ. 2

[4]Zaquelline de Romilly: Η νεοτερικότητα του Ευριπίδη. Μετάφραση Αγγελική Στασινοπούλου – Σκιαδά. Ινστιτούτο του βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα.

[5]Ευριπίδης, Ιππόλυτος. Μετάφραση Θ. Μαυρόπουλος, εκδόσεις Ζήτρος.

[6]ό.π. υποσημ. 4+

[7]Ρακίνα, Φαίδρα. Πηγή διαδίκτυο.

[8]Ευριπίδης, Ηλέκτρα. Μετάφραση Ιούλιος Ν. Κέρπης. Εκδόσεις Γρηγόρη.

[9]ό.π. υποσημ. 8

[10]Μπέρτολτ Μπρέχτ, Απόσπασμα ποιήματος «Για την παιδοκτόνο Μαρία Φαρράρ», μετάφραση Μάριου Πλωρίτη.

[11]Ευριπίδης, Ελένη, αρχαίο κείμενο, στίχος 582.

[12]Ευριπίδης, Ελένη, μετάφραση Απόστολου Μελαχρινού, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων.

[13]Ό.π. υποσημ. 12

[14]Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ’, εκδόσεις Ίκαρος.

[15]Γιάννης Ρίτσος, Τέταρτη Διάσταση, εκδόσεις Κέδρος.

[16]Ευριπίδης, Τρωάδες, μετάφραση Τάσος Ρούσσος, εκδόσεις Κάκτος.

[17]Μανόλης Αναγνωστάκης, Απόσπασμα ποιήματος «Ο πόλεμος»

[18]Γιώργος Σεφέρης,  Δοκιμές τόμος Β’, ομιλία στη Στοκχόλμη