Ένα σχόλιο για την «Ελένη» του Ευριπίδη και τη σχιζοφρένεια

Κάτια Χαραλαμπάκη, Ψυχίατρος-συστημική ψυχοθεραπεύτρια

 

 Πριν από λίγους μήνες, στην «Ομάδα Μελέτης Αρχαιοελληνικής Τραγωδίας», είχαμε ως θέμα την «Ελένη» του Ευριπίδη και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συζήτηση, όπως πάντα. Ανταλλάξαμε πολύ χρήσιμες απόψεις. Πριν μπω στο θέμα, θα ήθελα να κάνω μια γενική παρατήρηση.

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι για να προσεγγίσει και να ερμηνεύει κανείς την ελληνική τραγωδία, που, βασικά, δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Τρείς είναι οι  πιο διαδεδομένοι. Πρώτος, να διαβάσεις ή να δεις την τραγωδία σαν να είσαι θεατής της εποχής που γράφηκε, να πληροφορηθείς την ιστορική συγκυρία του χρόνου συγγραφής και τα βασικά ρεύματα σκέψης, τότε, όπως και τα μηνύματα που φέρνει. Δεύτερος, να τη δεις, με κάποιες τροποποιήσεις, βέβαια, σαν να συμβαίνει στη δική μας εποχή. Και ο τρίτος, να αφεθείς σε ελεύθερο συνειρμό, που θα σε οδηγήσει ασυνείδητα στο κείμενο, μέσα από την ευρηματικότητα, την παραδοξότητα και τη θεατρικότητα, όπως και μέσα από κάποιες αλληλουχίες που δεν συνδέονται, κατ’ ανάγκη, με την υπόθεση.

Η υπόθεση σε τηλεγράφημα: Το πλοίο του Πάρι από τη Σπάρτη προς την Τροία, με την Ελένη μέσα, οι άνεμοι το κατευθύνουν στην Αίγυπτο. Η Ελένη, βασίλισσα της Σπάρτης, ζητάει άσυλο και το αποκτά. Ο Πάρις φεύγει με άδεια χέρια. Οι Αχαιοί εκστρατεύουν ενάντια στο Ίλιον, μετά δέκα χρόνια το εκπορθούν, παίρνουν μια Ελένη, που είναι ένα είδωλο της πραγματικής, και επιστρέφουν στις πατρίδες του. Το πλοίο του Μενέλαου, με το είδωλο της Ελένης, παρασύρεται μέσω των ανέμων κι αυτό στην Αίγυπτο. Εκεί, το είδωλο αναδύεται στους ουρανούς και το πραγματικό βασιλικό ζευγάρι καταφέρνει να δραπετεύσει από τον Αιγύπτιο Φαραώ που θέλει  να την παντρέψει με τον γιο του.

Η περίπτωση της διπλής Ελένης δεν είναι επινόηση του Ευριπίδη. Θεωρείται ότι η πρώτη αναφορά σε αυτή την εκδοχή έχει γίνει από τον Ησίοδο, που έζησε τον όγδοο π.Χ. αιώνα, τρεις αιώνες πριν από τον Ευριπίδη. Ακολουθεί, με το έργο του «Παλινωδία», ο ποιητής Στησίχορος, γεννημένος το 630 π.Χ., ενάμιση αιώνα πριν από τον Ευριπίδη – ο οποίος γεννήθηκε περίπου το 480 π.Χ. Και ακολουθεί ο Ηρόδοτος, συνομήλικος του Ευριπίδη. Την αφήγηση, που πιάνει αρκετές σελίδες στον δεύτερο τόμο των ιστοριών του, την έχουν κάνει Αιγύπτιοι ιερείς, κατά τη διάρκεια ταξιδιού του στην πατρίδα τους. Ο Ηρόδοτος δεν κάνει αναφορά στο διπλό πρόσωπο, πραγματικό και είδωλο, απλώς λέει ότι η Ελένη δεν πήγε στην Τροία, αλλά στην Αίγυπτο. Το εντυπωσιακό είναι πως θεωρεί ότι αυτή η εκδοχή είναι η πραγματική: «Αυτά μου είπαν οι Αιγύπτιοι ιερείς. Προσωπικά, πιστεύω την εκδοχή τους για την Ελένη. Κι αυτό, γιατί αν η Ελένη ήταν στην Τροία, οι Έλληνες θα την είχαν πάρει, αμέσως, με τη θέληση ή όχι του Αλέξανδρου (Πάρι). Δεν θα ήταν τόσο φρενοβλαβής ο Πρίαμος και οι σύμβουλοί του, ώστε να θέσουν σε κίνδυνο την πόλη τους και τη ζωή των παιδιών τους για να μη χωρίσει ο Αλέξανδρος» (ΙΙ, 120).

Ακολουθώντας τον τρίτο δρόμο, τον ελεύθερο συνειρμό, σκέφτηκα ότι η τραγωδία αυτή είναι μια πρώιμη μυθική έκφραση της σχιζοφρένειας, όπου ένα πρόσωπο έχει «σχισθεί» στα δύο μέρη, τα οποία είναι αλληλοσυγκρουόμενα στις απόψεις και τη δράση τους.

Ας σκεφτούμε τη στιγμή που στη Σπάρτη ο Πάρις καλεί την Ελένη στο πλοίο του για να φύγουν, να πάνε ερωτοχτυπημένοι στην πατρίδα. Με τα σημερινά κριτήρια αυτή θα βρισκόταν μπροστά σε ένα βασανιστικό δίλημμα, μια βαριά εσωτερική σύγκρουση. Από τη μια να απελευθερωθεί από τον γερασμένο άνδρα της και να βρεθεί με τον ευλογημένο από την Αφροδίτη πρίγκιπα της Τροίας. Από την άλλη να μείνει πιστή στον σύζυγο, στην πόλη και στις υποχρεώσεις της ως βασίλισσας. Αυτές τις δύο ριζικά αντιθετικές πλευρές ο Ευριπίδης τις εκφράζει με τις δύο διαφορετικές εκδοχές: Την Ελένη και το είδωλό της.

Το δεύτερο πρόσωπο δεν είναι αυτόνομο, είναι εξάρτημα του πρώτου. Έτσι εξηγείται, ίσως, και το ότι ο Ευριπίδης δεν δίνει καθόλου τον λόγο στην άλλη Ελένη, με εξαίρεση την ανάληψή της στους ουρανούς. Κι επίσης, ότι χρησιμοποιεί εντυπωσιακά πολλούς όρους γι’ αυτή (κενή δόκησις, είδωλον, νεφέλη, μίμημα, φάσμα, ψευδονύμφευτη, νεφέλης άγαλμα, αιθήρ, το όνομα ου το σώμα), σαν να μη μπορεί να αναφέρει ένα πρόσωπο με το όνομά του που δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά παράγωγο της Ελένης.

Ο διαχωρισμός ενός προσώπου σε δύο εκφάνσεις δεν συμβαίνει μόνο με την Ελένη. Ισχύει και στους νεκρούς Λακεδαιμόνιους πολεμιστές στην Τροία. Ο Μενέλαος μόλις φτάνει στην Αίγυπτο διηγείται στη Γερόντισσα, υπηρέτρια του Αιγύπτιου διαδόχου Θεκλυμένου, τις περιπέτειές του. Μιλάει για τους επιζήσαντες Λακεδαιμόνιους που ταξιδεύουν μαζί του για την πατρίδα, «νεκρών φέροντας ονόματ’ εις οίκους πάλιν» (399), που φέρνουν στις οικογένειες μόνο τα ονόματα των φονευθέντων.

Την εκδοχή του «φάσματος» (φαντάσματος), όχι ως δεύτερης παρουσίας αλλά ως τελικής έκβασης της πρώτης, αναφέρει και ο Σοφοκλής στον «Αίαντα». Ο Οδυσσέας έχει έναν διάλογο με την Αθηνά για τον μανιασμένο Αίαντα: «Ορώ γαρ ημάς ουδέν όντας άλλο πλήν είδωλ’, οσοίπερ ζώμεν, ή κούφην σκιάν» – μας βλέπω να είμαστε το μηδέν εκτός από είδωλα, όσοι ακόμα ζούμε, ή κούφια σκιά (125-6).

Το έργο του Ευριπίδη παραπέμπει στον Gregory Bateson. Γράφει στο κείμενό του «Toward a Theory of Schizophrenia»: «Δεν θεωρούμε ότι ο διπλός δεσμός επιβάλλεται μόνο από τη μητέρα, αλλά ότι μπορεί να γίνει είτε μόνο από τη μητέρα μόνη ή με κάποιο συνδυασμό μητέρας πατέρα (και/ή αδελφών)… Για παράδειγμα, ο ένας γονιός  μπορεί να αρνείται σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο τις εντολές του άλλου». Η διπλή παρουσία μπορεί να υπάρξει, ως άμυνα, και στην άλλη πλευρά του δίπολου: «Δεν είναι μόνο ασφαλέστερο για το θύμα ενός διπλού δεσμού να  μετακινηθεί σε μια μεταφορική τάξη του μηνύματος, αλλά σε μια αδιανόητη κατάσταση είναι καλύτερο να μετακινηθεί και να γίνει κάποιος άλλος».

Ο Bateson, στο ίδιο άρθρο, παραπέμπει και στη λογοτεχνία: «Η ποίηση είναι ένα τυπικό παράδειγμα της επικοινωνιακής δύναμης της μεταφοράς -ακόμα και πολύ ασυνήθιστης μεταφοράς- όταν σημειώνεται έτσι με διάφορα σήματα, σε αντίθεση με το σκοτάδι της ανεπίγραφης σχιζοφρενικής μεταφοράς… Δεν έχουμε έγνοια  με την ερμηνεία περιεχομένου όπως με τα τυπικά προβλήματα που αφορούν στην ταυτόχρονη ύπαρξη πολλαπλών επιπέδων μηνύματος στην μυθική παρουσίαση της  “πραγματικότητας”».

Στο δίπολο του δεσμού ο Μενέλαος είναι στη θέση του παιδιού που παίρνει το σχιζοφρενικό μήνυμα. Έχει μπροστά του δύο Ελένες. Την άπιστη κι ακόλαστη από την Τροία, που γυρίζει τώρα μετανοημένη. Την ακατάληπτη και πιστή στην Αίγυπτο, αρνητική στους μνηστήρες, όπως η Πηνελόπη. Ο βασιλιάς της Σπάρτης έχει παλαβώσει: «Ήρθα από την Τροία και φέρνω την Ελένη, που μέσα στη σπηλιά καλά την κρύβω, και τώρα μέσα εδώ στο σπίτι τούτο κάποια άλλη κατοικεί με τ’ όνομά της… Δεν ξέρω τι να πω. Δεύτερη υπάρχει στον κόσμο Λακεδαίμονα; Άλλη Τροία;».

Ο Μενέλαος αρνείται την ύπαρξη των δύο Ελενών. «Κι εγώ δεν έχω πάρει δυο γυναίκες» (571), λέει. Σε μια στιγμή, επίσης, αφύπνισης, η Ελένη λέει: «Δεν υπάρχει άλλη δική σου γυναίκα εκτός από μένα» (στίχος 574). Η Ελένη της Αιγύπτου θεωρεί την Ελένη της Τροίας μια έκφραση του εαυτού της: «Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ’, αλλ’ είδωλον ήν» (582). Και «είδωλον» στην αρχαιοελληνική σημαίνει σχήμα, εικόνα, θέαμα, όραμα, φάντασμα, ιδέα, πορτραίτο – όχι κάτι που συγκροτεί μια προσωπικότητα.

Ο Robert Lewis Stevenson στο γοτθικό του μυθιστόρημα  «Srange Case of Dr Jekyll and Mr Hyde» έχει κοινά στοιχεία με την «Ελένη» του Ευριπίδη. Ένα άτομο με διπλή προσωπικότητα, εμφάνιση και συμπεριφορά. Στο πρώτο ο καλός κι ο κακός. Στο δεύτερο η πιστή και η άπιστη.

Καθώς, σήμερα, η σχιζοφρένια έχει ένα νόημα ευρύτερο και βαθύτερο από ό,τι υπονοεί η ελληνική της ονομασία, μπορεί να πει κανείς ότι η υπόθεση με τις δύο Ελένες εκφράζει αυτό που το DSM-5 ονομάζει «Dissociative Identity Disorder» (προηγουμένως «Multiple Personality Disorder»), δηλαδή «the presence of two or more distinct personality states» με διακριτικά χαρακτηριστικά: Την απώλεια της ταυτότητας και του χρόνου, καθώς και τη dissociative αμνησία.

Τέλος, για τον απλό Αθηναίο που έβλεπε την τραγωδία  του Ευριπίδη, η Ελένη που έκανε έρωτα με τον Πάρι ήταν η πραγματική, και κάποια Ελένη που κλαιγόταν στην Αίγυπτο ήταν το «είδωλο», μια επινόηση της φαντασίας.

Κι όλος ο Τρωικός πόλεμος έγινε «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη», κατά τον Σεφέρη.