Συγκριτική Αξιολόγηση  της Έννοιας του «Καταναγκασμού της Επανάληψης»
(
Repetition Compulsion) από Ψυχαναλυτική και Νευροφυσιολογική άποψη.2

Γιώργος Σκαλκώτος [1]

[1]Κοινωνικός λειτουργός, ψυχοθεραπευτής – Κέντρο Ψυχικής Υγείας Ε.Π.Ι.Ψ.Υ. (gskalkotos@gmail.com).

 

Η παρούσα εργασία πραγματοποιήθηκε για το μάθημα «Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεία και Νευροεπιστήμες» στα πλαίσια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεία σε Ιατρικά Πλαίσια» της Ιατρικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Περίληψη

Ο όρος του καταναγκασμού της επανάληψης αναφέρεται για πρώτη φόρα από τον Freud το 1914, στο έργο του «Ανάμνηση, Επανάληψη, Επεξεργασία». Έκτοτε, στην ψυχαναλυτική θεωρία, έχει συνδεθεί με πολλές καταστάσεις, άλλοτε αντίθετες μεταξύ τους, άλλοτε συνειδητές ή ασυνείδητες, τραυματικές ή θεραπευτικές. Στο πρώτο μέρος του παρόντος κειμένου επιχειρείται μια αναφορά στο φαινόμενο του καταναγκασμού της επανάληψης, τόσο στο έργο του Freud όσο και στο έργο άλλων μελετητών. Η έννοια της επανάληψης, δηλαδή η πράξη και το αποτέλεσμα του «επαναλαμβάνειν», είναι μια έννοια που συναντάται σε πολλά πεδία. Στο πεδίο των Νευροεπιστημών, έρευνες παρουσιάζουν διαδικασίες επανάληψης στη λειτουργία της μνήμης, κάτι που για κάποιους, όπως ο Modell, αποτελεί ένα είδος νευροβιολογικής υποστήριξης στο έργο του Freud. Στο δεύτερο μέρος του παρόντος κειμένου επιχειρείται μια προσπάθεια κατάδειξης των σημείων όπου συναντιούνται οι Νευροεπιστήμες με την Ψυχανάλυση.

Λέξεις–κλειδιά:  καταναγκασμός επανάληψης, τραύμα, αρχή της ευχαρίστησης, μεταβίβαση, αντιμεταβίβαση, ενόρμηση θανάτου, μνήμη, μεθύστερο βίωμα, ολοκλήρωση προτύπου, Ψυχανάλυση, Νευροεπιστήμες, Νευροφυσιολογία

 

ΕΠΙ ΤΑ ΑΥΤΑ

Νύχτωσε πάλι όπως χθες.

Πάλι όπως χθες νύχτωσε.

Νύχτωσε.

Χθες.

Πάλι.

Προσπάθεια μάταιη

να χτυπηθεί το νόημα,

η αλληλεγγύη του καημού.

Αλύγιστα, μ’ όποια

μετάθεση των λέξεων,

μ’ όποια αποδέσμευσή τους.

Στην κάθε μια χωράει

το τελεσίδικο του όλου.

Μέσα στις ρίζες τους

κυλάει η παύση.

Λοιπόν, καλύτερα να παραμείνουν

σε μια πεπατημένη πρόταση

κι εκ πρώτης όψεως αναίμακτη:

Νύχτωσε πάλι όπως χτες.

Κική Δημουλά {Επί τα Ίχνη (1963)}

 

Αντί προλόγου

                                          «Ο ασθενής δεν μπορεί να θυμηθεί όλα όσα έχει απωθήσει μέσα του. [..]  

                                               Χρειάζεται μάλλον να επαναλάβει το απωθημένο ως σύγχρονο βίωμα,                

                                              αντί, όπως θα ήθελε μάλλον ο γιατρός, να το θυμηθεί ως ένα κομμάτι του

                                              παρελθόντος»

                                                                                       (Freud, 2014, σελ. 37).

 

 

                                                                           

Η Α, μια γυναίκα 35 ετών, αναζητά θεραπεία λίγο μετά τη διάγνωση του αδελφού της με καρκίνο στο συκώτι. Το υλικό που ακολουθεί είναι από μια συνεδρία μαζί της, δύο σχεδόν χρόνια μετά την έναρξη των συναντήσεών μας και λίγες εβδομάδες μετά την απώλεια του αδελφού της.

«Πριν λίγες ημέρες καθόμουν στο σαλόνι μου. Σκεφτόμουν τα ανίψια μου. Έχασαν τον πατέρα τους τόσο μικρά. Ήταν αργά κι ετοιμαζόμουν να ξαπλώσω, όταν μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να ακούσω το τραγούδι “Δημοσθένους λέξις” του Σαββόπουλου. Για κάποιον άγνωστο σε εμένα λόγο, τους τελευταίους δύο μήνες επιλέγω να το ακούω αρκετά συχνά. Κάποιες φορές είναι σαν να μην μπορώ να πάω για ύπνοχωρίς αυτό. Σαν βγω από αυτή τη φυλακή, λέει ο Σαββόπουλος στην αρχή, κι εγώ κάθε φορά που το ακούω νιώθω ένα αίσθημα κενού. Προσπαθούσα να θυμηθώ πότε το άκουσα για πρώτη φορά. Και θυμήθηκα. Ήταν το 1997, όταν μια φίλη μού είχε κάνει δώρο το cd που περιείχε το τραγούδι αυτό».

Τόσο η παραπάνω σκηνή, όσο και η συναισθηματική της κατάσταση, μου φέρνουν στη σκέψη το ίδιο κενό που περιγράφει και ο ποιητής Κώστας Γκανάς σε ένα του ποίημα:  «Αδύνατον να πάει στο κρεββάτι ώσπου να πέσουν χιόνια στην οθόνη. Τη γαληνεύει αυτό το άσπρο -ένα τίποτε- κι’ έτσι την παίρνει ο ύπνος» (1989, Γυάλινα Γιάννενα).

 

Το ίδιο κενό περιγράφει και η Α., την περίοδο που «γεννήθηκε» εκ νέου μέσα της η επιθυμία για το τραγούδι του Σαββόπουλου, περίοδος των τελευταίων μηνών της ζωής του αδελφού της.

Το ίδιο κενό έχει περιγράψει και σε παλαιότερες κουβέντες της, αναφερόμενη στην περίοδο θανάτου του πατέρα της, ο οποίος πέθανε επίσης από καρκίνο, το 1997, περίοδος που άκουγε για πρώτη φορά το τραγούδι αυτό.

Σκέφτομαι ότι με κάποιον τρόπο, η συναισθηματική της κατάσταση στο τώρα συντονίζεται με τη συναισθηματική της κατάσταση στο τότε. Σαν το γεγονός της απώλειας να συγχρονίζεται στην ίδια ασυνείδητη συχνότητα στο εσωτερικό της «ραδιόφωνο». Με αφορμή το πώς ένιωσε στο άκουσμα του συγκεκριμένου τραγουδιού, αλλά και στους συνειρμούς της που ακολούθησαν και περιέγραψα παραπάνω, σκέφτομαι αλλά και νιώθω, ότι κάτι επαναλαμβάνεται. Και όπως αντιλαμβάνομαι αυτή τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, υπάρχουν πολλοί τρόποι για τον ψυχισμό του καθενός μας να μην ξεχνά, να μεταφέρεται μέσω μιας άυλης μηχανής χρόνου σε σημεία καθοριστικά της ιστορίας του, και με κάποιο τρόπο να τα αναβιώνει.

 

1.

Play it again Sam

(Rick Blaine, Casablanca, 1942)

Ο Freud παρατηρεί, και περιγράφει, την τάση των ατόμων να επαναλαμβάνουν, είτε στην καθημερινότητα τους, είτε στα όνειρα τους, είτε μέσα στη θεραπεία, καταστάσεις και συναισθήματα ιδιαιτέρως επίπονα για τους ίδιους. Ορίζει το φαινόμενο αυτό ως «καταναγκασμό της επανάληψης».

Αναπτύσσοντας τη σκέψη του γύρω από το φαινόμενο αυτό, είναι σαν να υφαίνει έναν αόρατο ιστό πάνω στον οποίο «αιχμαλωτίζονται» κάποιες από τις πιο σημαντικές έννοιες του έργου του. Όνειρο, τραύμα, σύμπτωμα, αρχή της ευχαρίστησης, μεταβίβαση, αντίσταση, ενόρμηση θανάτου, σχετίζονται με το φαινόμενο της επανάληψης.

Ο φιλόσοφος Kierkegaard (1813-1855), γράφει στο βιβλίο του «Επανάληψη» (1843): «Έχω ασχοληθεί αρκετά με την έννοια της επανάληψης και της σημασίας της, εάν κάτι κερδίζεται ή εάν κάτι χάνεται όταν επαναλαμβάνεται [..] είναι βέβαιο ότι διαδραματίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη φιλοσοφία. Γιατί η επανάληψη είναι μια έκφραση  αυτού που για τους αρχαίους Έλληνες ήταν η ανάμνηση. [..] Η επανάληψη και η ανάμνηση είναι στην ουσία μέρος της ίδιας κίνησης, αλλά προς αντίθετες κατευθύνσεις. [..] Η επανάληψη κάνει έναν άνθρωπο χαρούμενο, η ανάμνηση τον κάνει στεναχωρημένο. [..] Το επιχείρημα της επανάληψης είναι απλό. Αυτό που επαναλαμβάνεται υπήρξε, αλλιώς δεν θα μπορούσε να επαναληφθεί. [..] Η επανάληψη είναι η λύση που εμπεριέχεται σε κάθε δεοντολογική άποψη, είναι εκ των ουκ άνευ σε κάθε δογματική θέση» (1843, σελ. 33,52-53).

Εάν αντικαθιστούσαμε τη λέξη φιλοσοφία με αυτήν της ψυχανάλυσης, δεν θα άλλαζε τίποτε από το νόημα των λεγομένων του Kierkegaard. Το ίδιο θα συνέβαινε, επίσης, εάν αντί για τη λέξη ψυχανάλυση βάζαμε τη λέξη μεταβίβαση ή ακόμη και τη λέξη όνειρο.

Η έννοια της επανάληψης, δηλαδή η πράξη και το αποτέλεσμα του «επαναλαμβάνειν», είναι μια έννοια η οποία συναντάται και εφαρμόζεται σε πολλά πεδία.

Ο Levy (2000) λέει ότι «η έννοια του ψυχαναγκασμού της επανάληψης παραμένει ένα αίνιγμα. Η αιτιολογία της δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητή και ο σκοπός που εξυπηρετεί εξακολουθεί να παραμένει μυστήριος».

Οι  Laplanche και Pontalis γράφουν ότι «είναι δύσκολο να προσδιορισθεί η ακριβής σημασία της καθώς και η ιδιαίτερη προβληματική της, διότι η συμμετοχή της στις θεωρητικές αναζητήσεις του Freud, παρ’ όλους τους δισταγμούς, τα αδιέξοδα και ακόμη και τις αντιφάσεις τους, είναι αυτή τη στιγμή ιδιαίτερα σημαντική» (1986, σελ. 544). Στην ψυχαναλυτική θεωρία συνδέεται με τόσες καταστάσεις, πολλές φορές εντελώς εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους, παρατηρήσιμες ή μη, συνειδητές ή ασυνείδητες, τραυματικές η θεραπευτικές.

Η πρώτη φορά που ο Freud αναφέρεται στον όρο του καταναγκασμού της επανάληψης είναι το 1914, στο έργο του «Ανάμνηση, Επανάληψη, Επεξεργασία». Γράφει σε ένα σημείο «ο αναλυόμενος δεν θυμάται απολύτως τίποτα από όσα έχει λησμονήσει κι απωθήσει, αλλά τα πράττει. Δεν τα αναπαράγει ως ανάμνηση αλλά ως πράξη, τα επαναλαμβάνει, δίχως φυσικά να γνωρίζει ότι τα επαναλαμβάνει» (2010, σελ. 65).

Μιλώντας για την έννοια της μεταβίβασης, και τονίζοντας τη σημασία αυτής στη διαδικασία  της ανάλυσης, λέει ότι στην ουσία η μεταβίβαση δεν είναι τίποτε άλλο από ένα είδος επανάληψης  μέσα στην αναλυτική διεργασία, μέσω της οποίας ο ασθενής κάνει πράξη, τόσο στη διάδρασή του με τον αναλυτή, όσο και στο παρόν, γεγονότα και αναμνήσεις αυτών που έχουν λησμονηθεί. Αναρωτιέται, επίσης, τι είναι αυτό που ο αναλυόμενος επαναλαμβάνει για να απαντήσει ο ίδιος, «επαναλαμβάνει ότι έχει επιβληθεί στη φανερή του προσωπικότητα, προερχόμενο από την πηγή του απωθημένου, τις αναστολές και τις άχρηστες στάσεις του, τα παθολογικά γνωρίσματα του χαρακτήρα του [..] όλα τα συμπτώματα του» (2010, σελ. 67).

Στο «Πέρα από την αρχή της Ευχαρίστησης» (2014), υπενθυμίζει αρχικά την έννοια της αρχής της ευχαρίστησης, την τάση, δηλαδή, των ψυχικών διεργασιών να αποφύγουν τη δυσαρέσκεια και να παράγουν ευχαρίστηση.

Με αφορμή το παιχνίδι του εγγονού του σχολιάζει το φαινόμενο της επανάληψης ως μια διεργασία κατά την οποία η επανάληψη χρησιμεύει στην επεξεργασία και στον έλεγχο μιας κατάστασης, στην εξέλιξη του ίδιου του εαυτού. Το παιδί, μέσα από την εναλλαγή της παθητικής του στάσης, της τραυματικής κατάστασης, δηλαδή, που βιώνει όταν η μητέρα του φεύγει, περνά σε μια ενεργητική θέση, αναπαριστώντας την τραυματική αυτή εμπειρία στο παιχνίδι και καταλήγοντας να αποκτήσει έναν έλεγχο πάνω σε αυτή. Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με μια θετική, για τον ψυχισμό του υποκειμένου, διεργασία που «υπηρετεί» την αρχή της ευχαρίστησης. Θυμίζει την αναφορά του Αριστοτέλη, στο έργο του «Ηθικά Νικομάχεια», στην έννοια της ευδαιμονίας, όπου θεωρεί ότι ο μοναδικός τρόπος κατάκτησης αυτής είναι μέσω της ηθικής αρετής («ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται»). Αυτές οι ηθικές αρετές (π.χ. δικαιοσύνη, σωφροσύνη), κατακτούνται μέσω του εθισμού  («ἔθος»), μέσω, δηλαδή, της συνήθειας που προκύπτει από την επανάληψη μιας ενέργειας.

Σε άλλο μέρος του κειμένου του «Πέρα από την Αρχή της Ευχαρίστησης» (2014), ο  Freud εξετάζει αυτό που επαναλαμβάνεται μέσα στη διαδικασία της ανάλυσης  και σε σχέση με τη λειτουργία της μεταβίβασης. Αναφέρει ότι η ανάγκη του απωθημένου υλικού, όσο δυσάρεστο κι αν αυτό είναι, έχει στόχο το να βρει διέξοδο προς τη συνείδηση ή να εκτονωθεί μέσω της πράξης (2014, σελ. 38).

Όπως επισημαίνει, όμως, και ο Quinodoz (2013) «συμβαίνει σε ορισμένους ασθενείς να αποτυγχάνει η διαδικασία επεξεργασίας, με αποτέλεσμα η απλή επανάληψη να γίνεται “καταναγκασμός της επανάληψης”, κάτι που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη θεραπευτική επιτυχία» (2013, σελ. 291). Εδώ έχουμε να κάνουμε με φαινόμενα επανάληψης, που μόνο ευχαρίστηση δεν προκαλούν. Έχουμε να κάνουμε με φαινόμενα που «το πρόσωπο φαίνεται να βιώνει κάτι παθητικά, χωρίς να παρεμβαίνει καθόλου σ’ αυτό, συναντώντας, έτσι, την επανάληψη του ίδιου πεπρωμένου» (Freud, 2014, σελ. 42-43). Φαινόμενα σαν κι αυτά υπερβαίνουν, σύμφωνα με τον Freud, την αρχή της ευχαρίστησης. Εξελίσσοντας τη σκέψη αυτή, θεωρεί ότι στον αντίποδα της αρχής της ευχαρίστησης υπάρχει μια έννοια που υπερίσχυε αυτής, και εισάγει, έτσι, στη θεωρία του την έννοια της «ενόρμησης του θανάτου», μια «θεμελιώδης τάση κάθε ζώντος οργανισμού να επιστρέψει στην ανόργανη κατάσταση» (Laplanche και Pontalis, 1986, σελ. 197).

Ο Rusell (1990) θεωρεί ότι κάτι επίπονο επαναλαμβάνεται, ειδικά ένα επίπονο συναίσθημα, ώστε να μπορέσει το υποκείμενο να νιώσει τι πρέπει να κάνει προκειμένου να θεραπεύσει το τραύμα.

Ο Miller (1984) θεωρεί ότι ένα τραυματικό γεγονός αναβιώνεται μέσω μιας συμπεριφοράς σαν ένας τρόπος να επικοινωνηθεί  κάτι που δεν μπορεί να λεκτικοποιηθεί.

Η Ποταμιάνου στο βιβλίο της «Διαδικασίες Επανάληψης και Προσφορές του Εγώ», όπως γράφει σε ένα κείμενο της η Σκούλικα, θεωρεί ότι οι επαναλήψεις «επαναφέρουν προηγούμενες καταστάσεις αντιστεκόμενες στην εξαφάνιση του παρελθόντος. Ως αποφορτίσεις εντάσεων νοητικά ακατέργαστων, οι κινήσεις της καταναγκαστικής επανάληψης σχεδιάζουν και ξανασχεδιάζουν τα κύρια χαρακτηριστικά ενός βιώματος που αναδύεται αγνοώντας τον χρόνο και τον χώρο προέλευσης του» (1999, σελ. 20).

Ο De M’ Uzan (1977) προτείνει ότι «…υπάρχουν διαδικασίες επανάληψης οι οποίες “ταυτόσημο”, μια μικρή διαφορά, που δημιουργεί όμως μια νέα εγγραφή της εμπειρίας, οδηγώντας σε μετεξέλιξη των μνημονικών ιχνών…» (Σκούλικα, 2014).

Σύμφωνα με τον Chu (1991) η έννοια του καταναγκασμού της επανάληψης βοήθησε να κατανοηθεί ο ρόλος που παίζει το τραύμα στην ψυχική ασθένεια. Συμπληρώνει ότι ο καταναγκασμός της επανάληψης αποκτά σχεδόν μια βιολογική ανάγκη, μια βιολογική υπόσταση, η οποία θα μπορούσε να παραλληλισθεί με την ούρηση, ανάγκη που μπορεί να αναβληθεί μέχρις ενός σημείου, αλλά κάποια στιγμή το άτομο θα πρέπει να ουρήσει.

Αυτή τη βιολογική υπόσταση σημειώνει και ο Levy (2016), ο οποίος κάνει λόγο για ένα βιολογικό «σπρώξιμο» να επαναληφθεί το τραύμα, μια βιολογική πίεση προς το υποκείμενο να αντιμετωπίσει το τραύμα με έναν πιο εποικοδομητικό τρόπο.

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι η επανάληψη μιας τραυματικής κατάστασης είναι αναμφίβολα κάτι επίπονο. Εάν αυτό δεν επικοινωνηθεί, και παραμείνει απλώς μια ακόμη ασυνείδητη αναπαράσταση, το πιο πιθανό είναι να οδηγήσει σε νέο επανατραυματισμό. Εάν όμως επικοινωνηθεί, ειδικά σε μια σχέση όπως εντός της θεραπείας, τότε υπάρχουν μόνο οφέλη.  Αυτό που δεν πρέπει με τίποτα ή δεν μπορεί να ανακληθεί έχει την ευκαιρία, μέσα στην αναλυτική διεργασία, να ονομαστεί, να κατασκευαστεί, να γίνει η ανάμνηση μιας παρελθούσας εμπειρίας,  σηματοδοτώντας, έτσι, και το ξεκίνημα της ίασής της.

 

2.

« Η βιολογία είναι, όντως, μια επικράτεια με άπειρες πιθανότητες. Μπορούμε να περιμένουμε ότι θα μας δώσει τις πλέον εκπληκτικές πληροφορίες και δεν μπορούμε να φανταστούμε πως θα απαντήσει σε μερικές δεκαετίες στα ερωτήματα που της έχουμε θέσει» (Freud, 2014, σελ. 94).

 Εκατό σχεδόν χρόνια μετά από αυτή του την δήλωση, ο Freud, ίσως να ήταν και λίγο έκπληκτος από τον αριθμό «πληροφοριών» που προκύπτουν από την αλληλεπίδραση των δύο αυτών επιστημονικών κλάδων και του υλικού που έχει παραχθεί. Η φράση του στο κείμενο «Περί Ναρκισσιμού» έχει σχεδόν προφητικό χαρακτήρα: «Οφείλουμε να έχουμε στον νου ότι καθεμία απ’ τις τωρινές μας ιδέες περί ψυχολογίας πιθανώς μια μέρα να βασίζεται σε οργανικό υπόστρωμα» (1914, σελ. 5).

Ο Modell, στο βιβλίο του «Othertimes, Οtherrealities, Toward a Theory of Psychoanalytic Treatment» γράφει για τη θεωρία που ανέπτυξε ο Edelman (1987), και την οποία ο ίδιος θεωρεί ως ένα είδος νευροβιολογικής υποστήριξης στο έργο του Freud.  O Edelman διατυπώνει μια θεωρία αναφορικά με τη λειτουργία της μνήμης, ως μια εναλλακτική, ψυχοβιολογική εξήγηση του φαινομένου του καταναγκασμού της επανάληψης. Ο Modell,  παρουσιάζοντας τη θεωρία αυτή, γράφει: «…η μνήμη δεν είναι μια παθητική διαδικασία καταγραφής εμπειριών στην οποία υπάρχει μια ισόμορφη αντιστοιχία μεταξύ του γεγονότος και του μνημονικού ίχνους. Η μνήμη είναι μια δυναμική ανακατασκευή.  Αυτό που είναι αποθηκευμένο δεν είναι μια ρεπλίκα του γεγονότος, αλλά, μάλλον, η δυνητική γενίκευση της κατηγορίας στην οποία η εμπειρία είναι μέλος…» (Modell, 1990, σελ. 64). Σε αυτή του τη θεωρία το κινητικό σύστημα (motoric system) παίζει σημαντικό ρόλο, καθότι είναι απαραίτητο για την αντιληπτική ικανότητα. Η αντίληψη, κατά τον Edelman, αποτελείται από την εκ νέου ανακάλυψη των κατηγοριών που είναι αποθηκευμένες στη μνήμη. Για να γίνει αυτή η διεργασία στον εγκέφαλο απαιτείται μια «επαναλαμβανόμενη κίνηση» η οποία μόλις εντοπίσει στο περιβάλλον κάτι καινούργιο, κάτι καινοτόμο, θα επανεγγραφεί στη μνήμη ως ένα καινούργιο περιεχόμενο.

Κάτι παρόμοιο, όμως, δεν γίνεται και στην αναλυτική διαδικασία, μέσω των φαινομένων της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης; Η επανάληψη της συμπεριφοράς του αναλυόμενου στον αναλυτή, μέσω της μεταβίβασης, ίσως προκαλέσει μια αντιμεταβίβαση από τη μεριά του αναλυτή, η οποία θα αποτελέσει στην ουσία ένα καινοτόμο «υλικό» για τον αναλυόμενο.  Αυτή η καινοτομία, θα επιτρέψει στον αναλυόμενο να βιώσει στη σχέση του με τον αναλυτή κάτι διαφορετικό από αυτό που επαναλαμβάνει, για να νοηματοδοτήσει, ίσως, έτσι, με έναν καινούργιο τρόπο μια ανάμνησή του, κάτι που θα τον οδηγήσει να αναβιώσει τη μέχρι τότε εμπειρία του με ένα διαφορετικό τρόπο.

Εκτός από την αντιπαραβολή της μεταβίβασης στην ψυχαναλυτική διεργασία με αυτή της λειτουργίας της μνήμης, ο Edelman, όπως γράφει στο βιβλίο του ο Modell, αναφέρεται και στην έννοια «μεθύστερο βίωμα». Οι Laplanche και Pontalis γράφουν στο λεξιλόγιο της ψυχανάλυσης για το «μεθύστερο βίωμα» ή, αλλιώς, για το «εκ των υστέρων», ότι αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, την επίδραση του παρελθόντος επί του παρόντος. Για να συμπληρώσουν ότι «το υποκείμενο δεν υφίσταται παθητικά, αλλά, αντίθετα, αναψηλαφεί τα γεγονότα του παρελθόντος, και ότι είναι αυτή ακριβώς η αναψηλάφηση που τους προσδίδει νόημα και ακόμη ψυχική αποτελεσματικότητα ή παθογενετική ισχύ» (1986, σελ. 175).   Ο Modell σημειώνει ότι «αυτό αποτελεί για τον Edelman μια απόδειξη ενός καθολικού χαρακτηριστικού του νευρικού συστήματος στην προσπάθειά του να εγκαταστήσει αντιληπτικές ταυτότητες των κατηγοριοποιημένων αναμνήσεων» (Modell, 1990, σελ. 62-63).

Οι Javanbakht και Ragan (2008) αναφέρονται στη νευρολογική λειτουργία της ολοκλήρωσης προτύπου (pattern completion).  Η λειτουργία αυτή συμμετέχει στην ανάκτηση αναμνήσεων και «εμπλέκει» περιοχές του εγκεφάλου όπως η αμυγδαλή ή ο ιππόκαμπος. Συγκεκριμένα, διευκολύνει την ανάκτηση ενός πλήρους προτύπου από ένα αντιληπτό, μεν, ατελές, δε, πρότυπο (Samurai & Hattori, 2005). Όταν ο εγκέφαλος «συναντά» ένα ασαφές και ατελές οπτικό ή ακουστικό ερέθισμα, ανατρέχει σε προηγούμενα αποθηκευμένα πρότυπα ώστε να ταιριάξει το νέο ημιτελές ερέθισμα με εκείνο το ολοκληρωμένο, ήδη αποθηκευμένο, που σχετίζεται περισσότερο. Το πρότυπο, τότε, κλειδώνει και το άτομο αντιλαμβάνεται το ασαφές – μη ολοκληρωμένο ερέθισμα του παρόντος ως το πρότυπο που είχε ήδη εγγραφεί.

Αυτή η τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου εκδηλώνεται και μέσα στην αναλυτική διαδικασία. Για τον αναλυόμενο ο αναλυτής είναι ένα πρόσωπο για το οποίο έχει ελάχιστα δεδομένα. Από την άλλη, όμως, πληροφορίες όπως η χροιά της φωνής του,  η εμφάνιση του, η συμπεριφορά του, ακόμη και η διακόσμηση του γραφείου του θα δημιουργήσουν συσχετίσεις στη σκέψη του αναλυόμενου (Gabbard, 2006). Οι άγνωστες και ασαφείς πτυχές του αναλυτή θα «συμπληρωθούν», μέσω της λειτουργίας ολοκλήρωσης προτύπου, από τις αναμνήσεις των σημαντικών μέχρι τότε προσώπων της ζωής του αναλυόμενου. Πρόκειται, ουσιαστικά, για τη νευροβιολογική εξήγηση του μηχανισμού άμυνας της προβολής, ο οποίος είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη της μεταβίβασης εντός της αναλυτικής διαδικασίας.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς του βιβλίου «Τα Ίχνη της Εμπειρίας», Ansermet και Magistretti, η ανακάλυψη του φαινομένου της πλαστικότητας του εγκεφάλου διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη συνάντηση της ψυχανάλυσης και της νευροβιολογίας. Σημειώνουν ότι «Η εμπειρία αφήνει πίσω της ένα ίχνος. [..] Πέρα από καθετί εγγενές, πέρα από κάθε αρχικό δεδομένο,  εκείνο που αποκτάται με την εμπειρία αφήνει ένα ίχνος το οποίο τροποποιεί ότι υπήρχε προηγουμένως» (2015, σελ.27). Αυτό το «προηγουμένως», το τόσο διαφορετικό για το κάθε υποκείμενο, είναι που επιστρέφει στην αναλυτική διαδικασία είτε ως συναίσθημα, είτε ως σωματική αίσθηση, είτε ως ανάμνηση, είτε ως κατασκευή και υπόκειται σε μια εκ των υστέρων επεξεργασία, με τροποποιούσα σημασία για τον ψυχισμό του αναλυόμενου. Αυτή η νευροβιολογική πλαστικότητα «διαμορφώνεται» με το άνοιγμα του ψυχισμού σε μια ψυχική πλαστικότητα, μια ποίηση, δηλαδή, του εαυτού, όπως εννοιολογικά και ετυμολογικά υποδηλώνεται στην έννοια «ψυχοθεραπεία» (ποίηση ψυχής).

Κλείνοντας, θα αναφερθώ στο βιβλίο του Freud «An Outline of Psycho-analysis». To βιβλίο αυτό γράφτηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στο ξεκίνημα του πρώτου κεφαλαίου αναφέρει το εξής : «Γνωρίζουμε δύο πράγματα σχετικά με ό,τι αποκαλούμε ψυχισμό (ή ψυχική ζωή) : πρώτον, το σωματικό της όργανο, δηλαδή τον τόπο δράσης της, τον εγκέφαλο (ή το νευρικό σύστημα) και δεύτερον, τις συνειδητές μας πράξεις. Οτιδήποτε βρίσκεται μεταξύ αυτών των δύο άκρων μας είναι άγνωστο» (Freud, 1940, σελ. 27-28). Αν και με τα επιστημονικά δεδομένα της εποχής του δεν φαινόταν να υπάρχει γέφυρα μεταξύ του οργανικού και του ψυχικού, παρόλα αυτά η μεταξύ τους σχέση φαίνεται να αποτελούσε για τον ίδιο κάτι δεδομένο αν και αναπόδεικτο.

 

Βιβλιογραφία

Ansermet F. ,Magistretti P. (2015). Τα ίχνη της Εμπειρίας. Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Chu, J. A. (1991). The repetition compulsion revisited: Reliving dissociated trauma. Psychotherapy: Theory, Research, Practice, Training, 28(2), 327–332.

Freud S. (2010). Ανάμνηση, Επανάληψη, Επεξεργασία. Εκδόσεις Πλέθρον.

Freud S. (1940). An Outline of Psycho-Analysis. International Journal of Psycho-Analysis, 21: 27-28.

Freud S. (2014). Πέρα από την Αρχή της Ευχαρίστησης. Εκδόσεις Πλέθρον.

Freud S. (1914). On Narcissism. Free ebook publications from www.sigmundfreud.net. 1:5

Gabbard G. O. (2006). A Neuroscience perspective on Transference. International Congress Seris. 1286 : 189-196.

Javanbaht A., Ragan C. L. (2008). A Neural Network Model for Transference and Repetition Compulsion Based on Pattern Completion. Journal of The American Academy of Psychoanalysis and Dynamic Psychiatry, 36(2) 255–278

Καραμανωλάκη Χ. (2014). Το κενό, Το Αρχαϊκό, Το Ψυχικό Τραύμα. Ψυχαναλυτικές Συναντήσεις με τον Οριακό Ασθενή. Εκδόσεις Κοινός Τόπος Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών και Επιστημών του Ανθρώπου.

Kierkegaard S. (1941). Repetition an essay on Experimental Psychology. Princenton University Press.

LaplancheJ., Pontalis J. – B. (1986). Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Εκδόσεις Κέδρος.

Levy, M. S. (2000). A Conceptualization of the Repetition Compulsion. Psychiatry, 63(1),

45–53.

Loewald, H. W. (1971). Some considerations on repetition and repetition compulsion. International Journal of Psychoanalysis 52:59-66.

Modell A. H. (1990) Other times, other realities, Toward a theory of psychoanalytic treatment. Harvard University Press, Cambridge, Massachussetts, London, 4:60-74.

Ποταμιάνου Α. (1999). Διαδικασίες Επανάληψης και Προσφορές του Εγώ. Εκδόσεις Κέδρος.

Quinodoz J. M. (2013). Πώς να διαβάσω τον Φρόιντ. Εκδόσεις Κέδρος.

Russell, P. L. (2006). Trauma, Repetition, and Affect. Contemporary Psychoanalysis, 42(4), 601–620.

Σκούλικα Α. (2014). Η Επανάληψη στο έργο του Φρόυντ. Δελτίο ΕΨΕ, 51.

Σκούλικα Α. (2014). Η Λειτουργία της μνήμης, το τραύμα και η επανάληψη με έναυσμα τις αμνημονικές διαδικασίες. Δελτίο ΕΨΕ, 52.

Samurai T. ,Hattori M. (2005). Hippocampal Memory Modification included by pattern completion and spike-timing dependent synaptic plasticity. International Journal of Neural Systems. 15(1,2) :13-22.

 

[1]Κοινωνικός λειτουργός, ψυχοθεραπευτής – Κέντρο Ψυχικής Υγείας Ε.Π.Ι.Ψ.Υ. (gskalkotos@gmail.com).

Η παρούσα εργασία πραγματοποιήθηκε για το μάθημα «Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεία και Νευροεπιστήμες» στα πλαίσια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεία σε Ιατρικά Πλαίσια» της Ιατρικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.