Όταν η Μνήμη ντυμένη στις λέξεις θεραπεύει

Νίκη Τρουλλινού, πεζογράφος

 

Ο κόσμος της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας ανήκει στον κόσμο της εργασίας, του επαγγέλματος, αλλά, θεωρώ πιο σωστό να πω του «λειτουργήματος».

Η άσκηση της δουλειάς του ψυχιάτρου και ψυχολόγου είναι λειτούργημα. Και σ’ αυτό το συμπέρασμα με οδήγησαν προσωπικές μου εμπειρίες: σε δύσκολες καμπές της ζωής μου, χωρίς ενδοιασμό προσέφυγα σε ψυχολόγο και ψυχαναλυτή. Σίγουρα με βοήθησε το γεγονός ότι στις προσωπικές μου φιλίες και σχέσεις υπήρχαν και υπάρχουν επαγγελματίες του είδους, και οι κουβέντες μαζί τους στάθηκαν πολύτιμοι συμπαραστάτες και στα δύσκολα, και στα όμορφα, και στο γράψιμο, επίσης.

Θα κάνω μια σύντομη αναφορά σε λέξεις. Μνήμη, ας πούμε. Και Μνημοσύνη το ίδιο. Μούσα πρώτης γενιάς – λατρεύονταν σε τριαδικό σχήμα, Μελέτη, Μνήμη, Αοιδή. Η Μνημοσύνη γέννησε τις εννέα Μούσες και φυσικά είναι κόρη του Ουρανού και της Γης.  (Στους Δελφούς είναι γνωστές δυο κρήνες, πηγές, της Λήθης και της Μνημοσύνης).  Μνήμη είναι η αποτύπωση, η εγχάραξη, η διατήρηση στον νου των εντυπώσεων. Η ανάκληση των εντυπώσεων, άρα και των βιωμάτων. Η επαναφορά στο μνημονικό όλων αυτών, άρα και η αφήγηση όταν πια η μνήμη φορέσει τις λέξεις. Και οι λέξεις; Φθόγγοι ο ένας δίπλα στον άλλο, που δημιουργούν λόγο, είναι στοιχεία του λόγου, από το ρήμα «λέγω», εκφράζουν έννοιες, στο πλαίσιο πάντα μιας συγκεκριμένης γλωσσικής κοινότητας – έννοιες που περιγράφουν και εξηγούν στον άλλο ό,τι βλέπουμε, ακούμε, γευόμαστε, και βεβαίως νιώθουμε. Έτσι, οι λέξεις φτιάχνουν την καθημερινή ιστορία, τη δική μας ιστορία, είναι η ιστορία, η ιστορία μας.  Οι λέξεις φτιάχτηκαν από τον άνθρωπο, όταν ο κόσμος δημιουργήθηκε από τη Φύση και την εξέλιξή της, όταν, πια, αυτό το καταπληκτικό και πολυπρόσωπο ον, χρειάστηκε τις λέξεις για να δώσει όνομα στην τροφή του αλλά και στον απόγονο, θέλει τις λέξεις για να του εξηγούν, να του υπενθυμίζουν, να του αφηγούνται, να τις απευθύνει στον άλλο, να πορεύεται με αυτές, να δημιουργεί. Και φαίνεται πως σύντομα θα ανακαλύψει ότι οι λέξεις του μπορούν και να τον θεραπεύουν, να τον ηρεμούν. Πώς αλλιώς να καταλάβει κανείς το γεγονός ότι στα Ασκληπιεία τις νύχτες έλεγαν τις ιστορίες τους, ή, την ξαγρύπνια των νεκρών στο σύνολο, σχεδόν, των θρησκειών, ή το νανούρισμα των μικρών, ή την απίστευτη ανάπτυξη του αρχαίου δράματος, ελληνικού μεν, αλλά και χωρίς να υποτιμάμε τα Έπη που βρίσκουμε σε όλες τις κουλτούρες του ανθρώπινου είδους.  Για το αρχαίο δράμα δεν χρειάζεται να σημειώσω σε πόσο αποτελεσματική θεραπευτικά  είναι η ανάγνωση, η αναπαράστασή του. Θα μπορούσε, ίσως, να λεχθεί πως το ταξίδι στην ανακάλυψη του εαυτού μας, στην πορεία να απαλλαγεί ο εαυτός μας από δυσκολίες, βάρη που προκαλούν δύσκολα συναισθήματα, η επικοινωνία με τον άλλο δίπλα μας, η ανάγκη μας να κοινωνούμε σκέψεις, αισθήματα, ανησυχίες, φόβους, εφιάλτες, μυστικά κρυμμένα και ψέματα οδυνηρά κάποιες φορές, που μας συνοδεύουν από τη γέννησή μας, την έλλειψη αποδοχής, την ανάγκη  να είμαστε μέρος των άλλων αλλά και  μόνοι μας, όρθιοι, αυτάρκεις αλλά και συμπονετικοί,  η επίπονη και επίμονη αναζήτηση, ίσως πολύ περισσότερων «πραγμάτων» – είναι εντέλει η θεραπεία μας, με λέξεις και οδηγό τη μνήμη. (Μου) μοιάζει να είναι η μνήμη  το λεπτό εκείνο νυστέρι που βυθίζουμε για τον καθαρισμό των πληγών, το ξεπέρασμα του πόνου, της ανησυχίας.

Για μένα, ακριβώς αυτό είναι η λογοτεχνία. Δεν κομίζω δάφνες λέγοντάς το. Είναι η μνήμη που διευθύνει την ορχήστρα στο μυαλό του συγγραφέα, γιατί είμαστε εμείς γράφοντας και συγχρόνως γινόμαστε οι άλλοι, πολύ συχνά χωρίς να το ξέρουμε ή απολύτως συνειδητά. Madame Bovoire c’ est mois. Τα πάθη και τα όνειρα, δικά μας και των άλλων, γίνονται κείμενο. Ίσως εκεί να οφείλεται και το καθομολογούμενο, «οι συγγραφείς» είναι κλέφτες, ναι, αλλά κλέφτες που θέλουν ή/και οφείλουν να πάνε πέρα από την επιφάνεια, να προχωρήσουν πιο βαθιά στις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Είναι ο εαυτός μας που συναντά τους πολλούς, ίσως αυτό που λέει ο Bachtin, κορυφαίος θεωρητικός της Λογοτεχνίας, πως … «βρίσκουμε τον πολυφωνικό εαυτό μας». Πέρασαν χρόνια για να καταλάβω ότι η ηρωίδα μου ήμουν και εγώ, και εκείνη, και η άλλη, και, και…. Η δημιουργική χρήση της Μνήμης από τον συγγραφέα θα μεταλαμπαδευτεί στον αναγνώστη. Και με τη σειρά ετούτος θα ανασύρει τα δικά του ανεκτίμητα τιμαλφή. Γιατί οι λέξεις έχουν φορέσει τον αχό του νοήματος, το βούισμα του αέρα μια δύσκολη βραδιά, την ηχώ από τη φωνή της μητέρας, το παραμύθι του παππού στη σόμπα δίπλα, με τον χειμώνα να γράφει τις δικές του εικόνες, όπου κι αν είμαστε, στην έρημο ή στη σύγχρονη κατοικία του 21ου αιώνα, η λογοτεχνία προσφέρει απλόχερα την παραμυθία της ανάκλησης της μνήμης. Και κάπως έτσι οι λέξεις του λογοτεχνικού κειμένου γίνονται και απολογισμός, θεραπεία.  Είναι η ενσυναίσθηση, η συναίσθηση που διαπερνά το λογοτεχνικό κείμενο; Και μεταδίδεται επιτελώντας ένα είδος θεραπείας; Ως θεραπεία δεν εννοώ την ίαση, δεν νοσούν όλοι οι άνθρωποι, όμως όλοι έχουμε ανάγκη να πάμε πιο πέρα.

Η λέξη, τελικά, γίνεται το κλειδί που ξεκλειδώνει; ‘Ό,τι έχει ο νους συλλάβει, συγκρατήσει, ταχτοποιήσει, ακόμα και αυτά τα βαθιά θαμμένα, τα καθημερινά, που προσπεράσαμε σαν άνευ σημασίας, οι φόβοι οι καλά κρυμμένοι με τις λέξεις αποκτούν όνομα, πρόσωπο, σημασία. Φτάνει ένα κλαδάκι δενδρολίβανο, το βαθύ μπλε, ο ήχος των τζιτζικιών, το θραύσμα μιας λέξης που έρχεται από πολύ μακριά, για να γίνουν με τον χρόνο φίλοι μας πράγματα που μας έχουν πονέσει. Εκεί έγκειται, για μένα, το θαύμα της λογοτεχνίας, κι ας μην την έλεγαν πάντα έτσι.  Όχημα, συνήθως, οι συνειρμοί, το ίδιο δεν συμβαίνει και στην ψυχανάλυση; (τι ωραία λέξη!). Και θα έρθουν στην επιφάνεια εκείνα που, ίσως, μας κάνουν καλύτερους, αν σκεφτούμε και τοποθετήσουμε τα πράγματα στη σωστή τους θέση. Με μια πολύ σοβαρή σημείωση, όλα αυτά. Η δύναμη των λέξεων, το αισθητικό, δηλ. κομμάτι της γραφής έχει μεγάλο μερίδιο. Ή αλλιώς, άλλο πράγμα η Άννα Καρένινα του Τολστόι και άλλο η κυρία που απατά τον σύζυγο στη Μύκονο.

Έγραψα λογοτεχνία σε ώριμη πλέον ηλικία, χωρίς να το έχω ονειρευτεί, ή σχεδιάσει, ή προγραμματίσει κ.λπ. Βρέθηκα εκεί, εδώ, σε περίοδο που πολλά, σχεδόν όλα κατέρρεαν γύρω μου. Ο θάνατος του πατέρα … Η ανασκευή; Απώλεια; Ιδεών που με είχαν γαλουχήσει και θρέψει τη νιότη μου, σκελετοί στην ντουλάπα, που  -κακά τα ψέματα, όλοι έχουμε-  οι σχέσεις και οι απρόβλεπτες δυσκολίες που το νέο τοπίο, το νέο πλαίσιο έθεταν μπροστά μου και γύρω μου. Πιάστηκα από τις λέξεις, έβαλα κάτω τη Μνήμη, στηρίχτηκα πάνω τους. Και αυτό με έφερε πιο κοντά στους ανθρώπους, στον εαυτό μου και στους άλλους.