Τα απομεινάρια της πρώτης αγάπης

 Ανεπίλυτο πένθος και ερωτική επιλογή συντρόφου

Κία Θανοπούλου

Ψυχολόγος (MSc), Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια (ECP), Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής.

e-mail: kthanopoulou@gmail.com

 

Ένα μέρος του άρθρου βασίστηκε σε παρουσίαση που έγινε στο XVI Συμπόσιο: «Γυναικεία Σεξουαλικότητα. Είναι μια ακόμη σκοτεινή ήπειρος;» (Αθήνα,12-14/4/2019, Ελληνική Εταιρεία Ψυχανάλυσης και Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας).

 

Περίληψη

 H μητέρα, το πρώτο αντικείμενο αγάπης στη ζωή μας είναι το πρόσωπο που μυεί  σταδιακά το παιδί στον κόσμο του νοήματος, της σκέψης και της διυποκειμενικής επικοινωνίας. Μητέρα και βρέφος μέσα από πρώιμες συναισθηματικές συνομιλίες (ένα είδος συνεχόμενου συν-δημιουργικού διαλόγου) συγγράφουν τη βιωμένη ιστορία του βρέφους. Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτός ο τόσο σημαντικός δεσμός διαταράσσεται από μια απειλητική αρρώστια, σε μια κρίσιμη αναπτυξιακή φάση, όπως είναι η εφηβεία;

Μέσα από την παρουσίαση κλινικού υλικού θα διερευνήσουμε πώς η αρρώστια της μητέρας, στη διάρκεια της εφηβείας της κόρης, και η συνακόλουθη απώλειά της, μπορεί να περιπλέξει το ταξίδι της αναζήτησης του εαυτού στο νέο κορίτσι, να συμβάλλει σε προοιδιποδειακές καθηλώσεις και να επηρεάσει την ερωτική επιλογή αντικειμένου.

Λέξεις-κλειδιά: ανεπίλυτο πένθος, οιδιπόδειο, σεξουαλική ταυτότητα

 

 Εισαγωγή

 «Στην αρχή το φως. Και η ώρα η πρώτη που τα χείλη ακόμη στον πηλό δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου»

                                                                               Οδυσσέας Ελύτης, «Άξιον Εστί».

 

Το πρώτο αντικείμενο αγάπης στη ζωή μας είναι η μητέρα. Η Françoise Dolto (1988)  χρησιμοποιεί τον όρο aimance (aimer = αγαπώ και aimant = μαγνήτης) για να δείξει πώς η μητέρα με το πρόσωπο, τη λειτουργία, το σώμα, το βλέμμα, τις χειρονομίες της, αποτελεί για το μωρό της ένα αντικείμενο μιας ολοκληρωτικής μαγνητίζουσας αγάπης και έλξης. Είναι το πρόσωπο που μυεί σταδιακά το παιδί στον κόσμο του νοήματος, της σκέψης και της διυποκειμενικής επικοινωνίας, θέτοντας τα θεμέλια του εσωτερικού του κόσμου και της συνέχειας της ύπαρξής του. «Όπως οι νότες της μουσικής (Stern, 2004 στο Mellier, 2004, p.5) που μετά την τρίτη ή τέταρτη (νότα) φτιάχνουν μια μελωδία», η μητέρα ενώνει την κάθε συναισθηματική «νότα» του μωρού υφαίνοντας την ψυχική ενότητα της εμπειρίας μέσα στον διυποκειμενικό χρόνο. Μητέρα και βρέφος, μέσα από πρώιμες συναισθηματικές συνομιλίες (ένα είδος συνεχόμενου συν-δημιουργικού διαλόγου), συγγράφουν τη βιωμένη ιστορία του βρέφους (Stern,1985, 1995, 2004).

Αρχικά, τόσο το αγόρι, όσο και το κορίτσι, βρίσκονται σε μια φάση συγχώνευσης και αλληλεπίδρασης με το πρωταρχικό τους αντικείμενο και διαμορφώνουν την ταυτότητα τους βάσει της πρώιμης σχέσης και αλληλεπίδρασης μαζί του.  Αξίζει, βέβαια, να σημειώσουμε ότι νεότερα ευρήματα των νευροεπιστημών και ερευνητικών εργασιών, πάνω στην αλληλεπίδραση βρεφών με μητέρες, έχουν ανατρέψει το παλαιό πρότυπο σκέψης, σύμφωνα με το οποίο το βρέφος θεωρείτο απλώς παθητικός δέκτης της μητρικής φροντίδας και υποστηρίζουν την ενεργό συμμετοχή του βρέφους στην αλληλεπίδραση με τη μητέρα και την εκ  γενετής ικανότητά του για διυποκειμενικότητα (Brazelton, 1979, Stern, 2004, Trevathen et al., 2001).

Η πρώτη σχέση είναι ταυτόχρονα και ταύτιση. Περιέχει την αναγνώριση του πρωτογενούς δεσμού αλλά και του σεβασμού της αυτονομίας  του μωρού. Περιέχει, επίσης, τη βαθιά μελαγχολία για τον εγγενή χωρισμό της μητέρας και του μωρού που εγγράφεται στα θεμέλια της ύπαρξης (Μανωλόπουλος, 2019). Η παντοτινά χαμένη αρχική σχέση, όπου το βρέφος απολάμβανε τον παράδεισο της μη διαφοροποίησης, αφήνει ένα ίχνος νοσταλγίας στον ψυχισμό του ενήλικα.

Το πέρασμα στο οιδιπόδειο, το οποίο αναμένεται να σταθεροποιήσει τη σεξουαλική ταυτότητα, εξαρτάται από την ικανότητα για διαφοροποίηση, από μια σταθερή εικόνα εαυτού και μια σχετικά στέρεη πυρηνική ταυτότητα. Επίσης, προϋποθέτει μια ικανότητα διαχείρισης των επιθετικών ενορμήσεων, καθώς και της συνεπακόλουθης ενοχής, τα οποία αναμένεται να κλιμακωθούν κατά τη διάρκεια της οιδιποδειακής σύγκρουσης. Η εμπειρία έχει δείξει ότι η επαπειλούμενη επαφή με οιδιποδειακού τύπου άγχη αναδεικνύει πρώιμα ελλείμματα, ασάφειες και ρευστότητα στην ταυτότητα φύλου ή συνδέεται με ψυχικές κινήσεις παλινδρόμησης σε ομόφυλη επιλογή αντικειμένου (Ισακίδου, 2016).

Για το αγόρι η μητέρα υπήρξε και παραμένει το πρώτο αντικείμενο αγάπης. Η περίπτωση, όμως, του κοριτσιού είναι πολύπλοκη. Από τη μία, το κορίτσι καλείται να ταυτιστεί με τη μητέρα για να γίνει γυναίκα, αλλά ταυτόχρονα να την αποχωριστεί. Για την κόρη το πένθος της για το πρώτο αντικείμενο αγάπης -τη μητέρα- δεν ολοκληρώνεται ποτέ οριστικά. Μητέρα και κόρη είναι μια ιστορία που δεν θα έχει ποτέ τέλος, δηλώνει μελαγχολικά η Εύα στη Φθινοπωρινή Σονάτα του Μπέργκμαν. Ιδιαίτερα  στην εφηβεία, ο αγώνας για αυτονόμηση και διαφοροποίηση από τη μητέρα φτάνει στο αποκορύφωμά της και η διαδικασία περιπλέκεται περισσότερο λόγω του ίδιου φύλου και της αναβίωσης του οιδιπόδειου.

Μέσα από την παρουσίαση κλινικού υλικού θα διερευνήσουμε τι γίνεται όταν μια απειλητική για τη ζωή αρρώστια της μητέρας συμπίπτει με την εφηβεία της κόρης, και πώς ο θάνατος της μητέρας αφήνει το κορίτσι με την αίσθηση ενός ανολοκλήρωτου έργου, περιπλέκοντας το ταξίδι της αναζήτησης του εαυτού της.

 

Κλινική βινιέτα : Η ιστορία της Εύας

Η Εύα είναι ένα νέο κορίτσι, 28 χρονών, που ακόμη δεν έχει ολοκληρώσει τις σπουδές της -εκκρεμούν λίγα μαθήματα για να πάρει πτυχίο- και εργάζεται σε σπίτια παρέχοντας δημιουργική απασχόληση σε παιδιά.

Η Εύα έχασε τη μαμά της από καρκίνο στα 21 της χρόνια. Τότε  η μητέρα της ήταν 57 χρονών. Ο καρκίνος ξεκίνησε στο στήθος, όταν η Εύα ήταν έφηβη, 14 χρονών. Αργότερα, έγιναν μεταστάσεις, με αποτέλεσμα η μητέρα της να καταλήξει μετά από επτά χρόνια πάλης με την αρρώστια. Να σημειώσουμε πως από καρκίνο στις ωοθήκες πέθανε και η μητρική γιαγιά, όταν η Εύα ήταν μωρό.

Με τη μητέρα είχαν ιδιαίτερα στενή σχέση. Την περιγράφει δυναμική, χαμογελαστή,  οργανωτική, δοτική, άνθρωπο του καθήκοντος, που έζησε για τους άλλους και μέσα από τους άλλους. Ο πατέρας της παρουσιάζεται αυθόρμητος, παρορμητικός, δημιουργικός, αλλά όχι της οργάνωσης και του προγράμματος. Τον περιγράφει ως περιφερειακό. Έλειπε αρκετές ώρες από το σπίτι, και λόγω δουλειάς, αλλά και γιατί διατηρούσε μάλλον εξωσυζυγικές σχέσεις. Σχολιάζει, χαρακτηριστικά, ότι η μητέρα ήταν άνθρωπος του σπιτιού και ο πατέρας της αναζήτησης. Οι γονείς της Εύας γνωρίστηκαν όταν η μητέρα ήταν 35 και ο πατέρας 29 χρονών. Παντρεύτηκαν, γρήγορα, λόγω εγκυμοσύνης.

Η Εύα απευθύνθηκε στη Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας με το αίτημα να διερευνήσει μια σχέση ερωτική που δημιούργησε με την Αριάδνη, 37 χρονών. Επιθυμεί να είναι μαζί της, αλλά αναγνωρίζει ότι ποτέ δεν είχε σεξουαλική προτίμηση προς γυναίκες. Η Αριάδνη είναι ομοφυλόφιλη, ενώ η ίδια δεν προσδιορίζει τον εαυτό της ομοφυλόφιλο. Ως προς την ερωτική της επιλογή, δεν έδωσε σημασία στο ό,τι η Αριάδνη είναι γυναίκα, αλλά στο ό,τι είναι άνθρωπος. Όπως σχολίασε στην πρώτη συνάντηση «κάνω χ στο φύλο, με ελκύει ο άνθρωπος». Με χαρακτηρίζω ως ετερόφυλη χωρίς παρωπίδες».

Στο παρελθόν η Εύα είχε κάποιες ερωτικές σχέσεις με αγόρια, που όμως ήταν σύντομης διάρκειας. Στην Αριάδνη ομολογεί πως μοιάζει να  βρίσκει πράγματα που της λείπουν από τη μητέρα της. Είναι μια σχέση με τρυφερότητα, στην οποία βρίσκει  θαλπωρή, αγάπη, φροντίδα. Της δίνει τροφή για σκέψη, κάνουν ωραίες κουβέντες, μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα. Η επικοινωνία είναι το σημαντικό για την Εύα σε αυτή τη σχέση. Ομολογεί πως θα ήθελε η Αριάδνη να ήταν άντρας, ίσως και όχι. Δεν ξέρει, είναι μπερδεμένη.

Μια διαπίστωση που έκανε αργότερα σε μια συνεδρία ήταν πως όταν ξεκίνησε η σχέση με Αριάδνη είχε την ηλικία που είχε η μαμά της, όταν τη γέννησε, 36 χρονών δηλαδή.

Στις πρώτες συνεδρίες ομολογεί ότι δεν μπορεί να θυμηθεί το πριν πεθάνει η μητέρα της. Σα να ήταν πάντα «χωρίς τη μητέρα της». Λες και την έχει ξεχάσει.  Αφουγκράζομαι τη δυσκολία της να μιλήσει για το παρελθόν, να θυμηθεί αναμνήσεις από τη μητέρα, τη ζωή στο πατρικό και γενικότερα να ανασύρει συναισθηματικό υλικό. Το «χωρίς τη μητέρα» είναι ένας τρόπος  να ξεγελάσει  τον εαυτό της,  να παρακάμψει  το πένθος, να μετριάσει την οδύνη του «τώρα δεν είναι εδώ». Όπως μοναδικά γράφει η Κική Δημουλά «η μνήμη, κύριο όνομα των θλίψεων, ενικού αριθμού, μόνον ενικού αριθμού και άκλιτη. Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη».

Στις συνεδρίες, όταν μιλάμε για τη μητέρα  της, πάντα δακρύζει.  Όπως αναγνωρίζει, «μόνο εδώ κλαίω…δεν νιώθω πόνο,  σαν να ανοίγει μια βρύση. Το ό,τι πέθανε η μαμά σαν να αφορά κάποιον άλλον. Την ξεχνάω στην καθημερινότητά μου».

Τη ρωτάω: «Αν ήταν να δώσει λόγια στα δάκρυά της τι θα έλεγαν»; Και λέει «δεν έχω λέξεις. Δεν υπάρχει νους ακόμη. Συμβαίνει να τρέχουν δάκρυα… Δεν μπορώ να αποκωδικοποιήσω τον λόγο που τρέχουν. Ό,τι λέξεις και να βρω δεν έχουν το νόημα που θα ήθελα. Λέω μου λείπει …αλλά δεν είναι μόνο αυτό … Όλα βυθίστηκαν σε μια μακρόσυρτη σιωπή, όλα ακίνητα. Μια παρατεταμένη ησυχία, ένας χρόνος ακίνητος».

Γράφει ο Simon Critchley (2016, σ. 86): «Τις εβδομάδες μετά τον θάνατο της μητέρας μου, διάβασα πάρα πολλά για τη θλίψη, όσο τουλάχιστον μου επέτρεπαν οι περιορισμένες μου δυνάμεις συγκέντρωσης. Αλλά το μοναδικό πρόσωπο που έμοιαζε να αισθάνεται το ίδιο πράγμα με μένα ήταν η Αγγλίδα ποιήτρια Denise Riley (2012), η οποία είχε γράψει ένα είδος συγκεκριμένου χρονικού για τις επιπτώσεις από τον θάνατο του γιού της …  Αφότου πέθανε η μητέρα μου, απέκτησα μια πολύ σαφή αίσθηση της πραγματικότητας του χρόνου, σχεδόν σαν να την ενατένιζα, σαν να ήμουν, απλώς, εγκλωβισμένος στο παρόν και να ήλπιζα μόνον ότι κάποτε θα περάσει. Σύμφωνα με την Riley ο νεκρός μάς δίνει μια λαβή, στην παρούσα στιγμή στην οποία έχουμε εισέλθει. Είμαστε εγκατεστημένοι στο παρόν και αυτό δεν πρόκειται να υποχωρήσει … Ο χρόνος μάς έχει αδράξει.  Και αυτό το πολύ σαρκικό αίσθημα του χρόνου, που έχει χάσει τη ροή του, δεν βιώνεται μέσα στον φόβο και το τρέμουλο, αλλά με αυτό που η Riley αποκαλεί “κρυστάλλινη απλότητα”… Η διαισθητική ροή του διαισθητικού χρόνου έχει απότομα αποστραγγιστεί. Τώρα ζείτε σε μια ασκίαστη καθαρότητα λαμπρού και ξηρού αέρα».

Η Εύα δεν θυμάται πολλά από τη ζωή με τη μητέρα, δεν έχει μια ιστορία για τη μητέρα. Μόνο εικόνες ανάκατες. Σαν βουβός κινηματογράφος. Σαν να μη θυμάται τι λέγανε. Έχει δυσκολία να βάλει σε λόγια πράγματα από το παρελθόν.  Βουβός πόνος που δεν μπήκε σε αφήγηση. Το πένθος για την απώλεια της μητέρας έμεινε ανεπίλυτο, ατελές.

Ας θυμηθούμε τη Virginia Woolf που έχασε τη μητέρα της στα δεκατρία της. Οτιδήποτε έγραψε για τη ζωή της μητέρας της, το χαρακτήριζε ασάφεια και αναρωτήσεις.  «Αν γυρίσω πίσω στη μητέρα μου πόσο δύσκολο να την ξεχωρίσω όπως πραγματικά ήταν, να φανταστώ τι σκεφτόταν, να βάλω μια φράση στο στόμα της» (Woolf, 1986, σελ. 87). «Η τραγωδία του θανάτου της δεν ήταν απλώς ότι μας έκανε τώρα και τότε έντονα δυστυχισμένους. Είναι ότι την έκανε μη πραγματική και μας σοβαρούς, με αυτοεπίγνωση. Ήμασταν φτιαγμένοι να περάσουμε σε πράξη αυτά που δεν αισθανθήκαμε, να αναζητούμε λέξεις που δεν γνωρίζαμε. Συσκότισε και θόλωσε». (Woolf, 1986, σελ. 95).

Η μητέρα της Εύας πέθανε καλοκαίρι. Τότε είχε γυρίσει από τις σπουδές της για να είναι κοντά της και να τη φροντίσει. Είχε νιώσει τον τρόμο του θανάτου με τις άπνοιες που έκανε η μητέρα. Τη θυμάται  στο κρεβάτι εξαντλημένη … πόναγε πολύ, τη φρόντιζε, της έκανε μασάζ. Έλεγε μέσα της, αν είναι έτσι να φύγει, και μετά ένιωθε τύψεις. Καταλάβαινε ότι πλησίαζε ο θάνατος και έλεγε τώρα θα συμβεί, μετά  έπειθε τον εαυτό της ότι δεν θα γίνει έτσι. Είχε έναν φόβο γι’ αυτό που θα ερχόταν. Όταν η μητέρα έφυγε από τη ζωή ήταν δίπλα της. Με τον θάνατο της μητέρας της έφυγε και ο φόβος. Ανακουφίστηκε, υπήρξε μια ξαφνική ησυχία, σαν να μπήκαν τα πράγματα στη θέση τους. Τη νύχτα που πέθανε η μητέρα της, έβαψε τα νύχια της κόκκινα. Την απασχολούσε, όπως αναφέρει, πώς θα τη δουν οι άλλοι. Ήθελε να είναι φροντισμένη. Την ημέρα της κηδείας της μητέρας ανέβασε πυρετό. Μαύρα δεν έβαλε από αντίδραση. Το μαύρο της θύμιζε αυτό που είχε συμβεί και δεν ήθελε. Έβαλε κόκκινα. Φόρεσε ένα παντελόνι που ξεκίναγε με διάφορα χρώματα πράσινο, κίτρινο, κόκκινο και κόκκινη μπλούζα.  Αν την έβλεπε κανείς από μακριά ήταν σαν να έπαιρνε φωτιά. Δεν ήθελε να την λυπούνται, ήθελε να πάει κόντρα στον θάνατο. Σαν να κήρυξε εφηβική εξέγερση κατά της απώλειας και του πόνου. Ένα είδος μανιακής άμυνας. Μετά την ταφή, έπεσε ο πυρετός. Το υπόλοιπο του καλοκαιριού ταξίδεψε στην Ελλάδα. Ένιωσε απελευθέρωση γιατί είχε εξαντληθεί από τη φροντίδα της μητέρας της.

Σε αυτό το σημείο καταλαβαίνουμε πως η Εύα έρχεται  να διαχειριστεί «το μαύρο» που άφησε πίσω της. Να βάλει σε λόγια και να επεξεργαστεί το πένθος για τη μητέρα της.

 

Τα όνειρα της Εύας

Όνειρο σημαίνει να μην υπάρχουν σύνορα κι οι βλοσυροί καχύποπτοι φρουροί τους

  Κική Δημουλά

Σταδιακά, στις συνεδρίες, η Εύα φέρνει όνειρα. Θα μπορούσαμε να τα κατηγοριοποιήσουμε σε τρεις ομάδες. Στην πρώτη ομάδα ονείρων εμφανίζεται η μητέρα της που ζει μακριά, δεν έχει πεθάνει. Στη δεύτερη ομάδα ονείρων παρουσιάζεται η μητέρα στο μέρος όπου ζούσαν, και στην τρίτη ομάδα ονείρων κάνει την εμφάνισή του ο  πατέρας.

Ας ξεκινήσουμε με την πρώτη ομάδα ονείρων.

Πρώτο όνειρο: «Είδα τη μητέρα μου, ήταν κάπου μακριά, νομίζω στη Νέα Υόρκη, και δεν ήθελε να έρθει να με βρει».

Δεύτερο όνειρο: «Η μητέρα είναι κάπου πιο κοντά (σε σχέση με τη Νέα Υόρκη) αλλά δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μου».

Σχολιάζει πως στο όνειρό της αναρωτιέται αν φταίει σε κάτι, που έχει φύγει η μητέρα, και μετά μοιάζει να αποδέχεται ότι έχει κάνει αυτή την επιλογή, να φύγει μακριά. Αρκεί, τουλάχιστον, να τη βλέπει. Σε αυτό το σημείο, θα λέγαμε ότι πιθανότατα η ενοχή για την απώλεια της μητέρας υποκρύπτει τον θυμό που πέθανε τόσο νωρίς και την άφησε, την εγκατέλειψε μόνη. Το «η μητέρα ζει αλλού», μαλακώνει τον πόνο της οριστικής και αμετάκλητης απώλειας. Η απώλεια είναι τελεσίδικη, η απουσία είναι μια, εν δυνάμει, παρουσία, μια υπόσχεση επιστροφής.

Τρίτο όνειρο: « Ήμουν σε ένα μέρος, δεν θυμάμαι ποιο, και έψαχνα να βρω τη μαμά μου. Κάπως δε θυμάμαι πώς βρεθήκαμε και μου είπε «ισχύει το τηλέφωνό μου γιατί δεν με έχεις πάρει”;». Μετά ξύπνησε.

Όταν ξυπνάει, σχολιάζει πως έχει χαρεί  που  είδε τη μητέρα της στον ύπνο της. Της λείπει η επικοινωνία μαζί της. Κλαίει, όσο μιλάμε για  την μητέρα. Συνειδητοποιεί  ότι η χαρά της συνάντησης που νιώθει είναι στο όνειρο και όχι στην πραγματικότητα.

Τέταρτο όνειρο: «Είδα  μια κυρία που έμοιαζε στη μητέρα μου. Την είδα από μακριά και θεώρησα πως ήταν η μαμά μου …».

Αναφέρει ότι κάποιες φορές, όταν κυκλοφορεί έξω, μπορεί να συναντήσει κάποια γυναίκα που στο σουλούπι μοιάζει με τη μητέρα της. Γυρνάει το κεφάλι, την ξανακοιτάει και λέει «είναι η μαμά μου».

Σχολιάζω «Μια πλευρά  σας αναγνωρίζει  πως έχει πεθάνει και μια άλλη ξεγελά τον εαυτό σας. Κάνει σαν να μην έχει συμβεί».  Όπως τα παιδιά που παίζουν για να κάνουν την πραγματικότητα υποφερτή, ανάλογα και η Εύα παίζει  με την παρουσία -απουσία της μητέρας της για να μαλακώσει την οδύνη της απώλειας.

Μας θυμίζει το παιχνίδι  του εγγονού του Φρόυντ, που πετούσε και ανακτούσε την κουβαρίστρα -που αναπαριστούσε τη μητέρα- δεμένη με μια κλωστή. Την είδα δεν την είδα, υπάρχει, δεν υπάρχει, πέθανε δεν πέθανε, ζει κάπου αλλού. Η ψυχή της γεμάτη  διχασμούς και διαψεύσεις.

Ο μοναδικός χώρος που μιλάει για τη μητέρα της  είναι το δωμάτιο της συνεδρίας. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της  φοβάται το συναίσθημα, λες και θα την ρουφήξει. «Αν το αγγίξεις δε θα συνέλθεις», σχολιάζει.

Σε μια επόμενη συνεδρία έφερε φωτογραφίες από το παρελθόν. Θυμήθηκε στιγμές, διέκρινε τη διαφορά του πριν την αρρώστια της μητέρας και του μετά, που δεν συνειδητοποιούσε, όσο το ζούσε. Ανέφερε ότι θύμωσε με τη μητέρα της, όταν κατάλαβε ότι δεν τα πήγαινε καλά με την αρρώστια της. Θυμήθηκε τον ήχο της φωνής της στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, δύο μήνες πριν πεθάνει. Το βράδυ συχνά κοιμόταν δίπλα της. Κάποια στιγμή είχε πιαστεί, και έκανε μια γκριμάτσα, και η μαμά της τη ρώτησε «κοριτσάκι μου τι έχεις»; Συγκινείται, η φωνή αυτή της υπενθυμίζει την απώλεια της προσοχής και του ενδιαφέροντος της μητέρας, λόγω της αρρώστιας της. Το τελευταίο διάστημα είχε επιδεινωθεί η υγεία της μητέρας και όλο το ενδιαφέρον ήταν στραμμένο σε κείνη. Η Εύα θυμάται πως είχε κουραστεί πολύ και είχε πει στον εαυτό της, αν είναι να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, ας φύγει.

Η εφηβεία της κατακλύστηκε από την αρρώστια της μητέρας. Αντί να επαναστατήσει απέναντι στους γονείς της, κλήθηκε να αναλάβει ευθύνες και να διαχειριστεί διάφορα πρακτικά ζητήματα του σπιτιού. Θυμάται που έλεγε στον εαυτό της να μην στενοχωρεί τη μητέρα της, γιατί κάπου είχε διαβάσει πως ο καρκίνος είναι ψυχοσωματική πάθηση.  Στην πορεία της αρρώστιας, έγινε και λίγο η μητέρα της μητέρας της, κυρίως στο τελευταίο στάδιο.

Αναγνωρίζει ότι η εφηβεία της βγήκε ίσως αργότερα, όπως για παράδειγμα με το πτυχίο. Έλεγε στον εαυτό της «τώρα που δεν είσαι εδώ θα το πάρω όποτε θέλω, θα κάνω ότι θέλω». Η μητέρα της εκπροσωπούσε το όριο και την έβαζε προ των ευθυνών της. Με τον θάνατό της σαν να χάθηκε αυτό το όριο. Μάλιστα, πρόσφατα, σε έναν εσωτερικό διάλογο, άκουσε τη φωνή της μαμάς της να της λέει «άντε τέλειωνε με αυτό το πτυχίο, πολύ το άργησες…».

Επιπλέον, η πρόωρη απώλεια της μητέρας την άφησε με κενά και χάσματα, ως προς την ιστορία της. Συνειδητοποιεί πως την ήξερε μέσα από τον ρόλο της και όχι ως πρόσωπο. Δεν ξέρει τόσα πολλά πράγματα για τη ζωή της. Δεν γνώρισε τον μητρικό παππού και τη μητρική γιαγιά, γιατί είχαν πεθάνει. Ξέρει, απλώς, ότι η μητέρα της ήταν  δεμένη με τη μητέρα της, που την έχασε όταν η Εύα ήταν τεσσάρων μηνών και είχε απόμακρη, δύσκολη σχέση με τον πατέρα της, ο οποίος ζήλευε παθολογικά τη γυναίκα του και ήταν πολύ καταπιεστικός και αυταρχικός με τις τρεις κόρες του. Σχετικά πρόσφατα, έμαθε από τον πατέρα της κάτι που είχε ακούσει και από μητέρα της, πολύ πιο συγκεχυμένα. Η μητέρα της Εύας, για λόγους που δεν είναι γνωστοί, έφυγε από το πατρικό της στη δευτέρα λυκείου και φιλοξενήθηκε για ένα χρόνο από μια φιλική οικογένεια.  Ο πατέρας της σχολίασε πως η μαμά της είχε συγκρουσιακή σχέση με τον πατέρα της. Μια φίλη της μητέρας ήταν διστακτική να της μιλήσει. Της είπε χαρακτηριστικά «δεν ξέρω αν η μαμά σου θα ήθελε να μάθεις».

Πέμπτο όνειρο: «Βλέπω τη μαμά μου, δεν θυμάμαι πού βρίσκεται, μάλλον στο σπίτι μας, είναι πάλι ζωντανή. Στο όνειρο βλέπω και σας (τη θεραπεύτρια) να μου λέτε «δεν πρέπει να κάνεις αυτή τη σκανταλιά …πού τη βλέπεις ζωντανή … αφού έχει πεθάνει».

Η επανάληψη της παρουσίας της μητέρας στα όνειρα («πάλι ζωντανή») δημιουργεί την αίσθηση μιας συνέχειας και έρχεται σε αντίθεση με την ασυνέχεια  που συνεπάγεται ο θάνατός της. Όπως επισημαίνει ο Νeimeyer (2006) μια πολύ σημαντική πλευρά του πένθους είναι η εμπειρία της διατάραξης στην αίσθηση οργάνωσης του εαυτού μας, μέσω της απώλειας της σχέσης με τον άνθρωπο που πέθανε, η σχέση με τον οποίον έπαιζε ρόλο στο πώς αντιλαμβανόμασταν και προσδιορίζαμε τον εαυτό μας. Μέσα από τη διεργασία του θρήνου, το άτομο προσπαθεί να αποκαταστήσει τη συνοχή στην αφήγηση της ζωής του, που διαταράχτηκε μέσα από την εμπειρία της απώλειας. Κάθε σημαντικός θάνατος, και ο αποχωρισμός που συνεπάγεται, ενέχει και μια βίαιη αρπαγή, αφού ένα κομμάτι του εαυτού μας εξαφανίζεται, χάνεται μαζί με το πρόσωπο που χάνεται. H αγγλική λέξη bereavement (=πένθος), στην ουσία δηλώνει την κατάσταση της αποστέρησης, το πένθος μας αποστερεί από τη ζωντανή παρουσία του ανθρώπου που αγαπήσαμε. Καθώς συνειδητοποιούμε ότι η ζωή μας δεν μπορεί ποτέ να επιστρέψει σε αυτό που ζούσαμε πριν βιώσουμε την απώλεια, ψάχνουμε για νέα κατεύθυνση και σκοπό στη ζωή μας, παλεύουμε να ξαναχτίσουμε μια ταυτότητα που θα περιλαμβάνει τα νέα δεδομένα που επέφερε η απώλεια, διατηρώντας, την ίδια στιγμή, μια αίσθηση συνέχειας μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος (βλ. Θανοπούλου, 2014).

Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στη δεύτερη ομάδα ονείρων.

Πρώτο όνειρο : «Η μαμά ήταν στο χωριό, άρρωστη με άσπρα κοντά μαλλιά. Ήταν και η μητέρα της Αριάδνης και συζητούσανε τι θα φύτευε η μητέρα στον κήπο. Μετά είδα τον εαυτό μου να μιλάει με τη μητέρα για τον κήπο».

Η Εύα σχολίασε για το όνειρο: «Ήταν όλα φυσιολογικά, κανονικά. Δεν υπήρχε η αίσθηση ότι η μητέρα είχε φύγει (όπως στα προηγούμενα όνειρα) ή ότι είχε πεθάνει. Υπήρχε όμως η αρρώστια».

Δεύτερο όνειρο: «Ήμουν στο σπίτι, στην επαρχία που μετακομίσαμε, όταν φύγαμε από το χωριό. Η μητέρα είχε πεθάνει κι εγώ το έφτιαχνα.  Είχε περάσει πολύ καιρός. Είχε αυλή, γάτα, σκύλο. Ήθελα να κάνω κάποια αλλαγή στο σπίτι. Αναπάντεχα, βρήκα σε ένα σημείο χρήματα που τα είχε αφήσει η μητέρα για τα κοινόχρηστα, για έναν λογαριασμό που μάλλον δεν πληρώθηκε».

Καθώς επεξεργαζόμαστε το όνειρο, ξύπνησε μια ανάμνηση. Το μέρος που βρήκε τα χρήματα ήταν το μέρος που καθόταν συχνά και μίλαγε στη μητέρα, έφερνε τα νέα από το σχολείο, την ώρα που η μητέρα της ήταν στην κουζίνα και έπλενε τα πιάτα.  Μια πολύ καθημερινή στιγμή, που στην πορεία διακόπηκε με την αρρώστια της μητέρας και τον θάνατό της.

Αναρωτιέμαι και σχολιάζω: «Τι δεν πληρώθηκε; Τι δεν εκπληρώθηκε; Ποιος λογαριασμός έμεινε απλήρωτος»; Η ίδια δεν είχε την αίσθηση του χρέους,  να πληρωθεί ο λογαριασμός,  αλλά να γίνει η αλλαγή στο σπίτι.

Εκείνη την περίοδο η Εύα χρειάστηκε να κάνει μια επίσκεψη στο μέρος όπου έζησε τα παιδιά της χρόνια, εξαιτίας μιας αυτοκτονίας ενός προσώπου από το ευρύτερο οικείο περιβάλλον της. Με την επιστροφή της, στη συνεδρία που ακολούθησε, ανέφερε πως ένιωσε παρούσα σε μια τραγική στιγμή που αυτή τη φορά την πέρναγαν άλλοι. Ένιωσε πιο συνδεδεμένη με τον τόπο της και δυσκολεύτηκε να  γυρίσει πίσω. Ο καιρός ήταν αποπνικτικός, είχε αφόρητη ζέστη, όπως τότε στην κηδεία της μητέρας της.  Για πρώτη φορά, από την εποχή του θανάτου της μητέρας, ξαναβρέθηκε στη βεράντα του πατρικού σπιτιού. Όταν ήταν άρρωστη η μητέρα, η Εύα συνήθιζε να κάθεται σε αυτό το μπαλκόνι και να βάφει τα νύχια της ή να κάνει  κανένα τσιγάρο. Είχαν και μια γυναίκα, τότε, που φρόντιζε τη μαμά της. Θυμάται πως όταν ερχόταν η γυναίκα και η ίδια πήγαινε στο μπαλκόνι, σαν να άφηνε σε κάποιον άλλον την έγνοια και το άγχος για τη μητέρα της . Μέσα από αυτή τη διαδικασία σαν να έκλεινε την πόρτα στην αρρώστια και έβγαινε έξω στη ζωή. Τον τελευταίο χρόνο πριν πεθάνει η μητέρα της είχε εμπλακεί πολύ με τη φροντίδα της. Ζούσε ένα «τι μπορώ να κάνω για να παρατείνω τη ζωή μαμάς ή να αποτρέψω τον θάνατο». Τα συναισθήματα τα είχε κλείσει ερμητικά, λες και δεν είχαν χώρο. Όλο αυτό που ζούσε ήταν σαν να είχε κλειστεί σε ένα ασανσέρ και δεν προλάβαινε να φοβηθεί.

Αναγνωρίζει ότι αυτή τη φορά, πηγαίνοντας στον τόπο της, συνδέθηκε με άλλον τρόπο με την ημέρα της κηδείας της μητέρας της. Τότε είχε αποφύγει τον πόνο και τη στενοχώρια. Τώρα ένιωσε πιο συνδεδεμένη με τη στενοχώρια της απώλειας της μητέρας της. Αναρωτιέται πόσα επεισόδια από τη ζωή της έχει χάσει η μητέρα της. Αλλά και η ίδια, με τον θάνατο της μητέρας έχασε μια ανεμελιά, αλλά και τη συνέχεια της σχέσης τους. Κουβαλά τη σχέση όπως ήταν τότε, δεν μπόρεσε, δυστυχώς, να εξελιχθεί, διακόπηκε πρόωρα λόγω του θανάτου. Είναι τόσα πράγματα που δεν την ρώτησε ή δεν έμαθε για κείνη.  Η απώλεια της μητέρας την έκανε να νιώσει μόνη με ένα μεγάλο κενό που σιγά- σιγά  έγινε συνήθεια. Την ημέρα που η μητέρα της άφησε την τελευταία της πνοή, θυμάται μια περίεργη ησυχία. Ο μόνος ήχος που θα μπορούσε να την περιγράψει είναι σαν να ακούς τον παλμό της καρδιάς, και μετά έναν μονότονο, συνεχόμενο ήχο, έναν ήχο μιας σιωπής, του θανάτου, ενός κενού, ενός τίποτα. Ήταν μια σιωπή που σταματούσε τη ζωή, δεν μπορούσαν να ακουστούν οι ήχοι της ζωής. Αυτή τη φορά, όμως, στη βεράντα υπήρχε μια ηρεμία που άκουγες το θρόισμα των φύλλων και τα τιτιβίσματα των πουλιών.

Επιπλέον, μια άλλη αλλαγή που παρατήρησε, ήταν πως για πρώτη φορά δεν ένιωσε την ανάγκη να επαναφέρει το σπίτι, όπως το άφησε η μητέρα της. Το έφτιαξε, όπως εξυπηρετούσε την ίδια. Αναφέρει ότι μετά τον θάνατό της σαν να είχε πάρει τη θέση της. Είχε την παρόρμηση να τακτοποιήσει το σπίτι, όπως θα το έκανε η μητέρα. Μάλιστα, συχνά, τότε, τσακωνόταν και με τον πατέρα. Όταν επέστρεφε στο πατρικό της φαντασιωνόταν πως θα το έβρισκε, όπως το είχε μαμά ή όπως θα το άφηνε η ίδια.

Τρίτο  όνειρο : «Η μητέρα ήταν στο χωριό και μετά έφυγε, κατάλαβα πως έλειπε και θα πήγαινα να τη βρω κάπου στην Κρήτη».

Σχολιάζω: «Κρήτη, Αριάδνη…λαβύρινθος…» Και ξεκινάμε να ξετυλίγουμε την άκρη του μίτου της σχέσης  με τη φίλη της, που στο τέλος, όπως θα δούμε, καταλήγει στο πρόσωπο της μητέρας.  Η Αριάδνη, υποστηρίζει η Εύα, είναι ερωτευμένη μαζί της. Η ίδια μάλλον όχι. Υποτάχθηκε σε κείνη για να πάρει στοργή και χάδια. Προσπαθεί να βρει τις σωστές λέξεις, δεν είναι σίγουρη. Από την πρώτη στιγμή μαζί της είχε την αίσθηση πως την καταλάβαινε. H σχέση με την Αριάδνη της δίνει ασφάλεια και ηρεμία. Είναι η βάση της, η σταθερά της, μια σχέση με την οποία προσπαθεί να αναπληρώσει το κενό που άφησε ο θάνατος της μητέρας. Θα την έχανε πιο εύκολα από ερωτική σύντροφο αν ήταν σίγουρη ότι θα παραμένανε φίλες. Μπορεί και όχι, δεν είναι σίγουρη.  Η Αριάδνη, όμως, είναι ξεκάθαρη: δεν την θέλει ως φίλη, αλλά ερωτικά. Για την Εύα η Αριάδνη αντιπροσωπεύει κάτι από μητρική φιγούρα, καθώς είναι σχεδόν δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Αν ζούσε η μαμά της δεν μπορεί να φανταστεί πώς θα ήταν με την Αριάδνη. Μοιάζει λες και μια διέξοδος που βρήκε ο ψυχισμός της, από τη μεγάλη εξάρτηση από τη μητέρα της, που την έχασε πρόωρα. Ήταν η ταύτιση μαζί της και η επιλογή συντρόφου σε ναρκισσιστική βάση, κατοπτρική με το αίτημα να αγαπηθεί, όπως αγαπήθηκε από τη μητέρα της. Ίσως, μέσω της σχέσης με την Αριάδνη, να αναζητά ίχνη και απομεινάρια από το πρώτο αντικείμενο αγάπης, να ξαναγυρνά πίσω στον μητρικό τόπο, στο πρωτογενές σπίτι, στο μητρικό σώμα, στον πρώτο δεσμό νοήματος.

Η μητέρα της ήταν η κύρια παρουσία στη ζωή της. Εκείνη τα φρόντιζε όλα. Δεν ήταν ποτέ το κοριτσάκι του μπαμπά, αλλά μόνο της μαμάς. Τα πρώτα δυόμιση χρόνια της ζωής της, ζούσε με τη μητέρα της στην Αθήνα και ο πατέρας πηγαινοερχόταν. Στη συνέχεια, η μητέρα της πήρε μετάθεση στο χωριό, όπου έζησαν μέχρι τα δέκα της χρόνια, και μετά πήγαν σε πιο μεγάλη πόλη, ώστε η Εύα να έχει καλύτερες εκπαιδευτικές δυνατότητες. Όλες, επίσης, οι περιγραφές που έχει από τη μητέρα της για τα νεανικά της χρόνια, αφορούσαν στην ίδια με τη μητέρα της και τις αδελφές της. Ο πατέρας σαν να μην υπήρχε.

Ο αποκλεισμός του πατέρα φαίνεται να επαναλαμβάνεται και στη δική της ιστορία.  Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Εύας, δεν είχε τον ρόλο του πατέρα. Τη ρωτάω τι ρόλο είχε και μου λέει «δεν είχε ρόλο αλλά σχήμα». Μου δείχνει με τα δάχτυλά της ένα τρίγωνο, όπου ο πατέρας είναι στη γωνία. Σε αυτό το σημείο συμπληρώνει ότι δεν θέλει καθόλου να μιλάει με τον πατέρα για τη μητέρα της. Ομολογεί πως αρχικά είχε θυμώσει με τον πατέρα της, θεωρώντας τον υπεύθυνο για την αρρώστια της μητέρας. Υπέθετε ότι η μητέρα είχε υποψιαστεί τις άλλες γυναίκες στη ζωή του άντρα της, και είχε στενοχωρηθεί ή και θυμώσει, με αποτέλεσμα να νοσήσει. Τώρα έχει αλλάξει γνώμη, ωστόσο κρατάει μια σχετικά απαξιωτική στάση απέναντί του. Δεν θέλει να κλάψει μπροστά του. Δεν θέλει, όπως λέει, να του το χαρίσει. Νιώθει πως δεν είναι από την ίδια πλευρά. Σαν να μην αγαπούσε τη μητέρα της το ίδιο όπως εκείνη. Μόνο η ίδια μπορεί να στενοχωριέται για τη μαμά της. Σαν να του λέει «τι είχες εσύ μαζί της; Δική μου μαμά ήταν».

Σχολιάζω: «Αποκλείεται ο τρίτος, ως ισότιμος συνομιλητής».

Ακολουθεί η τρίτη ομάδα ονείρων, όπου εμφανίζεται ο πατέρας.

Πρώτο όνειρο: «Ήταν Χριστούγεννα στο χωριό. Η μητέρα είχε χωρίσει με τον πατέρα (είχα αυτή την αίσθηση) και είχε έρθει για τις γιορτές στο χωριό και της έλεγα δεν θα έρθεις και στη γιορτή του μπαμπά; Και η μητέρα μου απάντησε: “Τώρα πρέπει να ρωτήσουμε τον μπαμπά γι’ αυτό. Δεν ξέρω αν θέλει”».

Δεύτερο όνειρο: «Ήταν στο σπίτι στο χωριό η μαμά, η Αριάδνη κι εγώ. Ο πατέρας ήταν κάπου καθοδόν, όχι απαραίτητα για να έρθει …μπορεί και να είχε φύγει …δεν το θυμάμαι. Στο σπίτι είχε παντού ρούχα. Πλένανε, απλώνανε, σιδερώνανε. Ήταν βράδυ, όλο το σπίτι είχε φώτα και ήταν σε αναμπουμπούλα με τις δουλειές. Όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές, όπως και τα φώτα (σαν να είχαμε γιορτή). Κάποια στιγμή βρέθηκα έξω στη βεράντα  με τη μαμά και κάτι συζητούσαμε, μάλλον για τη σχέση με την Αριάδνη. Υπήρχε άγχος, αναταραχή. Μετά πήρα τον μπαμπά τηλέφωνο, (σαν παιδί, όταν τον έπαιρνα τηλέφωνο, είχα την εικόνα του να οδηγεί, έτσι τον φανταζόμουν, να είναι στο αυτοκίνητο και να οδηγεί) αν και δεν θυμάμαι τη σειρά, αν πρώτα μίλησα με μητέρα και μετά με πατέρα, πάντως τον πήρα για να του πω κάτι, για την Αριάδνη μάλλον. Κι κείνος μου είπε “πες το και στη μαμά σου”».

Σχολιάζει πως δεν εισέπραξε κάτι αρνητικό, ούτε από τη μητέρα, ούτε από τον πατέρα.

Συνειρμοί ως προς το όνειρο ……το δωμάτιο, όπου ήταν το τηλέφωνο, με το οποίο επικοινώνησε με πατέρα, ήταν ένα δωμάτιο στο σπίτι τους, όπου είχαν βάλει σε αυτό, ένα γραφείο για τον πατέρα και ήταν το δωμάτιο που επειδή είχε air condition, πήγαινε συχνά σε αυτό να ξεκουραστεί, το διάστημα που η μητέρα ήταν άρρωστη και τη φρόντιζε. Σε αυτό το δωμάτιο έβαψε τα νύχια της κόκκινα και στο ίδιο δωμάτιο έκανε πρόβα βιολιού, προκειμένου να παίξει ένα αγαπημένο τραγούδι της μητέρας στην κηδεία της. Σχολιάζει ότι «ο πατέρας εμφανίζεται δεύτερη φορά, στο πρώτο όνειρο σαν σκέψη, τώρα στο δεύτερο όνειρο σαν φωνή.»

Σκέφτομαι ότι η φωνή, η γλώσσα, λύνει τη συμβιωτική σχέση του παιδιού με τη μητέρα και προωθεί τον διαχωρισμό. O πατέρας, ως τρίτος, διαμεσολαβεί  στη σχέση μητέρας-κόρης, διευκολύνοντας τη διεργασία αποχωρισμού τους.

Όταν  εμφανίζεται ο πατέρας, το παιδί  αντιλαμβάνεται ότι η ταυτότητα συγκροτείται,  ως αποτέλεσμα της διαφοράς, και κατανοεί τη διαφορά των φύλων, τον αποκλεισμό και την απουσία.

Η Εύα αναφέρει πως στην επαφή της με τα παιδιά που προσέχει, ενώ μέχρι πρότινος συνήθιζε να λέει «η μαμά σας έχει βάλει το συγκεκριμένο κανόνα και εγώ είμαι εδώ για να τον τηρώ» (αυτό που είχε ζήσει δηλαδή στην δική της οικογένεια), το τελευταίο διάστημα έχει παρατηρήσει ότι στη ροή του λόγου της, εκτός από τη μητέρα εισάγει και τον πατέρα.

Ένας άλλος συνειρμός της Εύας, σχετικά με το όνειρο, αφορά στο πλυντήριο. Είναι μια από τις οικιακές δουλειές που προτιμά. Της αρέσει να βάζει τα ρούχα για πλύσιμο …το θεωρεί εύκολη δουλειά.  Σχολιάζω: «Κάτι προσπαθείτε να ξεκαθαρίσετε;».

Μου λέει: «Ξέρετε, με τον θάνατο της μητέρας μου, ο πατέρας μου ενηλικιώθηκε…».

«Τι εννοείται;» τη ρωτάω. Διευκρινίζει, πως ο πατέρας της έμαθε να βάζει πλυντήριο, να μην αφήνει τα πράγματα στη μέση και να πληρώνει λογαριασμούς. Άρα, σχολιάζω, «κι σεις με το πλυντήριο διαπραγματεύεστε θέματα ενηλικίωσης;».

Χαμογελά …

Σ’ αυτό το σημείο, να συμπληρώσουμε, ότι ο θυμός της Εύας, ως προς τον πατέρα, έχει μαλακώσει. Είναι λίγο πιο αποδεκτός μέσα της. Πρόσφατα, την επισκέφτηκε απροειδοποίητα, από την επαρχία όπου ζει, και αν και είχε ένα δύσκολο πρόγραμμα και ήταν κουρασμένη είπε πως «για τον πατέρα μου θα βρω χρόνο».

Σε μια άσκηση περιγραφής εαυτού, που της δόθηκε, έγραψε ανάμεσα στα άλλα: «Η μαμά της Εύας έχει πεθάνει, ενώ ο μπαμπάς της ζει στην επαρχία. Είναι σχετικά νέος». Θα μπορούσαμε να πούμε πως η αναφορά στο «νέος» δεν είναι τόσο ηλικιακή, αλλά, ίσως, σημασιοδοτεί τη μετακίνηση εντός της, ο πατέρας ως νέα παρουσία στη ζωή της.

Τρίτο όνειρο: «Ήμουν στο δωμάτιο που παλιά κοιμόντουσαν οι γονείς. Σ’ αυτό το δωμάτιο, στο όνειρό μου, ήμουν μαζί με τη μητέρα, άλλαζα ρούχα, και ξαφνικά μπήκε ένας άντρας, ξένος, και σκέφτηκα “πρέπει να φτιάξω αυτό το δωμάτιο, να το τακτοποιήσω, να δω τι θα γίνει με αυτά τα πράγματα, τι θα μείνει, τι θα φύγει”».

Τέταρτο όνειρο: «Ήμουν στο πατρικό μου, όπως ήταν στις αρχές, με πολύ βασικά έπιπλα. Είχα πάει, εκεί, να πάρω κάποια πράγματα. Ήταν εκεί ο μπαμπάς… κάπως θολά, όχι τόσο ως παρουσία, αλλά ως αίσθηση (δεν είμαι σίγουρη αν τον είδα). Η μαμά είχε πεθάνει, ήταν πια μια πραγματικότητα. Έψαχνα παλιές φωτογραφίες , πράγματα από τη ντουλάπα. Δεν θα έμενα εκεί μόνιμα. Θα τα έβλεπα και θα έφευγα. Στην πορεία συνειδητοποίησα πως το σπίτι ήταν όπως την εποχή που η μαμά είχε πεθάνει. Είχαν φύγει αντικείμενα από το σπίτι και υπήρχαν απομεινάρια από το γραφείο του πατέρα (γιατί είχε στο σπίτι το γραφείο του ο πατέρας). Το δικό της δωμάτιο ήταν άδειο από την εποχή που είχε φύγει ως φοιτήτρια.

Η φιγούρα του άντρα-πατέρα μοιάζει κάπως ασαφής, θολή. Παρουσιάζεται ως ένας ξένος. Όπως αναγνωρίζει, όλα περνούσαν από τη μητέρα. Ο πατέρας ήταν σαν ένας έφηβος, που εκπροσωπούσε την αναζήτηση και τη χαρά της ζωής.

Της αναφέρω έναν άντρα ψυχαναλυτή, τον Bolognini (2009) που έλεγε ότι «κάθε καλός πατέρας οφείλει να χορέψει τουλάχιστον μια φορά ένα βαλς με την κόρη του, δείχνοντας ότι συγκινείται και τιμάται από αυτό». Η ίδια αναγνωρίζει πως αποφεύγει την οπτική επαφή με τον πατέρα. Νιώθει μάλλον αμήχανα μαζί του. Την ώρα που τα λέει αυτά, υπάρχει ένα τρεμούλιασμα στη φωνή της -συγκινείται- και συμπληρώνει  «δεν θέλω να του δείχνω τα συναισθήματά μου, το πόσο κάποιες φορές ευάλωτη μπορεί να είμαι». Τη ρωτάω: «Τι βλέπετε στο βλέμμα του πατέρα;» και αποκρίνεται: «Όποιος αφεθεί και δεν κρατά απόσταση, θα πληγωθεί».

Πιθανότατα η Εύα βλέπει, ακόμα, τον πατέρα της μέσα από τα μάτια της μητέρας της. Κρατά ένα παιδικό πείσμα απέναντί του. «Δεν θέλει να του χαριστεί», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Του προσάπτει ότι δεν ήταν παρών στη ζωή της. Αναφέρεται σε μια ανάμνησή της, περίπου στην ηλικία των έξι ετών, όπου ο πατέρας έφευγε από το σπίτι για δουλειές έξω, κι κείνη του έλεγε «καλημέρα μπαμπά και αν δε σε δω καληνύχτα». Από την άλλη, αναγνωρίζει ότι υπήρχαν και κάποιες ωραίες στιγμές μαζί του, όταν μοιράζονταν κάποιες δραστηριότητες μαζί.

 

Από τη δυαδικότητα στην τριαδικότητα

Δεν υπάρχει ζεύγος που να αποτελείται μόνο από τη μητέρα και το παιδί. Το παιδί αποτελεί την εικόνα της ένωσης της μητέρας με τον πατέρα. Όπως αναφέρει ο Skynner (1987), ο ορισμός του εαυτού με βάση τα δυο διαφορετικά πρόσωπα, της μητέρας και του  πατέρα, γίνεται, με τον ίδιο τρόπο που ένα καράβι, όταν γνωρίζει δύο σημεία του ορίζοντα, μπορεί να ορίσει τη θέση στην οποία βρίσκεται μέσα στον ωκεανό.

Η τριαδικότητα -η μετάβαση από τις δυαδικές στις τριαδικές σχέσεις- εξαρτάται από δύο πρωταρχικές διεργασίες, την αποδοχή από το παιδί του αμετάβλητου των γενεών και την αναγνώριση ότι τα παιδιά αποκλείονται από τον κόσμο της ενήλικης σεξουαλικότητας. Το παιδί, καθώς μαθαίνει ότι οι γονείς του έχουν τη δική τους συναισθηματική ζωή, από την οποία το ίδιο αποκλείεται, συνειδητοποιεί τον διαχωρισμό των γενεών στην οικογένειά του, και αντιλαμβάνεται πως σε σχέση με τους γονείς του θα είναι πάντα παιδί (Heineman, 2006).

Σύμφωνα με τον Βritton (1998) κάθε παιδί μεγαλώνει, όταν εσωτερικεύει τρία θεμελιακά γεγονότα της ζωής.  Πρώτον, τον χωρισμό από τη μητέρα του. Δεύτερον, την εξάρτηση από ένα καλό αντικείμενο. Τρίτον, την αναγνώριση ότι προέρχεται από το γόνιμο ζεύγος δύο γονιών, σε μια σεξουαλική σχέση που το αποκλείει. Το πρωταρχικό οικογενειακό τρίγωνο εφοδιάζει το παιδί με δύο συνδέσμους, που το συνδέουν με τον κάθε γονιό ξεχωριστά, και το φέρνουν αντιμέτωπο με τον σύνδεσμο μεταξύ τους που το αφήνει απέξω. Αυτό παρέχει ένα πρότυπο μιας σχέσης «τρίτου είδους», στην οποία το παιδί είναι μάρτυρας, και όχι συμμετέχων, κι έτσι δημιουργείται μια τρίτη θέση, από όπου μπορεί κανείς να παρατηρεί τις σχέσεις, και την ίδια στιγμή να μπορεί να φανταστεί και τον εαυτό του να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης. Ο Britton ονόμασε την ψυχική ελευθερία που δίνει αυτή η διαδικασία «τριγωνικό χώρο» (Britton, 1989). Στην ουσία, είναι η ικανότητά μας να βλέπουμε τον εαυτό μας να αλληλεπιδρά με τους άλλους και να μπορούμε να δεχτούμε μια άλλη οπτική ως πιθανή, ενώ ταυτόχρονα διατηρούμε τη δική μας, να μπορούμε, δηλαδή, να είμαστε ο εαυτός μας, ενώ σκεφτόμαστε παράλληλα γι’ αυτόν.

Είναι μια ιδιαίτερα σημαντική αλλά και οδυνηρή θέση για το παιδί, το να παρατηρεί και να αντέχει τον ειδικό δεσμό μεταξύ των γονιών του, να αντέχει τη ζήλεια και τον φόβο του αποκλεισμού, ενώ συνεχίζει να αισθάνεται ότι αγαπιέται από τους γονείς του. Αργότερα, καθώς ενηλικιώνεται, θα αποκλείσει το ίδιο τον εαυτό του από το γονικό ζεύγος, προκειμένου να αναπτύξει τη δική του ταυτότητα και να δημιουργήσει στενές σχέσεις έξω από την οικογένειά του.

Σύμφωνα με τον Bolognini (2009, σελ. 2, βλ. Δελτίο της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας), «Η κόρη χρειάζεται να νιώσει τον θαυμασμό του πατέρα ως προς την αξία της ως γυναίκας, ούτως ώστε να μπορέσει να γλιστρήσει μαλακά προς τον σταδιακό αποχωρισμό, διαμέσου της επώδυνης εξόδου από την οιδιπόδεια ψευδαίσθηση. Αυτό επιτυγχάνεται όταν υπάρχει ένας στοργικός πατέρας, που ευνοεί το μεγάλωμά της και ο οποίος την παραδίδει την κατάλληλη στιγμή στον άνδρα που θα είναι ο αληθινός σεξουαλικός της σύντροφος στην ενήλικη ζωή».

Η γυναικεία ταυτότητα, λοιπόν, συντίθεται μέσα από πολλές αντανακλάσεις. Το κορίτσι διαμορφώνει την πρώτη της σεξουαλικότητα μέσα από τη στενή σχέση με τη μητέρα, για να μπορέσει να περάσει στη σχέση με τον πατέρα και μετά σε έναν άλλον άντρα.

Ο ψυχισμός και η σεξουαλικότητα βρίσκονται σε μια διαρκή αναζήτηση, διαλεκτική ή και συγκρουσιακή. Η Joyce McDougall (1995) στο βιβλίο της «Τα Πολλά Πρόσωπα του Έρωτα» υπογραμμίζει την εγγενή τραυματική φύση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Η τραυματική διάσταση συνδέεται με την αναγνώριση της ετερότητας και την ανακάλυψη της διαφοράς ανάμεσα στα φύλα. Το οιδιπόδειο θέτει το παιδί αντιμέτωπο με την έλλειψη δυνατότητας να έχει τα δύο φύλα και να κατέχει κάποιον από τους γονείς του.

 

Επίλογος

 Πάλι μνήμη πάλι λήθη. Διαρκώς τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιώ. Κι ο βίος ο πολυλογάς σ’ αυτές τις δύο λέξεις αρκείται εν τέλει, μνήμη και λήθη

Κ. Δημουλά

 

Τι κάνει τη ζωή άξια να τη ζούμε; Ρωτά ο Winnicott. Το «ζην» και το «παίζειν» είναι δημιουργικά στις εμπειρίες μας σε έναν μεταβατικό χώρο, στην τρίτη πραγματικότητα, όπου δια βίου παλεύουμε να συνδέουμε την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα. Τον εαυτό με τους άλλους. Τη συντροφιά με τη μοναξιά. Τη μουσική με τη σιωπή. Την ύπαρξη με την μη ύπαρξη (από προσωπική επικοινωνία με τον ψυχαναλυτή Σωτήρη Μανωλόπουλο).

Τα όνειρα είναι ένας τρόπος έκφρασης του ανθρώπου που θυμίζει το παιδί, όταν εκφράζεται μέσα στο παιχνίδι. Είναι ένας δρόμος που προσεγγίζει αρχαϊκά μονοπάτια, που μόνο το όνειρο και το παιχνίδι μπορούν να μας δείξουν (Καλλιτεράκη, 2016). Το παιδί στο παιχνίδι του fort-da έχει το νήμα της επιστροφής, της αναπαράστασης και της δημοσιοποίησης (Rousillon, 2000). Μέσα από το παιχνίδι  το παιδί  επαναλαμβάνει ενεργητικά δυσάρεστες εμπειρίες, με σκοπό να κυριαρχήσει σ’ αυτές. Το όνειρο, ίσως, αποτελεί ένα πιο ασφαλές μέσο, προκειμένου να εκφραστούν  με  μεταφορική γλώσσα ανησυχίες ή συναισθήματα του παρόντος, που παραμένουν σε κάποιο βαθμό ανείπωτα ή λογοκρίνονται από τους εσωτερικούς μας κριτές στο συνειδητό (Androutsopoulou, 2011).  Σύμφωνα με την Ποταμιάνου (2019), τα όνειρά μας είναι «ποιητικά» αφού δουλεύουν τις απογοητεύσεις με τις οποίες αναπόφευκτα η πραγματικότης μας τροφοδοτεί, πλάθοντας μορφώματα που αποφορτίζουν τον ψυχισμό από τις εντάσεις και προσφέρουν όσα οι πόθοι μας αναζητούν. Στο όνειρο όλα είναι εφικτά. Ό,τι έχει χαθεί ξαναβρίσκεται, ό,τι έχουμε εγκαταλείψει μας συναντά… ο χρόνος κινείται ανάμεσα σε ένα παρελθόν που δεν σβήνει και ένα παρόν που δεν μπορεί να γίνει παρελθόν, αφού ο χρόνος ακυρώνεται, δεν υπάρχει» (Ποταμιάνου, 2019).

Η Εύα της ιστορίας μας, μέσα από το ονειρικό υλικό, σαν το μικρό παιδί παίζει, προσπαθώντας να καταστήσει υποφερτή την πραγματικότητα του θανάτου της αγαπημένης της μητέρας. Παίζει  με αντίθετες έννοιες όπως παρουσία, απουσία, μνήμη, λήθη, υπάρχει, δεν υπάρχει, κοντά, μακριά, μέσα μου, έξω από μένα κάπου αλλού, προσπαθώντας να χτίσει γέφυρες ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πραγματικότητα, ανάμεσα στον ζωντανό εαυτό της και στην πεθαμένη μητέρα της  και, εν τέλει, ανάμεσα στη μητέρα, στον πατέρα και σε κείνη.

Θα κλείσω με ένα αγαπημένο ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη που έχει τον τίτλο «Μητρότητα»:

Την έβλεπε συχνά στον ύπνο του, (εδώ και χρόνια, πεθαμένη μου μητέρα),

και πάντα το παράξενο εκείνο όνειρο: το μισοσκότεινο δωμάτιο,

όπως τότε, οι σιγανές κουβέντες πλάι στο φέρετρο, κι οι φλόγες των κεριών που τρέμαν

καθώς από την ανοιγμένη πόρτα έμπαινε αθόρυβα

η μεγάλη νύχτα. Όλα τα ίδια. Μόνο Εκείνη

δεν ήταν η ίδια (α, μητέρα) – θέλω να πω δεν ήταν πια μονάχη, μα δίπλα της, σ’ ένα άλλο φέρετρο,

ξανά εκείνη, το ίδιο αγαπημένο πρόσωπο

πεθαμένο δυο φορές, τα ίδια εκείνα χέρια που όλα τα συγχωρούσαν, σταυρωμένα

δυο φορές, δυο μητέρες όμοιες, πλαγιασμένες σε δυο φέρετρα –

λες κι η απέραντη, πλημμυρισμένη της μητρότητα

που την είχε κάνει να ζήσει αμέτρητες ζωές

να μην χωρούσε τώρα μόνο

σ’ ένα θάνατο.

 

 

Βιβλιογραφία

Androutsopoulou, A. (2011). Red balloon: approaching dreams as self-narratives. Journal of Marital and Family Therapy, 37, 479-490.

Bolognini, S. (2009). Μια δύσκολη δωρεά: η λεπτή ισορροπία μεταξύ της αναγνώρισης της σεξουαλικότητας και της γονεϊκής προστατευτικής λειτουργίας στην ψυχανάλυση. Δελτίο της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, τεύχος 35.

Britton, R. (1998). Subjectivity, objectivity and triangular space. In Belief and Imagination. London: Routledge.

Britton, R. (1989). The missing link: parental sexuality in the Oedipus Complex. In J. Steiner (Ed.), The Oedipus Complex Today: Clinical Implications. London: Karnac.

Brazelton , Τ.Β. ( 1979) . Evidence of communication during neonatal behavioural assessment In M. Bullowa (Εd.), Before speech: The Beginning of Human Communication (pp. 79-88). London : Cambridge University Press.

Dolto, F. (1988). Au Jeu du désir. Paris: Points.

Θανοπούλου, Κ. ( 2014). Περί απώλειας και πένθους. Υφαίνοντας νήματα νοημάτων μέσα από τη διεργασία του θρήνου. Συστημική Σκέψη και Ψυχοθεραπεία, Ηλεκτρονικό Περιοδικό, τεύχος 4 (Απρίλιος).

Ισακίδου, Γ. (2016) . Η διαμόρφωση της ταυτότητας του φύλου. Εγκέφαλος. 53, 40- 47.

Καλλιτεράκη Ε. (2016). Νοσταλγία στο όνειρο και η ονειροπόληση του θεραπευτή. Αθήνα : Αρμός.

ΜcDougall, J. (1995). The Many Faces of Eros. London:  Free Association Books.

Mellier, D. (2006). The emotional value of narrative and infant observation.  Funzione Gamma, 17. Available in http://www.funzionegamma.edu/

Neimeyer, R. A(2006). Ν’ αγαπάς και να χάνεις. Aντιμετωπίζοντας την Απώλεια. Αθήνα: Κριτική.

Ποταμιάνου, Α. (2019). Η ποίησις των ονείρων. Αθήνα: Ίκαρος.

Roussillon, R.(2000). Agonie, Clivage et Symbolization.  Le fait psychanalytique.  Paris: Press Universitaire de France.

Skynner, R. (1987). Explorations with families. London: Tavistock/Routledge.

Stern, D., N. (2004). The present moment in psychotherapy and everyday life. New York :  W. W. Norton and Company.

Stern, D., N. (1995). The Motherhood Constellation: A Unified View of Parent-Infant  Psychotherapy. NY: Basic Books.

Stern, D., N. (1985). The Interpersonal World of the Infant: A View from Psychoanalysis and Developmental Psychology. NY: Basic Books.

Trevarthen, C., Aitken, K., J. (2001). Infant intersubjectivity: research, theory and clinical applications, Journal of Child Psychology and Psychiatry, 42, n.1, 3-48.

Woolf, V. (1986). Moments of Being, 2nd ed., Εd. J. Schulkind. New York: Harcourt Brace Jovanovich.