Χαρτογραφώντας την έννοια του δεσμού και της απώλειας, στην εποχή της νόσου του κορωνοϊού – covid-19

Κία Θανοπούλου                               

 

Περίληψη:

Η παρατεταμένη παρουσία της πανδημίας μετέβαλε βίαια και απότομα το τοπίο της κανονικότητάς μας, καταρρίπτοντας κάθε μορφή βεβαιότητας και θέτοντας σε δοκιμασία τις αντοχές μας. Βασικές έννοιες του κοινωνικού δεσμού άλλαξαν νόημα. Αντίστοιχα, ο χώρος της θεραπείας και της εκπαίδευσης αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στους περιορισμούς που επέβαλε η covid-19 εποχή, με αποτέλεσμα να γίνουν αρκετές τροποποιήσεις στο πλαίσιο, τόσο της θεραπείας, όσο και της εκπαίδευσης, με την εκτεταμένη χρήση του διαδικτύου. Επιπλέον, η συνθήκη της πανδημίας ανέδειξε πολλά ερωτήματα σε σχέση με τη διαχείριση του πένθους. Πώς επηρεάζει τη διεργασία του πένθους ο θάνατος την εποχή του κορωνοϊού; Τι επιπτώσεις έχουν  οι σιωπηλοί και ασυντρόφευτοι ενταφιασμοί; Τι γίνεται στον ψυχισμό μας όταν χάνουμε στοιχεία του κοινωνικού δεσμού μας; Άραγε θα πάρουμε ένα μάθημα από όσα ζούμε; Η σημασία της αναγνώρισης και αποδοχής των δικών μας δυνάμεων και περιορισμών και η αξία της σύνδεσής μας με τους άλλους, με αυθεντικότητα, ευαισθησία και σεβασμό, ίσως είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.

Λέξεις-κλειδιά: πανδημία, κορωνοϊός, κανονικότητα, ψυχοθεραπεία, εκπαίδευση, διαδίκτυο, πένθος, ασυντρόφευτοι θάνατοι, σύνδεση.

 

Εισαγωγή

Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα σιγά σιγά ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν

                                                                       Κ. Δημουλά

Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη κρίση υγείας, μια πανδημία. Το 2020 ήταν η χρονιά που  κληθήκαμε όλοι να χρησιμοποιήσουμε, στην αρχή για πρώτη φορά και μετά για αμέτρητες φορές, λέξεις όπως «κορωνοϊός», ή αλλιώς «covid», «καραντίνα», «lockdown», «κοινωνική αποστασιοποίηση» ή «social distancing», «πανδημία», «υποκείμενα νοσήματα», «διασπορά»,  «εγκλεισμός», «ατομική ευθύνη», «δεν σε ακούω, με βλέπεις;», «έλεγξε τη σύνδεση», «είσαι σε mute;». Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα, σιγά-σιγά, ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν, μας λέει η Δημουλά. Οι λέξεις έχουν δύναμη, μεταφέρουν σημασίες και νοήματα. Η εξάπλωση του ιού συνοδεύτηκε από όλες αυτές τις λέξεις, που με τη σειρά τους καθόρισαν, και σχεδόν επέβαλαν, μια πραγματικότητα που μας επηρέασε και επηρεάζει ακόμα, χωρίς να ξέρουμε τις συνέπειες και τα ψυχικά της αποτυπώματα.

 

 Zώντας με τον κορωνοϊό

Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου

Βυζηινός

Η νέα πραγματικότητα που επέβαλε η covid εποχή μετέβαλε, βίαια και απότομα, το τοπίο της κανονικότητας, προκαλώντας μια έντονη διαταραχή των συνηθειών μας.  Μετεβλήθη  εντός μας  ο ρυθμός του κόσμου, όπως θα έλεγε ο ποιητής. Ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, ανατράπηκε, μεταμορφώθηκε, όλα έγιναν κάποια άλλα, ανοίκεια.

Η ζωή μας άλλαξε, δεν είναι προβλέψιμη ούτε αυτή που θα ζήσουμε. Ο κορωνοϊός, σαν είδος μιας νέας Σφίγγας, φράσσει τους δρόμους και θέτει αινίγματα (Ferruta, 2020). Το μέσα στο σπίτι έγινε συνώνυμο της ασφάλειας, και το έξω από το σπίτι απειλητικό, απαγορευμένο. Βασικές έννοιες άλλαξαν νόημα. Το άγγιγμα, συνδεδεμένο με παρηγοριά, ζεστασιά και αγάπη από εγγύτητα, σημασιοδότησε κίνδυνο. Το φιλί, από ένδειξη αγάπης μετατράπηκε σε εστία μόλυνσης. Οι συναθροίσεις με οικείους αγαπημένους, από πηγή χαράς βιώνονται ως πηγή απειλής και μετάδοσης της μόλυνσης. Η πανδημία μας τοποθετεί σε μια θέση ευθύνης και ανταπόκρισης απέναντι στους άλλους. Ο καθένας καθίσταται ατομικά υπεύθυνος για τη διάδοση του ιού και την πιθανότητα μόλυνσης του άλλου.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η μάσκα έγινε μόνιμο αξεσουάρ, μαζί με τον υπολογιστή μας ή το κινητό μας.  Με τη χρήση της μάσκας, απαραίτητη αν θέλουμε να έχουμε τη φυσική παρουσία του άλλου, δεν έχουμε, πια, συνολική εικόνα του προσώπου του. Όπως εύστοχα γράφει η Χαραλαμπάκη (βλ. Αλαβάνου, Ντονόφριο, Σκαλιώνη και  Χαραλαμπάκη 2020), ο άλλος είναι πια σαν θραύσμα της κεφαλής ενός θρυμματισμένου αρχαίου αγάλματος, που προσπαθούμε να μαντέψουμε πώς θα ήταν το σύνολο. Ξεχάσαμε το χαμόγελο, τον ήχο της φωνής, που κάποιες φορές μέσα από τη μάσκα έρχεται παραμορφωμένος. Άλλοτε πάλι, η ανθρώπινη επαφή αντικαταστάθηκε από την οθόνη. Το κοντά, από φυσική παρουσία, έγινε διαδικτυακό. Το πρόσωπο, ολόκληρο μεν σε αυτή την περίπτωση, χωρίς, ωστόσο, την αμεσότητα της συνάντησης με τον άλλον. Απουσιάζει η ζωντάνια και η σωματικότητα της επικοινωνίας. Όλη αυτή η ασώματη επαφή συχνά πυροδοτεί ζητήματα μοναξιάς και απομόνωσης, ειδικά σε ανθρώπους που ζουν μόνοι. Η πρώτη καραντίνα είχε για κάποιους από μας και κάτι το ευχάριστο και ανακουφιστικό, μια παύση, μια ευκαιρία για περισσότερο χρόνο στο σπίτι, για πράγματα που πρώτα δεν προλαβαίναμε. Γονείς και παιδιά απόλαυσαν στιγμές που πρώτα στερούνταν λόγω των εξαντλητικών προγραμμάτων.

Στην πορεία, η παρατεταμένη, χωρίς τις διαφυγές της προηγούμενης ζωής (π.χ. έξοδοι, φίλοι, δουλειά) συμβίωση, δημιούργησε ένα εγκλωβιστικό τοπίο. Σε αυτό το «μέσα» ήρθαμε σε επαφή με τις αντοχές μας και τα τραύματά μας, με το άγχος, τις εντάσεις και τα νεύρα για τον χώρο που δεν εμπεριέχει και δεν χωρά, αλλά  στενεύει και εγκλωβίζει. Αναμετρηθήκαμε με το πόσο αντέχουμε ή δεν αντέχουμε ο ένας τον άλλον, οπότε αναμενόμενο ήταν να αναζωπυρωθούν συγκρούσεις και δυσκολίες που προϋπήρχαν και απλώς έμεναν αδρανείς και ανεπεξέργαστες. Η διαχείριση του «μαζί» και του «χώρια» έγινε πιο επιτακτική από ποτέ.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της covid εποχής, ταλαντευτήκαμε και προσπαθήσαμε να συγκεράσουμε αντιφατικές μεταξύ τους ανάγκες: την ασφάλεια με την ελευθερία, τον φόβο με την άρνηση κινδύνου, την εγγύτητα με την απόσταση. Δύσκολη ισορροπία με πολλά διλλήματα. Όλα μέσα μας και έξω μας έπρεπε να φιλτράρονται από την ανάγκη να περιοριστεί η μετάδοση αυτού του άγνωστου μικροσκοπικού σφαιρικού ιού με τις πολλές ακανθωτές αιχμές, που παραλύει τις ψυχικές άμυνες, ακινητοποιεί τη σκέψη και πυροδοτεί πρώιμα και ανυπόφορα παρανοϊκά καταδιωκτικά άγχη, τα οποία απειλούν την εσωτερική μας συνοχή (εδώ εντάσσονται και όλες οι θεωρίες συνωμοσίας και άρνησης/ για περισσότερες πληροφορίες βλ. Μαρκέτος, 2020).

 

Η ψυχοθεραπεία και η εκπαίδευση στην εποχή του κορωνοϊού

Ας δούμε, καταρχήν, πώς επηρέασε η έλευση και η εξάπλωση του covid  το τοπίο της θεραπείας. Καταρχήν, η θεραπευτική σκηνή κατακλύστηκε από τα νέα της εξωτερικής πραγματικότητας, τα νέα του κορωνοϊού. Το πρώτο θέμα συζήτησης ήταν ο ιός και οι περιορισμοί που επέβαλε. Δεν μπορούσαμε να μη μιλάμε γι’ αυτόν, διότι θα ήταν σαν να κάναμε άρνηση σε όλο αυτό που ζούσαμε. Από την άλλη, αναρωτιόμασταν τι ψυχοθεραπεία μπορεί να γίνει όταν υπάρχει πάρα πολλή πραγματικότητα; Εκτός από την εισβολή της εξωτερικής πραγματικότητας, αναγκαστικά βιώσαμε και την εισβολή της τεχνολογίας. Το πλαίσιο, πολύ σημαντικό στοιχείο της θεραπείας, τροποποιήθηκε, ειδικά στην πρώτη φάση της καραντίνας.  Οι συνεδρίες γίνονταν μέσω skype, zoom ή τηλέφωνο. Σε αυτή τη φάση, υπενθυμίζαμε στους θεραπευόμενούς μας και τη δική τους συμμετοχή στην προστασία του πλαισίου.

Η οθόνη μοιάζει να αλλάζει την υφή της κοντινότητας και της συνακόλουθης οικειότητας. Βλέπουμε τα πρόσωπα πιο κοντά (χωρίς τη μάσκα) και γινόμαστε πιο ευαίσθητοι στο να ακούμε τις ρωγμές στις φωνές τους. Ίσως, σε αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας, οι παύσεις και οι σιωπές γίνονται πιο αμήχανες, πιο δύσκολα εμπεριέχονται, λόγω της απόστασης, και άλλοτε οι φωνές μας, λόγω διαδικτυακής χρονοκαθυστέρησης, συμπίπτουν η μια πάνω στην άλλη καταργώντας τον ενδιάμεσο χώρο. Επιπλέον, βλέπουμε και τον εαυτό μας, καθώς κοιτάζει τους θεραπευόμενούς μας, κάτι, ίσως, που μας υπενθυμίζει ότι αυτό που διαμείβεται και κατασκευάζεται μεταξύ μας, η θεραπευτική σχέση, είναι αυτή που θα αποτελέσει τον ασφαλή ψυχικό χώρο επεξεργασίας και επούλωσης. Είναι αυτή που θα οδηγήσει σε νέα νοήματα και ανοίγματα. Ο δεσμός  με τους θεραπευόμενούς μας είναι το αντίδοτο στο όποιο τραύμα και στην ίδια την πανδημία.

Σταδιακά, όλο και πιο πολλοί θεραπευόμενοι επιστρέφουν στον φυσικό χώρο του πλαισίου με απαραίτητη τη χρήση της μάσκας. Έχουν κουραστεί από τη χρήση του διαδικτύου. Σε κανέναν δεν αρέσει η νέα πραγματικότητα, έτσι όπως είχε εγκατασταθεί στη ζωή μας. Λέξεις που ακούμε συχνά είναι θλίψη, φόβος, βαρεμάρα, κούραση, θυμός, μοναξιά απόγνωση, υγεία, αρρώστια, «δεν έχω νέα», «τα ίδια και τα ίδια». Είναι θεραπευόμενοι που νιώθουν ότι η ζωή τους έχει εγκλωβιστεί στον ίδιο μονότονο ρυθμό, ότι διεκπεραιώνουν ρουτίνες, και κάποιες φορές αυτή η ματαιότητα και η έλλειψη νοήματος που χαρακτηρίζει τη ζωή τους έρχεται και μέσα στη  θεραπεία.

Κάποιοι άλλοι θεραπευόμενοι ανακαλούν στις μνήμες τους στιγμές εγκλεισμού, όπως δικτατορία, μια ασθένεια που είχε σημάνει παύση στη ζωή τους και προσαρμογή σε νέες συνθήκες, ένα περιβάλλον κακοποιητικό, που είχε καθηλώσει τον ψυχισμό τους.

Μια  θεραπευόμενη με ιστορικό τραύματος λέει αφοπλιστικά: «Η πανδημία για μένα είναι σωτήρια ως προς τη χρήση της μάσκας». Την ανακουφίζει που δεν βλέπει κανείς το πρόσωπό της, δεν θέλει να βλέπουν οι άλλοι τις εκφράσεις και το συναίσθημά της. Η μάσκα βιώνεται σαν ένα είδος ασπίδας, προστασίας.

Μια άλλη θεραπευόμενη σχολιάζει: «Γύρισα πολλά χρόνια πίσω, σε γεγονότα που ήθελα να αποβάλω από την παιδική μου ηλικία. Ήταν πολύ επώδυνο για μένα, δεν είχα κάποιο καταφύγιο, ίσως μόνο το σχολείο και τη γιαγιά μου, μέχρι που πέθανε. Και οι γονείς μου τέτοιες εμπειρίες είχαν, μεγαλώνοντας σε δύσκολες συνθήκες, και τις επανέλαβαν σε μένα. Θα ήθελα μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, είχα απαγορεύσεις, τιμωρίες. Έμαθα να τα βγάζω πέρα μόνη μου, να μην έρχομαι σε αντιπαράθεση. Κλειδώθηκα στον εαυτό μου, ζούσα σε συνθήκες  καραντίνας προ πανδημίας».

Δύσκολες στιγμές ανοίγονται στη θεραπεία, και κάποιες φορές η μάσκα απομακρύνεται στιγμιαία για να σκουπιστεί ένα δάκρυ, να απελευθερωθεί ένας λυγμός, να πάρει κανείς μια ανάσα από επώδυνα  συναισθήματα που αναδύονται.

Η διακοπή της κανονικότητας και η παύση της ζωής, όπως την ξέραμε, έφερε στην επιφάνεια παλιά τραύματα και πληγές που ξαναήρθαν στο φως, ζητώντας μια νέα επαναφήγηση και ανάγνωση.

Άλλοτε, πάλι, ο φόβος και η απειλή του θανάτου εισβάλλει στο δωμάτιο της θεραπείας. Eίναι η στιγμή που αρρωσταίνει κάποιο μέλος της οικογένειας με κορωνοϊό. Μια θεραπευόμενη με παίρνει έντρομη τηλέφωνο και μου λέει πως βρέθηκαν θετικοί στο test και οι δυο γονείς της. Ο πατέρας της, ο οποίος ανήκει σε ευάλωτη ομάδα (έχει πρόβλημα με την καρδιά του), δείχνει, προς το παρόν, πιο  ήπια  συμπτώματα, ενώ η μητέρα, παρόλο που ήταν η «υγιής», έχει πέντε μέρες πυρετό, που δεν πέφτει, και σωματικούς πόνους. Υπάρχει φόβος μήπως εξελιχθεί σε πνευμονία και χρειαστεί νοσηλεία, σε μια στιγμή, μάλιστα, που το σύστημα υγείας είναι μπλοκαρισμένο. Η θεραπευόμενή μου είναι συνέχεια σε επαφή με τον γιατρό για το πώς θα διαχειριστούν την κατάσταση υγείας της μητέρας και είναι πολύ αγχωμένη. Φοβάται μην πάει κάτι στραβά, μη συμβεί το χειρότερο. Το γεγονός ότι είναι άρρωστοι με τον ιό και οι δυο γονείς την παραλύει, τρέμει στη σκέψη  μήπως πεθάνουν και οι δύο. Στην αρχή είχε προτείνει στον πατέρα της, που έχει και πιο ευάλωτη υγεία, να πάει να μείνει σε ένα άλλο διαθέσιμο σπίτι, εκείνος όμως ήταν ανένδοτος, δεν ήθελε να αφήσει μόνη την γυναίκα του. Μπορούμε να σκεφτούμε πόσα διλήμματα μπαίνουν σε τέτοιες καταστάσεις, όταν κανείς δεν αναμετριέται μόνο με τον ιό αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, τις αξίες και προτεραιότητές του.

Μια άλλη κλινική παρατήρηση είναι πως για κάποιους άλλους θεραπευόμενους η διακοπή της ροής της ζωής, λόγω πανδημίας, τους έδωσε εκείνον τον αναγκαίο μεταβατικό χώρο για να διαπραγματευτούν, σε ψυχικό επίπεδο, τη διαχείριση του «κοντά» και του «μακριά». Ως παράδειγμα αναφέρω μια οικογένεια που ξεκίνησε τη θεραπεία με αφορμή τον δεκαεννιάχρονο γιο τους που είχε κολλήσει με το πανεπιστήμιο, δεν παρακολουθούσε τη σχολή του, ούτε έδινε εξετάσεις, και περνούσε ώρες παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή. Η οικογένεια, αρχικά, είχε εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο πίεσης, άσκησης ελέγχου και αισθήματος αποτυχίας. Σταδιακά, η αλλαγή στάσης των γονιών απέναντι του, το γεγονός ότι μέσω του διαδικτύου «το πανεπιστήμιο ήρθε στο σπίτι», μαλάκωσε το άγχος του, και τον πανικό που σημασιοδοτούσε για εκείνον η μετάβαση στη νέα πραγματικότητα της φοιτητικής ζωής. Ο γιος άρχισε να μετακινείται, να δίνει μαθήματα και να τα περνάει, οι γονείς έπαψαν να ασχολούνται με αυτόν ως πρόβλημα, αναγνώρισαν τη μικρή του πρόοδο, κάποιες φορές, μάλιστα, στο σπίτι συναντήθηκαν εποικοδομητικά ως ενήλικοι προς ενήλικο. Σε αυτή τη φάση, ακόμη ανησυχούν που ο γιος τους δεν βγαίνει έξω και προτιμά να συναντιέται με φίλους διαδυκτιακά, ωστόσο  αναγνωρίζουν πως με τα νέα του κορωνοϊού, η στάση του γιου τους νοηματοδοτείται ως κοινωνικά αποδεκτή και προσωρινά ασφαλής. Μέσα από τη θεραπεία, εξάλλου, οι ίδιοι ως ζευγάρι στρέφονται στο εσωτερικό της μεταξύ τους σχέσης, αναγνωρίζουν και τη μεταξύ τους απομόνωση και αποξένωση, που όσο περισσότερο τη συζητούν τόσο περισσότερες γέφυρες συνάντησης χτίζουν, ανοίγοντας, παράλληλα, και έναν δρόμο για τον γιο τους, για τη μετάβασή του στον έξω κόσμο. Όπως έλεγε ο Whitaker, η οικογενειακή θεραπεία ξεκινά «σαν ένα ραντεβού στα τυφλά και καταλήγει σε μια άδεια φωλιά».

Kάποιες στιγμές, πάλι, στο θεραπευτικό δωμάτιο αναδύεται η κλινική παρατήρηση του ασήμαντου ή και του εφήμερου. Οι θεραπευόμενοι, κλεισμένοι στα σπίτια τους και εγκλωβισμένοι στη μονοτονία της καθημερινότητάς τους, ως μικρή διαφυγή απόδρασης, αρχίζουν να παρατηρούν πράγματα που, ίσως, πρώτα, στο κυνήγι της καθημερινότητας τα προσπερνούσαν ή δεν τους έδιναν σημασία. Φέρνουν μικρές στιγμές ανάπαυλας και ονειροπόλησης (π.χ. μπορεί να μιλήσουν για μια ωραία εικόνα από το παράθυρό τους, για το κελάηδισμα ενός πουλιού, για μια μουσική που τους άγγιξε, για ένα ζεστό φλιτζάνι καφέ που απόλαυσαν, για μια ωραία βόλτα στο πάρκο) σε μια προσπάθεια να ντύσουν με  νόημα αυτή τη δυστοπική και ζοφερή πραγματικότητα που ζούμε. Τέτοιες στιγμές, σαν το μικρό παιδί που παίζει με ασήμαντα υλικά, προσπαθούν να κατασκευάσουν τον δικό τους κόσμο νοημάτων, αναζητώντας τι αξίζει πραγματικά στη ζωή, μέσα από μια απόπειρα να κάνουν, έτσι, την πραγματικότητα υποφερτή και, άρα, πιο κατανοητή. Όπως αναφέρει ο Freud (1908), το παιχνίδι είναι μια σοβαρή υπόθεση για το παιδί, και το αντίθετο του παιχνιδιού δεν είναι η σοβαρότητα αλλά  η πραγματικότητα.

Ο Μανωλόπουλος σε μια συνέντευξή του στη «Καθημερινή», αναφέρει ότι σε αυτή την εποχή της πανδημίας προσπαθούμε να φτιάξουμε ενδιάμεσους χώρους, χρόνους προθεσμίας, ξέφωτα ασφάλειας, γεμάτα συναίσθημα, νόημα κι ευχαρίστηση. Το διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στον ήχο και στο νόημα είναι η ποίηση, έλεγε ο Βαλερί. Σε αυτό το διάστημα, σχολιάζει ο Μανωλόπουλος, δημιουργείται η αίσθηση του εφήμερου (από άρθρο της Σπυροπούλου Μ, στην «Καθημερινή», 19/1/21).

Μια θεραπευόμενη φέρνει το παρακάτω περιστατικό από τη ζωή της: Αναφέρεται σε μια μέρα που συνάντησε μια φίλη, που είχε πολύ καιρό να τη δει, πέρασε καλά, χαλάρωσε και ξεχάστηκε. Καθώς γυρνούσε σπίτι, έβλεπε σχετικά άδειους δρόμους, αλλά δεν έδινε σημασία (μια πλευρά του εαυτού της το είχε συνηθίσει, μια άλλη το αρνιόταν σαν να μη συνέβαινε τίποτε). Κάποια στιγμή παίρνει τον φίλο της στο κινητό, να τον ρωτήσει αν ήθελε να του φέρει κάτι απέξω για φαγητό, κι κείνος την προσγείωσε, απότομα, λέγοντάς της «σε ποια χρονοκάψουλα βρίσκεσαι;». Και, τότε, άξαφνα, από «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» μετακύλησε στη χώρα των τραυμάτων και της πανδημίας. Η πραγματικότητα επανήλθε με τους περιορισμούς και τις διαψεύσεις της. Σχολιάσαμε στη θεραπεία την ανάγκη της ονειροπόλησης, του παιχνιδιού. «Σήμερα έπαιζα σαν να ήταν μια κανονική από τα παλιά μέρα. Ξεγελούσα τον εαυτό μου. Το είχα ανάγκη, φαίνεται», σχολίασε.

Ανάλογες συνθήκες ζήσαμε στη θεραπεία, όταν έπεσε το χιόνι. Κάποιοι θεραπευόμενοι (όσοι δεν είχαν προβλήματα με την ηλεκτροδότηση) εκείνη την ημέρα ξύπνησαν και το λευκό τοπίο που αντίκρυσαν τους γέμισε πρωτόγνωρη χαρά και διάθεση για παιχνίδι, αντίδοτα στην ανία και στη μονοτονία της απομόνωσης και της κλεισούρας.

Δεν λείπουν και τα όνειρα που έρχονται στη θεραπεία, όνειρα υφασμένα μέσα στην τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα της πανδημίας. Οι ονειρευόμενοι-θεραπευόμενοι φέρνουν όνειρα που έχουν μέσα την αστυνομία ως εξουσία και έλεγχο, την παράλειψη να στείλει κανείς sms, την απουσία συγκεντρώσεων, τους άδειους χώρους. Όνειρα που αντανακλούν άγχος, σύγχυση, αβεβαιότητα, ανασφάλεια. Όνειρα που ψάχνουν ανοίγματα στη σκέψη και επεξεργασία, μέσα από μια προσπάθεια νοηματοδότησης της ιστορίας τους. Θα αναφέρω ένα «όνειρο κορωνοϊού».

«Ήμουν έξω με την αδελφή μου και υπήρχε πολύ κόσμος που δεν τηρούσε αποστάσεις. Ήταν διαδήλωση, κάτι τέτοιο μάλλον, διαδήλωναν εναντίων των μέτρων. Υπήρχε μια αίσθηση καχυποψίας ποιος είναι με ποιον. Ήρθε η αστυνομία και έριξε δακρυγόνα. Μαζί με την αδελφή μου  ξεφεύγουμε σε μια ταράτσα, κι επειδή μυρίζουν τα ρούχα σκεφτόμασταν τι να κάνουμε, γιατί η μυρωδιά των ρούχων μάς ενοχοποιούσε πως ήμασταν στη συγκέντρωση».

Σχολιασμός του ονείρου:

Είμαστε υπόλογοι απέναντι σε μια εξουσία που γι’ αυτήν ό,τι και να κάνουμε μοιάζει λάθος. Πολύ στρες, άγχος και σύγχυση, ποιοι είμαστε εμείς, ποιοι οι άλλοι. Λες και ήταν ενοχικό που ήμασταν έξω. Τα μέτρα, ένας πήχης που συνεχώς μετακινείται. Στο όνειρο τρέξαμε να φύγουμε, δεν είχαμε καταλάβει, τελικά, ποιο πράγμα απαγορευόταν. Απαγορεύονταν οι συγκεντρώσεις;  Ή δεν τηρούσαμε τις αποστάσεις και αυτό ήταν το πρόβλημα;  Δεν ήμουν σίγουρη ποιο ήταν το σωστό.  Δεν υπήρχε, πάντως, εμπιστοσύνη στην αστυνομία. Μυρίζει βία και όχι προστασία. Υπάρχει μια ασύμμετρη άσκηση βίας, στην οποία έχουμε ευθυγραμμιστεί. Ακόμη και ο τρόπος που τίθενται προτεραιότητες μέσα από τα περιοριστικά μέτρα, και αυτό βία θα μπορούσε να θεωρηθεί. Αναρωτήθηκα πόσον καιρό έχω να βγω, να διασκεδάσω, να χαρώ, να δω μια παράσταση, να φάω με φίλους. Το Σάββατο ένιωσα βαρετή και είχα ξεχάσει πως αυτό δεν είναι δικό μου θέμα, δεν είναι δική μου αποτυχία. Είναι οι συνθήκες που μας έχουν κουράσει. Σκέφτομαι ότι μας έχει γίνει πλύση εγκεφάλου, ότι όλα είναι ατομική ευθύνη.

Πάντως, είτε μέσω της τεχνολογίας, είτε δια ζώσης, η λειτουργία μας και ο ρόλος μας ως θεραπευτών παραμένει στο να ακούμε, να αναστοχαζόμαστε, να συν-αισθανόμαστε, να ανοίγουμε χώρο για σκέψη, να  ανταποκρινόμαστε, να συνοδεύουμε, να  προάγουμε τη διεργασία και να δημιουργούμε συνδέσεις και νοήματα για τους θεραπευόμενούς μας.

Εκτός από τη θεραπεία, μια άλλη λειτουργία της Μονάδας  Οικογενειακής Θεραπείας, που επηρεάστηκε από την κρίση της πανδημίας, ήταν η εκπαίδευση. Ένα ερώτημα που μας ταλάνισε ήταν τι θα κάναμε με τη συνέχεια του εκπαιδευτικού προγράμματος. Μετά από δύο βδομάδες παύσης, λόγω της πανδημίας, σκεφτήκαμε να προτείνουμε να συνδεθούμε, εξ αποστάσεως αυτή τη φορά, μέσω του προγράμματος zoom, που δίνει τη δυνατότητα να επικοινωνούμε ταυτόχρονα πολλά άτομα.

Στείλαμε μια επιστολή στους εκπαιδευόμενους αξιολογώντας ότι στις συνθήκες που ζούσαμε ήταν σημαντικό να μείνουμε συνδεδεμένοι και να κρατήσουμε ένα νήμα συνέχειας. Έτσι κι έγινε. Σας  μεταφέρω κάπως επιγραμματικά τη διεργασία της εκπαιδευτικής ομάδας.

«Επανασύνδεση-συνέχεια με έναν διαφορετικό τρόπο, σε έναν διαφορετικό τόπο συνάντησης, μετά τη βίαιη και απότομη διακοπή των συναντήσεων της εκπαιδευτικής μας ομάδας. To πλαίσιο αλλάζει πολύ. Καινούργιο. Πρωτόγνωρο. Δεν ήταν αυτή τη φορά η Μονάδα στο Παγκράτι αλλά στο σπίτι του καθενός μας. Ο καθένας από τον δικό του ασφαλή τόπο. Δεν καθόμασταν στον γνωστό κύκλο, αλλά μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Αισθανθήκαμε, ταυτόχρονα, πολύ μακριά αλλά και πολύ κοντά. Μας έλειψε η Πέμπτη, όπως την ξέραμε τρία χρόνια τώρα, ο χώρος, ο χρόνος, ο τόπος της ομάδας, αλλά είχαμε και μια όμορφη αίσθηση κοντινότητας – τα παιδιά μας, τα προσωπικά μας αντικείμενα… Αν και σίγουρα, έλειπε η ιδιωτικότητα, υπήρχαν διασπάσεις και κάποιες φορές κακή σύνδεση. Tα πράγματα γύρω αλλάζουν. Αναρωτιέμαι «τι έχω, τι χάνω, τι παραμένει» και απαντώ πως κάποια μένουν τα ίδια, όπως οι σχέσεις, η σχέση με την ομάδα μας. Είναι όλοι εκεί και με καλοδέχονται, χαμόγελα, ελπίδα,  φατσούλες. Μπορούμε, παρά τις συνθήκες αποκλεισμού, απομόνωσης και φόβου που βιώνουμε, να βρίσκουμε τρόπους να μένουμε συνδεδεμένοι. Δεν χρειάζεται να ξανασυστηθούμε, όπως φοβόμαστε. Ίσως χρειάζεται να μετακινηθούμε. Σίγουρα κάτι θα χάσουμε, ας χάσουμε το λιγότερο δυνατό. Το νοιάξιμο, η εμπιστοσύνη, η ασφάλεια, μας κάνουν να νιώθουμε πως η ομάδα είμαστε εμείς όλοι, που μπορεί να μην έχουμε τη δυνατότητα, προς το παρόν, να βρεθούμε από κοντά, αλλά νιώθουμε κοντά ο ένας με τον άλλον. Η γνωριμία με την ομάδα μας έγινε χρόνια πριν και οι συνδέσεις υπάρχουν στο σήμερα».

Να συμπληρώσω ότι η τότε ομάδα, που ήταν στο τρίτο έτος εκπαίδευσης, θα έπρεπε να παρουσιάσει, το κάθε μέλος στην ομάδα, το γενεόγραμμά του, μια πολύ σημαντική και βιωματική στιγμή. Λόγω των συνθηκών που είχαν επιβληθεί από τον κορωνοϊό, αντιμετωπίσαμε πολλά διλήμματα για το πώς θα γινόταν αυτό. Τελικά, η ομάδα αποφάσισε να βγει έξω, στον ανοιχτό δημόσιο χώρο, προκειμένου να συνδεθεί από κοντά. Τα γενεογράμματα απλώθηκαν στο πάρκο και η ομάδα γύρω-γύρω σε κύκλο, κάπως άβολα αλλά και με μια εσωτερικευμένη ασφάλεια, άρχισε να ξετυλίγει το νήμα της αφήγησης. Δεν έλειψαν, βέβαια, τα προβλήματα, αφού κάποιοι θαμώνες του πάρκου που έβγαζαν βόλτα τα σκυλιά τους, μας αντιμετώπισαν ως εισβολείς και ανεπιθύμητους. Η απειλή δεν ερχόταν μόνο από την πανδημία αλλά και από τους άλλους, τους ξένους άλλους, τους ξένους μέσα μας και γύρω μας, υπενθυμίζοντάς μας ότι αυτά που συμβαίνουν εντός μας και εκτός μας χτίζουν τα «καβάφεια» τείχη της αποξένωσής μας.

Τη φετινή χρονιά, στην έναρξη της εκπαίδευσης, πάλι διαπραγματευτήκαμε την απόσταση και την κοντινότητα. Είχαμε ένα μεγαλεπίβολο σχέδιο, να αλλάξουμε τον χώρο συνάντησης, για να εξασφαλίσουμε φυσική παρουσία. Οι μικρές αίθουσες της Μονάδας δεν επαρκούσαν για τις επιβεβλημένες αποστάσεις που απαιτούνταν λόγω της πανδημίας, και βρήκαμε λύση να μας φιλοξενήσει προσωρινά ένας άλλος, πολύ μεγαλύτερος χώρος. Σχέδιο που ναυάγησε από τα νέα μέτρα περιορισμού. Οι ομάδες ξεκίνησαν διαδικτυακά, με διαμαρτυρία για την απώλεια της κανονικότητας των κοντινών συνδέσεων, αναζητώντας λύσεις, ψάχνοντας εναλλακτικές, φλερτάροντας με την ψευδαίσθηση μιας μαγικής λύσης που θα μας έφερνε σε επαφή με το πολύποθο «κοντά» για να καταλήξουμε, ωστόσο, στο τέλος, ότι έπρεπε να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα. Αυτή ήταν η αρχή της πραγματικότητας. Επιπλέον, για πρώτη φορά στα 27 χρόνια λειτουργίας της Μονάδας, αποφασίσαμε να μη δημιουργήσουμε νέο έτος εκπαίδευσης.  Η πανδημία φάνταζε, πια, ένας μαραθώνιος, σε βάθος και διάρκεια, που δοκίμαζε και έβαζε σε αμφιβολία τις αντοχές μας.

 

Το βίωμα του πένθους στην εποχή του κορωνοϊού

              Σαν δυο βήματα μόνο ν’ απέχει το έχω από το έχασα

                                          Κ. Δημουλά, 2016                                          

Ο ιός είναι σαν να ταξιδεύει κατά μήκος των ρωγμών μιας κοινωνίας, υπερβολικά αφιερωμένης στην απόλαυση και την άρνηση του θανάτου, και εκθέτει τις αδυναμίες και τις αποτυχίες μας, το πόσο εύθραυστες είναι οι ταυτότητές μας ή η ασφάλεια της ομάδας (Jamieson, 2020).

Η κρίση της πανδημίας σημασιοδοτεί μια βίαιη ρήξη στο συνεχές του χρόνου της ζωής μας και μας φέρνει αντιμέτωπους με μια αίσθηση σύγχυσης, αποδιοργάνωσης και έναν φόβο ότι έχουμε χαθεί. Μοιάζουμε σαν εκείνα τα μικρά παιδιά που έχασαν τη  μητέρα τους. Η πανδημία είναι ένα συλλογικό τραύμα που διαρρηγνύει το νόημα. Ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας, τον κόσμο και τους άλλους, κλονίζεται και ανατρέπεται. Ζούμε πολλαπλές εμπειρίες απώλειας, από την ανατροπή της καθημερινότητας μας, κυρίως της ελευθερίας της κίνησής μας και της επαφής μας με τους άλλους, μέχρι την απώλεια του ορισμού των σχέσεων μας. Χάνεται ο άλλος ως κοινωνικός εταίρος, αφού στις υπάρχουσες συνθήκες γίνεται φορέας διασποράς του ιού και μαζί του χάνεται η θαλπωρή του «ανήκειν» μας. Το «κοντά» με τον αγαπημένο «άλλο» δεν είναι πια συνώνυμο της ασφάλειας, ενώ, αντίθετα, η απόσταση και η απομόνωση δημιουργούν πλαίσια ασφάλειας από τον κίνδυνο και την απειλή της μετάδοσης του ιού.

Το πλήγμα της πανδημίας μας υπενθυμίζει την ευθραυστότητα, την αβεβαιότητα και τη ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης μας. Η αίσθηση της κυριαρχίας του ανθρώπου στη ζωή και στη φύση  δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση που κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες πένθους, καλούμαστε να αναθεωρήσουμε και να ανακατασκευάσουμε κάποιες από τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις μας, όπως, για παράδειγμα, ότι ο κόσμος μας είναι ασφαλής, προβλέψιμος και ελέγξιμος, καθώς και ότι μπορούμε να προστατεύουμε τους οικείους μας  από οτιδήποτε  θα μπορούσε να τους εκθέσει σε κίνδυνο.

Η σχέση του δυτικού ανθρώπου με τον θάνατο, την απώλεια και τον αποχωρισμό, αποτελεί ένα άκρως τρομαχτικό και φοβιστικό θέμα, που συχνά περιβάλλεται από σιωπή και άρνηση. Ζούμε μια εποχή νηπενθή. Η πανδημία, από την άλλη, αποκάλυψε το κυρίαρχο δικαίωμα που ασκεί ο θάνατος πάνω στη ζωή. Πώς να ξεχάσει κανείς τις εικόνες με τα φέρετρα και τους μαζικούς τάφους στο Μπέργκαμο της Ιταλίας, το Μπρονξ και τη Βραζιλία;

Πώς επηρεάζει τη διεργασία πένθους ο θάνατος την εποχή του κορωνοϊού; Ασθενείς με covid -19 νοσηλεύονται  σε απομονωμένους θαλάμους, απροετοίμαστοι και ασυντρόφευτοι, μόνοι στην αρρώστια και, δυστυχώς, μόνοι και στον θάνατο. Μπορούμε να αντιληφθούμε το φορτίο της μοναξιάς τους, που ακόμα και το νοσηλευτικό προσωπικό δεν μπορεί να έχει επαφή μαζί τους, καθώς είναι αποκλεισμένοι στις διαστημικές στολές τους. Επιπλέον, μπορούμε να καταλάβουμε πόσο δυσχεραίνει τη διαχείριση του πένθους των οικείων η απαγόρευση, λόγω της μεταδοτικότητας του ιού, να βρεθούν κοντά τους στις τελευταίες τους στιγμές, να συνομιλήσουν, να τους αγγίξουν και να τους αποχαιρετήσουν. Αυτή η συνθήκη του αμίλητου, ασυντρόφευτου θανάτου, βιώνεται τραυματικά, τόσο από τους συγγενείς και τον άρρωστο, όσο και από το ίδιο το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Ένα κυρίαρχο συναίσθημα των συγγενών είναι οι ενοχές για το ό,τι άφησαν τους οικείους τους αφρόντιστους και μόνους στον θάνατό τους, ενώ κάποιοι από αυτούς διατηρούν την πεποίθηση πως αν ήταν δίπλα τους μπορεί να  κατάφερναν να επιζήσουν. Επιπρόσθετα, μια άλλη συνθήκη που δυσχεραίνει τη διεργασία του θρήνου είναι ότι, πάλι για υγειονομικούς λόγους, η τελετουργία της ταφής γίνεται με τη συνοδεία ελάχιστων οικείων. Η θεμελιώδης ανάγκη απόδοσης τιμής στους νεκρούς μοιάζει πια, στις υπάρχουσες συνθήκες, απαγορευτική και επικίνδυνη για τη σωματική υγεία. Τι επιπτώσεις έχουν αυτοί οι σιωπηλοί και ασυντρόφευτοι ενταφιασμοί; Τι γίνεται στον ψυχισμό μας όταν χάνουμε στοιχεία του κοινωνικού δεσμού μας;

Μια θεραπευόμενη, με αφορμή μια απώλεια ενός προσώπου από χώρο δουλειάς, για τον οποίο έτρεφε πολύ ζεστά συναισθήματα, ανέφερε πως το γεγονός ότι δε θα μπορούσε να πάει στην κηδεία, λόγω των μέτρων περιορισμού, ήταν κάτι που της στοίχιζε και το ένιωθε ως μια έλλειψη. Κάτι από το πένθος έμενε ατελές, μετέωρο.

Η ίδια, στην ηλικία των 21 ετών, έχασε από καρκίνο τη μητέρα της και μετά από κάποια χρόνια αναζήτησε θεραπευτική βοήθεια. Θυμάται πόσο σημαντικό ήταν το βλέμμα των αγαπημένων ανθρώπων στην κηδεία της μητέρας της. Πόσο κράτημα και παρηγοριά έδινε στην ίδια. Αναλογιστήκαμε μαζί, ότι για τους συγγενείς που θρηνούν κάποιον δικό τους, τα λιγότερα πρόσωπα στο τελετουργικό της ταφής είναι κι αυτό μια απώλεια, σε μια στιγμή που η σύνδεση με την κοινότητα των σημαντικών άλλων είναι πηγή δύναμης και μοιράσματος του πόνου.

Την ημέρα της κηδείας, οι άνθρωποι που μαζεύονται να αποχαιρετήσουν  τον νεκρό, ο καθένας κουβαλά και μια διαφορετική σχέση ή πλευρά του ανθρώπου που χάθηκε. Ο άνθρωπος είναι πολλοί́. Είναι όλοι αυτοί́ μέσα του, δίπλα του, πριν από́ αυτόν και μετά από αυτόν. Η  διεργασία του πένθους συντελείται στον τόπο συνάντησης του ενδοψυχικού με το κοινωνικό. Ο θρήνος δεν είναι ποτέ μόνο μια ατομική υπόθεση, αλλά και μια κοινωνική εμπειρία, καθώς επιτελείται μέσα από μια ενεργητική αλληλεπίδραση, σε μια κοινότητα σημαντικών άλλων, που, καθώς γίνονται μάρτυρες και κοινωνοί του πένθους μας, μπορούν να διευκολύνουν ή να δυσχεράνουν την προσαρμογή μας στην απώλεια (Θανοπούλου, 2014).

Ο Baudrilard (2020) υποστηρίζει ότι οι τελετές του πένθους είναι ένα είδος συμβολικής ανταλλαγής μεταξύ ζωντανών και νεκρών που δίνουν νόημα στην απώλεια, αλλά και στη ζωή, δημιουργώντας ένα είδος προστασίας απέναντι στον θάνατο. Είναι ένας συμβολικός τρόπος μνημόνευσης, που επιτρέπει τον διαχωρισμό από τον νεκρό. Όταν η κοινωνία δεν μπορεί να πενθήσει τους νεκρούς, ουσιαστικά τους κρατά ζωντανούς-νεκρούς, απένθητους. Το αδύνατο πένθος μεταδίδεται διαγενεακά. Οι νεκροί επιστρέφουν στοιχειωμένοι.

Σήμερα, στη νηπενθή εποχή μας, οι συνθήκες που επιβάλλει η πανδημία μπορούν να συμβάλουν στην απόρριψη της εργασίας του πένθους, και αυτό μόνο αρνητικές συνέπειες θα έχει για τον πολιτισμό μας. Εύστοχα αναρωτιέται ο Ιταλός φιλόσοφος Agamben «τι θα απογίνουν οι ανθρώπινοι δεσμοί σε μια χώρα που εξοικειώνεται με το να ζει με έναν τέτοιο τρόπο και τι θα απογίνει μια κοινωνία που δεν έχει άλλη αξία από την επιβίωση;» (από κείμενο της Αθανασοπούλου Δ. στην «Εφημερίδα των Συντακτών», 12/4/20).

 

Η πληγωμένη κοινότητα 

Η συγκινητική  φωτογραφία (από φωτοειδησεογράφο του πρακτορείου Getty) του γιατρού με τη στολή προστασίας, μάσκα, προσωπίδα, γάντια, που αγκαλιάζει τον ηλικιωμένο ασθενή με κορωνοϊό στη ΜΕΘ του νοσοκομείου United Memorial  του Χιούστον, στην πολιτεία Τέξας, την ημέρα  της μεγάλης οικογενειακής γιορτής των Ευχαριστιών, κάνει τον γύρο του διαδικτύου και γίνεται  σύμβολο της απελπισίας των ασθενών με τον κορωνοϊό και της συμπόνιας του υγειονομικού προσωπικού.

«Ήμουν στη μονάδα COVID και είδα αυτόν τον ηλικιωμένο ασθενή, που είχε σηκωθεί από το κρεβάτι του, προσπαθούσε να φύγει και είχε αρχίσει να κλαίει», αφηγήθηκε  ο γιατρός, Τζόζεφ Βαρόν, επικεφαλής του τμήματος εντατικής θεραπείας στο United Memorial. «Πλησίασα και τον ρώτησα “γιατί κλαίτε;”. Μου είπε: “Θέλω να είμαι με τη γυναίκα μου”. Τον αγκάλιασα», ανέφερε ο γιατρός, προσθέτοντας πως δεν ήξερε ότι τον φωτογράφιζαν. «Απλά έκλαιγε, αλλά έπειτα από μια στιγμή ένιωσε καλύτερα και σταμάτησε», πρόσθεσε ο γιατρός, δηλώνοντας ότι κι αυτός αισθάνθηκε «απελπισμένος», «λυπημένος, όπως εκείνος».

Σε αυτή τη φωτογραφία που μας συγκινεί, η ενσυναίσθηση, η φροντίδα, η τρυφερότητα, η συμπόνια μετουσιώνονται σε πράξη. Ο γιατρός, ο φροντιστής, νοσηλευτής, ο θεραπευτής, είναι κι αυτός πληγωμένος, ευάλωτος και ανυπεράσπιστος στον πόνο και στην απελπισία των ανθρώπων που καλείται να φροντίσει (περίπου το 20% των εργαζόμενων στο τομέα της υγειονομικής περίθαλψης παρουσιάζουν συμπτώματα μετατραυματικού στρες). Η συναίσθηση του πόνου του «άλλου» μας καθιστά ανθρώπινα υποκείμενα. Και, όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο Ιταλός ψυχαναλυτής Massimo Recalcati: «Ο ιός γράφει τον οριστικό θάνατο της ατομικιστικής ιδεολογίας. Κανένας δεν σώζεται μόνος του. Αυτό είναι το τραυματικό μάθημά του» (από άρθρο της Σπυροπούλου Μ, στην «Καθημερινή»,13/4/20). Όπως υποστηρίζει η Mead  «είναι η  φροντίδα σε κάποιον που έχει ανάγκη -όχι η τεχνολογία, η θρησκεία ή οτιδήποτε άλλο- το πιο πρώιμο ίχνος του ανθρώπινου πολιτισμού».

Στην ελληνική μυθολογία, ο μεγαλύτερος θεραπευτής του πόνου ήταν ένας τραυματισμένος θεραπευτής που ονομαζόταν Χείρων.  Η ετυμολογία του ονόματός του υπονοεί ότι θεράπευε μέσω του αγγίγματος του χεριού του. Ο Χείρων που ήταν ένας χαρισματικός κένταυρος (μισός άνθρωπος–μισός άλογο), τραυματίστηκε κατά λάθος από τον Ηρακλή που ήταν μαθητής του Χείρωνα, στο γόνατο, και αυτό το ατύχημα τον ανάγκασε να επιβραδύνει και να δώσει προσοχή στο αλογίσιο τμήμα του σώματος του, το οποίο ήταν η αιτία ενός πρώιμου ψυχικού τραύματός του, που συνέβη όταν τον εγκατέλειψε στη γέννα η μητέρα του. Σύμφωνα με τον Kearney (1996) η φήμη του Χείρωνα ως σπουδαίου θεραπευτή  σχετιζόταν με την ικανότητά του να εκφράζει ενσυναίσθηση και συμπόνια προς τα τραύματα των άλλων. Στους αρχαιότερους μύθους περί θεραπείας, «ακριβώς επειδή οι θεραπευτές ήταν ευάλωτοι στο τραύμα και στον πόνο, είχαν και τη δύναμη να θεραπεύουν» (Goldberg, 1991). Ο μύθος του τραυματισμένου θεραπευτή μας υπενθυμίζει τη σημασία της αναγνώρισης και αποδοχής των δικών μας δυνάμεων και περιορισμών και την αξία της σύνδεσής μας με τους άλλους, με αυθεντικότητα, ευαισθησία και σεβασμό. Ο Lou Cozolino (2004) στο βιβλίο του «H δημιουργία ενός θεραπευτή» θέτει το ερώτημα: «Τι κάνει έναν θεραπευτή καλό;» και απαντάει: «Το κουράγιο να αντιμετωπίζει τους φόβους του, τα όρια και την αβεβαιότητά του».

 

 Επίλογος

                                   Μη ξεχνάς πως και αυτό θα περάσει .

Αττάρ, ποιητής Σούφι από την Περσία

Όλες οι πανδημίες τελειώνουν. Μην ξεχνάς πως κι αυτό θα περάσει  μας παρηγορεί  ο Bucay (2011), μέσα από τα λόγια του ποιητή Αττάρ. Θα καταφέρουμε να πάρουμε ένα μάθημα από όσα ζούμε; Θα μάθουμε μαζί ο ένας από τον άλλο, μέσα από μια διάθεση συν-μάθησης όπως λέει η Bateson;

«Θα μπορέσουμε να απωθήσουμε τα τέρατα που κρύβουμε μέσα μας με τη δύναμη του έρωτα και της αδελφοσύνης;

Θα μπορέσουμε να κάνουμε πράξη την εσωτερική αναμόρφωση που θα μας κάνει καλύτερους;

Θα μπορέσουμε να κατοικήσουμε “ποιητικά” τη γη;

Θα είναι δυνατό να πραγματωθεί και ως εκ τούτου να σωθεί η ανθρωπινότητα;

Τίποτα δεν είναι βέβαιο, ούτε το καλύτερο αλλά ούτε και το χειρότερο».

(Μorin, 2005).

«Τι φοβάμαι λοιπόν;», υπογραμμίζει ο Giordano (2020), στο βιβλίο του για την πανδημία. «Φοβάμαι όλα τα πράγματα που μπορεί να αλλάξει γύρω μου η πανδημία, μήπως ο πολιτισμός μας αποδειχτεί χάρτινος πύργος. Φοβάμαι τον αποδεκατισμό και την κατάρρευση, αλλά και το αντίθετο, μήπως αυτό το κύμα φόβου δεν αφήσει κανένα ίχνος, μήπως περάσει χωρίς να αλλάξει τίποτε ή, με τα λόγια του Camus (2001), ο μεγαλύτερος φόβος μη γίνω κι εγώ πανουκλιασμένος, να μη μεταδώσω τη πανούκλα».

Δεν είναι αυτά που μας συμβαίνουν αλλά πώς εμείς επιλέγουμε να ανταποκριθούμε σε αυτά, πώς τα επεξεργαζόμαστε. Προσωπικά, διατηρώ την πίστη μου στην ανθεκτικότητα και στις δυνάμεις και αποθέματα που κρύβουμε μέσα μας σε  εκείνη τη ρωγμή που αφήνει να μπει το φως, στη δύναμη της ζωής που θα βρει τη χαραμάδα για να ανθίσει.

Η «Έρημη Χώρα» του Eliot (1922) -μεταφρασμένη πρόσφατα από τον Βλαβιανό ως «Άγονη γη» -η οποία γράφτηκε όταν είχε ξεσπάσει η επιδημία της ισπανικής γρίπης, που οδήγησε στον θάνατο σχεδόν πενήντα εκατομμύρια ανθρώπους- κλείνει με τρεις χαρακτηριστικές λέξεις από τα σανσκριτικά: «Ντάττα», «Ντάγιαντβαμ», «Ντάμυατα»: «Δώσε», «Συμπόνεσε», «Κυριάρχησε». Αυτό καλούμαστε κι εμείς να κάνουμε τώρα: Να «δώσουμε» σε όσους έχουν ανάγκη την αγάπη και τη φροντίδα μας, να «συμπονέσουμε» όσους υποφέρουν και πάσχουν και να «κυριαρχήσουμε», να πάρουμε, δηλαδή, όλα τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να προφυλάξουμε τη ζωή μας και τη ζωή των συνανθρώπων μας (από κείμενο του Βλαβιανού στην «Καθημερινή», 6/4/20).

Και ίσως, τότε, ξαναβγούμε στον κόσμο και στον δημόσιο χώρο σαν την Κλαρίσα Νταλαγουέι (από το μυθιστόρημα της Βιρτζίνια Γουλφ «η Κυρία Νταλαγουέι» (1925), η οποία, επιζήσασα της πανδημίας, διασχίζει, εύθραυστη και παθιασμένη, τους δρόμους του πολύβοου Λονδίνου, με ένα ανακτημένο δικαίωμα στο πένθος και στη χαρά, κρατώντας σαν πολύτιμη ενσώματη γνώση μια διαφορετική πια αίσθηση για την περίπλοκη σημασία και της επαφής και της απόστασης (Αθανασίου, 2020).

 

 

Βιβλιογραφία

Αθανασίου, A. (2020). Για την αίσθηση ενός παρόντος από/σε απόσταση. Στο Π. Καπόλα, Γ. Κουζέλης & Ο. Κωνσταντάς (Eπιμ.Έκδ.), Αποτυπώσεις σε Στιγμές Κινδύνου.  Αθήνα: Νήσος

Αθανασοπούλου , Δ.(2020, Aπρίλιος 12). Ο πολιτισμός του Covid. Η Εφημερίδα των Συντακτώνwww.efsyn.gr

Αλαβάνου, Ε. , Ντονόφριο, Α. ,Σκαλιώνη Δ., Χαραλαμπάκη , Κ. (2020). Τα όνειρα του κορωνοϊού και το ημερολόγιο της καραντίνας : χαρτογραφώντας ατομικούς και συλλογικούς φόβους.  Συστημική Σκέψη και ψυχοθεραπεία ,  20, 20-47. http://hestafta.org/. [στα ελληνικά και στα αγγλικά].

Βaudrillard, J. (2020). H συμβολική ανταλλαγή και ο θάνατος. Αθήνα: Νήσος.

Βλαβιανός, Χ. (2020, Απρίλιος 6). Απρίλιος ο σκληρότερος μήνας . Η Καθημερινή.   https://www.kathimerini.gr/ .

Βucay, J.(2011). Nα σου πω μια ιστορία. Διηγήσεις που μ’ έμαθαν να ζω. Αθήνα : Όπερα.

Cozolino, L, (2004) .The Making of a Therapist: A Practical Guide for the Inner Journey. Νew York : W.W. Norton & Company.

Ferruta, A. (2020). Kορωνοϊός : μια Σφίγγα του καιρού μας.

https://www.psychoanalysis.gr

Freud, S. (1908). Creative Writers and Day Dreaming’, in SE 9 : 143-153.

Giordano, P. (2020). Περί μετάδοσης. Επιστήμη, Άνθρωπος και Κοινωνία στην εποχή της πανδημίας. Αθήνα : Πατάκης.

Goldberg, C. (1991). On Being A Psychotherapist. Northvale, NJ. : Jason Aronson.

Kαμύ, Α. (2001). Η πανούκλα. Αθήνα : Πατάκης

Kearney, M. (1996). Mortally wounded: Stories of soul pain, death and healing. Dublin: Marino Books.

Μαρκέτος, Ν. (2020). Ζώντας με τον κορωνοϊό. Συστημική Σκέψη και Ψυχοθεραπεία, 17, 11-18. http://hestafta.org/. [στα ελληνικά και στα αγγλικά].

Morin, E. (2005). Η Μέθοδος. Η ανθρωπινότητα της ανθρωπότητας. Η ανθρώπινη ταυτότητα. Aθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Θανοπούλου, Κ. (2014). Περί απώλειας και πένθους. Υφαίνοντας νήματα νοημάτων μέσα από τη διεργασία του θρήνου. Συστημική Σκέψη και Ψυχοθεραπεία, 4 (Απρίλιος). http://hestafta.org/ [στα ελληνικά και στα αγγλικά].

Jamieson, W. and Alison, M. Gingeras (2020, May 5 ). Jamieson Webster and Alison M. Gingeras discuss psychoanalysis during the pandemic. ARTFORUM https://www.artforum.com/slant/jamieson-webster-and-alison-m-gingeras-discuss-psychoanalysis-during-the- pandemic-82992

Σπυροπούλου, Μ. (2021, Ιανουάριος 19). Χωρίς τέχνη δεν ζει ο άνθρωπος.   Η Καθημερινή.  https://www.kathimerini.gr/

Σπυροπούλου, Μ.( 2020, Απρίλιος 13). Κανένας δεν σώζεται μόνος του .  Η Καθημερινή.   https://www.kathimerini.gr/