Παρουσίαση βιβλίου:

«Η έρευνα στη Συστημική Θεραπεία και Συμβουλευτική με άτομα, ζεύγη και οικογένειες», επιμέλεια έκδοσης των Matthias Ochs, Maria Borcsa και Jochen Schweitzer (2020)

Βαλέρια Πομίνι[1]

[1] PhD, Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, Αν. Υπευθ. Τμήματος Συστημικών Θεραπειών, Α’ Ψυχιατρική Κλινική ΕΚΠΑ

 

Πρόκειται για μια αναφορά στις τελευταίες εξελίξεις στον χώρο της συστημικής έρευνας. Η συνεργασία μεταξύ του εκδότη Springer International και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Οικογενειακής Θεραπείας (European Family Therapy Association – EFTA), με πρωτοβουλία της τότε Πρόεδρου Maria Borcsa [2] και του Peter Stratton [3], είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας σειράς επιστημονικών τόμων, με στόχο τη τροφοδότηση της διεθνούς συστημικής κοινότητας με τη συνεισφορά έμπειρων θεραπευτών και ερευνητών απάνω σε σύγχρονα θέματα της συστημικής ψυχοθεραπείας, της έρευνας και της εκπαίδευσης.

Ο πρώτος τόμος, με επιμέλεια των Maria Borcsa και Peter Stratton, οι οποίοι είναι και οι συντονιστές της νέας σειράς βιβλίων, αφιερώθηκε στα κύρια θέματα που παρουσιάστηκαν στο 9ο Συνέδριο της EFTA, το οποίο έλαβε χώρα στην Αθήνα το Σεπτέμβριο του 2016 (Borcsa & Stratton, 2016).

Ο τέταρτος τόμος της Σειράς, στον οποίο αφορά η παρουσίαση, δημοσιεύθηκε κατά την διάρκεια του τρέχοντος έτους, με την επιμέλεια των Matthias Ochs [4] , Maria Borcsa και Jochen Schweitzer [5]. Το βιβλίο, με τίτλο «Η έρευνα στη Συστημική Θεραπεία και Συμβουλευτική με άτομα, ζεύγη και οικογένειες» (Systemic Research in Individual, Couple, and Family Therapy and Counseling), συμπεριλαμβάνει κείμενα διακεκριμένων  συστημικών ερευνητών και θεραπευτών απ’ όλο τον κόσμο, βασισμένα στις παρουσιάσεις τους στο Διεθνές Συνέδριο αφιερωμένο στην έρευνα στη συστημική θεραπεία, που διοργανώθηκε στο Heidelberg (Γερμανία) το Μάρτιο του 2017 (Ochs & Schweitzer, 2020).  Το συνέδριο υπήρξε πολύτιμη ευκαιρία μάθησης, διάλογου και ανταλλαγής για περίπου 500 συμμετέχοντες από 29 χώρες, οι περισσότεροι από την Ευρώπη, αλλά και από Ασία και Αμερική (ibid.). Είχα την τιμή να συμμετέχω ως προσκεκλημένη ομιλήτρια και ήταν από τις μοναδικές ευκαιρίες να έρθω σε επαφή με  τις πιο σύγχρονες τάσεις και πρωτοβουλίες στη συστημική έρευνα, με τους πιο έγκυρους συστημικούς – και όχι μόνο – ερευνητές απ’ όλο τον κόσμο, με τους μεθόδους, τις θεωρίες και τους προβληματισμούς που απασχολούν τη συστημική ερευνητική και κλινική κοινότητα την τελευταία δεκαετία.

Το βιβλίο δεν αποτελεί τα πρακτικά του συνεδρίου, αλλά είναι επιλογή σημαντικών θεμάτων, όπως επεξεργάστηκαν από τους συγγραφείς μετά το συνέδριο, συνεπώς αρκετά κείμενα συμπεριλαμβάνουν και την ανατροφοδότηση που έλαβαν κατά την διάρκεια του.

Το έργο των επιμελητών του τόμου ήταν σύνθετο: Από το μεγάλο όγκο συνεδριακού υλικού, επιλέχθηκαν οι ομιλίες μερικών διακεκριμένων ομιλητών και οργανώθηκαν σε τέσσερεις ενότητες: Η πρώτη ενότητα (Innovations in Systemic Research Paradigms) είναι αφιερωμένη στις καινοτομίες της ερευνητικής συστημικής δραστηριότητας και πιο συγκεκριμένα στις αλλαγές «παραδείγματος» που αφορούν τους στόχους, την οργάνωση και την υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων.  Προσφέρει στον αναγνώστη μία ποικιλία ερευνητικών θεμάτων:

Ο Günter Schiepek από την Αυστρία εστιάζει στη συνεισφορά της συστημικής έρευνας στην ανάπτυξη της ψυχοθεραπείας γενικότερα, περιγράφοντας ένα σύνθετο, σύγχρονο διαδικτυακό  πρόγραμμα, το Synergetic Navigation System (SNS), που παρακολουθεί και καταγράφει τις διαδικασίες αλλαγής μέσω αυτο-αναστοχαστικών ή διαπροσωπικών αξιολογήσεων, προσφέροντας  ανατροφοδότηση σε πραγματικό χρόνο. Πρόκειται για μία διαδικτυακή εφαρμογή ψυχικής υγείας (e-mental health) με στόχο τη μελέτη και κατανόηση των μηχανισμών αλλαγής, που είναι και ο πυρήνας κάθε ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης. (Οι αξιολογήσεις δημιουργούν δεδομένα χρονοσειρών που γίνονται πρώτη ύλη για περαιτέρω ανάλυση, και αποτυπώνονται με διάφορους γραφικούς τρόπους για άμεση ανάγνωση και αξιοποίηση). Η εφαρμογή βοηθά στην δημιουργία μοντελοποίησης των μηχανισμών και της δυναμικής της ψυχοθεραπευτικής αλλαγής και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ποικίλα θεραπευτικά πλαίσια και ασθενείς. Η επιστήμη της πολυπλοκότητας, στην οποία ανήκει η θεωρία της Συνεργατικής, βοηθά στην κατανόηση της λειτουργίας σύνθετων, αυτο-οργανωμένων συστημάτων, όπως ο εγκέφαλος,  τα κοινωνικά δίκτυα αλλά και οι μηχανισμοί της ψυχοθεραπείας. Όπως τονίζει ο συγγραφέας, τα διαδικτυακά προγράμματα μπορεί να προσφέρουν πιο έγκυρα, γρήγορα και γενικευμένα αποτελέσματα από τις παραδοσιακές ερευνητικές μεθοδολογίες, αυξάνοντας την αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών παρεμβάσεων.

Οι Wolfgang Tschacher, Fabian Ramseyer και Mario Pfammatter από την Ελβετία, ξεκινώντας από χρήσιμο αναστοχασμό σχετικά με τον ορισμό της έννοιας της ψυχοθεραπείας και τα ερευνητικά ερωτήματα που προκύπτουν, εστιάζουν σε ένα ελάχιστο μοντέλο (minimal model) ψυχοθεραπείας και στο «εδώ και τώρα» της θεραπευτικής σχέσης (nowness) (Stern, 2004), που ορίζουν ως κοινωνικό παρόν (social present) και αναλύουν μέσω από δυο εργαλεία που καταγράφουν το μη-λεκτικό συγχρονισμό   μεταξύ  του θεραπευόμενου και του θεραπευτή (το SUSY, surrogate synchrony determination και το MEA, Motion Energy Analysis). Ο στόχος της μεθοδολογίας αυτής είναι η βαθύτερη μελέτη των χαρακτηριστικών της τωρινής στιγμής στην θεραπευτική διαδικασία και η σύνδεση με την αποτελεσματικότητα της.

Μία πολυμελής ομάδα από Φινλανδία, Γερμανία και Ισπανία (Petra Nyman-Salonen, Berta Vall, Aarno Laitila, Maria Borcsa, Markku Penttonen, Anu Tourunen, Virpi-Liisa Kykyri, Jukka Kaartinen, Valeri Tsatsishvili και Jaakko Seikkula), σημαντικό παράδειγμα διακρατικής ερευνητικής πρωτοβουλίας,  επίσης εστιάζει στην θεραπευτική διαδικασία και σε μερικές πλευρές της θεραπευτικής σχέσης στην θεραπεία ζεύγους, χρησιμοποιώντας μία μικτή διαδικασία μελέτης της θεραπευτικής συνεδρίας. Η ποιοτική ανάλυση του θεραπευτικού διαλόγου συνδέεται με την καταγραφή των αυτόνομων αντιδράσεων του νευρικού συστήματος (autonomic nervous system responses) των συμμετεχόντων στη συνεδρία (τα μέλη του ζεύγους και δυο θεραπευτές) μέσω την παρακολούθησης των αντιδράσεων αγωγιμότητας δέρματος (Skin Conductance Responses – SCRs),  με την παρατήρηση του μη-λεκτικού συγχρονισμού μεταξύ όλων των μελών, καθώς και με τη συνέντευξη για την ανάκληση του εσωτερικού διαλόγου μέσω έκθεσης στο μαγνητοσκοπημένο υλικό της συνεδρίας (Inner Dialogue Captured by the Stimulated Recall Interview – SRI). Όπως τονίζουν οι συγγραφείς, η συγκεκριμένη ερευνητική διαδικασία διευρύνει την κατανόηση της θεραπευτικής διαδικασίας (process) και προωθεί την προσανατολισμένη στην πρακτική  έρευνα (practice-oriented research).

O Peter Fraenkel από τις ΗΠΑ παρουσιάζει την ανάπτυξη συνεργατικών οικογενειακών προγραμμάτων (Collaborative Family Program) που ενισχύουν την ανθεκτικότητα και την θεραπευτική εμπλοκή σε περιθωριοποιημένες κοινότητες, όπως, για παράδειγμα, με οικογένειες αστέγων. Το μοντέλο προϋποθέτει στενή συνεργασία με άλλους επαγγελματίες υγείας, ψυχικής υγείας και κοινωνικών υπηρεσιών καθώς και την υιοθέτηση εργαλείων αξιολόγησης από τους ίδιους τους εξυπηρετούμενους. Και σε αυτήν την περίπτωση, η ερευνητική διαδικασία και τα αποτελέσματα της συνδέονται με και στηρίζονται άμεσα από την κλινική πρακτική.

Οι Ashley Collette και Michael Ungar από το Καναδά επίσης εστιάζουν στην ψυχική ανθεκτικότητα ατόμων, οικογενειών και κοινοτήτων, προσφέροντας μία χρήσιμη ανασκόπηση της έννοιας της ανθεκτικότητας, από την ατομική προσέγγιση στην σχεσιακή και, ακόμα ευρύτερα, κοινοτική. Πράγματι, πρόκειται όχι τόσο για μία κατάσταση μόνο ατομική, αλλά στενά συνδεδεμένη με τα χαρακτηριστικά του  φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος στο οποίο ο καθένας ανήκει.   Η ψυχική ανθεκτικότητα λοιπόν σχετίζεται με την ικανότητα ενός δυναμικού και σύνθετου συστήματος (άτομο, οικογένεια ή κοινότητα) να προσαρμοστεί αποτελεσματικά στις προκλήσεις του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Η ερευνητική δραστηριότητα για την μελέτη της ανθεκτικότητας δεν μπορεί να απομονώσει το άτομο από το περιβάλλον και χρειάζεται να υπολογίζει την περιπλοκότητα της κοινωνικής οικολογίας (social ecology) έτσι ώστε να   κατανοήσει εις βάθος τους παράγοντες που ενισχύουν ή, αντιθέτως, εμποδίζουν την ανάπτυξη της.

Η δεύτερη ενότητα (Methodological Considerations) εμβαθύνει το θέμα και τους προβληματισμούς της ερευνητικής μεθοδολογίας, δίνοντας έμφαση στις καινοτομίες της σύγχρονης, διεθνούς ερευνητικής δραστηριότητας.

Η Sheila McNamee από τις ΗΠΑ, ξεκινώντας με αφορμή ενός σχόλιου της εναρκτήριας ομιλίας του Προέδρου Donald Trump μετά την εκλογή του το 2016,  εισάγει την ιδέα της ερευνητικής δράσης ως μία μεταμορφωτική πρακτική (transforming practice), η οποία δεν μπορεί να μην είναι σχεσιακή. Όπως η ίδια υποστηρίζει, μία τέτοια συνειδοποίηση «αλλάζει την εστία και την προσοχή της έρευνας από μια ρητορική βασισμένη στην απόδειξη σε μια συλλογική και συνεργατική εξέταση των επιπτώσεων της ερευνητικής διαδικασίας: τι μελετάμε, πώς το μελετάμε και τι τελικά κάνουμε με τα «αποτελέσματα» μας» (σελ. 122).

Η Ελευθερία Τσέλιου εστιάζει στη συνεισφορά της ποιοτικής έρευνας και πιο συγκεκριμένα της ανάλυσης λόγου (discourse analysis) στη συστημική προσέγγιση. Το κείμενο της αποτελεί μία χρήσιμη και πλήρη εισαγωγή στις έννοιες και μεθοδολογίες της ανάλυσης λόγου προσαρμοσμένη στη συστημική ψυχοθεραπεία οικογένειας και ζεύγους.  Η Λογοψυχολογία (Discursive Psychology) μάλιστα, δεν «αποτελεί απλά μία μεθοδολογία για την ανάλυση λόγου, αλλά μία θεωρητική πρόταση για μία ριζοσπαστική αναθεώρηση των ψυχολογικών φαινομένων, παρόμοια με την αναθεώρηση της ψυχοπαθολογίας και της ψυχοθεραπείας που εισήχθη από τη συστημική θεραπεία» (σελ. 128). Η συνάφεια μεταξύ των δυο προσεγγίσεων προσφέρει ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής της Λογοψυχολογίας και της μεθοδολογίας της στην έρευνα των διαδικασιών αλλαγής στα πλαίσια της συστημικής ψυχοθεραπείας, του οποίου η συγγραφέας προσφέρει ενδιαφέροντα παραδείγματα.

Ο Jaakko Seikkula από τη Φινλανδία προσφέρει μια ανασκόπηση της προσέγγισης του «Ανοικτού Διαλόγου» (Open Dialogue) υπό το πρίσμα της πλούσιας ερευνητικής δραστηριότητας της ομάδας τους, μάλιστα ορίζοντας την διαρκή επιστημονική ανάλυση ως βάση της προσέγγισης αυτής.  Είναι αλήθεια ότι από την αρχή της ανάπτυξη της, η προσέγγιση του ΑΔ εξελίχθηκε επάνω στην ανατροφοδότηση των επιστημονικών δεδομένων που προέκυψαν από την αξιολόγηση της και, με τη σειρά της, τροφοδότησε νέες ερευνητικές ανάγκες και μεθοδολογίες, καθιστώντας λαμπερό παράδειγμα «έρευνας βασισμένης στην πρακτική» και, ταυτόχρονα,  «πρακτικής βασισμένη στα επιστημονικά δεδομένα» Από την περιγραφή της μεθοδολογίας και των αποτελεσμάτων των ποσοτικών μελετών που διεξάχθηκαν στα πλαίσια των ψυχιατρικών υπηρεσιών της Δυτικής Λαπωνίας από την δεκαετία του Ογδόντα και που τροφοδότησαν τις ριζικές αλλαγές στον τρόπο αντιμετώπισης ψυχικών προβλημάτων του πληθυσμού, στην περιγραφή των ποιοτικού τύπου μελετών που πλαισίωσαν και αξιολόγησαν την προσέγγιση του Ανοικτού Διαλόγου,  ειδικότερα στην αντιμετώπιση των περιστατικών οξέας ψύχωσης, ο συγγραφέας  περιγράφει και σχολιάζει τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της προσέγγισης, όπως προέκυψαν από τις αντίστοιχες μελέτες. Η διεύρυνση της προσέγγισης του ΑΔ σε διεθνή επίπεδο συμπίπτει και με την  διεξαγωγή  πολυκεντρικών διεθνών μελετών που περιγράφονται στο κείμενο, όπως για παράδειγμα το πρόγραμμα Relational Mind που μελετά τα φαινόμενα συγχρονισμού στην ανθρώπινη επικοινωνία στα πλαίσια της θεραπείας ζεύγους και παρουσιάζεται αναλυτικότερα στη πρώτη ενότητα του τεύχους. Οι αναστοχασμοί του συγγραφέα σχετικά με την ερευνητική διαδικασία και την κριτική που ασκεί σε αυτήν θέτουν κεντρικούς προβληματισμούς που αγγίζουν τόσο τους κλινικούς όσο και τους ερευνητές.

Σε όμοια ζητήματα σχετικά με την ερευνητική συστημική δραστηριότητα αναστοχάζονται και οι Matthias Ochs, Lucie Hornová, και Andrea Goll-Kopka από Γερμανία και Τσεχία, οι οποίοι θέτουν και σχολιάζουν το ερώτημα «Τι κάνει την έρευνα να είναι συστημική;» και εξετάζουν το τι χαρακτηρίζει την συστημική ερευνητική μεθοδολογία και επιστημολογία, βασιζόμενοι στα παραδείγματα που περιγράφονται στο ίδιο το βιβλίο από τους υπόλοιπους συγγραφείς. Πρόκειται για έναν πυκνό και σημαντικό μετα-σχολιασμό  που τονίζει στο τέλος, εμπλουτισμένος από αναστοχασμούς απάνω και σε άλλα ερευνητικά παραδείγματα, τη σημασία της ερευνητικής συστημικής μεθοδολογίας που εμπλέκει άμεσα τους κλινικούς/θεραπευτές (systemic practitioner research)  δημιουργώντας γέφυρες συνεργασίας με τον ακαδημαϊκό κόσμο, με απώτερο στόχο την βελτίωση παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Η δεύτερη ενότητα του τεύχους ολοκληρώνεται με τη συνεισφορά των Eva Deslypere και Peter Rober από το Βέλγιο που εστιάζουν στο θέμα των οικογενειακών μυστικών, προσφέροντας μία ανασκόπηση κλινικών παραδειγμάτων και ερευνητικών μεθόδων (για παράδειγμα, σχετικά με την υποβοηθούμενη τεκνοποίηση), που αναδεικνύουν και την αποτελεσματική θεραπευτική προσέγγισή για το χειρισμό των μυστικών στην οικογένεια.

Η τρίτη ενότητα (Answering Clinical Issues Using Scientific Knowledge and Methods) συλλέγει εξαιρετικά χρήσιμα θέματα με κλινικό και ερευνητικό ενδιαφέρον, διευρύνοντας το πεδίο στη συνεισφορά και εφαρμογή άλλων προσεγγίσεων στη συστημική κλινική πρακτική:

Οι  Eia Asen και Peter Fonagy από την Αγγλία παρουσιάζουν την γνωστή έννοια της αναστοχαστικής λειτουργίας (reflective functioning – mentalization[6]) και την εφαρμογή της στην οικογενειακή ψυχοθεραπεία. Παρουσιάζουν μία σειρά «παιχνιδιάρικων» τεχνικών που ενθαρρύνουν και ενισχύουν την αναστοχαστική λειτουργία των μελών της οικογένειας καθώς και την ικανότητα του θεραπευτή να υιοθετήσει μια αναστοχαστική στάση (mentalizing loop). Αναφέρουν επίσης τα κύρια αποτελέσματα μελετών αξιολόγησης της θεραπείας βασισμένη στη mentalization, κυρίως με ενήλικα άτομα που παρουσιάζουν διαταραχές προσωπικότητας, ενώ η ερευνητική δραστηριότητα επάνω στην οικογενειακή θεραπεία βασισμένη στη mentalization είναι ακόμα σε ανάπτυξη.

Επίσης από άλλη επιστημολογική προσέγγιση, η  Corina Aguilar-Raab από την Γερμανία, παρουσιάζει την εφαρμογή της θεωρίας της  mindfulness και της παρέμβασης βασισμένης στη συμπόνια (compassion based therapy) σε σχεσιακά πλαίσια, όπως οικογένειες και ζεύγη, καθώς και τις μελέτες που διεξάχθηκαν σε αυτήν.

Μία άλλη διάσημη θεραπευτική προσέγγιση, η θεραπεία εστιασμένη στα συναισθήματα (Emotion Focused Therapy – EFT) και η επιρροή της στη συστημική πρακτική, αναλύονται από τις Julika Zwack και Leslie Greenberg (από Γερμανία και Καναδά αντίστοιχα), ενώ η  Mona DeKoven Fishbane από τις ΗΠΑ παρουσιάζει τη  συνεισφορά της νευροεπιστήμης στη θεραπεία ζεύγους, αναφερόμενη στη σχεσιακή νευροβιολογίας (interpersonal neurobiology)  και τον ρόλο των νεύρο-επιστημόνων  στην αντιμετώπιση των φαύλων κύκλων ευθραυστότητας (vulnerability cycle) στις σχέσεις ζεύγους.

H προσέγγιση της σχεσιακής ανάγκης (relational need perspective) και του σχεσιακού στρες αναπτύσσεται από τους Lesley Verhofstadt, Gilbert Lemmens και Gaëlle Vanhee από το Βέλγιο, ενώ τα νεότερα δεδομένα σχετικά με την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας παρουσιάζονται από τους Margreet Visser, Justine Van Lawick, Sandra Stith και Chelsea Spencer από την Ολλανδία και τις ΗΠΑ.

Τέλος, η τέταρτη ενότητα (Improving Therapy Quality by Feedback: Training and Publication) προσφέρει στον αναγνώστη μία ενδιαφέρουσα σειρά κειμένων που αφορούν τόσο θεωρητικούς αναστοχασμούς για τη σημασία της ερευνητικής δραστηριότητας στη ψυχοθεραπεία γενικότερα και στη συστημική προσέγγιση ειδικότερα, όσο παραδείγματα μελετών και ερευνητικών εργαλείων:

Οι Alan Carr, Martin Pinquart και Markus Haun από Ιρλανδία και Γερμανία παρουσιάζουν ένα πανόραμα της σύγχρονης ερευνητικής δραστηριότητας στη συστημική προσέγγιση και της αποτελεσματικότητας συστημικών παρεμβάσεων βασισμένων σε ερευνητική μεθοδολογία, με αναφορά στον ρόλο των εγχειρίδιών στη διαμόρφωση θεραπευτικών μοντέλων (manualized systemic therapy).

Οι Paul Knekt, Olavi Lindfors, Erkki Heinonen, Timo Maljanen, Esa Virtala, και Tommi Härkänen από Φινλανδία περιγράφουν τα αποτελέσματα μίας συγκριτικής μελέτης τριών ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων  για αγχώδες διαταραχές – θεραπεία εστιασμένη στη λύση (solution focused), βραχεία ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία και μακροπρόθεσμη ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία.

Οι Peter Stratton, Alan Carr Luigi Schepisi, αντίστοιχα από Αγγλία, Ιρλανδία και Ιταλία, τονίζουν την χρησιμότητα της κλίμακας SCORE για την εκτίμηση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας αλλά και ως κλινικό εργαλείο που βοηθά την θεραπευτική διαδικασία.

Ο Terje Tilden από Νορβηγία αναφέρει την ανάπτυξη ενός νέου «παραδείγματος» που ανατρέπει την κλασσική προσέγγιση της  evidence based practice προτείνοντας μία practice based evidence ως πυξίδα για την αξιολόγηση της ψυχοθεραπευτικής αποτελεσματικότητας, εμπλέκοντας άμεσα τον θεραπευόμενο στην αξιοποίηση ανατροφοδότησης.  Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, η προσέγγιση αυτή, χρήσιμη τόσο για κλινικούς όσο και για ερευνητικούς σκοπούς, «προσφέρει τη δυνατότητα μελέτης της εξέλιξης της αλλαγής από συνεδρία σε συνεδρία και τον εντοπισμό τροχιών αλλαγής που μπορεί να διαφέρουν για διαφορετικά άτομα ή ομάδες με ειδικά χαρακτηριστικά» (σελ. 391).

Οι Petra Bauer και Marc Weinhardt από Γερμανία περιγράφουν ένα μοντέλο μάθησης και εκπαίδευσης στη συστημική συμβουλευτική βασισμένο στους θεραπευτικούς παράγοντες που απαρτίζονται από όλες τις θεραπευτικές προσεγγίσεις  (common factors), καθώς και τους αποτελεσματικούς τρόπους «μετάδοσης» τους από τους εκπαιδευτές στους εκπαιδευόμενους.

Ο τόμος κλείνει με έναν ενδιαφέροντα και διαφωτιστικό διάλογο  μεταξύ των Maria Borcsa και  Philip Messent με τους Jay Lebow, Reenee Singh και Glenn Larner, αντίστοιχα επιμελητές, εκείνη τη χρονική στιγμή, τριών «ιστορικών» αγγλόφωνων περιοδικών: Family Process, Journal of Family Therapy και Australian and New Zealand Journal of Family Therapy. Ο διάλογος στοχεύει στην ενημέρωση του αναγνώστη για  τις τάσεις και τις πολιτικές δημοσίευσης εργασιών από τα τρία περιοδικά, τον τρόπο επιλογής και αναθεώρησης των εργασιών που υποβάλλονται, τα πεδία με ελλιπή κάλυψη,  καθώς και συμβουλές στους συγγραφείς που επιθυμούν να αυξήσουν τις πιθανότητες δημοσίευσης των εργασιών τους.

Το βιβλίο αποτελεί αναμφίβολα ένα απαραίτητο εργαλείο όχι μόνο για όσους ασχολούνται ή πρόκειται να ασχολούνται με την συστημική έρευνα, αλλά και για θεραπευτές, διδάσκοντες και εκπαιδευόμενους που αναζητούν μία πλούσια πηγή έμπνευσης για τους μεθόδους, τους στόχους και την αποτελεσματικότητα του παρόντος ή μελλοντικού τους έργου. Επίσης, το βιβλίο αναδεικνύει τον πλούτο και την ποικιλία της ερευνητικής δραστηριότητας στη συστημική προσέγγιση στην ψυχοθεραπευτική και ακαδημαϊκή διεθνή κοινότητα, καθώς  συμμερίζομαι την ευχή των Matthias Ochs και Jochen Schweitzer:   «αναγνωρίζεται πλέον σήμερα η ισχυρή θεωρητική και εμπειρική βάση της συστημικής θεραπείας και συμβουλευτικής. Ωστόσο, η εκπροσώπησή τους στα μεγάλα πανεπιστήμια και τα διακεκριμένα ερευνητικά ιδρύματα είναι ακόμα ελλιπής. Αυτό ευχόμαστε να αλλάξει τα επόμενα χρόνια» (p.7).

Βιβλιογραφία

Ochs, Μ., Borcsa, Μ., & Schweitzer, J. (2020). Systemic Research in Individual, Couple, and Family Therapy and Counseling. New York, NY: Springer International.

Stern, D. N. (2004). The present moment in psychotherapy and everyday life. New York, NY: Norton.

[1] PhD, Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, Αν. Υπευθ. Τμήματος Συστημικών Θεραπειών, Α’ Ψυχιατρική Κλινική ΕΚΠΑ

[2]  Καθηγήτρια Ψυχολογίας, University of Applied Sciences Nordhausen, Nordhausen, Γερμανία

[3] Ομότιμος Καθηγητής Οικογενειακής Θεραπείας, University of Leeds, Leeds, West Yorkshire, UK

[4]  Καθηγητής Ψυχολογίας, Fulda University of Applied Sciences, Fulda, Γερμανία

[5]  Καθηγητής Ψυχολογίας, University Clinic of Heidelberg, Heidelberg, Γερμανία

[6] Οι μεταφράσεις του όρου στα Ελληνικά (πχ, ψυχικοποίηση) είναι αμφιλεγόμενες, συνεπώς προτιμάται στο κείμενο ο Αγγλικός όρος.