Περίληψη

 

Στο άρθρο γίνεται μια παρουσίαση νεότερων εφαρμογών του διπλού δεσμού σε ευρύτερα πλαίσια, όπως είναι τα ιδρύματα. Πρόκειται για μια προσέγγιση που διατυπώθηκε από ομάδα γαλλόφωνων, κυρίως, συγγραφέων και συνδέθηκε με το ρεύμα του κονστρουκτιβισμού στη συστημική οικογενειακή θεραπεία. Κάνοντας αναφορές στη συζήτηση που αναπτύχθηκε τον πρώτο καιρό της εμφάνισης της θεωρίας του διπλού δεσμού, και μέσα από την παράθεση κλινικών περιπτώσεων, τίθενται ερωτήματα σχετικά με το αν η «μεταφύτευση» της έννοιας τη δικαιώνει, τελικά, ως προς την ουσία της. Οι εφαρμογές αυτές του διπλού δεσμού δημιουργούν, ως μεταφορά, δυνατότητες για μια ανάγνωση και παρέμβαση σε προβλήματα ιδρυμάτων μέσα από μια συστημική οπτική, όπως και την προοπτική ενός θεσμικού μετασχηματισμού τους. Αλλά, επίσης, δημιουργούν και νέα πεδία προβληματισμών, επιλογών και τελικών αποφάσεων για τους συμμετέχοντες με εργασιακή σχέση στα ιδρύματα.

 

Λέξεις κλειδιά: Διπλός Δεσμός, Συστήματα, Ιδρύματα, Αποχωρισμοί, Επιλογές

 

“… The long day wanes: the slow moon climbs: the deep

Moans round with many voices. Come, my friends,

           ‘Tis not too late to seek a newer world…”

                                                                             Alfred Tennyson, “Ulysses”                 

 

 Η ύπαρξη διπλού δεσμού, εγγενούς στη θέση του ατόμου απέναντι στην κοινωνία, που συνιστά ταυτόχρονα ένα υπαρξιακό ερώτημα, παρουσιάστηκε από τον Watts (1961):

Υπάρχει μια μείζων αντίφαση στους κανόνες του κοινωνικού παιχνιδιού. Τα μέλη αυτού του παιχνιδιού θα πρέπει να το παίξουν σαν να είναι ανεξάρτητοι συντελεστές, αλλά δεν πρέπει να ξέρουν ότι απλώς παίζουν σαν να! Ρητά οι κανόνες ορίζουν ότι το άτομο αυτοπροσδιορίζεται, αλλά άρρητα ότι αυτό συμβαίνει μόνο επί τη βάσει των κανόνων. Και παραπέρα, ενώ το άτομο ορίζεται ως ανεξάρτητος συντελεστής, δεν θα πρέπει να είναι τόσο ανεξάρτητος ώστε να μην υποταχτεί στους κανόνες που τον ορίζουν. Έτσι, ορίζεται ως συντελεστής με τον σκοπό να γίνει υπεύθυνος των πράξεών «του» απέναντι στην ομάδα. Οι κανόνες του παιχνιδιού απονέμουν ανεξαρτησία και την παίρνουν πίσω την ίδια στιγμή, χωρίς να αποκαλύπτουν την αντίφαση.

Αλλά η υπόθεση του διπλού δεσμού μπορεί να διερευνηθεί και στο πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης, νοούμενης ως κοινωνικής.

Ο Watzlawick (1963) παραθέτει απόψεις συγγραφέων που προειδοποιούν για τον κίνδυνο να παρεισφρήσει ύπουλα στη θεραπευτική σχέση ένας διπλός δεσμός, τον οποίον ο θεραπευτής μπορεί αθέλητα να επιβάλει στους ψυχωτικούς ασθενείς του. Ειδικά ο Savage τονίζει ότι: Η άμετρη επένδυση χρόνου και ενέργειας μαζί με το μικρό αποτέλεσμα, συχνά ενισχύουν την τάση του αναλυτή να κερδίζει ναρκισσιστική ευχαρίστηση σε βάρος του ασθενή, και για τον επιπλέον λόγο ότι οι ασθενείς του είναι απελπισμένα εξαρτημένοι από αυτόν. Πιθανόν να χρειάζεται, ασυνείδητα, τον ασθενή να παραμένει άρρωστος και, ενώ συνειδητά τον προτρέπει να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί, μπορεί, ασυνείδητα, αυτό να μην το υποδέχεται καθόλου καλά. Αυτά τα αντιφατικά συνειδητά και ασυνείδητα μηνύματα προς τον ασθενή, ταυτόχρονα να μεγαλώσει και να παραμείνει παιδί, τον τοποθετούν σε μια παθογόνο κατάσταση «διπλού δεσμού», όπως περιγράφηκε από τους Bateson et al.

Το θέμα θα μπορούσε να διατυπωθεί στη γλώσσα του «διπλού δεσμού», αν δεχτούμε ότι η βασική άρρητη οδηγία του σχιζοφρενειογόνου γονιού είναι: «Μείνε σε συμβιωτική σχέση μαζί μου», την ίδια στιγμή που η ρητή οδηγία «Προχώρα μακριά» είναι η πλευρά της γονικής απόρριψης που διαπερνά συνολικά την επικοινωνία μαζί τους.

Γόνιμο πεδίο για την προβληματική που εισάγει η θεωρία του διπλού δεσμού είναι η συστημική προσέγγιση των ψυχιατρικών ιδρυμάτων, η κατανόηση της καθημερινότητάς τους και η θέση του συστημικού παρεμβαίνοντα μέσα σε αυτά.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980, υπήρξε μια προσπάθεια συστημικής ανάγνωσης προβλημάτων των ιδρυμάτων από γαλλόφωνους, κυρίως, συγγραφείς, που είναι ενδιαφέρουσα, όχι μόνο διότι βοηθάει να γίνουν κατανοητά γεγονότα αλλιώς ασύνδετα, αποσπασματικά και «τρελά», της καθημερινότητας του ιδρύματος, αλλά να καταδειχθεί ότι υπάρχει και μια «επιστημολογία τρόπων παρέμβασης» στο εσωτερικό του ιδρύματος.

Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν έννοιες από το συστημικό εξελικτικό μοντέλο, ακριβώς στην περίοδο ακμής του κονστρουκτιβισμού: Αυτοαναφορικό παράδοξο, συνηχήσεις, «επίσημο πρόγραμμα» και «άρρητοι κανόνες», διακυμάνσεις, διακλαδώσεις, χρόνος και ιστορία, κρίση και αλλαγή.

Αυτή η προσπάθεια κατανόησης του ιδρύματος «ως συστήματος», οδήγησε και στη μελέτη της επικοινωνίας στο εσωτερικό των ψυχιατρικών ιδρυμάτων και ανέδειξε μια νέα όψη της έννοιας του διπλού δεσμού, ως μεταφοράς. Πρόκειται για έναν «διπλό δεσμό» ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα κανόνων, που λειτουργούν ταυτόχρονα και αντιφατικά στο εσωτερικό του ιδρύματος.

Ο Μichel Monroy (1989) αναφέρει ότι η βασική αντίφαση βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στον ορισμό του ιδρύματος και τους σκοπούς του (μια σχάση ταυτότητας). Οι ορισμοί του ιδρύματος είναι κορεσμένοι από την «τελολογική» προσέγγιση και παράγουν συνεχώς σταθερές, κανόνες και νόμους τους οποίους υποτίθεται ότι όλοι οφείλουν να σεβαστούν, ωστόσο αυτό είναι αδύνατο λόγω της μεταξύ τους ασυμβατότητας. Στον ορισμό της ταυτότητας του ιδρύματος (η οποία παγιώνεται κυρίως μέσα από την ιστορία του, τις δομές και τους διακηρυγμένους στόχους του), υπάρχει μια εγγενής αντίφαση, ένα διπλό μήνυμα: Το να διαφυλαχθεί η εσωτερική συνοχή, από τη μια, και να υπάρξει προσαρμογή στις εξωτερικές απαιτήσεις ή πιέσεις (κοινωνικές-οικολογικές) από την άλλη – δηλαδή, να παραμείνει ίδρυμα και ταυτόχρονα να καταργηθεί. Επομένως, η ταυτότητα του ιδρύματος οικοδομείται συνεχώς πάνω σε δίπολα: ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, το επίσημο και το ανεπίσημο, το σαφές και το συγκεχυμένο, το γραπτό και το προφορικό, το ρητό και το υπονοούμενο, το λεγόμενο και το αποσιωπούμενο.

Ο J.-C. Benoit (1988) επεσήμανε την παράδοξη ανορθολογικότητα του ρόλου των ιδρυμάτων στον τρόπο που διαμορφώνουν σχέσεις. Το χαρακτηριστικό των σχέσεων που αναπαράγουν είναι η ασάφεια και η διάχυση, ένας τρόπος για να απαντήσουν -χωρίς να απαντήσουν- στην οικογενειακή και κοινωνική απόρριψη. Θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με την οικογένεια του σχιζοφρενικού, όπου υπάρχει είτε υπερβολική σταθερότητα χωρίς αλλαγή είτε καταστροφικό χάος.

Και ο J. Haley (1971) είχε αναφερθεί στην ισχύ του ιδρύματος σε επίπεδο σχέσεων: «Το συνηθισμένο χαρακτηριστικό του Ψυχιατρικού Ιδρύματος είναι ένα είδος αχνής και παράξενης θλίψης, που κρύβει κάτω από το βερνίκι της ελπίδας και των καλών προθέσεων μια θανάσιμη μάχη για εξουσία, χρωματισμένη από μια διαρκή αμφιθυμία ανάμεσα σε ασθενείς και προσωπικό».

Εδώ να προσθέσω: Κάτω από την ελπίδα του οράματος της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και των καλών συναδελφικών προθέσεων, υπάρχει  μια βαθιά και ανεξίτηλη θλίψη, που αντανακλά τη θανάσιμη μάχη για εξουσία μεταξύ των συναδέλφων… και είναι αυτή που, τελικά, σκοτώνει τις θετικές πλευρές των συναδελφικών σχέσεων… Αλλά, μαζί με τη μάχη για εξουσία, υπάρχει και μια διαρκής αμφιθυμία ανάμεσα στα μέλη του προσωπικού του ιδρύματος…

Σε αυτό θα μπορούσε να προστεθεί και ο ρόλος που παίζει ο χρόνος και η ιστορία: Είτε σε πραγματικό, είτε σε μυθικό επίπεδο, το ίδρυμα προϋπήρξε ως σύστημα, με τη βαριά διοικητική του δύναμη να επιβάλλεται στις παρούσες σχέσεις.

Ο Jacques Pluymaekers (1987), εφαρμόζοντας το μοντέλο «επίσημο πρόγραμμα και βαθιές πεποιθήσεις» του Μ. Elkaϊm στα ιδρύματα, έδωσε έμφαση σε δύο επίπεδα κανόνων, που βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, και συνιστούν τον πυρήνα του διπλού δεσμού.

Στο επίσημο πρόγραμμά του, το ίδρυμα έχει θεραπευτικούς σκοπούς και γύρω από αυτούς διαμορφώνει ένα πλήθος από αποφάσεις, εντολές και διατάγματα για ασθενείς και προσωπικό.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, υπάρχουν πανίσχυροι κρυμμένοι εσωτερικοί κανόνες, που έρχονται σε αντίθεση με το επίσημο πρόγραμμα.

Αν κάποιος προσπαθήσει, σκληρά και τίμια, να εφαρμόσει το επίσημο πρόγραμμα, θα βρεθεί στην παράλογη θέση μιας διαρκούς ακύρωσης από τους αόρατους κανόνες, που είναι ταγμένοι να διατηρούν την ως εάν θεραπευτική (ασυλική) κατάσταση του ιδρύματος και που αναδεικνύουν συνεχώς ηθικά προβλήματα.

Ο Pluymaekers μελέτησε, μέσα από βιντεοσκοπήσεις, την καθημερινότητα ιδρυμάτων (όπως ένα μεσημεριανό γεύμα), για να παρουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο κρυσταλλώνονται στη συμπεριφορά ασθενών, προσωπικού και οικογενειών, οι διπλοί δεσμοί.

Ένα παράδειγμα είναι η περίπτωση ενός μικρού κοριτσιού, σε ένα ιατροπαιδαγωγικό ίδρυμα, που «δεν έτρωγε το φαγητό του». Όλοι στο ίδρυμα, νοσηλεύτριες και τα άλλα παιδιά, θεωρούσαν ότι το κοριτσάκι δεν έτρωγε -μόνο που εντέλει το πιάτο του άδειαζε, το κοριτσάκι κατάπινε βιαστικά μπουκιές την ώρα που κανείς δεν το κοίταζε και καθόταν ακίνητο μπροστά στο πιάτο του όταν του έλεγαν «φάε». Κάποια στιγμή που ο Pluymaekers παρατήρησε «μα τρώει!», το κοριτσάκι μουρμούρισε: «όχι πολύ».

Στην πραγματικότητα, λέει ο Pluymaekers, αυτό το «όχι πολύ» βρίσκεται στην καρδιά του αμοιβαίου διπλού δεσμού ανάμεσα στο ίδρυμα και στη μητέρα του κοριτσιού: Η μητέρα ήθελε η κόρη της να βρίσκεται σε ίδρυμα, καλό μεν, αλλά «όχι πολύ», ώστε η ίδια να παραμείνει καλή μητέρα. Από την άλλη μεριά, το ίδρυμα προσπαθούσε να είναι αποτελεσματικό, αλλά «όχι πολύ», για να μη ρισκάρει να ανταγωνιστεί τη μητέρα τόσο ώστε εκείνη να πάρει πίσω το παιδί. Έτσι, όμως, αποτύγχανε στην επίσημη αποστολή του, που ήταν να παρέχει πολύ καλές υπηρεσίες. Στην περίπτωση αυτή, όλοι, και το παιδί και το προσωπικό, βρίσκονταν πιασμένοι σε έναν αμοιβαίο διπλό δεσμό. Το κορίτσι, όταν τρώει, απαντά στο ένα επίπεδο του διπλού μηνύματος της μητέρας, που είναι «φροντίστε όσο γίνεται καλύτερα το παιδί μου». Όταν δεν τρώει, απαντάει στο άλλο επίπεδο του μηνύματος, που είναι «μην τα καταφέρετε καλύτερα από μένα». Σε αυτόν το διπλό δεσμό βρίσκονται πιασμένοι όλοι, τα μέλη του προσωπικού, η διοίκηση του ιδρύματος και τα άλλα παιδιά.

Κατά τον Pluymaekers, μια συστημική παρέμβαση στο ίδρυμα θα πρέπει να παίρνει υπόψη και τις δύο πλευρές του διπλού δεσμού ταυτόχρονα. Έτσι, η παρέμβασή του συνίστατο στο να υπογραμμίσει ταυτόχρονα και τα δύο αυτά επίπεδα, τα οποία, μέχρι τότε, δεν είχαν βιωθεί παρά μόνο κατ’ ακολουθία. Αντί για ταλάντωση από το ένα επίπεδο στο άλλο, κατέδειξε ότι οι δύο όψεις συνιστούν ζεύγος και χρειάζεται να κατανοηθούν μαζί. Αυτό επέτρεψε να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα όχι απλώς ως καπρίτσιο ενός μικρού κοριτσιού, αλλά ως σημαντική μεταφορά που έχει σχέση με έναν γενικότερο κανόνα που κυβερνά όλους – το ίδρυμα, την οικογένεια, το παιδί.

Αυτός ο τρόπος παρέμβασης είναι ο κατάλληλος και για τις προσπάθειες θεσμικού μετασχηματισμού των ιδρυμάτων, θεωρεί ο Pluymaekers. Παίρνοντας υπόψη το επίσημο πρόγραμμα, αλλά δουλεύοντας και στο επίπεδο των εσωτερικών κανόνων, είναι δυνατή η αλλαγή. Μέσα από μια ανάγνωση σε μακρο- και μικρο- επίπεδο. Μέσα από μια στάση προσωπικής ευθύνης, που είναι και η μοναδική δυνατότητα μιας ηθικής στάσης.

Υιοθετώντας μια αυτοαναφορική στάση, ο συστημικός παρεμβαίνων εισέρχεται, αναφέρει ο L. Onnis (1989), σε ένα παράδοξο: Από τη μια μεριά βρίσκεται αντιμέτωπος με μια προσωπική του κρίση, και από την άλλη ανακαλύπτει τη δυναμική ενός θεσμικού μετασχηματισμού. Η αναγνώριση αυτής της κρίσης θα δημιουργήσει, τελικά, τη δυνατότητα να συνηχήσει με ένα σύστημα που, αν και άκαμπτο, μπορεί να βρεθεί σε κατάσταση «μακριά από την ισορροπία». Για να δει διακυμάνσεις, τοπικές αναταράξεις, διακλαδώσεις και να διαπιστώσει ότι υπάρχει μια ειδική και ανακυκλούμενη διαδραμάτιση της προσωπικής του ιστορίας σε σχέση με το ίδρυμα.

Η ώσμωση των ορίων του Ιδρύματος με το περιβάλλον θα πρέπει να φέρει την πληροφορία (κατά Bateson τα νέα της διαφοράς), μειώνοντας τον «θόρυβο». Να αναζητηθούν ρυθμοί, ρωγμές, εναλλαγές. Και να αποκατασταθεί η αλληλεπίδραση χώρου-χρόνου, περνώντας από την κατάσταση του «ιπποπόταμου που κοιμάται» σε αυτή  που αναδεικνύουν οι «φιγούρες του μπαλέτου».

Αλλά πώς είναι δυνατόν να γίνει μια συστημική περιγραφή του ιδρύματος από την «εξωτερική» θέση, αφού αυτή τοποθετεί το σύστημα «απέναντι» κι έτσι ενισχύει την ομοιόσταση; Και από την άλλη, πώς μπορεί κανείς να μπει στο εσωτερικό του συστήματος, δηλαδή της πραγματικότητας που παρατηρεί, χωρίς ο ίδιος να διαχυθεί μέσα σε αυτή; Εδώ οι συγγραφείς αντιπαραθέτουν στην ακινησία που εξουδετερώνει τις αποκλίσεις, την αυτοαναφορική θέση-προσωπική κρίση, η οποία οδηγεί σε ένα σταυροδρόμι για την επιλογή διαφορετικών οδών, εισάγοντας τις έννοιες της προσωπικής επιλογής και ευθύνης. Με τον τρόπο αυτό, ο συστημικός παρεμβαίνων θα δημιουργήσει «απόσταση μέσα από την εγγύτητα» και θα αποφύγει τον «φαταλισμό» για τον οποίο προειδοποιούσε ο Bateson (αν θεωρήσουμε ότι μια πραγματικότητα δεν μπορεί να αλλάξει, θα συμπεριφερθούμε με τέτοιον τρόπο, ώστε αυτή να παραμείνει όπως τη βλέπουμε).

Η μεταφορά του διπλού δεσμού στο ίδρυμα μπορεί να βρει τρόπους «αποδέσμευσης», αν αναζητηθεί, όπως έλεγε ο Bateson, η αναλογία ανάμεσα στην τάξη και στο χάος. Αν στην ακινησία του ιδρύματος αντιπαρατίθεται η κινητικότητα η οποία συμβαίνει μέσα του. Η κινητικότητα αυτή υπάρχει με τη μορφή νέων αναγνωρίσεων της πολυπλοκότητας, οι οποίες με τη σειρά τους αυξάνουν τη διαπλοκή μεταξύ κατανόησης και αποφάσεων και συνεπώς και τις δυνατότητες προσωπικής επιλογής. Επομένως, για μια συστημική προσέγγιση του ιδρύματος χρειάζεται να γίνει κατανοητός ο «συνδυασμός των αταξιών» (Willke, 1993). Με τον τρόπο αυτό, η διασχιστική κατανόηση της κατάστασης που υπαγορεύει τη δημιουργία ή αναβίωση προστατευτικών, αλλά και πολωτικών συμμαχιών, μπορεί να αντικατασταθεί από την ανάγνωση μιας πραγματικότητας πολυεδρικής, όπου οι διάφορες όψεις της ζωής του ιδρύματος δεν αλληλοαποκλείονται, αλλά προϋποθέτουν η μια την άλλη. Κι επιπλέον, οι κρίσεις μπορούν να θεωρηθούν σημεία μετάβασης, σημαντικές ασυνέχειες μέσα στον χρόνο και τη μεταρρυθμιστική διαδικασία.

Αλλά τι συμβαίνει όταν «οι αταξίες δεν βρίσκουν συνδυασμό», όταν  επικρατούν κάθετα οι «πολωτικές συμμαχίες», όταν οι κρίσεις βιώνονται ως καταστροφικές, όταν την όποια τάξη την ποδοπατά το χάος; Όταν η κοινωνική και πολιτική κρίση παρεισφρέει στο ίδρυμα και οι διπλοί δεσμοί δημιουργούν σχιζοφρενικές ιεραρχικές, συναδελφικές (αλλά και θεραπευτικές) σχέσεις; Αν στην ακινησία του ιδρύματος εμπεριέχεται μια βαθιά και μη ελέγξιμη κρίση, τι θα κάνει ο συστημικός εργαζόμενος σε αυτό το σύστημα;

Και, όχι ως σύμπτωση, αλλά νομοτελειακά, έρχεται η στιγμή που το ίδρυμα «αποστρατεύει» τον συγκεκριμένο εργαζόμενο! Τι μπορεί, τότε, να κάνει ο ίδιος, ποια θα είναι η στάση του απέναντι στην κατάσταση «σύστημα – ίδρυμα – αποχωρισμός»;

Η αμφιθυμία του ιδρύματος γίνεται, περισσότερο από ποτέ, μέρος του εαυτού του: «Λυπάμαι που φεύγω γιατί “θα τους χάσω – θα με χάσουν” ή είμαι χαρούμενη που “ξεμπερδεύω” απ’ αυτούς;» Οι διπλοί δεσμοί του ιδρύματος δημιουργούν στον αποχωρούντα εργαζόμενο μια κατάσταση παρόμοια με αυτήν του σχιζοφρενικού ασθενή του: Μια «διπλή απάντηση» στα διπλά μηνύματα.

Και τι γίνεται με την περίπτωση του πένθους; «Το ίδρυμα παραμένει αυτό που ήταν, αλλά μήπως δεν συνέβαλα κι εγώ στη δημιουργία ενός  “υποσυστήματος” (Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας!), λειτουργικού, γόνιμου, ψυχικά ικανοποιητικού; Φεύγοντας από αυτό δεν θα κλάψω, δεν θα πενθήσω;»

Το παράξενο, εδώ, είναι ότι η δύναμη του υπερσυστήματος υπερβαίνει εκείνη του υποσυστήματός του. Κι έτσι το πένθος για μια απώλεια γίνεται μικρό, ταπεινό και συνυπάρχον με τη γαλήνη και ικανοποίηση μιας αποχώρησης. «Πάνω στο τρένο κουνάω το μαντίλι, βουρκώνοντας, αλλά ταυτόχρονα η ψυχή μου φωνάζει “γιούχου!”… Επιτέλους, αντί για να “νοσηλεύομαι”, πραγματοποιώ το leaving home!»…

Και ίσως, τότε, η αποχώρηση να γίνεται για τον συστημικό μια νέα μετάβαση, μια νέα ασυνέχεια, αποφασισμένη πια από τον ίδιο:  Όχι η φυσική του αποχώρηση, αυτή την αποφάσισε το κοινωνικό σύστημα, αλλά η συναισθηματική του αποχώρηση: Ο αποχαιρετισμός!

Η φορά του τυχαίου της εξέλιξης του ιδρύματος μπορεί να μετατραπεί, για τον δικό του εαυτό, σε μια δεδομένη θέση:

«Ήρθε ο καιρός ν’ αποφασίσεις, με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις!».  

 

“…that which we are, we are;

One equal temper of heroic hearts,

Made weak time and fate, but strong in will

To strive, to seek, to find, and not to yield.”

Alfred Tennyson, “Ulysses”

 

Υ.Γ. Με την εμφάνιση της πανδημίας του κορωνοϊού, στον κόσμο αλλά και στη χώρα μας, η έννοια του αποχαιρετισμού υφίσταται βαθιά τροποποίηση. Κατ’ αρχήν γιατί δεν έχουμε πια επιλογές για το σχετίζεσθαι. Κι έπειτα γιατί οδηγούμεθα σε μια αναγκαστική μοναξιά που, μοιραία, μας κάνει να νοσταλγούμε τις περιόδους της ζωής στις οποίες υπήρχε ένα κοινωνικό «ανήκειν».

 

Βιβλιογραφία

 

Bateson, G., Jackson, D.D., Haley, J., Weakland, J. H. (1963). A Note on the Double Bind –

1962, Family Process 2, March 1963.

Bateson, G. (1972). Steps to an Ecology of Mind, The University of Chicago Press, Chicago

and London.

Bateson, G. (1980). Mind and Nature, 2d ed., New York, Bantam Books.

Benoit, J.-C. (1989). Comment prescrire le symptôme

dans l’ institution?, dans: Familles,

institutions et approche systémique, Les Editions ESF, Paris (p. 49-63).

Berger, A. (1965). A Test of the Double Bind Hypothesis of Schizophrenia, Family Process,

vol.4, Sept. 1965.

Bertalanffy, L. von (1968). General System Theory, New York, George Braziller.

Guattari, F. (1979). L’Inconscient Machinique, Paris, Edition Recherches, Paris.

Haley, J. (1980). Leaving Home: the therapy of disturbed young people, Brunner/Mazel, Inc.

1997.

Elkaïm, M. (1981). Non-equilibrium, Chance, and Change in Family Therapy, J. Mar. Fam.

Ther. July 1981.

Elkaïm, M., Prigogine, I., Guattari, F., Stengers, I. and Deneubourg, J.-L. (1982). “Openness:

A Round-Table Discussion,” Fam. Proc., 21, 57-70.

Elkaïm, M. (1985). From General Laws to Singularities, Family Process, Vol. 24, June 1985,

151-164.

Elkaïm, M. (1989). Si tu m’aimes ne m’aime pas, Seuil, Aν μ’αγαπάς μη μ’αγαπάς, Εκδόσεις

Κέδρος, 1991.

Fry, W. (1962). The Marital Context of an Anxiety Syndrome, Family Process. Vol. 1, no2,

Sept.1962.

Jones, D. M. (1964). Binds and Unbinds, Family Process, Vol. 3, Sept. 1964.

Monroy, M. (1989). Difficultés d’une lecture institutionnelle systémique, dans: Familles,

institutions et approche systémique, Les Editions ESF, Paris (p. 30-40).

Mουρελή, Ε. (2002). Αναφορά στο έργο του Gregory Bateson, Μετάλογος, τ.1.

Olson, D. H. (1972). Empirically Unbinding the Double Bind: A Review of Research and

Conceptual Reformulations, Family Process, 11/1, 69-94, March 1972.

Onnis, L. (1989). L’institution comme système: une perspective auto-referentielle a partir de

la crise de l’ intervenant, dans: Familles, institutions et approche systemique, Les

ditions ESF, Paris (p.40-49 )

Pluymaekers, J. (1989).Lecture systémique et quotidienne institutionnel, dans: Familles,

institutions et approche systémique, Les Editions ESF, Paris (p. 63-76).

Pluymaekers, J. (2003). Η συστημική προσέγγιση στο ίδρυμα: μια πρόκληση, Τετράδια

Ψυχιατρικής, No 84, σ. 14-24.

Prigogine, I. (2003). Είναι το μέλλον δεδομένο; Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Selvini-Palazzoli, M., Boscolo, L., Cecchin, G. and Prata, G. (1974). Paradox and

Counterparadox, Jason Aronson, New York, 1978.

Sluzki C.E., Veron, E. (1971). The Double Bind as a Universal Pathogenic Situation, Family

Process, Vol.10, No4, Dec. 1971.

Sojit C.M. (1969). Dyadic Interaction in a Double bind Situation, Family Process, vol.8, No 2,

Sept. 1969.

Sojit C.M. (1971). The Double Bind Hypothesis and the Parents of Schizophrenics, Family

Process, Vol. 10, No1, March 1971.

Watts, A. W. (1961). Psychotherapy East and West, New York, Pantheon Books.

Watzlawick, P. (1963). A Review of the Double Bind Theory Family Process 2, March 1963.

Watzlawick, P., Beavin, J. and Jackson, D.D. (1967). Pragmatics of Human Communication,

Norton, New York, Ανθρώπινη Επικοινωνία και οι επιδράσεις της στη συμπεριφορά,

Ελληνικά Γράμματα, 2005

Weakland, J.H. (1974). “The Double-Bind Theory” By Self-Reflexive Hindsight, Family

Process, Vol. 13/3, Sept. 1974.

Willke, H. (1993). Εισαγωγή στη Συστημική Θεωρία, Εκδόσεις Κριτική, 1996