(Πίνακας του Κυριάκου Κατζουράκη)

Σε μια εποχή κρίσης και κατάρρευσης όλων των θεσμών, το τελευταίο βιβλίο που επιμελήθηκε η Κάτια Χαραλαμπάκη («Ανάλεκτα Ψυχοθεραπείας και Πολιτικής» εκδ. Κοροντζή, 2019) μας εισάγει σε μια όαση, όπου ανθεί η κουλτούρα της φροντίδας του ανήμπορου, της διαρκούς αλλαγής των θεσμών θεραπείας και της οργάνωσης των αντιστάσεων (συλλογικών και ατομικών), στις αποσταθεροποιητικές διαδικασίες της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που ζούμε σήμερα.

Στην Ελλάδα της κρίσης η αποξένωση έχει πάρει τρομαχτικές διαστάσεις. Η τάση εξατομίκευσης που καλλιεργείται συστηματικά από την κυρίαρχη ιδεολογία δημιουργεί την αίσθηση ότι ο καθένας είναι μόνος μέσα στην κρίση, έκθετος στις δυνάμεις του κακού, ανατροφοδοτώντας, διαρκώς, το, οικείο πλέον, αίσθημα γενικευμένης ανασφάλειας και φόβου.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, μπορεί ο λειτουργός Ψυχικής Υγείας στον δημόσιο τομέα υγείας, που καταρρέει κάτω από το βάρος της κρίσης να είναι αισιόδοξος; Μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με βάση τις ανθρωπιστικές του αξίες, τον σεβασμό στον διάλογο και την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης;

Η Κ. Χαραλαμπάκη απαντά καταφατικά, μέσα από τον λόγο της και τη θεραπευτική της πράξη. Είναι ψυχίατρος, ανήκει στη σχολή της συστημικής ψυχοθεραπείας και εμπνέεται από την ψυχανάλυση. Στον δημόσιο τομέα ψυχικής υγείας, και πιο συγκεκριμένα στο «μεγάλο άσυλο», το Δαφνί, αγωνίζεται, εδώ και δεκαετίες, να κάνει πράξη το όραμά της, να εισαχθεί κανονικά η ψυχοθεραπεία στον δημόσιο θεσμό ψυχικής υγείας, ώστε να μπορούν να δέχονται δωρεάν την ευεργετική προσφορά της και οι «μη–έχοντες».  Άλλωστε, ήδη στον πρόλογο του βιβλίου αναφέρεται η εμπειρία του Φρόυντ και πολλών ψυχαναλυτών της θέσπισης της δωρεάν ψυχοθεραπείας (και ψυχανάλυσης) μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η ίδια έχει δώσει μάχες, σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο, έχει εκπαιδεύσει νέους ψυχιάτρους σ’ αυτή την κουλτούρα και μαζί με τους άξιους συνεργάτες της, που κείμενά τους υπάρχουν στο βιβλίο που παρουσιάζουμε, έχει δημιουργήσει, θα μπορούσαμε να πούμε μια «σχολή», κόντρα στο ακαδημαϊκό, ψυχιατρικό κατεστημένο. Σ’ αυτό το πλαίσιο λειτουργεί και το Κέντρο Οικογενειακής Θεραπείας στο Παγκράτι, που φέτος έκλεισε τα 25 χρόνια της λειτουργίας του.

Την Κ. Χαραλαμπάκη απασχολούν πολύ οι μεταβολές στη συλλογική και την ατομική ταυτότητα σε περιόδους βαθιάς κοινωνικής κρίσης και αποσταθεροποίησης. Γι’ αυτό επανέρχεται διαρκώς στο παράδειγμα της ναζιστικής Γερμανίας.

Μέσα από το κείμενο του Titus Milech, που η ίδια μεταφράζει, προσπαθεί να κατανοήσει το φαινόμενο της μαζικής αφύπνισης του αντισημιτισμού και του ρατσισμού στη Γερμανία του μεσοπολέμου, τις θηριωδίες «κοινότοπων», κατά τα άλλα, ανθρώπων. Γιατί ο ρατσισμός σηκώνει κεφάλι και στην Ελλάδα της κρίσης και κάνει στόχο τους πρόσφυγες που φτάνουν στα νησιά, όσοι δεν πνιγούν στο Αιγαίο, ζητώντας ένα καταφύγιο για να επουλώσουν τα τραύματά τους, όπως αριστοτεχνικά αναλύεται στα σχετικά κείμενα στο βιβλίο.

Σ’ αυτό το σημείο, μιλώντας για τους πρόσφυγες, που πνίγονται στη Μεσόγειο, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στη δήλωση της Γαλλίδας ηθοποιού Αριάν Ασκαρίντ, (πρώτο βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας για την ταινία «Gloria Mundi»):  «Οι Ευρωπαίοι ζουν το τέλος του κόσμου τους, ενός κόσμου γερασμένου, ετοιμοθάνατου. Νοιώθω έντονα ότι κάτι πολύ ριζοσπαστικό θα συμβεί, αλλά δεν ξέρω το πότε…» είπε και αφιέρωσε το βραβείο «σε αυτούς που είναι για πάντα στα βάθη της Μεσογείου».

Η Κ. Χαραλαμπάκη, που δουλεύει κλινικά, κατά κύριο λόγο με οικογένειες και ζευγάρια, σε αυτό το βιβλίο ανοίγει έναν δημόσιο διάλογο για τη σχέση της Ψυχοθεραπείας με την Πολιτική.

Αφετηρία της είναι τα βιώματα των θεραπευόμενων οικογενειών και ζευγαριών που βιώνουν τις συνέπειες της κρίσης στη ζωή τους και που ζητούν βοήθεια.

Στην προσέγγισή της δεν μένει απλώς στις συνέπειες της κρίσης, μολονότι στα σχετικά θεωρητικά άρθρα που εμπεριέχονται στο βιβλίο αυτές οι συνέπειες, δηλαδή οι δείκτες ψυχοπαθολογικής νοσηρότητας και οι επιπτώσεις της κρίσης στις οικογένειες, στους θεσμούς, στο θεραπευτικό σύστημα και στη θεραπευτική σχέση, ακόμα και οι αυτοκτονίες – όλα αναφέρονται στα σχετικά άρθρα. Η ίδια φαίνεται να συμμερίζεται τη θέση της φίλης της και σπουδαίας συγγραφέα Ιωάννας Καρυστιάνη, που λέει:

«Ώρες – ώρες αναρωτιέμαι μήπως η μονοθεματική επιταγή να διυλίζουμε επιπτώσεις τείνει να μεταποιήσει τελικά όλη τη ζωή σε μια αλληλουχία συνεπειών, σε μια γιγαντιαία συνέπεια. Αντέχεται; Μήπως συμβάλλει στην αύξηση της παθητικότητας, της απομόνωσης, του φόβου;» (σ. 153).

Όμως, όπως τονίζεται στο βιβλίο, το αντίδοτο στην παθητικότητα, την απομόνωση και τον φόβο είναι η εισαγωγή στην ομαδικότητα, στη λογική της συλλογικότητας, η μετάβαση από το ατομικό στο συλλογικό, η δημιουργία διϋποκειμενικών (intersubjectif) και υπερκειμενικών (transubjectif) χώρων και δεσμών.

Η ψυχοθεραπεία με ζευγάρια και οικογένειες, που έχουν παγιδευτεί σ’ αυτήν ακριβώς τη θεώρηση της διαρκούς καταμέτρησης των δεινών που επέφερε η κρίση στη ζωή τους, είναι εκείνη που μπορεί να ανοίξει μια διέξοδο στα αδιέξοδα που βιώνουν. Η κρίση μπορεί να βιωθεί ως μια πρόκληση και μια ευκαιρία για τις αναγκαίες αλλαγές στις σχέσεις, για μια καινούργια νοηματοδότηση των σχέσεων και της ζωής τους, όπως αναλύουν στο βιβλίο εξαιρετικοί συστημικοί ψυχοθεραπευτές.

Στις σχέσεις μας δίνουμε νόημα. Όπως τονίζει ο ψυχαναλυτής Σωτήρης Μανωλόπουλος «ο καθένας μας τοποθετεί ένα λιθαράκι στο χτίσιμο του κόσμου των νοημάτων» (σ. 49).

Από αυτή την άποψη, και με δεδομένη την έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου «να ποιεί νοήματα», ο καθένας μας γεννιέται «εν δυνάμει» θεραπευτής.

«Αυτό που βιώνουμε σήμερα στην Ελλάδα της κρίσης», λέει η Κ. Χαραλαμπάκη σε μια συνομιλία της με τη Maria Borsca, το 2016 στη Δρέσδη, «είναι ότι στις σχέσεις, οικογενειακές, συναδελφικές, θεσμικές, πολιτικές, το α-λογο είναι κυρίαρχο, έχει καταρρεύσει κάθε ασφαλής συναισθηματική πρόσδεση και υπάρχει έλλειψη δυνατότητας για συμβολοποίηση. Η ταπείνωση της χώρας από τους δανειστές της έχει ενδοβληθεί από κάθε άτομο, που ζει μέσα στη ντροπή».

Γι’  αυτό χρειάζεται η ομαδική ψυχοθεραπεία, που μπορεί να δημιουργήσει «νησίδες ευτοπίας», εισάγοντας τους ανθρώπους που υποφέρουν σε μια άλλη νοηματοδότηση της ζωής τους, μια άλλη επικοινωνία μέσα και διαμέσου της ομάδας. Άλλωστε, το υποκείμενο του ασυνειδήτου είναι το υποκείμενο της ομάδας, κατά τον ψυχαναλυτή της ψυχικής ομαδικότητας René Kaës, ενώ το ίδιο το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν ομάδα.

Σε μια χώρα που δεν έχει επιτελέσει το πένθος της για τον εμφύλιο είναι αναγκαία μια νέα ανάγνωση της ιστορίας και μια κουλτούρα της συλλογικότητας. Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι τόσο «ένας άνθρωπος χωρίς ιδιότητες», όπως θα έλεγε ο Μούζιλ, αλλά ένας άνθρωπος χωρίς δεσμούς.

Θεραπεύω, σημαίνει υπηρετώ τις ανάγκες του πάσχοντος υποκειμένου. Για να ανταποκριθεί κανείς σ’ αυτόν τον υψηλό στόχο απαιτείται μια μέθοδος προσέγγισης των αντιφάσεων στην πηγή τους, μέσα στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα. Και αυτή είναι η μέθοδος της Διαλεκτικής. Για να είσαι ψυχίατρος πρέπει να ξέρεις να κολυμπάς ανάμεσα στα παράδοξα και τις αντιφάσεις, λέει ο σπουδαίος ψυχίατρος Pierre Delion. Γιατί η αλλοτρίωση του πάσχοντος υποκειμένου είναι διπλήκοινωνική και ψυχική και δεν μπορείς να αγνοήσεις ούτε τη μια ούτε την άλλη διάσταση.

‘Έτσι λοιπόν, στο ερώτημα που θέτει η Κ. Χαραλαμπάκη από την αρχή, «χρειαζόμαστε τον Μαρξ ως θεραπευτές;», απαντά καταφατικά. Αναζητά τις αντιθέσεις στη θεραπεία, τις αντιθέσεις στη θεωρία, τις αντιθέσεις στα θεσμικά πλαίσια και στην κουλτούρα της ψυχοθεραπείας. Δίνει έμφαση στη σχέση συνέχειας και ασυνέχειας, σε μια ανακυκλούμενη σπείρα, τη σπειροειδή ανέλιξη της θεωρίας κατά τον Μαρξ, τις βαθιές αλλαγές στη θεωρία και τις τεχνικές, τις θεωρητικές «επαναστάσεις», τον βαθύ μετασχηματισμό της ψυχοθεραπευτικής κουλτούρας. «Ως θεραπευτές είμαστε ενταγμένοι σε μια προσπάθεια άρνησης της ισχύος και του ελέγχου, με στόχο στην αποκατάσταση του αυτοσεβασμού και του σεβασμού του ψυχοθεραπευτή «perse», λέει.

«Ως θεραπευτές, νομίζω ότι είμαστε καταραμένοι να ζούμε και να αναπτυσσόμαστε σε μια διαδικασία όπου η θεραπευτική, θεσμική, προσωπική και επαγγελματική αλλαγή (evolution και revolution) δημιουργεί και αναδημιουργεί διαλεκτικές αντιθέσεις».

Η άσκηση της ψυχοθεραπείας, λοιπόν, πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με την άσκηση εξουσίας και ελέγχου του πάσχοντος από τον θεραπευτή, από το ιατρικό, και γενικά το θεσμικό κατεστημένο, τις φαρμακευτικές εταιρείες και όλους τους παράγοντες που έχουν υποτάξει τη θεραπεία του πάσχοντος υποκειμένου στη λογική της αγοράς και του ιδιωτικού κέρδους.

Άλλωστε, και η εμπειρία της πρωτοποριακής, ιστορικής πια κλινικής «La Borde» και η καθιέρωση της «θεσμικής ψυχοθεραπείας» με πρωτεργάτες τον Tosquelles, τον Lucien Bonnafé και τον Jean Oury, στηρίχθηκε σε δύο βασικούς πυλώνες, τον Μαρξ και τον Freud.

Πολύ χαρακτηριστικά, στο κείμενο με τίτλο «Θέση – Αντίθεση – Σύνθεση. Μια εναρκτήρια ομιλία για τη δημιουργία διαλόγου», όπου η Κάτια Χαραλαμπάκη συνομιλεί και πάλι με τη συστημική ψυχοθεραπεύτρια και πρώην πρόεδρο της EFTA Maria Borsca, η συγγραφέας προσεγγίζει με τη μέθοδο της διαλεκτικής την κοινωνική και οικονομική κρίση, και μέσα από το εγελιανής καταγωγής σχήμα θέση – αντίθεση – σύνθεση καταλήγει (στη σύνθεση) στις αλλαγές που πρέπει να κάνουν οι θεσμοί θεραπείας, ώστε να ανταποκριθούν στις αποσταθεροποιητικές διαδικασίες της κρίσης. «Τελικά», λέει, «η νοσταλγία, το λίγο πιο βαθύ πένθος γι’ αυτά που χάσαμε, ο νοσταλγικός πόνος που αισθανόμαστε και αντιμετωπίζουμε φαίνεται να είναι μια λαχτάρα για ανθρωπιά. Χρειάζεται να μεταμορφώσουμε τη νοσταλγία σε δημιουργικότητα, να χτίσουμε εσωτερικούς και διαπροσωπικούς διαλόγους, αλληλεπιδράσεις και πρακτικές, όπως οι φιλόσοφοι, συγγραφείς και διανοούμενοι μας έχουν διδάξει» (σ. 216).

Και συνεχίζει παρακάτω: «Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι επαγγελματικές αλλά και οι προσωπικές δεξιότητες των θεραπευτών πρέπει να περιλαμβάνουν αυξημένη συνείδηση κοινωνικής ευθύνης, αυξημένη αίσθηση συμπαράστασης και συμμετοχής, αυξημένη ικανότητα ενσυναίσθησης, καθώς και αποτελεσματικότερη διαχείριση των διαθέσιμων εφεδρειών τους» (σ. 237).

Ο θεραπευτής είναι αυτός που κατέχει την τέχνη του να παραμείνει άνθρωπος, όπως εξηγείται στο σχετικό κείμενο που αφορά τους αναστοχασμούς πάνω στην εμπειρία μιας ομάδας διαλόγου στην ψυχοθεραπεία. Έχει τεράστια σημασία ο διάλογος και η πολυφωνία στην κατανόηση και την νοηματοδότηση της πραγματικότητας, μέσα από την καλλιέργεια της συλλογικότητας και της αμοιβαιότητας.

Έχει τεράστια σημασία η αφήγηση μέσα στην ομάδα, που αυξάνει την ψυχική ανθεκτικότητα, όπως αναλύεται στο κείμενο για την αφηγηματική προσέγγιση.

Λέει ο Γιώργος Γουρνάς, χαρακτηριστικά: «Δεν είναι οι τεχνικές ή οι προσεγγίσεις του συντονιστή της ομάδας, που επηρεάζουν την επιτυχή έκβαση και την αποτελεσματικότητα της, αλλά οι σχέσεις, το δίκτυο σχέσεων που καλλιεργεί την αίσθηση της συμμετοχής και του ανήκειν, αξιοποιώντας τη δυνατότητα της πλαστικότητας του εγκεφάλου» (σ.65).

Το ερώτημα επανέρχεται: Ποια είναι τελικά η σχέση της Ψυχοθεραπείας με την Πολιτική; Η απάντηση της ψυχιάτρου Κάτιας Χαραλαμπάκη: «Πολιτική και ψυχοθεραπεία ποτέ άλλοτε δεν είχαν έρθει τόσο κοντά: αφήνοντας πίσω την αμοιβαία καχυποψία, που είχε οδηγήσει σε μια σχέση είτε εχθρική, είτε “παράνομα ερωτική”, τώρα γίνονται ανοιχτά συνομιλητές και σύντροφοι» (σ. 40).

Και η απάντηση του πολιτικού Αλέκου Αλαβάνου:

«Η συσχέτιση ψυχοθεραπείας και πολιτικής πρέπει να ιδωθεί στα πλαίσια μιας άλλης πολιτικής, μιας πολιτικής της απελευθέρωσης, η οποία είναι αναγκαίο να έχει εξωσυζυγικές σχέσεις με όλες τις κοινωνικές – και όχι μόνο – επιστήμες. Η ψυχοθεραπεία πρέπει να παρέχεται δωρεάν στα πλαίσια του δημοσίου. Το παράδειγμα του Φρόυντ του 1918 για τη δωρεάν ψυχανάλυση είναι πολύ διδακτικό. Η πολυφωνικότητα, με την έννοια του Μπαχτίν, και ο “ανοιχτός διάλογος” είναι στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρίζουν την ψυχοθεραπεία ως πολιτική της απελευθέρωσης και αυτή ως στοιχείο ενός λαϊκού πανηγυριού, κατά Μπαχτίν, όπου οι μάζες παίρνουν τη μοίρα τους στα χέρια τους, ζουν μέσα από την Επανάσταση και μετασχηματίζουν την κοινωνία». Ακόμα, λέει χαρακτηριστικά: «Ένα απελευθερωτικό κίνημα για να είναι ευρύ δεν αποτελείται μόνο από πολιτικές οργανώσεις, αλλά από κοινωνικές συσπειρώσεις, πολιτιστικές πρωτοβουλίες, ομάδες μελέτης, ομάδες για τη στήριξη μεταναστών ή αστέγων, κοινωνικά παντοπωλεία, μουσικά συγκροτήματα, επιτροπές αλληλεγγύης, νεανικές παρέες» (σ. 308).

Και παρακάτω, σ’ ένα ποιητικό κρεσέντο καταλήγει: Το πολιτικό – οικονομικό πρόγραμμα ενός κοινωνικού μετασχηματισμού είναι κεντρικό κλαδί ενός μεγάλου δένδρου. Το δένδρο αυτό είναι το μεγάλο λαϊκό πανηγύρι της ελευθερίας, αγέρωχο, αναιδές με την εξουσία, ασεβές, ρηξικέλευθο, πειραματικό, εφευρετικό, ερωτικό, διονυσιακό, εξεγερτικό, χαρούμενο» (σ. 310).

Σ’ αυτό το λαϊκό πανηγύρι όπως το οραματιζόταν ο Μπαχτίν η ζωή παύει να είναι ένα event, κατά την ωραία έκφραση της Ιωάννας Καρυστιάνη, και αποκτά νόημα και αξία.

Θυμάμαι την Κάτια Χαραλαμπάκη στο Δαφνί, στη δεκαετία του 1980, μέλη και οι δυο μας της Επιστημονικής Επιτροπής του ΨΝΑ, με την Κάτια να δίνει με πάθος τη μάχη στις πολύωρες συνεδριάσεις της Επιστημονικής Επιτροπής για να περάσει τη θέση της ότι η αντιστασιακή δράση δεν πρέπει να μπαίνει στο curiculum vitae του υποψήφιου προς διορισμό στο ΕΣΥ και να μοριοδοτείται στη στήλη «κοινωνική προσφορά και δράση», όπως όριζε ο νόμος του ΠΑΣΟΚ της μεταπολίτευσης. Η απόφαση να αντισταθείς στην τυραννία είναι μια απόφαση ζωής για την ελευθερία και αυτή δεν εξαγοράζεται, δεν ευτελίζεται. Και αυτό το έλεγε μια γυναίκα που έκανε αντίσταση και κυνηγήθηκε από τη χούντα!

Σε μια «ρευστή κοινωνία», όπου όλα είναι ρευστά, οι σχέσεις, οι οικογένειες, η αγάπη, ο φόβος, όπως ο θα έλεγε ο Zygmund Bauman, υπάρχουν, ευτυχώς, και κάποια σταθερά σημεία αναφοράς. Ένα από αυτά είναι και η Κάτια Χαραλαμπάκη, με ό,τι την περιβάλλει.

Για μένα, το βιβλίο αυτό, έτσι όπως είναι δομημένο, εκθέτοντας τους σφιχτούς δεσμούς ανάμεσα στην Ψυχοθεραπεία και την Πολιτική, την Ψυχιατρική με τη Φιλοσοφία και τη Διαλεκτική, τον Bateson και τον Μαρξ, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Αλλά, όπως λέει σε κάποιους στίχους της η ψυχοθεραπεύτρια και ψυχαναλύτρια Cristiane Joubert «Ο ωκεανός της ζωής είναι γεμάτος παράξενες εκπλήξεις και ωραίες συναντήσεις. Ας καλλιεργήσουμε τους δεσμούς μας και ας αφήσουμε την ορμή της ζωής να εκφραστεί…».

Αθήνα 11-8-2019


 

*Το κείμενο είναι από ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου «Ανάλεκτα Ψυχοθεραπείας και Πολιτικής», της Ελληνικής Εταιρίας Συστημικής Σκέψης και Ψυχοθεραπείας Οικογένειας, επιμέλεια Κάτια Χαραλαμπάκη, εκδόσεις ΚΟΡΟΝΤΖΗ 2019, στο Πόλις ArtCafe,την 29η Σεπτέμβρη 2019.