(Πίνακας του Κυριάκου Κατζουράκη)

Θέλω καταρχήν να ευχαριστήσω την επιμελήτρια των «Αναλέκτων» Κάτια Χαραλαμπάκη  για την τιμητική πρόσκλησή της, και την ευκαιρία που μου δίνει να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις μου σχετικά το βιβλίο που μας έφερε σήμερα εδώ. Ο τίτλος του, όπως ακούσαμε, είναι: «Ανάλεκτα Ψυχοθεραπείας και Πολιτικής». Τα 33 κείμενα του αρχικά δημοσιεύτηκαν διαδικτυακά, στο ηλεκτρονικό περιοδικό της ΕΕΣΣΚΕΨΟ, το «Συστημική σκέψη και Ψυχοθεραπεία».

Στον πρόλογό της η επιμελήτρια μας πληροφορεί ότι το ίδιο το περιοδικό άρχισε να υπάρχει, όχι τυχαία, όταν η κοινωνική και οικονομική κρίση άρχισε να γίνεται αισθητή στον χώρο της ψυχοθεραπείας. Ως ραγδαία αύξηση αιτημάτων, ως βάναυση, εκρηκτική αλλαγή στις οικογενειακές σχέσεις. Το περιοδικό, λοιπόν, και τα κείμενά του, προέκυψαν όχι τυχαία. Δηλαδή, ως προϊόν ανάγκης. Ποιας ανάγκης; Νομίζω ότι η κρίση, ως κατάρρευση και απώλεια «αυτονόητων» θεσμικών και οικονομικών στηριγμάτων της κοινωνικής ζωής, είχε για όλους ένα τραυματικά «νέο», όχι κατανοητό στοιχείο. Και μαζί με την αναγκαία διεργασία πένθους για ό,τι χάνεται, απαιτεί και μια διεργασία κατανόησης. Ίσως αυτές να είναι οι ανάγκες. Πένθος και αγώνας, λέει η Κάτια Χαραλαμπάκη στον πρόλογο. Αγώνας. Η λέξη μπορεί να αναδεικνύει τη μεγάλη δυσκολία, την οδύνη που ενέχει η προσπάθεια κατανόησης μιας κρίσης, την ίδια  στιγμή που τη βιώνουμε. Μπορεί και να είναι μια νοσταλγική αναφορά σε ένα συλλογικό παρελθόν. Ίσως, ακόμα, η σύνδεση πολιτικής και ψυχοθεραπείας που επιχειρεί ο τόμος που συζητούμε, και μάλλον επιχειρεί και το περιοδικό από το 2012, να αποτελεί  μέρος της αναζήτησης νέων εργαλείων κατανόησης του συλλογικού ψυχικού τοπίου. Στους άξονες αυτούς κυρίως: την οδύνη που ενέχει η κατανόηση, τη νοσταλγία ως αναπόφευκτη συνέπεια της απώλειας, αλλά με πολλές δυνητικές σημασίες, την ανάγκη εμπλουτισμού των εργαλείων της ψυχοθεραπευτικής σκέψης που επιτάσσει ο καιρός κινείται, έτσι όπως το διάβασα εγώ, το βιβλίο.

Για παράδειγμα, στο κείμενο «Ζούμε μια ζωή που δεν καταλαβαίνουμε» ο Σωτήρης Μανωλόπουλος  συσχετίζει τη δυσχέρεια στην κατανόηση με την αποφυγή  της συνάντησής μας με το εξαιρετικά οδυνηρό βίωμα απώλειας της παντοδυναμίας, βίωμα που συνδέεται με την οδύνη της παιδικής ηλικίας. Κι αυτό δεν βρίσκεται πολύ μακριά από όσα επισημαίνει ο Νίκος Μαρκέτος στο κείμενό του «Μίσος και φθόνος», ανατρέχοντας στον Αντόρνο: Ό,τι φαίνεται αποκρουστικά ξένο, δηλαδή από απευκταίο έως μισητό, στην πραγματικότητα είναι εντελώς οικείο. Στο ζήτημα της παντοδυναμικής, εντέλει, διάψευσης της έλλειψης και των ορίων εντοπίζει η Ειρήνη Τσανίρα, όχι απλώς τη δυσχέρεια κατανόησης της κρίσης, αλλά ένα από τα συστατικά στοιχεία της – αυτά στο κείμενό της «Τα πολλαπλά πρόσωπα της κρίσης». Στην κατάργηση των κανόνων και της ιεράρχησης στο σκέπτεσθαι και στην κοινωνία, ως στοιχείο του «μεταμοντέρνου ελληνικού δράματος» αναφέρεται η Κάτια Χαραλαμπάκη στον σχετικό διάλογό της με την Maria Borcsa. Ο Γιώργος Γουρνάς, στο κείμενό του «Η διαχείριση  της κρίσης – αξιοποιώντας τη δύναμη της ομάδας» μιλάει για τη συντριπτική διάσταση διαγενεακής πίεσης, ως στοιχείο του πόνου μιας γενιάς. Δηλαδή, της οδύνης της παιδικής ηλικίας.

Αν κοινός παρονομαστής στα παραπάνω είναι η απώλεια, ως γεγονός ή ως απειλή, είναι εύλογη και η ανάδυση της νοσταλγίας ως βιώματος χαρακτηριστικού των καιρών της κρίσης. Η επιθυμία του νόστου σε ένα σπίτι που δεν υπάρχει πια μπορεί να αποτελέσει στοιχείο αποπροσανατολισμού, όπως επισημαίνει στο κείμενό της «Ταυτότητα και απώλεια σε εφήβους μετανάστες» η Θεοδώρα Σκαλή. Απώλεια και ταυτότητα.

Ίσως, ωστόσο, η νοσταλγία να αποτελεί και παλινδρομική κίνηση προς κάποιο παλαιό ή και αρχαίο, ανθεκτικό στοιχείο ταυτότητας, χρειαζούμενο για την επανεκκίνηση της σκέψης, της ονειροπόλησης, θα έλεγα, όπως την εννοούν οι ψυχαναλυτές, δηλαδή του σκέπτεσθαι και της δημιουργίας συνδέσεων σε συνθήκες πίεσης, ατομικής και συλλογικής. Από αυτή την άποψη, οι αναφορές της Κάτιας Χαραλαμπάκη στον Bateson, τον Μαρξ, τον Διογένη, σε ένα υπόγειο κίνημα θεραπευτών, είναι νοσταλγικές. Άλλωστε, σε άλλον διάλογό της με τη Maria Borcsa διατυπώνει με σαφήνεια τη θέση ότι όταν ο λόγος καταρρέει, η νοσταλγία είναι πολύ σημαντικό σημείο αναφοράς.

Νοσταλγικό κατ’ εμέ είναι το παραμύθι για το ινδιάνικο χωριό που συν-έγραψαν τα μέλη  της ομάδας διαλόγου στην ψυχοθεραπεία Βίκυ Γκότση, Ανδρούλα Ηλία, Κία Θανοπούλου, Ελεάνα Κουμπή, Ιουλία Μπαλάσκα, Αθηνά Πιστικού και Αθηνά Ψυλλιά. Ίσως και το κείμενο της Ιωάννας Καρυστιάνη που στον στυγνό πραγματισμό της ενεστώσας απανθρωπιάς αντιπαραθέτει την απόλυτη δεκτικότητα της μητρικής μορφής, πίσω στο χωριό του γενέθλιου τόπου. Το κείμενο έχει τον τίτλο «Ο ένας και οι άλλοι. Φιλοτεχνώντας ατομικές και συλλογικές ταυτότητες σε σελίδες πεζογραφίας», η Ιωάννα Καρυστιάνη  μιλάει από τη θέση της συγγραφέως, δηλαδή της καλλιτεχνιδας. Η τέχνη μπορεί να παράσχει υπερβατικά παραδείγματα  που έχουν τη δύναμη να περιέξουν τον πόνο και να επιτρέψουν το σκέπτεσθαι υπό πίεση. Τους Πέρσες του Αισχύλου χρησιμοποιεί ως παράδειγμα η Κάτια Χαραλαμπάκη, την Αντιγόνη  του Σοφοκλή η Κατερίνα Θεοδωράκη.

Λέγαμε πριν για απώλεια, και στη συνέχεια για δεκτικότητα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δεκτικότητα στο νέο, που αποτελεί προϋπόθεση της αναζήτησης νέων εργαλείων, ενέχει το στοιχείο της απώλειας, ιδεωδώς και του πένθους, βεβαιοτήτων; Στο κείμενό του «Πέντε σκέψεις για την πολιτική με αφορμή το βιβλίο μιας ψυχιάτρου», ο Αλέκος Αλαβάνος μιλάει, ως πολιτικός και ως οικονομολόγος, για την ανάγκη προσέγγισης του κοινωνικού ασυνειδήτου, όχι με μονογαμική προσφυγή σε εξιδανικευμένες οικονομικές προσεγγίσεις, αλλά με επίγνωση της πολυφωνικότητας του ψυχισμού, ατομικού και συλλογικού. Στο κείμενό του, «Συλλογική και ατομική ταυτότητα σε περιόδους αποσταθεροποίησης», ένα κείμενο που επιχειρεί να εμπεριέξει και να κατανοήσει την τερατωδία της ναζιστικής Γερμανίας, ο Titus Milech αναφέρεται με έμφαση στην απόλυτη μονοφωνικότητα του χιτλερισμού.

Η ανάγκη της αναζήτησης νέων εργαλείων επισημαίνεται σε  αρκετά κείμενα του βιβλίου. Η ίδια η αναζήτηση, στο βαθμό που ενέχει το στοιχείο του πένθους και της δεκτικότητας στο άλλο, το μη γνωστό, το ανοίκειο, αποτελεί  θεραπευτική διαδικασία, ατομική, οικογενειακή, συλλογική. Αυτό φαίνεται, π.χ. να υπαινίσσεται το συλλογικό κείμενο με τον εύγλωττο τίτλο: «Θεραπευτές και οικογένειες στη δίνη της κρίσης: Προκλήσεις και ευκαιρίες», γραμμένο από τις Βαλέρια Πομίνι, Αιμιλία-Μαρία Λεγάκη, Λευτέρη Μέλλο, Ζαχαρούλα Πανταζή, Ξένια Παππά, Μαρίνα Σολδάτου και Βλάση Τομαρά. Επίσης το κείμενο της Κασσιανής Πολίτου για τη συνάντησή της με την ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση, ως ειδικευόμενης ψυχιάτρου  στο τοπίο της δημόσιας υγείας. Το μοίρασμα και την οριζόντια μάθηση, συνεπώς και το νέο, που παρέχει η ομαδική διεργασία προτείνει  ως  θεραπευτικό όχημα ο Γιώργος Γουρνάς.

Θα ήθελα, κλείνοντας, την αποσπασματική αυτή περιδιάβαση να επισημάνω πως η έκδοση ενός βιβλίου αποτελεί μια πράξη. Ενός συλλογικού βιβλίου, όπως και ενός περιοδικού, μια πράξη συλλογική. Τα «Ανάλεκτα ψυχοθεραπείας και πολιτικής» αποτελούν μια συλλογή, όχι έναν προκρούστειο συγκερασμό στοχασμών, ατομικών και συλλογικών καταθέσεων και επιστημονικών προσεγγίσεων, με άξονα την κρίση και τις επιπτώσεις της στον ψυχισμό, ατομικό και συλλογικό. Αποτελούν όμως, καταρχήν, μια πράξη συμμετοχής στη ζωή της κοινωνίας. Και αφού το βιβλίο έχει γραφτεί κυρίως από ψυχοθεραπευτές, μια πράξη έκθεσης των ψυχοθεραπευτών στον κοινωνικό χώρο. Πιστεύω ότι ειδικά σε μια στιγμή κρίσης, που αφορά στην κοινωνία συνολικά, έχει μεγάλη σημασία η συμμετοχή των ψυχοθεραπευτών, ατομικά και συλλογικά, στην τρέχουσα κοινωνική ζωή για δύο λόγους: Την πληρέστερη και αμεσότερη κατανόηση των όσων συμβαίνουν και την ευόδωση της συλλογικής ψυχικής επεξεργασίας τους. Αυτή, ίσως, είναι και μια συμπληρωματική σημασία της λέξης αγώνας που χρησιμοποιεί στον πρόλογο του βιβλίου η Κάτια.

Αθήνα, Σεπτέμβριος 2019

Γρηγόρης Μανιαδάκης

 


*Το κείμενο είναι από ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου «Ανάλεκτα Ψυχοθεραπείας και Πολιτικής», της Ελληνικής Εταιρίας Συστημικής Σκέψης και Ψυχοθεραπείας Οικογένειας, επιμέλεια Κάτια Χαραλαμπάκη, εκδόσεις ΚΟΡΟΝΤΖΗ 2019, στο Πόλις ArtCafe,την 29η Σεπτέμβρη 2019.