Το τρίτο τεύχος του περιοδικού Συστημική Σκέψη & Ψυχοθεραπεία ξεκινά με το άρθρο της Lia Mastropaolo για το φαινόμενο του hihikomori που έχει κυριεύσει ένα εκατομμύριο εφήβους στην Ιαπωνία. Η συγγραφέας το ορίζει ως «νέο κοινωνικό φαινόμενο», ένα πολιτισμικό σύνδρομο,που παύει πια να είναι αποκλειστικά ιαπωνικό, μιας κι εξαπλώνεται στην Ιταλία και στην Ευρώπη της κρίσης γενικότερα. Hihikomori σημαίνει απόσυρση. Σημαίνει αποφυγή των κοινωνικών σχέσεων και καταφυγή στον εικονικό κόσμο του διαδικτύου, στα βιντεοπαιχνίδια, στην τηλεόραση. Σημαίνει ληθαργικότητα, έλλειψη επικοινωνίας και καθολική απομόνωση. Ποιες καταστάσεις στην Ελλάδα μας θυμίζει αυτή η περιγραφή; Φυσικά τις αναγνωρίζουμε σε αυξανόμενο αριθμό εφήβων σήμερα. Αλλά θα μπορούσε να διευρύνει κανείς τη χρήση του όρου για να περιγράψει καταστάσεις όπου η έλλειψη επικοινωνίας δεν είναι ορατή μέσα από τη «φυσική απομόνωση» (ο νέος που κλείστηκε στο σπίτι του και δεν βγήκε από κει τα επόμενα τέσσερα χρόνια), αλλά για ένα «ψυχικό hihikomori» όπου η επικοινωνία είναι χαμένη μέσα από την «κατάρρευση του νοήματος», όπως λέει ο Σωτήρης Μανωλόπουλος στο επόμενο άρθρο του περιοδικού. Σε σχέσεις που γίνονται γραφειοκρατικές και εργαλειακές (δεν θέλουμε να αγαπήσουμε για να μην ξεγελαστούμε), όπως σε κάποιους μηχανισμούς δημοσίων υπηρεσιών ή συνελεύσεις κομματικών οργανώσεων, με απώλεια σεβασμού του πλαισίου, του τρίτου, των ορίων, με πράξεις βίας και εκμετάλλευσης συναδέλφων, με εκβιασμούς, δωροδοκίες, εξαγορές, ίντριγκες. Με την έλξη από θέσεις εξουσίας και την αναζήτηση επικίνδυνων καταστάσεων που διεγείρουν και λειτουργούν ως αντικαταθλιπτικό, σε μια ζωή που ταλαντεύεται ανάμεσα στο fame και το shame. Αλλά και μέσα από την καταφυγή στο αλκοόλ και τις ουσίες, όπως στη συνέχεια περιγράφει ο Philip Flores. Το τελευταίο, αν και φαίνεται «κοινός τόπος» μεταξύ των ειδικών ψυχικής υγείας και της κοινής γνώμης γενικά, φωτίζεται μέσα από ιδιαίτερες διαστάσεις της αντιμετώπισης του προβλήματος: «δεν εγκαταλείπει κάποιος τη χρήση της ουσίας του, έως ότου ο πόνος και η δυσφορία που βιώνει από τη συνεχή χρήση υπερβαίνει την ευχαρίστηση ή την ευφορία που αντλεί από αυτήν». Κι ακόμα «ότι η δυνατότητα επιτυχούς ανάκαμψης μειώνεται σημαντικά, εκτός εάν η εμπειρία της ζωής του αλκοολικού σε αποχή είναι πιο ενδιαφέρουσα από την προηγούμενη ζωή του, με το αλκοόλ. Αυτό αντανακλά μια σημαντική αρχή της ανάκαμψης: αλκοολικοί και εξαρτημένοι δεν θα παραμείνουν σε αποχή εκτός κι αν αντλήσουν περισσότερη ευχαρίστηση από μια ζωή ελεύθερη ουσιών από αυτήν που αντλούσαν όταν έκαναν χρήση». Εδώ τα νέα διλήμματα, αλλά και οι νέες προκλήσεις για τους θεραπευτές - και όχι μόνο στις ουσιοεξαρτήσεις: πώς να βοηθηθούν οι θεραπευόμενοι και πού να αναζητήσουν σήμερα αυτή την πιο ενδιαφέρουσα ζωή; Ίσως, απαντά η Κία Θανοπούλου στο κείμενό της για τον δεσμό και το νόημα ως αντίδοτα στο τραύμα,αν τους δίδεται ένα πλαίσιο επούλωσης και συναισθηματικής επανόρθωσης  μέσα από τoν διάλογο, την αφήγηση, τη θεραπευτική σχέση, αλλά και γενικότερα τη σχέση. Το κείμενο αυτό επικεντρώνεται, όπως και του προηγούμενου συγγραφέα, στην έννοια του συναισθηματικού δεσμού, τόσο στη ζωή όσο και στη θεραπεία. Στο επόμενο άρθρο του περιοδικού ο Alan Cooklin αναφέρεται στην ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των παιδιών απέναντι στην ψυχική ασθένεια των γονιών τους. Έχει, άραγε, καμία σχέση η ψυχική ασθένεια των γονιών με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα; Μήπως το κράτος σε θέση γονιού δεν νοσεί και οι γονείς σε κάθε οικογένεια, ως «παιδιά» του κράτους, όπως και τα παιδιά τους, δεν έχουν ανάγκη από ανθεκτικότητα για να τα βγάλουν πέρα; Αλλά και οι θεραπευτές, δεν είναι κι αυτοί «παιδιά» στο ίδιο πλαίσιο, της εταιρείας τους που επίσης έχει πρόδρομα συμπτώματα της μεταδοτικής νόσου -όπως και το νοσοκομείο, ο χώρος εργασίας τους- δεν έχουν και οι ίδιοι ανάγκη από εμβολιασμό  στην ανθεκτικότητα; Και πώς μπορεί να γίνει η ενίσχυσή της; Αξιοποιώντας τη σκέψη του παιδιού, απαντά ο συγγραφέας. Με τη συμμετοχή των ίδιων των παιδιών -όχι «για» τα παιδιά αλλά «με» τα παιδιά. Σε δίκτυα συζήτησης, ακούγοντας τις δυσκολίες τους όπως τα ίδια τις αφηγούνται, αλλά και με την αναγνώριση του έργου τους «ως φροντιστών των ψυχικά πασχόντων γονιών τους». Η χρησιμότητα της τοποθέτησης αυτής είναι ευνόητη όταν βρισκόμαστε στη θέση του θεραπευτή. Αλλά δημιουργεί πολλές αναρωτήσεις και σκέψεις για το πώς μπορεί να μετατραπεί σε «αίτημα παιδιών» όταν εμείς οι ίδιοι  βρισκόμαστε στη θέση των παιδιών, μέσα στους θεσμούς όπου ανήκουμε. Και το τεύχος καταλήγει με το άρθρο της Έλσας Κοππάση για την πολυανδρία στο Θιβέτ -ενός τύπου γάμου και οικογένειας τόσο σπάνιας ώστε να θεωρείται εθνολογικό παράδοξο- προτείνοντας την κατανόηση ψυχικών φαινομένων μέσα από την οπτική του κοινωνικού ανθρωπολόγου: «το κοινωνικό/πολιτισμικό αλληλεπιδρά διαρκώς με τις ατομικές επιλογές και το ψυχικό. Όμως, ταυτόχρονα, μέσα από τη διαντίδραση με τους πληροφορητές του ο ανθρωπολόγος (αλλά και ο θεραπευτής) νομιμοποιείται να αναστοχαστεί τόσο γύρω από τα στοιχεία της ατομικής του ταυτότητας όσο και της συλλογικότητας στην οποία εμπλέκεται. Έτσι, ο διάλογος με τον “άλλο” είναι ταυτόχρονα εσωτερικός και εξωτερικός .... Η διερεύνηση του “άλλου” και της ετερότητας ουσιαστικά οδηγεί στην εξέταση του ίδιου του εαυτού, αλλά και η συγκρότηση του υποκειμένου, ταυτόχρονα καθορίζει και καθορίζεται από εκείνους τους άλλους με τους οποίους το υποκείμενο έρχεται σε σχέσεις αμοιβαιότητας και διαντίδρασης». Ανάλογες σκέψεις για τον εαυτό και τον «άλλο» προσεγγίζονται, από μια αντίθετη φορά, στο εισαγωγικό σχόλιο του Νίκου Μαρκέτου (για να γυρίσουμε στην αρχή του κύκλου), γύρω από τον φθόνο και το μίσος εν καιρώ κρίσης: «Η παρούσα κρίση προάγει τον φόβο της διαλυτικής χρεωκοπίας του κόσμου και προκαλεί την αναζήτηση μιας απόλυτης αλήθειας, οντολογικά ορισμένης, μη διαψεύσιμης, που απορρίπτει το χάος της ζωής και παρέχει ένα θεμέλιο για την τάξη του κόσμου ...  Αυτή η τάση ενεργοποιεί τον εθνικισμό και τον φονταμενταλισμό ... Είμαστε ενώπιον μιας κομβικής επιλογής που καθορίζει τη λειτουργία κάθε θεσμού και κάθε κοινωνικού δεσμού: πώς είναι δυνατόν η απαραίτητη επιβεβαίωση μιας ιδιαιτερότητάς μας να μην εξελιχθεί αναγκαστικά προς μια παρανοϊκή υπεράσπισή της; Το “ανήκειν” είναι ουσιώδες για να ορίσουμε μια ταυτότητα, αλλά, όπου αυτό τείνει να σκληρύνεται (παρανοϊκά), εκβάλλει αναπόφευκτα σε ένα κλείσιμο απέναντι στον “άλλο” και, άρα, σε μια προοδευτική στείρωσή της». 

Έτσι, λοιπόν, το τρίτο τεύχος του Συστημική Σκέψη & Ψυχοθεραπεία αγγίζει προβληματισμούς γύρω από νέες δυνατότητες για τη δουλειά μας ως ψυχοθεραπευτών στις σημερινές συνθήκες, αλλά και για τη βαθύτερη κατανόηση  του εαυτού μας ως ατόμων και κοινωνικών οντοτήτων.  

                                         Για τη Συντακτική Επιτροπή: Κάτια Χαραλαμπάκη