Κία Θανοπούλου2
 
 

 1. Ένα μέρος του κειμένου  παρουσιάστηκε στο πανελλήνιο συνέδριο «Κακοποίηση - Παραμέληση Παιδιών: σε αναζήτηση της επιστημονικής γνώσης. Το σοκ του πραγματικού. Η επιστροφή του συμβολικού», που διοργανώθηκε από το Κέντρο για τη Μελέτη και τη Πρόληψη της Κακοποίησης- Παραμέλησης των Παιδιών,  Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, 9-10 Μαϊου 2011.

2. Ψυχολόγος (Msc), ψυχοθεραπεύτρια, συστημική θεραπεύτρια. Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας Ψ.Ν.Α., e-mail : This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.


Περίληψη

Η παραμέληση, η πρώιμη απώλεια  στενών συναισθηματικών δεσμών και η κακοποίηση αποτελούν σοβαρά τραύματα με συνέπειες στην ικανότητα  των ανθρώπων για συναισθηματική σύνδεση και συνεκτική νοηματοδότηση των εμπειριών ζωής τους. Η ψυχοθεραπεία, στην ουσία, παρέχει ένα πλαίσιο επούλωσης και συναισθηματικής επιδιόρθωσης μέσα από τo διάλογο, την  αφήγηση αλλά και τη σχέση που θα αναπτύξει ο θεραπευόμενος με το θεραπευτή.  Η  δυνανότητα του ανθρώπου, στα πλαίσια της θεραπείας να αφηγηθεί με συνοχή τις δυσκολίες της ζωής του, όσο τραυματικές κι αν είναι, να επεξεργαστεί συναισθηματικά το παρελθόν του και να νοηματοδοτήσει τα γεγονότα της ζωής του ενδέχεται να  λειτουργήσει  επιδιορθωτικά σε συναισθηματικό  επίπεδο, τόσο για το ίδιο το άτομο, όσο και για τα παιδιά του, και μπορεί να συμβάλει στη διακοπή της διαγενεακής μεταβίβασης επιτρέποντας στο άτομο  να συνεχίσει τη ζωή του, πέρα από τα όρια και τους περιορισμούς που θέτει το τραυματικό παρελθόν του, αποκτώντας κατά συνέπεια μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής στη διαμόρφωση της ιστορίας του.

Λέξεις κλειδιά: συναισθηματικός δεσμός, νόημα, τραύμα, επανάληψη, επιδιόρθωση, θεραπευτική σχέση, αφήγηση

 

Το ποιος είναι, το μαθαίνει κανείς από την κούνια, το ποιος γίνεται, διαμορφώνεται μέσα από αναρίθμητες συναλλαγές.

                                                                         Bertrand Cramer (1999)

Τίποτε δεν φαίνεται να είναι πιο επώδυνο για τον άνθρωπο από την έλλειψη νοήματος και συνοχής των πραγμάτων. Η αδυναμία να δώσει μια εξήγηση στον κόσμο που τον περιβάλλει ή σε αυτό που του συμβαίνει, τον βυθίζουν πάντα σε μια βαθιά απόγνωση. Τέτοιες καταστάσεις γεννούν μέσα του το αφόρητο συναίσθημα ενός χαοτικού σύμπαντος, χωρίς σημεία αναφοράς, χωρίς προστατευτικούς φραγμούς, όπου τα πάντα θα μπορούσαν να συμβούν  και όπου το χειρότερο είναι πάντοτε πιθανόν.

                                                              Εnriquez (βλ. P.Τhomassin,1993)

Εισαγωγή στη θεωρία της συναισθηματικής πρόσδεσης 

    Η θεωρία των συναισθηματικών δεσμών (attachment theory) του Βowlby (1988a) υποστηρίζει πως οι άνθρωποι έχουν μια εγγενή τάση να διαμορφώνουν συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ τους, που έχουν πολλές σημασίες, και περιλαμβάνουν τόσο θετικά όσο και αρνητικά συναισθήματα. Η πρώτη μορφή συναισθηματικής πρόσδεσης είναι εκείνη που το βρέφος αναπτύσσει με το πρόσωπο που ικανοποιεί τις ανάγκες του και το φροντίζει (συνήθως η μητέρα). Στην ουσία  πρόκειται για  ένα  βιολογικά  προγραμματισμένο δεσμό που αναπτύσσεται μέσα από την ανάγκη του βρέφους για ασφάλεια, σταθερότητα και προστασία και ο οποίος εξασφαλίζει την ψυχοσωματική του επιβίωση. Ο ρόλος του προσώπου πρόσδεσης  είναι η παροχή  μιας ασφαλούς βάσης, προκειμένου το παιδί να μπορεί στη συνέχεια να εξερευνήσει το περιβάλλον γύρω του, αλλά και ενός ασφαλούς  παραδείσου, όπου μπορεί να καταφεύγει, όταν νιώθει ότι  απειλείται ή κινδυνεύει. To βλέμμα, η φωνή, τα βήματα, η μυρωδιά, το άγγιγμα και η αγκαλιά της μητέρας δημιουργεί, υπό φυσιολογικές συνθήκες, στο βρέφος ανακούφιση, ασφάλεια, ζεστασιά , ευχαρίστηση και προετοιμάζει το χώρο προκειμένου το παιδί να ανοιχτεί στον έξω κόσμο, να τον ανακαλύψει και να διαχειριστεί την ελευθερία του. Η θεωρία του Βowlby λοιπόν προτείνει ένα πλαίσιο κατανόησης της συναισθηματικής ανάπτυξης του ανθρώπου και των διαπροσωπικών δυσκολιών που ενδέχεται να αντιμετωπίσει στη  πορεία της ζωής του. Σύμφωνα με τη θεωρία, οι πρωταρχικές μας σχέσεις με αυτούς που μας φρόντισαν ενδοβάλλονται ως μοντέλα του σχετίζεσθαι (εσωτερικά μοντέλα εργασίας) και καθορίζουν τον τρόπο και τον τύπο των μετέπειτα σχέσεών μας, το πώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, αλλά και τους άλλους, πώς ανταποκρινόμαστε στις σχέσεις μαζί τους και τι προσδοκούμε από αυτούς.

   H ικανότητα του γονιού να παρατηρεί, να κατανοεί και να ανταποκρίνεται στις προθέσεις και τον εσωτερικό κόσμο του μωρού φαίνεται να επηρεάζει την ανάπτυξη ενός ασφαλούς συναισθηματικού δεσμού και επιτρέπει σταδιακά στο παιδί να δομήσει έναν εαυτό συγκροτημένο, συνεκτικό  και δημιουργικό. Το παιδί εσωτερικεύει τη λειτουργία του γονιού και αυτό του δίνει τη δυνατότητα να τα βγάλει πέρα με τον εαυτό του και τις σχέσεις. Καθώς οι άλλοι ανταποκρίνονται σε αυτό και τoκατανοούν και κείνο με τη σειρά του μπορεί να κατανοεί τους άλλους. Σύμφωνα με τον Holmes (2009) από τη μητρική συνέπεια προέρχεται μια αίσθηση ιστορίας: η αξιοπιστία της ανταπόκρισης της μητέρας στο βρέφος γίνεται ο πυρήνας της αυτοβιογραφικής ικανότητας. Από το μητρικό κράτημα προέρχεται η ικανότητα να «κρατήσει» κανείς τον εαυτό του μέσα στο νου του: η ικανότητα αυτοστοχασμού, η σύλληψη της ανθρώπινης συμπεριφοράς ως έχουσας νόημα με όρους αναγκών, αισθημάτων, πεποιθήσεων, στόχων, σκοπών και αιτίων (Allen et al. 2008,  Fonagy et al., 1995). Με έναν ποιητικό τρόπο  ο Μανωλόπουλος (2004) μας υπενθυμίζει πως η ικανότητα της μητέρας να μαντεύει τις συναισθηματικές εμπειρίες του βρέφους της  είναι η καλή μοίρα που αγρυπνά, γνέθει και υφαίνει τα νοήματα και κρατά μακριά την καταστροφή. Η μητέρα (ή το πρόσωπο που φροντίζει το παιδί) είναι εκείνη που υποδέχεται και περιέχει στο δικό της ψυχισμό τα ακατέργαστα στοιχεία που αποβάλλονται από το παιδί, τα επεξεργάζεται, τα νοηματοδοτεί και μετά τα επιστρέφει πίσω (Βion, 1978). Καθώς η μητέρα μετασχηματίζει τις επώδυνες αισθήσεις του βρέφους σε υποφερτά συναισθήματα, εξασφαλίζει την παροχή μιας αίσθησης που ηρεμεί, καταπραύνει και παρηγορεί, και μαθαίνει στο παιδί να τα βγάζει πέρα με τα συναισθήματά του. Το παιδί παίρνει τις αποκρίσεις της μητέρας, τις στρέφει μέσα του, τις εσωτερικεύει και με αυτές δημιουργεί τον ψυχικό του χώρο, δηλαδή μαθαίνει  να περιβάλλει ως υποκείμενο τις εμπειρίες του. Μέσω του μητρικού καθρεπτίσματος το βρέφος αποκτά συμβολική αναπαράσταση της δικής του ψυχικής κατάστασης, καθώς και των άλλων, και σταδιακά αποκτά την ικανότητα για συναισθηματική ρύθμιση και έλεγχο των παρορμήσεών του (Allen & Fonagy, 2002).  Συμπερασματικά, το ασφαλές κράτημα (σωματικό και συναισθηματικό), η ανταπόκριση και  η εναρμόνιση της μητέρας με το μωρό της, οδηγεί σε ασφαλή παιδιά, τα οποία στην πορεία εξελίσσονται σε συγκροτημένους ενήλικες που είναι  σε θέση να  κατανοούν, και σε ένα επίπεδο να προβλέπουν, τις συμπεριφορές των  άλλων (καθώς σκέπτονται τι έχουν στο μυαλό τους), σκέπτονται για αυτά που αισθάνονται, αλλά και αισθάνονται για αυτά που σκέπτονται, συνδέουν  γεγονότα με σκέψεις και συναισθήματα  και εν γένει  είναι σε θέση να νοηματοδοτούν αυτά που συμβαίνουν  και να τα αντιμετωπίζουν (βλ.Θανοπούλου, Κατή, Χαραλαμπάκη, 2012). Στην αντίθετη περίπτωση, όπως θα δούμε και παρακάτω, η έλλειψη της αναστοχαστικής ικανότητας θεωρείται ένας σημαντικός παράγοντας διαγενεακής μετάδοσης της κακοποίησης.

Σύνδεση της  συστημικής θεωρίας με τη θεωρία του συναισθηματικού δεσμού

   Η  είσοδος της συστημικής προσέγγισης στο χώρο της θεραπείας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα  μετατόπισε το πεδίο παρατήρησης από τον υποκειμενικό κόσμο του ατόμου στο σημαντικό πλαίσιο σχέσεων του στην οικογένεια. Αρχικά το ενδιαφέρον στράφηκε στη συμπεριφορά και τα πρότυπα αλληλεπίδρασης των μελών της οικογένειας καθώς και στον τρόπο που τα προβλήματα συντηρούνταν στο «εδώ και τώρα». Εξαίρεση αποτέλεσαν οι διαγενεακές  προσεγγίσεις στο χώρο της συστημικής που, διατηρώντας την ψυχοδυναμική τους επιρροή, έδωσαν έμφαση στην ιστορία της οικογένειας και στη διαγενεακή μεταβίβαση ανεπίλυτων συναισθηματικών θεμάτων. Στην πορεία, η επικράτηση των ρευμάτων του κονστρουκτιβισμού και του κοινωνικού κονστρουξιονισμού επηρέασαν την οικογενειακή θεραπεία και  επέφεραν αλλαγές στη θεραπευτική πρακτική. Συγκεκριμένα, στη δεκαετία του 1980 το ρεύμα του κονστρουκτιβισμού, δίνοντας  έμφαση στο πώς οι άνθρωποι κατασκευάζουν την πραγματικότητα και νοηματοδοτούν τις εμπειρίες τους, μετέβαλλε την ιδέα  περί ύπαρξης μιας αντικειμενικής πραγματικότητας και υποστήριξε πως η πραγματικότητα είναι μια νοητική κατασκευή που επινοούμε (Glasserfeld, 1987, Maturana & Varela,1980, Hoffman, 1988). Στη δεκαετία του 1990 ο κονστρουξιονισμός ανέδειξε το προσωπικό νόημα ως μέρος ενός συγκεκριμένου ιστορικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος και, ως εκ τούτου, η πραγματικότητα θεωρήθηκε μια κοινωνική γλωσσική κατασκευή (Gergen, 1985, 1994). Στα πλαίσια αυτών των εξελίξεων αναδείχτηκαν νέες έννοιες προς διερεύνηση, όπως  ατομική  και κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας,  νοήματα, πεποιθήσεις, αφήγηση, γλώσσα, διάλογος. Παρακολουθώντας την πορεία ανάπτυξης της συστημικής θα λέγαμε πως  εξελίσσεται διαρκώς, ενσωματώνοντας και συνδυάζοντας διαφορετικά ρεύματα και τάσεις, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνει πολλές  διαφορετικές σχολές και μοντέλα θεραπείας και παράλληλα να εμφανίζει σημαντικές συνθετικές τάσεις. Την τελευταία δεκαετία αρκετοί  συστημικοί θεραπευτές έχουν στραφεί  προς τη χρήση της θεωρίας του συναισθηματικού δεσμού και προσπαθούν να τη συνδέσουν με τη συστημική θεωρία και πρακτική τους (βλ. Byng-Ηall, 1995, 1999a, Ηughes, 2007, Erdman and Caffery, 2003, Johnson and Whiffen, 2003, Akister and Reibstein, 2004, Dallos, 2006, Dallos, Vetere, 2009, ειδικό αφιέρωμα στη θεωρία του δεσμού του περιοδικού Family Process, 41: 3, 2002 και ειδικό τεύχος του Context, Αpril, 2007).

   Η θεωρία της συναισθηματικής πρόσδεσης του Βowlby συνδέεται με τη συστημική θεωρία  λόγω της έμφασης στην αλληλεπιδραστική φύση των σχέσεων. Βλέπει τον φροντιζόμενο και τον φροντιστή ως ένα σύστημα σε αμοιβαία αλληλεπίδραση, που ρυθμίζεται από τη θετική και αρνητική ανάδραση. Ένα παράδειγμα είναι το παιδί που προσκολλάται ακόμη πιο στενά σε ένα γονιό που το κακοποιεί, επειδή η πηγή της επίθεσης είναι ταυτόχρονα το αντικείμενο, στο οποίο το παιδί είναι προγραμματισμένο να στρέφεται σε περίπτωση κινδύνου (Holmes, 2009). Όπως αναφέρει  ο Byng-Hall  (2008) οι δεσμοί είναι μέρος τη οικογενειακής ζωής, οπότε οι οικογενειακοί θεραπευτές αναγκαστικά έρχονται αντιμέτωποι με τους δεσμούς, όταν βλέπουν οικογένεια ή ζευγάρι, ακόμα κι αν δεν το δηλώνουν στη θεωρία ή στην πρακτική τους. Ο ίδιος μάλιστα, επηρεασμένος από τη θεωρία της συναισθηματικής πρόσδεσης, χρησιμοποίησε τον όρο «ασφαλής οικογενειακή βάση» και όρισε ως ασφαλή την οικογένεια που παρέχει ένα αξιόπιστο δίκτυο σχέσεων πρόσδεσης, το οποίο βοηθάει όλα τα μέλη της, σε οποιαδήποτε ηλικία, να αισθάνονται αρκετά ασφαλή για να εξερευνήσουν τις σχέσεις τους με τα άλλα μέλη και με τρίτους εκτός οικογένειας (Byng-Hall, 1995). O Bowlby  το 1949 έγραψε ένα από τα πρώτα άρθρα  για την οικογενειακή θεραπεία, στο οποίο περιγράφει την ανακάλυψη μιας νέας μεθόδου θεραπείας, που συνίστατο στο να βλέπει όλη την οικογένεια μαζί, όταν η ατομική θεραπεία έδειχνε να φτάνει σε αδιέξοδο. Η  θεωρία του συναισθηματικού δεσμού συνδυάζει συνεισφορές από την ηθολογία, την αναπτυξιακή και γνωστική ψυχολογία, τη θεωρία των συστημάτων, την κυβερνητική και την ψυχανάλυση. Είναι μια σχεσιακή θεωρία της εξελικτικής πορείας του ανθρώπου και του εσωτερικού του κόσμου, που μπορεί να εμπλουτίσει και να διερύνει τη συστημική οπτική παρέχοντας μια διευρυμένη κατανόηση των σχεσιακών δυναμικών. Επιπλέον, η θεωρία του συναισθηματικού δεσμού παρέχει ένα χρήσιμο πλαίσιο κατανόησης και παρέμβασης σε ζητήματα ανεπίλυτων τραυμάτων καθώς στην ουσία είναι μια θεωρία που περιγράφει και εξηγεί το τραύμα της παραμέλησης, της απώλειας, της εγκατάλειψης ή και της υπερβολικής διέγερσης από τα πρόσωπα φροντίδας  και τις επιπτώσεις τους στην ψυχοσωματική ανάπτυξη του ατόμου. Ο ίδιος ο  Βowlby  ξεκίνησε την καριέρα του μελετώντας τις συνέπειες της μητρικής αποστέρησης και του αποχωρισμού στον ψυχισμό του μικρού παιδιού. Παρατήρησε πως παιδιά με αντικοινωνικές συμπεριφορές που είχαν κλειστεί σε ιδρύματα εξελίχθηκαν σε ενηλίκους με έλλειψη συναισθήματος, επιφανειακές σχέσεις και εχθρικότητα προς τους άλλους. Παιδιά χωρίς εμπειρία πρόσδεσης σε ένα σημαντικό πρόσωπο κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους υποφέρουν από έλλειψη δυνατότητας στενών διαπροσωπικών σχέσεων (Siegel, 1999). Τέλος, η θεωρία του δεσμού και οι ερευνητικές μελέτες που τη στήριξαν, παρέχει ένα πλαίσιο κατανόησης και εξήγησης της διαγενεακής μεταβίβασης, του πώς δηλαδή μεταβιβάζονται τα ασφαλή και ανασφαλή μοτίβα πρόσδεσης από γενιά σε γενιά. Είναι, λοιπόν, ιδιαίτερα  βοηθητική, όταν δουλεύουμε με διαγενεακά θέματα και με θέματα των οικογενειών καταγωγής των θεραπευόμενων, καθώς προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο εξερεύνησης της επίδρασης που ασκεί το παρελθόν στη μετέπειτα λειτουργικότητα ή δυσλειτουργικότητα του ατόμου και της οικογένειάς του, καθώς και εντοπισμού πιθανών επαναλαμβανόμενων μοντέλων συμπεριφοράς ή και αλληλεπίδρασης.

Η φυλακή της επανάληψης του τραύματος

   Οι τραυματικές εμπειρίες, ιδιαίτερα όταν είναι επαναλαμβανόμενες, διαταράσσουν την αίσθηση εμπιστοσύνης και ασφάλειας του ατόμου, τόσο προς τον εαυτό του, όσο και προς τους άλλους, οδηγούν στην έλλειψη σταθερής αντίληψης εαυτού και συγκροτημένης ταυτότητας και αν δεν επουλωθούν μπορεί να έχουν  επιζήμια αποτελέσματα για την εξέλιξη της ζωής του και να οδηγήσουν ακόμη και στην εμφάνιση ψυχοπαθολογίας. Οι γονείς των τραυματισμένων παιδιών, λόγω  των δικών τους ανεπεξέργαστων και ανεπίλυτων τραυματικών δυσκολιών, αδυνατούν να αναγνωρίσουν και να διαχειριστούν τις συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών τους. Με ανάλογο τρόπο, εξάλλου, δεν αναγνωρίστηκαν οι πρωταρχικές τους ανάγκες από τους δικούς τους γονείς,  με αποτέλεσμα  να επαναλαμβάνουν αυτό που βίωσαν  στα δικά τους παιδιά. Καθώς αφήνουν τα παιδιά τους  εκτεθειμένα σε τρομακτικά και αγχωτικά βιώματα μη παρέχοντας επαρκές καθρέπτισμα και κράτημα, και κείνα στη συνέχεια έχουν μειωμένη ικανότητα να αναπαραστήσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Σύμφωνα με τον Fonagy (Fonagy, 1991) οι σοβαρά τραυματισμένοι ενήλικες έχουν μειωμένη ικανότητα να σκεπτούν στοχαστικά και διεισδυτικά για τον εαυτό τους και για τις εμπειρίες που αποκομίζουν από τις σχέσεις τους. Eπιπλέον, έχουν σοβαρή δυσκολία να αναγνωρίσουν τους άλλους ως ξεχωριστά όντα με συναισθήματα, προθέσεις, επιθυμίες και σκέψεις καθώς και να προσδιορίσουν τη δική τους ψυχική κατάσταση και κατ' επέκταση αδυνατούν να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεών τους. Επιπλέον, η  εμπειρία της συστηματικής κακοποίησης μέσα στη σχέση συναισθηματικής πρόσδεσης, όπου η ίδια η φιγούρα πρόσδεσης είναι πηγή ασφάλειας αλλά και απειλής, συχνά οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο αποδιοργανωμένης πρόσδεσης, όπου ο φόβος πυροδοτεί την αναζήτηση εγγύτητας και η εγγύτητα στη συνέχεια φέρνει με τη σειρά της περισσότερη αγωνία λόγω της επικείμενης κακοποίησης (Bartholomew et al.,2001). Εφόσον τα τραυματισμένα άτομα στερούνται την εμπειρία μιας οποιασδήποτε σχέσης φροντίδας που θα λειτουργούσε ανακουφιστικά και καταπραϋντικά ως προς το τραύμα,  φτάνουν να αναζητούν και να επιδιώκουν τη σχέση με το ίδιο το γονιό που τα κακοποιεί (μια σχέση που ενέχει κίνδυνο και απειλή), αφού είναι σημαντική για την επιβίωσή τους, διαφορετικά θα έπρεπε να έρθουν σε επαφή με το επώδυνο συναίσθημα της εγκατάλειψης και της μοναξιάς.

   Τα τραυματισμένα άτομα  δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να νοηματοδοτήσουν τον κόσμο γύρω τους μ' έναν συνεκτικό τρόπο καθώς στερούνται την ικανότητα συναισθηματικής επεξεργασίας των εμπειριών τους. Προκειμένου να  διαχειριστούν τα συχνά επώδυνα συναισθήματά τους καταφεύγουν σε πρωτόγονους μηχανισμούς άμυνας, όπως η αποσύνδεση, η σχάση και η προβλητική ταύτιση και συχνά βασανίζονται από μια αίσθηση κενότητας και έλλειψης νοήματος (Ηolmes, 2009). Καθώς μεγαλώνουν σ' ένα περιβάλλον, όπου η αντίληψη των δικών τους αισθήσεων αγνοείται και συχνά διαστρεβλώνεται ή και απορρίπτεται, μαθαίνουν να κρύβουν τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε μια προσδοκία απουσίας φροντίδας και σε μια προσδοκία κινδύνου σε σχέση με την συναισθηματική έκφραση, με καταστροφικές συνέπειες για την αυτοεκτίμηση και για τις σχέσεις με τους οικείους τους (Holmes, 2009).  Είναι σαν να ζουν σε μια φυλακή φοβούμενοι να σκεπτούν, επειδή στην ουσία φοβούνται να θυμηθούν και να νιώσουν (Allen et al., 2008). Η έλλειψη δυνατότητας συμβολοποίησης και η αδυναμία χρήσης της φαντασίας τα οδηγεί συχνά σε παρορμητικές εκδραματίσεις (Ζulueta, 2006).  Τείνουν να πιστεύουν ότι οι αντιλήψεις τους είναι πράγματι γεγονότα και όχι ιδέες, ένας τρόπος να είναι τα πράγματα. Τόσο η σκέψη τους, όσο και ο τρόπος που βιώνουν τον εαυτό τους είναι  πολύ συγκεκριμένος. Συχνά έχουν την αίσθηση ότι ήταν κακά παιδιά και τους άξιζε να τιμωρηθούν. Παρόλο που αυτή η ντροπή και η ενοχή, μέχρι ενός σημείου θα μπορούσε να εξηγηθεί από τις ενδοβλητικές τους ταυτίσεις με τους κακούς γονείς, η αυτοκατηγορία αντιπροσωπεύει μια απέλπιδη προσπάθεια να γίνει αποδεκτή μια τρομακτική κατάσταση, διαφορετικά η σκέψη πως οι γονείς τους ήθελαν να τους βλάψουν θα ήταν βαθύτατα οδυνηρή (Gabbard, 2006). Προκειμένου, δηλαδή, να εξηγήσουν και να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά των γονιών τους, πείθουν τους εαυτούς τους  ότι οι γονείς τους είναι κατά βάση καλοί άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τα παιδιά τους, αλλά το γεγονός ότι έφτασαν στο σημείο να τα κακοποιήσουν αντανακλά ότι είναι κακά παιδιά και τους αξίζει αυτή η συμπεριφορά. Ο Fairbairn (1952) oνόμασε αυτή την αμυντική ανάγκη των τραυματισμένων παιδιών για αυτοενοχοποίηση «ηθική άμυνα» (moral defence). Σύμφωνα με τον van der Kolk (1989) σε αυτή τη στάση των θυμάτων κακοποίησης, ίσως να υπάρχει μια προσαρμοστική πλευρά, επειδή το κέντρο  ελέγχου γίνεται αντιληπτό ως εσωτερικό παρά ως εξωγενές. Μέσω αυτής της στάσης τα τραυματισμένα άτομα προσπαθούν να ανακτήσουν μια αίσθηση ελέγχου και δύναμης απέναντι στην πραγματικότητα της πλήρους αδυναμίας που βίωσαν κατά τη διάρκεια της τραυματικής εμπειρίας, αλλά και παλεύουν, θα προσθέταμε, να διατηρήσουν τη σχέση με τους γονείς τους. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο τα τραυματισμένα άτομα βλέπουν τον εαυτό τους ως παθητικά θύματα του τραυματισμού (Gabbard, 1997) και υποφέρουν από μια μορφή μαθημένου αβοήθητου (learned helpnessness), σύμφωνα με το οποίο πιστεύουν ότι καμιά προσπάθεια τους δεν μπορεί να αλλάξει το πεπρωμένο τους (van der Hart et al., 1993). Τέλος, ο μηχανισμός της αυτοεκπληρούμενης προφητείας που επιπλέον συντηρείται και από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον (το βλέμμα εκείνο που στιγματίζει το τραυματισμένο παιδί/αργότερα ενήλικα και το καθηλώνει  στο ρόλο άλλοτε του θύματος και άλλοτε του  θύτη) αναπαράγει έναν φαύλο κύκλο βίας που  διαιωνίζει τις επιπτώσεις που έχει η ίδια η κακοποίηση στην εικόνα εαυτού των τραυματισμένων ατόμων και προδιαγράφει μια ζωή υποταγμένη σε μια μοίρα, από την οποία φαίνεται να μην υπάρχει δυνατότητα απόδρασης.

Επανάληψη ή επιδιόρθωση   

Σ' ένα παλιό σπίτι πάντα ακούγονται πράγματα και πιο πολλά ακούγονται απ' ότι ειπώνεται. Κι ό,τι ειπώνεται παραμένει στο δωμάτιο περιμένοντας ν' ακουστεί από τo μέλλον. Κι ότι συμβαίνει άρχισε στο παρελθόν και πιέζει έντονα το μέλλον. Μέσα στον κοιτώνα με τις τραβηγμένες κουρτίνες  η αγωνία, είτε πρόκειται για γέννηση ή για θάνατο μαζεύει μέσα της όλες τις φωνές του παρελθόντος και τις προβάλλει στο μέλλον.                                                                                                                                                     

                                                                                                           T. S. Eliot, The Family Reunion, 1969

   Ο Freud (1920) είδε στον καταναγκασμό επανάληψης έναν τρόπο με τον οποίο το άτομο προσπαθεί να διαχειριστεί, να ελέγξει και να αφομοιώσει ένα τραυματικό γεγονός ή μια στρεσσογόνα κατάσταση που στην ουσία αποτελεί  ένα μη επιλυμένο πρόβλημα για το ψυχισμό του. Μάλιστα συνέδεσε τον καταναγκασμό επανάληψης με την ενόρμηση καταστροφής. Ο Russell (βλ. Πομίνι, 2011) αναφέρεται στην καταναγκαστική επανάληψη ως ένα φαινόμενο που προστατεύει και παράλληλα φανερώνει την ύπαρξη παλαιών τραυμάτων, που προκάλεσαν μια σοβαρή διαταραχή της συναισθηματικής πρόσδεσης. Σύμφωνα μα τα λεγόμενά του, η καταναγκαστική επανάληψη αντιπροσωπεύει το σημάδι της προσβολής στην ικανότητα αίσθησης και κατανόησης της συναισθηματικής εμπειρίας. Κάτι επαναλαμβάνεται, κάτι το οδυνηρό, τρομακτικό που το πρόσωπο προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει και το οποίο όμως ασυνείδητα τείνει να επαναλάβει, στα πλαίσια της αναζήτησης μιας λύσης.

   Σύμφωνα με την ψυχοδυναμική οπτική, η επανάληψη του τραύματος μπορεί  να κατανοηθεί ως αποτέλεσμα ασυνείδητης ταύτισης με τον επιτιθέμενο (Anna Freud, 1936) μέσω της οποίας  το τραυματισμένο άτομο αποκτά μια κατ' ουσίαν ψευδή αίσθηση ελέγχου και δύναμης. Επιπλέον, η ταύτιση με τον κακοποιητικό γονιό  κατά κάποιο τρόπο δικαιώνει τη συμπεριφορά του γονιού, υπονοώντας ότι το παιδί που υφίσταται την κακοποίηση την αξίζει, με αποτέλεσμα ο εαυτός να βιώνεται ως κακός και γεμάτος μίσος, τα ανυπόφορα συναισθήματα να εκδραματίζονται διαρκώς και, είτε μέσω της προβλητικής ταύτισης  να αποδίδονται σε κάποιον άλλον, είτε να οδηγούν σε αυτοκαταστροφικές τάσεις (Zulueta, 2006). Μέσα σε ένα τέτοιο διαστρεβλωμένο και συγχυτικό πλαίσιο σχέσεων, το τραύμα αναπαράγεται και επαναλαμβάνεται από γενιά σε γενιά  με ολέθριες συνέπειες για τις ζωές των ανθρώπων, αν δεν αντιμετωπιστεί  κατάλληλα.

   Η διαγενεακή διάσταση του τραύματος είναι ιδιαίτερα γνωστή και έχει απασχολήσει αρκετούς θεραπευτές και ερευνητές. Οι γονείς που κακοποιούν τα παιδιά τους συνήθως έχουν κακοποιηθεί και οι ίδιοι όταν ήταν παιδιά (Egeland et al., 1988, Oliver, 1993, Pianta et. al.,1989,Troy and Sroufe,1987, van der Kolk, 1989). Οι γονείς που επαναλαμβάνουν την κακοποίηση στα παιδιά τους, στην ουσία δεν έχουν αναπαραστάσεις για τα παιδιά τους, δεν μπορούν να τα σκεπτούν ως άτομα ξεχωριστά από τους ίδιους, με δικά τους χαρακτηριστικά, ούτε μπορούν να μπουν στη θέση των παιδιών τους. Τα παιδιά τους δεν έχουν σημασία για αυτούς και η κακοποίηση μοιάζει να καλύπτει ένα κενό νοήματος που βρίσκεται εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει η σημασία του παιδιού. Πολύ συχνά μάλιστα οι κακοποιημένοι γονείς, έχοντας  βιώσει οργή για την πρόωρη απώλεια της αθωότητάς, τους ξεσπούν απέναντι στα παιδιά τους και, μέσω της βίας που τους ασκούν, επιτίθενται με φθόνο και αφαιρούν ό,τι με τον ίδιο τρόπο τους είχαν αρπάξει (Grotstein, βλ. Gabbard, 2006). Το παιδί που κακοποιείται από το γονιό μπορεί στην ουσία να λειτουργεί ως υπενθυμητής της ανάγκης του ίδιου του γονιού για αγάπη και προστασία που δεν ικανοποιήθηκε ποτέ από το δικό του γονέα και, ως εκ τούτου, το παιδί χρησιμοποιείται ως αντικείμενο οργής και διεστραμένης ικανοποίησης (Ζulueta, 2006).

   Ένα εύλογο ερώτημα που προκύπτει, αφορά στο κατά πόσο οι άνθρωποι είμαστε αιχμάλωτοι του παρελθόντος και της ιστορίας μας, υποταγμένης σε μηχανιστική επανάληψη των τραυματικών βιωμάτων μας ή υπάρχει δυνατότητα απόδρασης και  διαφυγής. Είμαστε σε θέση να ανακατασκευάσουμε το παρελθόν μας και να απελευθερωθούμε από τις επιδράσεις του; Ή η ιστορία μας επιβάλλεται και μας καθορίζει;  Και αν οι  πρώιμες παιδικές εμπειρίες  μας είναι τόσο καθοριστικές στην  διαμόρφωση του ενήλικου εαυτού μας, τι δυνατότητες παρέμβασης και επιδιόρθωσης των αρνητικών εμπειριών του παρελθόντος μας παρέχει  η ψυχοθεραπευτική διαδικασία;

   Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε ερευνητικά αποτελέσματα που σχετίζονται με τη θεωρία του δεσμού και μπορούν να αξιοποιηθούν στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας, προκειμένου να βοηθήσουμε τους θεραπευόμενούς μας να σπάσουν φαύλους κύκλους αρνητικών διαγενεακών μοτίβων και να απελευθερωθούν από τις δυσμενείς επιδράσεις του παρελθόντος τους. 

   Η Main και οι συνεργάτες της (Main et al.,1985)  ανέπτυξαν τη Συνέντευξη Ενηλίκων για τον Δεσμό (Adult Attachment Interview), ένα πρωτότυπο ερευνητικό εργαλείο, που μελετά τη μορφή της αφήγησης των γονιών γύρω από τις εμπειρίες της παιδικής τους ηλικίας σε θέματα σχέσεων με τους δικούς τους γονείς. Όπως προέκυψε, μέσα από τη συγκεκριμένη συνέντευξη, υπήρχαν διαφορές μεταξύ του τρόπου αφήγησης ενηλίκων που είχαν παιδιά με ασφαλή πρόσδεση και αυτών που είχαν παιδιά με ανασφαλή πρόσδεση. Επιπλέον, πολλές ανεξάρτητες μελέτες έχουν επιδείξει αξιοσημείωτα συνεπείς συσχετίσεις ανάμεσα στην κατάσταση πρόσδεσης των βρεφών στη συνθήκη του ξένου (το γνωστό πείραμα της Ainsworth και των συνεργατών της, όπου μελετήθηκαν οι αντιδράσεις των νηπίων στον αποχωρισμό και στην επανασύνδεση) και σε εκείνη των μητέρων τους στη Συνέντευξη Ενηλίκων για τον Δεσμό (βλ.  Holmes, 2009).  Ενδιαφέρον έχει και η διαπίστωση πως  η συνέντευξη ενηλίκων  μπορεί  να προβλέψει  με  μεγάλο ποσοστό ακρίβειας τον τύπο του συναισθηματικού δεσμού που θα αναπτύξει ο γονιός με το παιδί του, πριν αυτό γεννηθεί (Fonagy et al.,1991). Πιο αναλυτικά, όπως προέκυψε από την έρευνα, τα αυτόνομα ασφαλή άτομα (αντίστοιχα των ασφαλών παιδιών στη συνθήκη του ξένου) δίνουν σαφείς και συνεκτικές περιγραφές των εμπειριών της παιδικής τους ηλικίας. Η αφήγησή τους παρουσιάζει συνοχή, επαφή με κατάλληλο συναίσθημα και ρεαλισμό στον τρόπο αντίληψης των γονιών, ως πρόσωπα. Η εικόνα που παρουσιάζουν είναι σχετική με τις εμπειρίες που αφηγούνται και είναι σε θέση να διαχωρίζουν τη δική τους εμπειρία από αυτή των άλλων. Έχουν θετική άποψη για τον  εαυτό τους και τους άλλους και δείχνουν εμπιστοσύνη στις σχέσεις. Επιπλέον, έχει ιδιαίτερη σημασία πώς μια  ομάδα ατόμων, ενώ είχαν τραυματικές εμπειρίες ως παιδιά, μπορούσαν να τις εμπεριέξουν  και να τις αφηγηθούν με συνοχή  χωρίς ούτε να κατακλυστούν από αυτές, ούτε στο άλλο άκρο να τις αποφύγουν: ως γονείς είχαν αναπτύξει ασφαλείς συναισθηματικούς δεσμούς με τα παιδιά τους. Τα ανασφαλή απορριπτικά άτομα (αντίστοιχα των παιδιών με ανασφάλεια αποφευκτικού τύπου, στη συνθήκη του ξένου) δεν είναι σε θέση να θυμηθούν πολλά για τις σχέσεις πρόσδεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις εξιδανικεύουν τους γονείς τους αδυνατώντας να στηρίξουν τις εξιδανικεύσεις με συγκεκριμένα παραδείγματα. Συχνά καταφεύγουν σε μια στερεότυπη εκδοχή για τον  εαυτό τους και το παρελθόν τους και εκλογικεύουν τυχόν αρνητικά συναισθήματα.Τείνουν να μειώνουν τη σημασία των πρωταρχικών σχέσεων πρόσδεσης και ενώ προς τα έξω δεν δείχνουν ανησυχία μέσα τους κρύβουν θυμό, μοναξιά και ανησυχία. Τα ανασφαλή, απορροφημένα με σχέσεις πρόσδεσης του παρελθόντος άτομα (αντίστοιχα των παιδιών με ανασφάλεια αμφιθυμικού τύπου, στη συνθήκη του ξένου)  χρησιμοποιούν ασύνδετο, ασυνάρτητο λόγο και μη πειστικές ιστορίες. Οι συναισθηματικές εκκρεμότητες του παρελθόντος αποτελούν την κύρια ενασχόλησή τους και δείχνουν σαν να ζουν στο παρελθόν. Δεν μπορούν να παρουσιάσουν μια οργανωμένη συνεκτική αφήγηση και κατακλύζονται από φορτισμένα συναισθήματα από τα οποία αδυνατούν να αποστασιοποιηθούν. Τέλος, οι αποδιοργανωμένοι ενήλικες (αντίστοιχοι των παιδιών με ανασφάλεια αποδιοργανωτικού τύπου, στη συνθήκη του ξένου) έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες που δεν έχουν επιλύσει, οπότε, όταν η συζήτηση στρέφεται σε θέματα που αφορούν απώλεια ή τραύμα αποσυντονίζονται και η αφήγησή τους μοιάζει ασυνεχής, κομματιασμένη και ασυνάρτητη.

   Ο ασφαλής, λοιπόν, δεσμός συνδέεται  με την ικανότητα των γονιών να αφηγούνται τα γεγονότα που αφορούν στην παιδική τους ηλικία και τη σχέση με τους δικούς τους γονείς με συνοχή (αυτοβιογραφική ικανότητα), ανεξάρτητα από τυχόν τραυματικά βιώματα. Το τραύμα  από μόνο του δεν καθορίζει   τη μορφή της  αφήγησης, ούτε προδικάζει ανασφαλείς σχέσεις. Καθοριστικής σημασίας φαίνεται να είναι η δυνατότητα του ατόμου να επεξεργαστεί συναισθηματικά  και να νοηματοδοτήσει  τα επώδυνα γεγονότα της ζωής του.  Όταν  το άτομο κατανοήσει τι έγινε στο παρελθόν, δει τα κίνητρα της συμπεριφοράς των δικών του γονιών, κατανοήσει και τις δικές τους δυσκολίες και γενικότερα είναι σε θέση να μιλάει με συνοχή και σαφήνεια για τις εμπειρίες της ζωής του και για το παρελθόν του, όσο πόνο και αν περιέχει, χωρίς άρνηση ή υπερχείλιση συναισθήματος, αποτελεί ένδειξη ασφάλειας και αναστοχαστικής δυνατότητας, η οποία στην ουσία  λειτουργεί προστατευτικά  και εμποδίζει τη μετάδοση ανασφαλών σχέσεων πρόσδεσης στην επόμενη γενιά (Main et al.,1984). Σε μια μελέτη του Egeland και των συνεργατών του (Egeland et al., 1988) διαπιστώθηκε πως γονείς με ιστορία ανασφαλούς πρόσδεσης είχαν διαμορφώσει σχέση ασφαλούς πρόσδεσης με τα παιδιά τους. Αυτοί οι γονείς είχαν αναζητήσει θεραπευτική βοήθεια, είχαν αποδεχθεί και συμφιλιωθεί συναισθηματικά με τα αρνητικά παιδικά τους βιώματα και είχαν διαμορφώσει μια ικανοποιητική σχέση με τον/τη σύντροφό τους. Μια άλλη έρευνα (Hunter et al.,1979) επεσήμανε πως οι μητέρες με ιστορικό κακοποίησης, οι οποίες επανέλαβαν την κακοποποίηση στα παιδιά τους διέφεραν από τις κακοποιημένες μητέρες που όμως δεν κακοποίησαν τα παιδιά τους ως προς την έλλειψη δυνατότητας να αναγνωρίσουν και να συνειδητοποιήσουν τη δική τους ιστορία κακοποίησης. Ο Fonagy και οι συνεργάτες του (1995) σε μια έρευνα μελέτης του συναισθηματικού δεσμού ανάμεσα στο γονιό και το παιδί παρατήρησαν πως γυναίκες που είχαν υποστεί σημαντική παραμέληση από τους γονείς τους κατά την παιδική τους ηλικία μπορεί να είχαν δικά τους παιδιά με ασφαλή συναισθηματική πρόσδεση, εφόσον είχαν αναπτύξει  την ικανότητα για αναστοχασμό (reflective function) σε σύγκριση με τις γυναίκες που είχαν χαμηλή ικανότητα αναστοχασμού. Θα λέγαμε λοιπόν πως οι άνθρωποι εξελίσσονται και διαμορφώνονται μέσα από τις σχέσεις στις οποίες εμπλέκονται. Πέρα από την επίδραση του παρελθόντος και των πρωταρχικών  εμπειριών σχετίζεσθαι, εξίσου σημαντική στη διαμόρφωση ενός ατόμου είναι  η ποιότητα των μετέπειτα αλληλεπιδράσεων και σχέσεων της ζωής του. Νέες συναισθηματικές εμπειρίες, όπως για παράδειγμα αυτές που παρέχονται  στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας μέσω της ψυχοθεραπευτικής σχέσης, ή ακόμα και άλλες σημαντικές σχέσεις στη ζωή του, μπορούν να αποδυναμώσουν παλιούς φόβους και δυσλειτουργικές πεποιθήσεις και να οδηγήσουν το άτομο σε αναθεώρηση και επαναδιαπραγμάτευση  των προτύπων σχετίζεσθαι  και κατά συνέπεια του τρόπου αντίληψης του εαυτού και των σχέσεων.

Η ιστορία της Σόνιας

Τι θα πει ημερώνω; ….είναι κάτι που στην εποχή μας το παραμέλησαν, είπε η αλεπού. Σημαίνει να δημιουργείς σχέσεις…….αν με ημερώσεις τότε θα έχουμε ο ένας την ανάγκη του άλλου. Για μένα, εσύ θα είσαι μονάκριβος στον κόσμο, για σένα εγώ θα είμαι η μονάκριβη στον κόσμο . Αρχίζω να μπαίνω στο νόημα, είπε ο μικρός πρίγκηπας.

                              Αntoine de Saint- Exupery, O μικρός πρίγκηπας, 1977

     Η Σόνια ήρθε στην Ελλάδα από την πρώην Σοβιετική Ένωση το 1992 με τον τότε σύζυγό της και το γιό τους Μιχάλη, τεσσάρων χρονών, εκείνο το διάστημα. Ο σύζυγος της κάποια στιγμή έκανε σχέση με μια άλλη γυναίκα και ύστερα από χρόνια, όταν πλέον ο γιός τους ήταν 16 χρονών, έφυγε από το σπίτι. Η Σόνια είπε πως δεν είχε καλή ζωή μαζί του και στην ουσία ανακουφίστηκε με το χωρισμό τους. Η ίδια όμως σημειώνει με έμφαση πως ποτέ δεν θα τον άφηνε γιατί σαν άνθρωπος δεν είναι «υπέρ του χωρισμού». Ο γιος τους εκείνο το διάστημα κλείστηκε στον εαυτό του και άρχισε να περνά πολλές ώρες στον υπολογιστή του. Ύστερα από σύντομο σχετικά διάστημα, η Σόνια γνώρισε τον Μάριο, κάνανε σχέση και ύστερα από τρία χρόνια παντρεύτηκαν. Στη Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας απευθύνθηκαν αρχικά ως ζευγάρι καθώς είχαν δημιουργηθεί προβλήματα και εντάσεις μεταξύ τους με αφορμή τη σχέση του Μάριου με το Μιχάλη. Η Σόνια ανησυχεί ιδιαίτερα για το γιο της γιατί παραμένει κλεισμένος στον εαυτό του και μοιάζει να μη ζει την ηλικία του. Δεν έχει φίλους, ούτε εργάζεται. Η θεραπεύτρια ζεύγους διερευνώντας την προσωπική ιστορία της Σόνιας ανακάλυψε πως έχουν πεθάνει και τα τέσσερα αδέλφια της και πως η ίδια, τέταρτη  στη σειρά γέννησης και το μοναδικό κορίτσι, είναι η μόνη από τα αδέλφια  που ζει. Λόγω του ότι οι θάνατοι των αδελφών της, έτσι τουλάχιστον όπως παρουσιάστηκαν στην αφήγησή της, έμοιαζαν ακατανόητοι, ανοηματοδότητοι και αθρήνητοι, η θεραπεύτρια ζεύγους της πρότεινε  να κάνει ατομική θεραπεία, παράλληλα με τη θεραπεία ζεύγους. Μέσα λοιπόν σε αυτό  πλαίσιο  η Σόνια έρχεται  για ατομική θεραπεία.

   Στις συναντήσεις μας δείχνει πολύ ευγενική και αξιοπρεπής, είναι συνεπέστατη, όμως μου δίνει την αίσθηση ότι είναι συναισθηματικά απούσα και έρχεται στην ουσία γιατί της το συστήσανε και όχι γιατί πραγματικά το χρειάζεται και το θέλει.  Για τα αδέλφια της λέει πως δεν ήταν πραγματικά δεμένοι μεταξύ τους. Ο πατέρας τους εξάλλου πάντα τους έλεγε  πως λειτουργούσαν  σαν ξένοι, σαν να μην αισθάνονταν ο ένας για τον άλλον. Όπως η ίδια αναφέρει έκλαψε για το θάνατό τους, αλλά δεν μπορεί να πει πως της λείπουν τα αδέλφια της. Καταλαβαίνει εξάλλου με τη λογική της πως ότι έγινε  δεν μπορεί να αλλάξει. Ο πατέρας της πέθανε το 1998 από ανακοπή,  ενώ ο πρώτος θάνατος στην οικογένεια ήταν ο τρίτος στη σειρά γέννησης αδελφός, ο οποίος πέθανε το 1982, όταν η Σόνια ήταν ακόμα στην πατρίδα της. Ήταν  φοιτητής και είχε πάει στις διακοπές καλοκαιριού σε ένα χωριό της Σιβηρίας για να δουλέψει. Τον σκότωσαν για να του πάρουν τα λεφτά που είχε μαζέψει από τη δουλειά του και μάλιστα το πτώμα του βρέθηκε μετά από τρεις μήνες. Εκείνο το διάστημα η Σόνια είχε ήδη φύγει από το πατρικό της και σπούδαζε αγγλική φιλολογία. Σύντομα γνωρίστηκε με τον πρώτο της άντρα, παντρεύτηκαν και γέννησε το γιό τους. Τα υπόλοιπα αδέλφια της πέθαναν μέσα σε μια δεκαετία, όταν η ίδια είχε πια φύγει με την οικογένειά της για την Ελλάδα.

   Η Σόνια, όπως λέει,  ένιωθε  πιο συναισθηματικά δεμένη με τον πατέρα της. Ήταν πιο δοτικός και τρυφερός σε σχέση με την μητέρα, η οποία περιγράφεται ως ψυχρός και αδιάφορος άνθρωπος. Εργαζόταν πολύ σκληρά στα ορυχεία και δεν την θυμάται ποτέ να ασχολείται με τα παιδιά της. Όταν αργότερα η Σόνια έφυγε για την Ελλάδα, η μητέρα της ποτέ δεν την έπαιρνε τηλέφωνο για να μάθει νέα της. Μέσα της πάντα ένιωθε σα να μην υπήρχε για τη μητέρα της, σα να μην ήταν το παιδί της.  Μάλιστα κάποια στιγμή τη ρώτησε «γιατί με βλέπεις σα ξένη;» κι κείνη αποκρίθηκε ψυχρά   «εσύ έχεις τη δική σου ζωή».  Η Σόνια όταν μιλά για τη μητέρα της δείχνει ενοχλημένη, όπως λέει «δεν έχει νόημα, δεν βγάζεις άκρη  μαζί της». Τα τελευταία τρία χρόνια η μητέρα της  έφυγε από την πρώην Σοβιετική Ένωση και ζει μαζί τους, γιατί αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα με την υγεία της. Η συγκατοίκηση δημιουργεί δυσκολίες στη Σόνια, η μητέρα της κάποιες φορές γίνεται παρεμβατική, όμως προσπαθεί να την αντιμετωπίζει με στωικότητα και απόσταση.  Η Σόνια έχει μάθει να λειτουργεί παγώνοντας τα συναισθήματα και τις ανάγκες της, διαχειριζόμενη την πραγματικότητα μέσα από κανόνες και πρέπει. Θυμάται τον  πατέρας της που της έλεγε «δεν πρέπει να κρατάμε ενθύμια από τα παλιά, στη ζωή πρέπει να προχωράμε μπροστά». Τη συμβούλευε μάλιστα  να σκίζει τα γράμματα που αντάλλασαν μεταξύ τους. Μετά το θάνατό του, λοιπόν, κι κείνη έσκισε παρορμητικά όλα τα γράμματά του για να μην πονάει. Το περίεργο βέβαια είναι πως στα πράγματα του πατέρα βρέθηκε ένα γράμμα, που κρατούσε από τον δικό του πατέρα που τον είχε χάσει πρόωρα στον πόλεμο. Όταν η Σόνια αφηγείται την ιστορία της νιώθω τον εαυτό μου συχνά να συγκινείται. Έχω την εντύπωση  πως στην ιστορία της οικογένειά της, οι άνθρωποι έχουν μάθει να θάβουν βαθιά μέσα τους συναισθήματα που πονάνε και αφορούν ανομολόγητα πένθη και απώλειες. Αναρωτιέμαι αν με κάποιο τρόπο η Σόνια μου ζητά να φιλοξενήσω μέσα μου συναισθήματα που εκείνη έχει μάθει να αγνοεί, μην αναγνωρίζοντάς τα. Στην πέμπτη συνάντησή μας, όταν της ζητώ να μου μιλήσει για το πώς αισθάνεται με τις  συναντήσεις μας μου λέει  με πολλή ευγένεια «ασχολείστε μαζί μου χωρίς να πληρώνεστε από μένα και αυτό αξίζει σεβασμό …με ακούτε με προσοχή και μου δίνετε την αίσθηση πως έχετε δεθεί μαζί μου …το καταλαβαίνω από το πώς είστε μαζί μου, πώς με ακούτε, πώς με νιώθετε …Με συγκινεί που συγκινείστε όταν μιλάω για την ιστορία μου». Παρόλη την προσπάθεια που καταβάλει να ελέγξει τον εαυτό της, δάκρυα κυλούν από τα μάτια της και με λυγμούς λέει: «Εγώ ίσως ακόμα δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να δεθεί ….ίσως είναι πιο εύκολο για μένα να μην δένομαι. Δεν πονάς έτσι. Δεν αφήνω τον εαυτό μου να ανοίγεται πολύ συναισθηματικά». Όταν τη ρωτάω: «έχετε σκεφτεί γιατί το αποφεύγετε;» ...μου λέει αυθόρμητα: «μα είναι στενάχωρο ... μου 'ρχεται να κλαίω όλη την ώρα …Έχουν συμβεί τόσα πολλά στη ζωή μου …πέθαναν όλα τα τα αδέλφια μου, τι κακή και άδικη μοίρα κουβαλάω ...και η μάνα μου, ο μόνος άνθρωπος από την οικογένειά μου που ζει,  κάνει σα να μην υπάρχω, σα να έχω πεθάνει και γω.  Πάνω από όλα όμως  με απασχολεί  ο γιος μου …. είναι τόσο κλειστός. Ανησυχώ για κείνον, τι του συμβαίνει»; Τότε βρίσκω την ευκαιρία και της λέω:  «όπως κι εσείς μπορεί κι εκείνος να προστατεύει με αυτό τον τρόπο ευαίσθητα κι επώδυνα συναισθήματα …ίσως κι κείνος σιωπηλά κουβαλάει πόνους ανομολόγητους και ίσως όχι  μόνο δικούς του ….Αν δεν αλλάξετε εσείς, γιατί να μετακινηθεί εκείνος»; Και  περίπου σε αυτό το σημείο κλείνει η συνάντησή μας. Μια ρωγμή μοιάζει να ανοίχτηκε και η ατομική θεραπεία άρχισε να αποκτά πιο προσωπικό νόημα για τη Σόνια. 

Ο θεραπευτής ως φιγούρα συναισθηματικής πρόσδεσης. Η σημασία της θεραπευτικής σχέσης.

    Το καλό θεραπευτικό κλίμα και η ποιότητα της σχέσης μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου είναι εξαιρετικά σημαντικές πλευρές της θεραπευτικής διαδικασίας. Η θεραπευτική σχέση αποτελεί στην ουσία μια ασφαλή βάση προκειμένου ο θεραπευόμενος να αρχίσει να εξερευνά τον εσωτερικό του κόσμο και να αναγνωρίσει πλευρές της εμπειρίας του, καθώς και επώδυνα συναισθήματα που λόγω του τραύματος παρέμεναν αποσυνδεδεμένα και ανεπεξέργαστα. Ο θεραπευτής  προσπαθεί να δημιουργήσει χώρο, προκειμένου ο θεραπευόμενος να  δώσει συνοχή και νόημα σε εμπειρίες μέχρι πρότινος κατακερματισμένες και ασύνδετες, ώστε να τις εντάξει στη συνέχεια της ιστορίας του. ‘Οπως ένας επαρκής γονιός είναι διαθέσιμος, σταθερός, ευαίσθητος στις ανάγκες του θεραπευόμενου, του μεταδίδει την αίσθηση  ότι μπορεί να τον καταλάβει, να τον νιώσει, να αντέξει τον πόνο του και να ενσταλλάξει ελπίδα. Συγχρόνως ο θεραπευτής βάζει όρια και τον βοηθάει να αυτονομηθεί. Ο θεραπευτής έχει το ρόλο ενός «καλού ακροατή» αλλά και ενός «μάρτυρα» που επιβεβαιώνει την πραγματικότητα της εμπειρίας του θεραπευόμενου (Θανοπούλου, 2003) απαλύνοντας τον πόνο του τραύματος και στην ουσία  προσφέρει μέσα από τη θεραπευτική σχέση και το διάλογο έναν εναλλακτικό τρόπο ανάγνωσης και επαναφήγησης της τραυματικής ιστορίας του θεραπευόμενου, που λαμβάνει υπόψη τα συναισθήματά του και τις σκέψεις του και τον βοηθά να χτίσει μια όλο και πιο συγκροτημένη αφήγηση που  παρέχει ικανοποιητική νοηματοδότηση των εμπειριών του και θα του επιτρέψει σταδιακά να χτίσει περισσότερες θετικές σχέσεις και εμπειρίες.

   Λαμβάνοντας υπ' όψη μας πως η εμπειρία του τραύματος έχει διαταράξει την αίσθηση εμπιστοσύνης και ασφάλειας του θεραπευόμενου γίνεται κατανοητό πως  το χτίσιμο της θεραπευτικής σχέσης θα περάσει από πολλές δοκιμασίες και  περιπέτειες και είναι αναμενόμενο  ο θεραπευτής, ως φιγούρα συναισθηματικής πρόσδεσης, να δεχτεί πιθανότατα  πολλές προκλήσεις, από την πλευρά του θεραπευόμενου,  τις οποίες πρέπει να τις αντιμετωπίσει και να τις αξιοποιήσει μετατρέποντάς τες σε ευκαιρία συναισθηματικής ανάπτυξης και επιδιόρθωσης του θεραπευόμενου (βλ Θανοπούλου, 2010 για περισσότερες πληροφορίες πάνω στο χτίσιμο της θεραπευτικής σχέσης, τις παγίδες και τα διλήμματα ). Πάντως σε κάθε περίπτωση, ο θεραπευτής πρέπει να είναι ενήμερος για το ρόλο που συνήθως αναλαμβάνει απέναντι στο θεραπευόμενο ( πχ. του σωτήρα, του φροντιστή κλπ) καθώς και να είναι σε επαφή  και να αναλύει τα συναισθήματά  που του διακινεί ο θεραπευόμενος προκειμένου να τα αξιοποιεί εις όφελος της θεραπευτικής σχέσης, παρέχοντας στον θεραπευόμενο χώρο συναισθηματικής επεξεργασίας και αναστοχασμού, προκειμένου στην πορεία να τον βοηθήσει να αποκτήσει μεγαλύτερη συναισθηματική ενημερότητα και εμπιστοσύνη στον εαυτό του.

Η ιστορία της Μυρτώς

Ίσως κάθετί τρομακτικό να είναι στο απώτατο βάθος έρημο και αβοήθητο και να προσμένει από μας βοήθεια. 

                                                           Rainer Maria Rilke, 1995

   Η Μυρτώ είναι μια νέα και όμορφη  κοπέλα, απόφοιτη της αρχιτεκτονικής,  η  οποία εργάζεται σε μια κατασκευαστική εταιρεία και ζει με τον πατέρα της, τη δεύτερη γυναίκα του και τον ετεροθαλή αδελφό της. Έχει και μια αδελφή μεγαλύτερη, η οποία πρόσφατα παντρεύτηκε και απέκτησε παιδί. Αρχικά μου κάνει εντύπωση ο τρόπος που η Μυρτώ αφηγείται την ιστορία της ζωής της. Μιλά λογικά, ουδέτερα, αποστασιοποιημένη από τα συναισθήματα της. Δείχνει παγωμένη και συγκρατημένη. Όπως αναγνωρίζει η ίδια για εαυτό της, είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να σκέπτεται αρκετά, γιατί στο παρελθόν έχει κάνει τραγικά λάθη. Αναφέρει  πως προέρχεται από μια οικογένεια με «χαλαρούς-ξεχαρβαλωμένους δεσμούς» που  όταν  σπάσανε, σύντομα αντικαταστάθηκαν. Η μητέρα της, με καταγωγή από τη μέση Ανατολή, όταν η ίδια ήταν 11 χρονών ερωτεύτηκε έναν άλλο άντρα και εγκατέλειψε τον σύζυγο και τα παιδιά της μετακομίζοντας στο εξωτερικό. Ο πατέρας με τη σειρά του σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα  έφερε μια νέα γυναίκα στο σπίτι, που πήρε τη θέση της πρώτης. Η μεγαλύτερη αδελφή, τότε 14 χρονών, δεν αποδέχτηκε τον ερχομό της νέας μαμάς και προκαλούσε πολλές συγκρούσεις και καυγάδες στην οικογένεια. Η Μυρτώ από την άλλη, έδειξε να προσαρμόζεται πολύ γρήγορα στη νέα οικογένεια προσπαθώντας να παίξει έναν εξισορροπιστικό ρόλο και αναλαμβάνοντας το ρόλο του καλού παιδιού που δεν δημιουργεί προβλήματα, σε αντιστάθμισμα των δυσκολιών που προκαλούσε η αδελφή της. Εξάλλου, όπως προέκυψε αργότερα στη θεραπεία της καθώς επεξεργάστηκε τα συναισθήματά της, πίσω από τη στάση αποδοχής της νέας μαμάς, κρυβόταν η ανάγκη της για ζεστασιά και αγάπη που μοιάζει να ήταν εντελώς παραμελημένη και αγνοημένη από τους σημαντικούς δικούς της.

   Η Μυρτώ  έχει βιώσει αρκετή απόρριψη και πλήγωμα στην οικογένεια της και για να τα βγάλει πέρα έμαθε να αγνοεί τα συναισθήματα της και σαν στρατηγική επιβίωσης οχυρώθηκε πίσω από το ρόλο του γονεοποημένου παιδιού που φροντίζει τις ανάγκες των  άλλων, ένας μηχανισμός ανάκαμψης που της επέτρεπε να βιώνει μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας, δύναμης και ελέγχου. Όπως χαρακτηριστικά λέει η ίδια, συχνά παίρνει το ρόλο της μαμάς από ενδιαφέρον αλλά και επιβεβαίωση ότι είναι καλή και αγαπητή, φοβάται να απογοητεύει τους άλλους αλλά και τον εαυτό της, γι' αυτό και πολλές φορές κρύβεται και από τον ίδιο της τον εαυτό.

   Η μητέρα της Μυρτώς μετά το φευγιό της συνέχισε νε επικοινωνεί με τις κόρες της και συνήθιζαν να περνούν μαζί τις καλοκαιρινές διακοπές. Στα τηλέφωνα πάντα έκλαιγε που ήταν μακριά τους και ποτέ δεν άφηνε χώρο να ακουστούν δικά τους παράπονα ή ανάγκες. Παρουσιάζεται σαν ένας άνθρωπος ανώριμος και παρορμητικός που στην ουσία αποτέλεσε ένα αρνητικό μοντέλο ταύτισης. Συχνά έπαιρνε τις κόρες της στις συναντήσεις που είχε με άντρες που περιστασιακά γνώριζε και στη συνέχεια τους έπαιρνε ακριβά δώρα εξαγοράζοντας τη σιωπή τους. Τα παιδιά της τα αντιμετώπιζε περισσότερο ως φιλενάδες και δεν δίσταζε να μιλάει για σεξουαλικά θέματα μαζί τους. Η Μυρτώ νιώθει ντροπή για τη μητέρα της. Ποτέ δεν έλεγε ανοιχτά πως η μάνα της βρήκε κάποιον άντρα και παράτησε την οικογένειά της. Θυμάται την ημέρα που η μητέρα της έφυγε από το σπίτι. Δυο μέρες  πριν,  μίλησε σε κείνη και στην αδελφή της και τους είπε «σκέφτομαι να χωρίσω με τον πατέρα σας τι λέτε;». Η Μυρτώ πολύ λογικά και ψύχραιμα της απάντησε «αφού δεν είστε καλά να χωρίσετε». Η αδελφή της έκλαιγε και της ζητούσε να μείνει.

   Ο πατέρας από την άλλη παρουσιάζεται απών, σοβαρός (σε αντιδιαστολή με την ελαφρότητα της γυναίκας του) απασχολημένος με τις δουλειές του, μάλλον άβουλος, που διαρκώς αναζητούσε το στήριγμα μιας γυναίκας. Ποτέ δεν επικοινωνούσε άμεσα με τα παιδιά του.

   Η Μυρτώ δείχνει πολύ μπερδεμένη στις σχέσεις της με τους άντρες. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της «ενώ ξεκινάω πάντα με καλή πρόθεση, αν και κάπως ονειρική, στο τέλος καταλήγω να συμπεριφέρομαι σαν παρτάκιας, εγωιστικά δηλαδή, παρόλο που στην πραγματικότητα μου προκαλεί στενοχώρια και άγχος η απόφαση μου να φύγω». Αναγνωρίζει πως έχει λειτουργήσει ανεξέλεγκτα ερωτικά, αλλάζοντας πολλούς συντρόφους, κάτι που την έχει προβληματίσει και την έχει επιβαρύνει με συναισθήματα ντροπής και ενοχών. Είχε πάντα μια αδηφάγα ανάγκη να την προσέξει ο άλλος και να την επιβεβαιώσει ναρκισσιστικά.  Στην ουσία μέσα από τις ετερόφυλες σχέσεις αναζητούσε αυτό που τις στέρησαν οι γονεϊκές φιγούρες. Ήθελε να είναι μοναδική και ξεχωριστή. Αρκούσε κάποιος να την επιθυμεί για να θέλει και κείνη να είναι μαζί του.  Η μητέρα της, ως γυναίκα, όπως αναφέρει η Μυρτώ,  στηριζόταν πολύ στην εξωτερική της εμφάνιση και γοητεία. H ίδια δείχνει να αντέγραψε αυτό το μοντέλο. Σταδιακά αναγνωρίζει πως στη σχέση με τους άντρες ασυνείδητα κουβαλούσε τη μητέρα της, λειτουργούσε όπως εκείνη. Κατά καιρούς η μητέρα της έλεγε «εσύ είσαι σαν και μένα, δεν δένεσαι». Ίσως ήταν ένας τρόπος, της καθρεπτίζω σε κάποια συνάντησή μας, να διατηρεί μια ιδιαίτερη και μοναδική σχέση μαζί της, αφού πάντα την ένιωθε πιο κοντά στη μεγάλη αδελφή της.

   Η Μυρτώ σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας της, έρχεται σε μια συνάντησή μας πολύ αναστατωμένη και φορτισμένη. Έμαθε από μια ξαδέλφη της πως η μητέρα της πριν παντρευτεί δούλευε ως πόρνη κάτι που ο πατέρας της Μυρτώς γνώριζε και όπως φάνηκε, δεν τον εμπόδισε να την παντρευτεί. Αναρωτιέται για τον πατέρα της και την επιλογή του «τι σόι εκτίμηση έτρεφε για τις γυναίκες;». Η Μυρτώ αναφέρει πως νιώθει «σαν να άνοιξε η πόρτα του συναισθήματος». Mνήμες και συναισθήματα που βρίσκονταν θαμμένα ανασύρθηκαν στην επιφάνεια. Θυμήθηκε τη μητέρα της να την προσβάλλει  με το παραμικρό και να της επιτίθεται. Όταν ήταν μικρή, και για κάποιο λόγο  την έπαιρνε το παράπονο και έκλαιγε,  η μητέρα  της τής φώναζε να σκάσει και κάποιες φορές μπορεί να την κλείδωνε στο δωμάτιό της. Η μητέρα της στην ουσία ήταν απούσα συναισθηματικά, πριν εγκαταλείψει  την οικογένεια και κάποιες φορές μπορεί να γινόταν κακοποιητική και ανεξέλεγκτη. Προκειμένου να τα βγάλει πέρα η Μυρτώ έμαθε να ελέγχει την έκφραση των συναισθημάτων της και να τα καταπιέζει προκειμένου να αποφύγει τον πόνο της απόρριψης από την ίδια της τη μητέρα.

   Στις επόμενες συναντήσεις για πρώτη φορά η Μυρτώ επιτρέπει στον εαυτό της να εκφράσει τα αληθινά της συναισθήματα σε σχέση με το φευγιό της μητέρας της. Μιλάει για το πόσο μόνη και λυπημένη αισθανόταν. Αφήνει τον εαυτό της να κλάψει. Συνειδητοπεί πως η ενασχόληση με τους άλλους την προστάτευε από το να έρθει σε επαφή με ευαίσθητα και επώδυνα συναισθήματα. Σε αυτή τη φάση της θεραπείας η Μυρτώ συνδέεται με το παιδί που είχε καταπιέσει και αναμοχλεύονται φόβοι, παράπονα αλλά και θυμοί. Το βράδυ,  αναφέρει, δυσκολεύεται να κοιμηθεί  και αφήνει την πόρτα του δωματίου της ανοιχτή. Μέσα από την παρότρυνση της θεραπεύτριάς της, η Μυρτώ κάνει γενναίες προσπάθειες να εκφράζει αυτά που αισθάνεται και σκέπτεται. Ομολογεί πως πάντα λειτουργούσε συνεσταλμένα και απέφευγε τους καυγάδες, γιατί αναζητούσε τη ζεστασιά και τη θαλπωρή ενός σπιτιού, που θα υπήρχε ηρεμία κα αγάπη. Φοβόταν τη σύγκρουση, και ένιωθε ενοχές να αναστατώσει τους γονείς της, που εξάλλου αρκετά δυσκολεύονταν με την αδελφή της. Βρίσκει την ευκαιρία να εκφράσει στον πατέρα και τη θετή της μητέρα το παράπονό της  πως ποτέ δεν την επισκέπτηκαν στο μέρος που πέρασε τα φοιτητικά της χρόνια. Τότε η ίδια είχε περάσει  εξαιρετικά δύσκολα, όμως οι ίδιοι είχαν βολευτεί στο ότι πάντα τα κατάφερνε και δεν της  έδωσαν σημασία. Για πρώτη φορά ξέσπασε στον πατέρα της: «ποτέ δεν ήρθε κανένας να με δει ….ήμουν το καλό παιδί που σας βόλευα,  μου δείξατε εμπιστοσύνη γιατί σας  εξυπηρετούσε».  Μάλιστα κάποια στιγμή αναφέρθηκε στη μάνα της και του επιτέθηκε λέγοντάς του «αφού ήξερες ποια ήταν γιατί μας άφηνες σε αυτή;». Εκείνος τα έχασε.Της είπε πως κάποια στιγμή θα μιλήσουν για τη μητέρα της. Πως δεν την πέταξε στο δρόμο, γιατί θα του ζητούσαν το λόγο εκείνη και η αδελφή της. Η Μυρτώ του είπε πως έχει φάει  ξύλο από τη μητέρα της. Έδειξε να μην το πιστεύει. Το μόνο που αναγνώρισε είναι ότι δεν αφιέρωνε χρόνο στα παιδιά του. Το βράδυ, στο οικογενειακό τραπέζι, ο ετεροθαλής αδελφός της Μυρτώς που είχε ακούσει τις φωνές ρώτησε τι συνέβει. Ο πατέρας με αμεσότητα ομολόγησε, πως η Μυρτώ είχε κάποια παράπονα από παλιά και τα λέει τώρα, ενώ πρώτα τα αποσιωπούσε. Ο γιός του πήγε να τον υπερασπιστεί, εκείνος όμως δεν τον άφησε  και για πρώτη φορά ο πατέρας  έδειξε να καταλαβαίνει και να  συμμερίζεται τις δυσκολίες της κόρης του.

   Επιπλέον η Μυρτώ  για πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με το πόσο  αντιφατικά αισθάνεται  για τη μητέρα της. Νιώθει  οργή, λύπη, αγάπη και μίσος και αυτά τα συναισθήματα μοιάζουν να θρυμματίζουν και τη δική της αυτοεκτίμηση, αφού ως ένα σημείο θεωρεί τον  εαυτό της αντίγραφο της  μαμάς της. Από την άλλη δεν είναι τυχαίο πως η ίδια συχνά νιώθει ενοχή και ντροπή για τον εαυτό της, άλλοτε ταυτισμένη με την μητέρα της, άλλοτε  βαθύτατα θυμωμένη μαζί της σε σημείο που την απορρίπτει, αφού αποτέλεσε κακή επιρροή στη ζωή της.

   Η ίδια μέσα από το πώς βιώνει τον εαυτό της και τις ερωτικές της σχέσεις μοιάζει σαν να κουβαλάει το ένοχο, αμαρτωλό και ανεπεξέργαστο παρελθόν της μητέρας της. Φοβάται, όπως μου εξομολογείται, πως η τιμωρία της για το πώς έχει σχετιστεί με τους άντρες θα είναι να μην στεριώσει ποτέ σε σχέση. Πίσω από αυτούς τους φόβους στην ουσία η Μυρτώ κουβαλά την τραυματική ιστορία της μητέρας της, μια ιστορία εγκατάλειψης που τείνει να επαναλαμβάνεται διαγενεακά.  Η οικογένεια της μητέρας της είναι από τη Μέση Ανατολή και όταν η δική της μητέρα ήταν δέκα χρονών ο πατέρας της τους εγκατέλειψε για μια άλλη γυναίκα. Λίγο αργότερα έφυγε και η μητέρα τους και ακολούθησε έναν άλλον άντρα στη Σαουδική Αραβία. Η μητέρα της Μυρτώς με τα πέντε αδέλφια τους έμειναν με τη γιαγιά. Η μητέρα τους πέντε χρόνια μετά το φευγιό της ξαναεπέστρεψε με ένα νέο παιδί. Η Μυρτώ συνειδητοποιεί πως η μητέρα της, στην πραγματικότητα, επανέλαβε αυτό που είχε ζήσει στη δική της οικογένεια και αναρωτιέται αν αυτή θα είναι και η δική της μοίρα.

   Στην τωρινή  φάση της θεραπείας της, η Μυρτώ παλεύει να διαφοροποιηθεί συναισθηματικά από την οικογένειά της και επεξεργάζεται επώδυνα συναισθήματα σε σχέση με τους γονείς της. Αναγνωρίζει πως έχει υπάρξει ένα αφρόντιστο παιδί  που της έλλειψε η αποδοχή και η ζεστασιά των δικών της. Πάντα αναζητούσε την αποδοχή και την αναγνώριση των άλλων και για να την εξασφαλίσει έμαθε να φροντίζει τις ανάγκες των άλλων παραμελώντας τις δικές της. Μέσα της νιώθει απίστευτη μοναξιά και πόνο. Δεν αισθάνθηκε σημαντική για τους γονείς της και αυτό την πονάει και την πληγώνει αφάνταστα . Αναρωτιέται «αυτά τα κενά μέσα μου θα μείνουν πάντα κενά;». Της επισημαίνω πως μέσα της γίνονται πολύ σημαντικές διεργασίες και αλλαγές. Έρχεται σε επαφή με συναισθήματα που είχε μάθει να κουκουλώνει μέσα από μια προσπάθεια να αποφύγει τον πόνο. Ίσως αυτό τον πόνο δεν άντεξαν ποτέ οι δικοί της γονείς να διαχειριστούν. Σταδιακά, καθώς μαθαίνει να αναγνωρίζει τα συναισθήματα της  και να τα εκφράζει, νιώθει πιο κοντά στον εαυτό της και τις ανάγκες της. Είναι σημαντικό για τη Μυρτώ να συμφιλιωθεί με το θηλυκό κομμάτι της ταυτότητας της, να το αποδεχτεί και να του δώσει τη θέση που του αξίζει χωρίς να το φοβάται ή να το επενδύει με επιθετικότητα, προκειμένου να μπορέσει να προσδιορίσει την θηλυκότητά της με τέτοιο τρόπο,  ώστε να νιώθει περηφάνεια για το φύλο της και για τον εαυτό της. Αναγνωρίζει πάντως πως στο «εδώ και τώρα» είναι σε θέση να επεξεργάζεται πιο πολύ  συναισθήματα και ανάγκες  που παλιότερα μάλλον τα εκδραμάτιζε, καταφεύγοντας σε εφήμερες και ρηχές σχέσεις που υποτίθεται την προστάτευαν από το να μην πληγωθεί. Νιώθει πως έχει δρόμο μπροστά της, την ανακουφίζει όμως, όπως επισημαίνει, το μη επικριτικό ύφος και η γεμάτη αποδοχή στάση της θεραπεύτριάς της.

Αφήγηση, νόημα και  τραύμα

Η αφήγηση ιστοριών παίζει θεμελιώδη ρόλο στην αναζήτηση νοήματος από τον  άνθρωπο …ο καθένας μας συμμετέχει στη δημιουργία μιας νέας αφήγησης.                                                                                                                                                                                                                   Mary Catherine Bateson (1990)

    Η πρωταρχική ανθρώπινη εμπειρία διαλόγου  αναδύεται τις πρώτες βδομάδες της ζωής καθώς γονιός και παιδί συμμετέχουν σε έναν εκπληκτικό χορό αμοιβαίας συναισθηματικής εναρμόνισης μέσα από τις εκφράσεις του προσώπου, τις κινήσεις των χεριών και τον τόνο της φωνής (Τrevarthen, 1979a). Όπως ήδη έχουμε επισημάνει, αυτή η πρωταρχική διυποκειμενική εμπειρία θα εσωτερικευτεί ως αναστοχαστική ικανότητα, καθώς το παιδί προοδευτικά καταλήγει να γνωρίζει τον εσωτερικό του κόσμο, και στη συνέχεια καθώς εξελίσσεται και μεγαλώνει θα είναι σε θέση να εκφράζει σε λόγια αυτά που συμβαίνουν εντός του και να αφηγείται μια ιστορία για τον εαυτό του.

   Μέσω της αφήγησης το άτομο αυτοοργανώνεται, μετατρέπει την εμπειρία του σε  ιστορία προσπαθώντας να δώσει συνοχή και νόημα στα βιώματά του και την ίδια στγμή συνδέεται με τους άλλους ανθρώπους. Καθώς αφηγείται και μοιράζεται  την ιστορία του  διαπραγματεύεται και κατασκευάζει νοήματα με αυτούς με τους οποίους συνδιαλλέγεται. Επιπλέον, η εμπειρία τού πώς θα ακουστεί η ιστορία του  έχει τη δυνατότητα να τροποποιήσει και να εξελίξει την αρχική αφήγηση ανακαλύπτοντας νέες οπτικές ή συνδέσεις. Σύμφωνα με τον Neimeyer μια αφήγηση που έχει συνοχή εξασφαλίζει μια αίσθηση συνέχειας, σκοπού και νοήματος (Neimeyer, 1994) αλλά και γίνεται  ευκολότερα κατανοητή από αυτόν που την ακούει. Η μορφή που το άτομο  δίνει στις ιστορίες του (πώς λέγεται κάτι)¹ καθώς και το τι επιλέγει να αφηγηθεί (το  περιεχόμενο) έχουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζει τον εαυτό του και τις σχέσεις του.

1.Σε μια ποιοτική έρευνα που διερευνήσαμε το ζήτημα της μορφής της  αφήγησης  (Androutsopoulou et. al., 2004 ) διαπιστώσαμε πως τα συναισθηματικά φορτισμένα θέματα των θεραπευόμενων που αφορούσαν τόσο το παρελθόν και τις παιδικές εμπειρίες τους, όσο και το παρόν και τις ενήλικες  σχέσεις τους,  διατυπώνονταν ως ιστορίες με χαμηλό βαθμό συγκρότησης. Στην περίπτωση όμως που τα θέματα  ήταν ασφαλή, οι ιστορίες τους  είχαν μεγαλύτερο βαθμό συγκρότησης. Οι διαστάσεις της συγκροτημένης αφήγησης κωδικοποήθηκαν ως εξής: (1) αναγνώριση από τον θεραπευόμενο των αντιφάσεων του και αποδοχή των όποιων αντιφάσεων ως κάτι «ανθρώπινο» (φυσιολογικό), (2) επαφή του θεραπευόμενου με τα συναισθήματά του (αναφορά σε ευρεία γκάμα συναισθημάτων χωρίς  να τα αποφεύγει ή να μειώνει τη σημασία τους), (3) ευέλικτη, μη δογματική, μη επικριτική, «συστημική» σκέψη του θεραπευόμενου που λαμβάνει υπόψη του τις οπτικές των άλλων και τον κάνει να αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών του, (4) αναγνώριση των αναγκών των ακροατών του, όσο αφορά τη δυνατότητα παρακολούθησης της αφήγησής του και καταγραφής των συναισθηματικών τους αντιδράσεων. Αξίζει να σημειώσουμε πως τα κριτήρια αξιολόγησης για τη συγκρότηση της αφήγησης, όπως προέκυψαν μέσα από τη συγκεκριμένη έρευνα έχουν πολλά κοινά με το Αdult Attachment Interview .

Το τραύμα, ειδικά όταν είναι πρώιμο και επαναλαμβανόμενο ξεπερνά τις ικανότητες του ατόμου να το επεξεργαστεί με τρόπο που να του κάνει νόημα και να το εντάξει στην συνέχεια της ιστορίας του, σε μια εικόνα ενότητας του εαυτού. Μοιάζει με ένα φάντασμα που εισχωρεί και στοιχειώνει τη ζωή του ατόμου, καθώς επιτίθεται στα θεμέλια της ταυτότητας του, απειλεί την εσωτερική συνοχή του, την ικανότητα αντίληψης της πραγματικότητας και την κοσμοθεωρία του. Οι τραυματικές εμπειρίες δεν οργανώνονται σε αφηγηματική μορφή, αλλά αποθηκεύονται στη μνήμη περισσότερο ως αποσπάσματα αισθήσεων και λιγότερο ως λεκτικά περιεχόμενα. Χαρακτηρίζονται από σύγχυση, αποδιοργάνωση, και την αίσθηση ότι κανείς έχει παγώσει ή ακινητοποιηθεί, σαν τα γεγονότα να συνέβησαν χωρίς αλληλουχία. Η σύγχυση και η έλλειψη επεισοδιακών λεπτομερειών καθιστούν δύσκολο για τα άτομα που είχαν μια τραυματική εμπειρία να κατανοήσουν τις εμπειρίες τους ή να μιλήσουν για αυτές (βλ. Bonanno & Kaltman, 2007). Η σιωπή ή και η άρνηση που συχνά συνοδεύει το τραύμα προστατεύει μεν τον τραυματισμένο από τη βίωση του ψυχικού πόνου, όμως στην ουσία εμποδίζει την επεξεργασία, τη νοηματοδότηση και κατ' επέκταση την επούλωση του τραύματος, απομονώνοντας το τραυματισμένο άτομο, τόσο από τον ευατό του, όσο και από τη σύνδεση του με τους άλλους ανθρώπους γύρω του.

  Η αφήγηση της ιστορίας τoυ θεραπευόμενου μέσα στα πλαίσια της θεραπευτικής σχέσης, εφόσον έχει εγκαθιδρυθεί κλίμα ασφάλειας και εμπιστοσύνης, παρέχει τη δυνατότητα στο θεραπευόμενο που έχει βιώσει τραυματικές εμπειρίες να εξερευνήσει πλευρές του εσωτερικού του κόσμου απωθημένες, αποσιωποιημένες ή και αποσυνδεδεμένες.

   Επώδυνα ή και απειλητικά συναισθήματα μπορεί να διερευνηθούν κάτω από την παρουσία ενος θεραπευτή διαθέσιμου, συναισθηματικά εναρμονισμένου με τον οποίο ο θεραπευόμενος μοιράζεται την οδύνη του τραύματος. Η κατανόηση που προσφέρει ο θεραπευτής μειώνει την αίσθηση φόβου και απομόνωσης, που συχνά συνοδεύει τις τραυματικές εμπειρίες, απαλύνει την αίσθηση μοναξιάς και αβοήθητου που κάποτε στοίχειωσε τη ζωή του, οπότε ο πόνος γίνεται κάπως ανεκτός και η αντίληψη του θεραπευόμενου ότι επιτέλους ακούγεται ενισχύει την αίσθηση της αξίας του. Όλη αυτή η διεργασία προσφέρει ένα διευκολυντικό περιβάλλον, όπου δίνεται η δυνατότητα στο θεραπευόμενο να εσωτερικεύσει μια επιδιορθωτική σχέση σε αντιστάθμισμα των πρωταρχικών στερητικών, κακοποιητικών σχέσεων. Σταδιακά ο θεραπευόμενος μαθαίνει να αναγνωρίζει και να μετατρέπει σε λόγο ανεξέλεγκτα συναισθήματα και παρορμήσεις, που μέχρι πρότινος εκδραμάτιζε, χωρίς επίγνωση για το τι συνέβαινε μέσα του.  Καθώς έρχεται σε επαφή με τα συναισθήματά του  και τα αναγνωρίζει, αποκτά σταδιακά περισσότερο έλεγχο και ευθύνη για τη ζωή του. Σύμφωνα με τον Cyrulnik (2005), η αφήγηση επιτρέπει να ξαναράψουμε τα κομμάτια ενός διαρρηγμένου εγώ, καθώς μέσω της αφήγησης ο τραυματισμένος συγκροτείται  ως ψυχικό υποκείμενο και παίρνει τη θέση του στο κόσμο των ανθρώπων μοιραζόμενος την ιστορία του. Μιλώντας κανείς για το τραύμα μετατρέπει τη   παθητικότητα σε δράση. Η αφήγηση είναι σαν το  παιχνίδι με την έννοια ότι ο αφηγητής μέσω της επανάληψης αποκτά έλεγχο μιας κατάστασης που συνέβει παρά τη θέλησή του. Το αβοήθητο θύμα μετατρέπεται, μέσω της πράξης της αφήγησης, σε ικανό αφηγητή (Wolfenstein, βλ.Janoff-Bulman,1992) που επαναφηγείται ή και ξαναγράφει την αυτοβιογραφία του δίνοντας νόημα στο τραύμα του, οπότε η εμπειρία πόνου και σύνθλιψης μετασχηματίζεται σε ιστορία επούλωσης και ενσωμάτωσης του τραύματος (βλ. επίσης Θανοπούλου, 2012).

   Μέσα από τη θεραπευτική διεργασία ο θεραπευόμενος, καθώς έρχεται σε επαφή με τις κρυμμένες επιδράσεις της ιστορίας του, συνειδητοποιεί πόσες συμπεριφορές και συναισθήματα προέρχονται από εμπειρίες του παρελθόντος, από την οικογενειακή του ιστορία. Ο  Ηolmes (2001) ονομάζει αυτή τη φάση επαφή με τα φαντάσματα. Στη συνέχεια ο θεραπευόμενος μπορεί να βιώσει θυμό απέναντι στους γονείς του για τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκαν, αναγνωρίζει παράπονα και ελλείψεις από την πλευρά τους που τον επηρέασαν  αρνητικά στο μεγάλωμά του  και προσπαθεί  με κάθε τρόπο, αξιοποιώντας τη θεραπευτική διαδικασία, να αποδυναμώσει τις επιρροές του παρελθόντος, ελπίζοντας στην προσωπική του ανάπτυξη και εξέλιξη. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Holmes (2001) πρόκειται για τη φάση εξόντωσης των φαντασμάτων. Αργότερα, ο θεραπευόμενος καλείται να συγχωρήσει  ως σε ένα βαθμό τους γονείς τους, αναγνωρίζοντας πως και κείνοι ήταν συνέχεια κάποιων άλλων γονιών και δείχνει να αναγνωρίζει συναισθηματικά τις δυσκολίες που πιθανότατα αντιμετώπισαν και οι δικοί του γονείς . Είναι σύμφωνα με το Holmes (2001) η φάση της συμφιλίωσης με τα φαντάσματα. Η διαδικασία της θεραπείας  βοηθά τον θεραπευόμενο να αποκτήσει σταδιακά μια αίσθηση προσωπικής συμμετοχής απέναντι στη ζωή του και στη διαμόρφωση της ιστορίας του, καθώς και ενημερότητα πως όσα συμβαίνουν εντός του δεν είναι τυχαία, ούτε οφείλονται σε δυνάμεις έξω από αυτόν, και πως αν κάποτε έζησε καταστάσεις για τις οποίες δεν είχε έλεγχο, ως ενήλικας διαθέτει επιλογές και δυνατότητα δράσης. Σταδιακά, καθώς απελευθερώνεται από τις κρυμμένες επιδράσεις της ιστορίας του, γίνεται πιο προσωπικός και συνειδητός ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική πραγματικότητα και τις σχέσεις του και  αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη για την πορεία της ζωής του.

   Η αφήγηση που ο θεραπευόμενος κατασκευάζει στα πλαίσια της θεραπείας  του  εμπεριέχει και την εσωτερίκευση της θεραπευτικής σχέσης. Το βλέμμα, η διαθεσιμότητα και  η εμπαθητική ανταπόκριση  του θεραπευτή, η συνοδεία του στο επώδυνο ταξίδι της θεραπείας  αλλά και η δημιουργία της ατμόσφαιρας εκείνης  που επιτρέπει την ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων από την πλευρά του θεραπευόμενου, τόσο των πιο οδυνηρών αλλά και των πιο επιθετικών, με στόχο τη κατάλληλη ρύθμιση και διαχείρισή τους, όλοι αυτοί οι παράγοντες που συνδημιουργούν και συνδιαμορφώνουν θεραπευτής και θεραπευόμενος και ίσως και άλλοι (ενδοπροσωπικοί ή και διαπροσωπικοί)  που μας διαφεύγουν,  βοηθούν το θεραπευόμενο σταδιακά να αποκαταστήσει  τη συνοχή που είχε διαρραγεί λόγω του τραύματος, οπότε  η αφήγηση, και κατ' επέκταση η ιστορία και η ίδια του ζωή, αποκτά μεγαλύτερη συγκρότηση και δόμηση.

Επίλογος

Κλείνοντας, θα θέλαμε να επισημάνουμε πως η παραμέληση, η πρώιμη απώλεια  στενών συναισθηματικών δεσμών και η κακοποίηση αποτελούν σοβαρά τραύματα, με συνέπειες στην ικανότητα  των ανθρώπων για συναισθηματική σύνδεση και συνεκτική νοηματοδότηση των εμπειριών της ζωής τους. Υπό αυτές τις συνθήκες η θεραπευτική σχέση, μια βαθιά ανθρώπινη σχέση, μπορεί να παράσχει  εκείνο το πλαίσιο, όπου θα αναγνωρίζονται και δεν θα διαψεύδονται οι εμπειρίες του θεραπευόμενου από τον θεραπευτή όπως συνέβει με τους γονείς του. Θα λέγαμε μάλιστα πως η δύναμη της ψυχοθεραπείας συνίσταται ακριβώς στη δυνατότητά της να μην επιβεβαιώσει το τραυματικό σενάριο σχέσεων του  θεραπευόμενου, αλλά να του προσφέρει, μέσω της σχέσης που θα χτίσει με τον θεραπευτή, νέες δυνατότητες επεξεργασίας, σκέψης και βίωσης των γεγονότων της ζωής του και κατά συνέπεια της αφήγησης που θα φτιάξει για την ιστορία του. Η εμπερίεξη και η νοηματοδότηση των τραυματικών βιωμάτων του θεραπευόμενου μπορεί να αποτελέσει μια επιδιορθωτική, ενσυναισθητική εμπειρία, η οποία κατόπιν μπορεί να εσωτερικευτεί και να οδηγήσει το άτομο σε μια εσωτερική αίσθηση ασφάλειας που θα του επιτρέψει  να συνεχίσει τη ζωή του πέρα από τα όρια και τους περιορισμούς που θέτει το τραυματικό παρελθόν του, αποκτώντας κατά συνέπεια μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής στη διαμόρφωση της ιστορίας του.

 

Βιβλιογραφία

Akister, J. and Reibstein, J. (2004).  Links between attachment theory and systemic practice. Journal of Family Therapy, 26: 2–16.

Allen,J.G., Fonagy, P.(2002). The development of mentalizing and its role in psychopathology and psychotherapy. Topeka, KS: Menninger Clinic, Research Department.

Allen,J.G., Fonagy, P.,& Bateman, A.(2008). Mentalizing in Clinical Practice. Washington:  American Psychiatric Press.

Androutsopoulou, Α., Thanopoulou, Κ., Economou , Ε., Bafiti, Τ. (2004). Forming criteria for assessing the coherence of clients’ life stories: A narrative study. Journal of Family Therapy, 26: 384-406.

Antoine de Saint-Exupery (1977). O μικρόςπρίγκηπας. Αθήνα: Λυχνάρι

Bartholomew,K., Kwong,M.J & Hart,S.D.(2001). Attachment. In W.J. Livesley (Ed.), Handbook of Personality Disorders: Theory, Research and Treatment. New York:  Guilford Press

Bateson, Mary Cathrine (1990).Composing a Life. New York: Atlantic Monthly Press

Bion, W. (1978).Second Thoughts. London: Heinemann

Bonanno, G.A., & Kaltman, S. (2007). H υποτιθέμενη αναγκαιότητα της επεξεργασίας αναμνήσεων τραυματικών εμπειριών. Στο  P. R. Duberstein & J.M. Masling( Επ.),Ψυχοδυναμικές προοπτικές στην αρρώστια και στην υγεία. Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω

Bowlby, J. (1988a). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. New York: Basic Books

Bowlby, J. (1995). Δημιουργία και διακοπή των συναισθηματικών δεσμών. Αθήνα: ΕκδόσειςΚαστανιώτη.

Bowlby, J. (1949a). The study and reduction of group tension in the family.Human Relations, 2: 123-8.

Byng-Hall, J. (2008). The crucial roles of attachment in family therapy. Journal of Family Therapy, 30: 129-146.

Byng-Hall, J. (1995).Rewriting Family Scripts: Improvisation and Systems Change. New York and London: Guilford Press.

Byng-Hall, J. (1999a) Family and couple therapy: toward greater security. In J. Cassidy and P. R. Shaver (eds), Handbook of Attachment: Theory, Research and Clinical Applications. New York: Guilford Press.

Cyrulnik, B. (2005). O ευαίσθητος εαυτός. Αθήνα: Λιβάνης.

Dallos, R. (2006). Attachment Narrative Therapy: Integrating Systemic and Narrative Approaches. Maidenhead and New York: Open University Press.

Dallos, R. & Vetere A. (2009).Systemic therapy and Attachment Narratives. London: Routledge.

Egeland, B., Jacobitz, D. B., & Sroufe, A. (1988). Breaking the cycle of abuse. Child Development, 59: 1080-1088.

Eliot, T.S. (1969). The complete Poems and Plays of T.S. Eliot. London:  Faber and Faber.

Erdman, E. and Caffery, T. (2003). Attachment and Family Systems: Conceptual, Empirical, and Therapeutic Relatedness. New York and Hove: Brunner- Routledge.

Fairbairn, R. (1952). Psychoanalytic Studies of the Personality. London: Routledge & Kegan Paul.

Fonagy, P., Steele, M., Steele, H., Leigh, T., Kennedy, R., Mattoon, G., & Target, M. (1995). Attachment, the reflective self, and borderline states: The predictive specificity of the Adult Attachment Interview and pathological emotional development. In S. Goldberg, R. Muir, & J. Kerr (Eds.), Attachment theory: Social, developmental and clinical perspectives (pp. 233-278). New York: Analytic Press.

Fonagy, P., Steele, M., Steele, H., Moran, G., & Higgins, A.(1991). "The capacity for understanding mental states:  the reflective self in parent and child and its significance for security of attachment". Infant Mental Health Journal, 12: 201-18.

Fonagy, P. (1991). Thinking about thinking: some clinical and theoretical considerations in the treatment of a borderline patient.International Journal of Psychoanalysis, 72: 639-56.

Fonagy, P., Steele, M. & Steele, H. (1991). Mental representations of attachment during pregnancy predict the organization of infant-mother attachment at one year of age. Child Development, 62: 891-905.

Freud, S. (1920). Beyond the pleasure principle. In James Strachey (Ed.), The Complete Psychological Works of Sigmund Freud, Vol.18, 3-64. London: Hogarth Press.

Freud, A. (1936). The Ego and the Mechanisms of Defense. London: Hogarth Press.

Gabbard, G.O. (2006). Η ψυχοδυναμική ψυχιατρική στην κλινική πράξη. Αθήνα: ΕκδόσειςΒήτα.

Gabbard, G.O. (1997). Challenges in the analysis of adult patients with histories of childhood sexual abuse. Canadian Journal of Psychoanalysis 5: 1-25.

Gergen, K.J. (1985). The social constructionist movement in modern psychology. American Psychologist, 40: 266-275.

Gergen, K.J. (1994). Realities and relationships. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Glasserfeld, E., (1987). The construction of knowledge. Seaside, CA: Intersystems Publications.

Hoffman, L. (1988). A constructivist position for family therapy. Irish Journal of Psychology, 9: 110-129.

Holmes, J. (2009).O John Bowlby & η θεωρία του δεσμού. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Ηolmes, J. (2001). The search for the Secure Base. Attachment Theory and Psychotherapy. East Sussex: Brunner- Routledge.

Hughes, D.A. (2007). Attachment-Focused Family Therapy. New York: W.W. Norton & Company.

Hunter, R.S.& Kilstrom, N. (1979). Breaking the cycle in abusive families. American Journal of Psychiatry, 136: 1320-1322.

Θανοπούλου, Κ., Κατή, Α., Χαραλαμπάκη, Κ. (2012). Δήμητρα και Περσεφόνη: Οικογενειακή Θεραπεία Μητέρας – Κόρης.  Ηλεκτρονικό Περιοδικό, Συστημική Σκέψη και Ψυχοθεραπεία, (ΕΕΣΚΕΨΟ), τεύχος 1.

Θανοπούλου, Κ. (2003). ''Τέρατα και μεταμορφώσεις". Η βαριά κληρονομιά ενός μυστικού σωματικού συμπτώματος. Στο Χ. Κατάκη & Α. Ανδρουτσοπούλου (επιμ.), Με γόμα και καθρέπτη: Εννιά Ιστορίες Συστημικής Θεραπείας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Θανοπούλου, Κ. (2010). Η σημασία της θεραπευτικής σχέσης στη θεραπευτική αντιμετώπιση ενηλίκων επιζώντων σεξουαλικής κακοποίησης. Δυνατότητες και περιορισμοί. Μετάλογος, τεύχος 21: 77-97.

Θανοπούλου, Κ. (2012). Ένας φόνος, μια κηδεία και ένα ανεπίλυτο τραυματικόπένθος. Ηλεκτρονικό Περιοδικό Συστημική Σκέψη και Ψυχοθεραπεία, (ΕΕΣΚΕΨΟ), τεύχος 1.

Janoff-Bulman,R.(1992). Shattered assumptions: Towards a new psychology of trauma. New York: Free Press.

Johnson, S. M. and Whiffen, V. E. (eds) (2003). Attachment Processes in Couple and Family Therapy. New York and London: Guilford Press.

Κράμερ, Μ. (1999). Μυστικά γυναικών. Από μητέρα σε κόρη. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτης.

Μανωλόπουλος, Σ. (2004). Η πρόσβαση της μητέρας στο ψυχισμό του βρέφους. Ψυχολογικά Θέματα, 10, τεύχος1-2 : 19-29.

Main, M., Kaplan, N.,& Cassidy, J. (1985). Security in infancy, childhood, and adulthood: Αmove to the level of representation. In I. Bretherton & E. Waters (Eds.), Growing points of attachment theory and research (Monographs of the Society for Research in Child Development,  Vol.50, Serial No.209, Nos. 1-2). Chicago: University of Chicago Press.

Maturana,H., & Varela, F. (1980). Autopoiesis and cognition: The realization of living. Boston: D. Reidel.

Main, M., & Goldwyn, R. (1984). Predicting rejection of her infant from mother's representation of her own experience: Implications for the abused-abusing inergenerational cycle. Child Abuse and Neglect, 8, 203-217.

Neimeyer, R.A. (1994). The role of client generated narratives in psychotherapy. Journal of Constructivist Psychology, 7: 229-242.

Oliver, J., E. (1993). Intergenerational transmission of child abuse: Rates, research, and clinical implications. American Journal of Psychiatry, 150, 1315-1324.

Pianta,R., Egeland, B., & Erikson, M. (1989). The antecedents of maltreatment: results of the Mother-Child Interaction Project. In D. Cicchetti and V. Carlson (eds), Child Maltreatment: Theory and research on the causes of and consequences of child abuse and neglect. New York: Cambridge University Press, 158-74.

Πομίνι, Β. (2011).  Διαγενεακή Μετάδοση του Τραύματος. Ψυχοδυναμικές Έννοιες σε Συστημικό Πλαίσιο. Μετάλογος, 19 : 48-61.

Rilke Rainer Maria (1995). Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή. Αθήνα: Ίκαρος.

Siegel, J.D. (1999). The Developing Mind. New York:  The Guilford Press.

Thomassin, P. (1993). Αναζητώντας τις Ρίζες. Από τον κοσμογονικό μύθο στο προσωπικό παραμύθι. Αθήνα: Κέδρος.

Trevarthen, C. (1979). Communication and cooperation in early infancy. A description of primary intersubjectivity. In M. Bullowa (Ed.),Before speech the beginning of human communication. Cambridge, England: Cambridge University Press.

Troy, M. & Sroufe, L.A. (1987). Victimization among preschoolers: role of attachment relationship history. Journal of American Academy of Child and Adolescent Psychiatry, 26: 166-172.

Van der Hart, O., Steele, K., Boon, S. & Brown P. (1993). The Treatment of Traumatic Memories: Synthesis, Realization, & Integration. Dissociation, 6(2/3): 162-180.

Van deer Kolk (1989). The compulsion to repeat the trauma:  re-enactment, revictimization and masochism.Psychiatric Clinics of North America, 12: 389-411.

Zulueta, F.de (2006). From pain to violence. The traumatic roots of destructiveness. New York: John Wiley & Sons, Ltd.