Σωτήρης Μανωλόπουλος1
 

1Ψυχίατρος-Παιδοψυχίατρος, Ψυχαναλυτής

Το κείμενο βασίζεται σε παρουσίαση που έγινε στο 7ο Παιδοψυχιατρικό Συνέδριο,  Αθήνα 27-29 Μαίου 2011


Περίληψη

Σε αυτήν την εργασία παρουσιάζονται ενδείξεις μιας κατάρρευσης. Κατάρρευσης του νοήματος. Οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως ζώα πολιτισμικά. Ο τόπος καταγωγής και ο τόπος διαμονής τους είναι ένας τρόπος ζωής που εκφράζεται σε έναν πολιτισμό. Αυτό που είναι οι άνθρωποι δεν είναι τα γονίδια που έχει κάθε κύτταρό τους αλλά η έκφρασή τους και αυτή εξαρτάται από την ζωή που ζουν  με άλλους. Ο τρόπος ζωής είναι ευάλωτος. Μπορεί να καταρρεύσει. Χωρίς ένα επαρκώς καλό περιβάλλον οι άνθρωποι απομονώνονται κοινωνικά και τότε πολλές παθολογικές λύσεις καθίστανται αναγκαίες. Το εγώ τους γίνεται εξαιρετικά αδύναμο, αρνητικοποιείται, με πρωτόγονες άμυνες που οργανώνουν επαναλήψεις συμπεριφορών που διαιωνίζουν τη  βία εναντίον των ψυχικών και κοινωνικών δεσμών.

Λέξεις κλειδιά: Ιστορία, αντίσταση στην διαδικασία, γραφειοκρατία, διαστροφικά παιχνίδια εξουσίας, κατάρρευση νοήματος

 

   Εξετάζοντας τα ερωτήματα που θέτουμε κάνουμε σαφές το αίτημα και τη διαδικασία της γνώσης που αρχίζει κάθε φορά που συναντούμε έναν άλλο. Τα παιδιά, εμπρός στα αινίγματα της ζωής επινοούν τις σεξουαλικές θεωρίες τους (από πού έρχονται τα μωρά κτλ). Ερευνώντας τα ερωτήματα μαθαίνουν να ερευνούν. Βρίσκουν/δημιουργούν τον κόσμο των αντικειμένων. Και λένε ιστορίες για όλα αυτά με τον εαυτό τους αφηγητή.

   Στο ίντερνετ μπορούμε να βρούμε όλα τα δεδομένα της γνώσης που υπάρχουν. Αυτά όμως δεν λένε τίποτα αν δεν τα θέσουμε σε ένα πλαίσιο. Για να γίνουν τα δεδομένα πληροφορίες, πρέπει να τα συνδέσουμε σε ένα δίκτυο προηγούμενων εμπειριών και νοημάτων. Η ιστορία δίνει νόημα στην αλήθεια, την καθιστά ικανή, πειστική. Έτσι, ανοίγουμε την προοπτική νέων ερευνών.

  Η ψυχανάλυση είναι μια διαδικασία μετασχηματισμών που τη ζει κανείς με έναν αναλυτή, ακολουθώντας νήματα επενδύσεων, συναισθημάτων, φαντασιώσεων και επαναλήψεων, καθώς εκτυλίσσονται εντός μιας σχέσης, της μεταβίβασης. Η μεταβίβαση κάνει ειδικό και σαφές το αίτημα. Εκτός από τις αντιστάσεις στη γνώση υπάρχει και η αντίσταση στην διαδικασία (Parsons, 2000). Για την ψυχανάλυση τα κλινικά φαινόμενα (συγκρούσεων και τραυμάτων) είναι αποτέλεσμα των διαδικασιών του μετασχηματισμού τους, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σχέση τους με τον παρατηρητή που συμμετέχει.

   Λέμε, αυτό είναι αυτή τη στιγμή η έκβαση, το αποτέλεσμα, μιας διαδικασίας που εκτυλίσσεται μέσα σε μια σχέση συμμετοχής και παρατήρησης.  Αύριο, αυτή η κλινική εικόνα μπορεί να έχει αλλάξει. Η διάγνωση είναι μια διαδικασία έρευνας. Το τέλος της είναι ανοικτό. Το αποτέλεσμά της, σε κάθε βήμα, είναι μια συμβολική αναπαράσταση που ανοίγει τον ψυχισμό στο μέλλον, ανοίγει νέες προοπτικές.

   Όταν δεν θέλουμε να σκεφτούμε με όρους μιας διαδικασίας, δεν θέλουμε τη διάσταση της ιστορίας και την έννοια του χρόνου που περνά. Τότε καταφεύγουμε στα ερωτηματολόγια, αμυντικά, για να έχουμε την ψευδαίσθηση της βεβαιότητας.

   Ένα γεγονός γίνεται καθώς ερμηνεύεται, λέει ο ανθρωπολόγος Sahlins (1985). Αποκτά ιστορική σημασία μόνο καθώς το ιδιοποιούμαστε μέσα σε έναν πολιτισμό και μέσα από έναν πολιτισμό. Η ιστορία διατάσσεται πολιτισμικά διαφορετικά σε κάθε κοινωνία, μέσα σε ένα σχήμα πραγμάτων γεμάτων νόημα.

   Η ιστορία, λοιπόν, είναι εγγενής συνιστώσα της ψυχικής ζωής. Η διαδικασία έχει σημασία όση και η έκβαση.  Ο άνθρωπος γεννιέται με έμφυτη την ανάγκη να ποιεί νοήματα. Γεννιέται θεραπευτής. Εργάζεται μέρα και νύχτα για να μετασχηματίζει τη πραγματικότητα και να θεραπεύει τα ρήγματα που επιφέρει στον ψυχισμό η πραγματικότητα. Το όνειρο, το πένθος, το παιχνίδι, το αρνητικό, είναι παραδείγματα ψυχικού έργου με τα οποία μετασχηματίζουμε την πραγματικότητα, αναπαριστούμε, θεραπεύουμε τα αναπόφευκτα ρήγματα.

   Από την αρχή της ζωής προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να κάνουμε τον εαυτό μας κατανοητό. Ο ψυχισμός μας λειτουργεί με μεταφορές, με σημεία, εικόνες, δείκτες και σύμβολα όπου κάτι σημαίνει κάτι άλλο. Τα νοήματα καθιστούν ικανή -ικανοποιούν- μια σχέση. Χωρίς αυτά θα ήμασταν άσχετοι και ασύνδετοι μεταξύ μας, η σχέση ανεπαρκής, η σύνδεσή μας αδύναμη.

  Κάθε παιδί μεγαλώνει όταν εσωτερικεύει τρία θεμελιακά γεγονότα της ζωής (facts of life). Πρώτον, τον χωρισμό από τη μητέρα του. Δεύτερον, την εξάρτηση από ένα καλό αντικείμενο. Τρίτον, την αναγνώριση ότι προέρχεται από το γόνιμο ζεύγος δύο γονιών σε μια σεξουαλική σχέση που το αποκλείει (Britton, 1998).

   Το παιδί βασίζεται στην αγάπη των άλλων για την ανάπτυξή του, την επιθυμία, το ενδιαφέρον, την περιέργεια για το πώς ζει, κινείται και αναπτύσσεται ο ψυχισμός του. Βασίζεται στην αφοσιωμένη επιθυμία, την προσήλωση με πάθος, την προσπάθεια…. την Conatus (Spinoza), μια έμφυτη δύναμη που έχει κάθε πλάσμα που ζει να διατηρήσει την ύπαρξή του. Η έμφυτη δύναμη σε όλες τις σχέσεις είναι η μεταβίβαση. Κινεί τον άνθρωπο να μετασχηματίζει την πραγματικότητα με την παρέμβαση ενός άλλου.

  Για ένα παιδί είναι απαραίτητη η συμπαράσταση ενός αξιόπιστου ενήλικα ο οποίος, με τη σταθερή του παρουσία του, προσφέρει ένα πλαίσιο αναφοράς και σύνδεσης με την πραγματικότητα. Ο ψυχίατρος που έχει γνήσια αγάπη για την ανάπτυξη (διαφοροποίηση), παρέχει αυτό το πλαίσιο. Αγάπη για την ανάπτυξη σημαίνει επένδυση στην αναμονή, στο πέρασμα του χρόνου, στην αλλαγή, στο μέλλον και στη διαφοροποίηση. Πολλές κακοποιήσεις παιδιών οφείλονται στην ταύτιση, από το ενήλικα, του παιδιού με «το νέο», αυ­τό που έχει μέλλον και θα φέρει αλλαγές, γεγονός που γεννά φθόνο. Η βία ξεσπά όταν ο γονιός δεν μπορεί να βάλει σε λέξεις την έ­νταση του παιδιού.Που σημαίνει ότι το παιδί δεν έχει νόημα (αναπαράσταση) στον ψυχισμό του ενήλικα.

   Για να συναντήσεις τον ψυχισμό ενός άλλου πρέπει βαθιά να αγγιχθείς κι εσύ μέσα στον πυρήνα της ύπαρξής σου. Είναι δύσκολο να επιτρέψουμε να μας αγγίξει η οδύνη και ο τρόμος του ασθενούς. Οι ψυχαναλυτές δείχνουν στους ψυχιάτρους ότι εκτός από την αγάπη έχουν και μίσος για τους ασθενείς τους διότι θίγουν δικά τους ανεπεξέργαστα σημεία Η ψυχανάλυση είναι ανεπιθύμητη, μισητή διότι θίγει κάτι ιερό, τον κρυφό, ιδιωτικό πυρήνα της ύπαρξης, αυτό που δεν πρέπει να εκτεθεί στην επικοινωνία (Winnicott, 1965).

  Συχνά, οι ασθενείς τους οποίους σήμερα θεραπεύουμε χρησιμοποιούν μια συγκεκριμένη μη συμβολική επικοινωνία, διότι μισούν και καταστρέφουν τα νοήματα. Πιέζουν τους ψυχιάτρους να επαναλαμβάνουν τις ναρκισσιστικές ανάγκες των γονιών να αρέσουν στα παιδιά, να τα κάνουν να τους  αγαπούν. 

  Κανείς δεν μπορεί να προστατεύσει το παιδί από την κατάθλιψη και τα τραύματα που συνεπάγεται το μεγάλωμά του. Όσοι το επιχείρησαν έκαναν τα παιδιά ανορεκτικά, βουλιμικά, εθισμένα στην εκτόνωση και στην κατανάλωση των συγκινήσεων και των πρωτόγονων περιεχομένων του ναρκισσισμού. Εντούτοις, συχνά θεωρούμε τα παιδιά ως θύματα. Πρέπει να τα ηρεμήσουμε. Για να μη θυμώσουν μαζί μας και διαταράξουν τον ναρκισσισμό μας. Αποφεύγουμε την οδύνη τους η οποία μας θυμίζει την κόλαση που ήταν η δική μας παιδική ηλικία. Για να μην αισθανθούμε ξανά αυτή την οδύνη, τούς στερούμε τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν  μια εμπειρία απώλειας της παντοδυναμίας, να εισαγάγουν την πραγματικότητα.

   Η αναλυτική εργασία με παιδιά έχει ανοίξει νέους δρόμους στην κατανόηση της ικανότητας του ψυχισμού να πλάθει εικόνες από αισθητηριακά, κινητικά στοιχεία, με παιχνίδι (χορογραφίες, μουσικές, ζωγραφιές). Ένα κορίτσι ζούσε με την αλκοολική μητέρα της μέχρι που αυτή πέθανε και το κορίτσι συνέχιζε να κοιμάται δίπλα στο πτώμα της, αρνούμενη να αποκολληθεί από αυτό. Τώρα, 14 χρόνων, ψάχνει μια ασφαλή γωνιά για τον εαυτό της. Αυτά τα λόγια της αναλύτριάς της την αγγίζουν βαθειά. Αισθάνεται τότε μια τρομακτική απειλή. Θα πλησιάσει την αναλύτρια και θα ξανα-εγκλωβιστεί σε μια εχθρική φρικτή μητέρα. Μετά τη συνεδρία δεν πάει σπίτι της ανάδοχης οικογένειας, περιπλανιέται, χάνεται μέσα στην πόλη, και τελικά την βρίσκει η αστυνομία (Bodin, 2010). Αυτή η συνεδρία και η περιπλάνηση είναι μια χορογραφία που απεικονίζει έναν εφιάλτη που ζει στην ξυπνητή της ζωή… Το κορίτσι προσπαθούσε να ξεφύγει από ένα νόημα που είχε εσωτερικευθεί. Παρ’ όλες, όμως, τις τρομακτικές επαναλήψεις των τραυμάτων, το κορίτσι συνέχιζε την προσπάθεια να εσωτερικεύσει νέα νοήματα και να αφήσει την παντοδυναμία.

   Στο βαθμό που δεν μετασχηματίζει ο ψυχισμός την πραγματικότητα, η πραγματικότητα είναι τραυματική, ανατρέπει την αίσθηση της παντοδυναμίας. Το θέμα τότε είναι αν έχουμε μεταβατικά αντικείμενα που να διαμεσολαβούν ώστε να κάνουν την πραγματικότητα υποφερτή. Αν δεν έχουμε επαρκή μεταβατικά αντικείμενα χρησιμοποιούμε γραφειοκρατικά και άλλα διαστροφικά παιχνίδια εξουσίας. Όταν η σκέψη δεν επαρκεί για να προχωρήσει την επεξεργασία της τρέχουσας εμπειρίας, αποφεύγουμε την οδύνη  καταφεύγοντας σε διάφορα διαβήματα απόγνωσης.

Παραδείγματα:

  1. Η άσκηση της διοίκησης. Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι η διοίκηση. Η δύναμη και η εξουσία είναι μεγέθη που μοιράζονται, η παντοδυναμία δεν μοιράζεται: είσαι το παν ή είσαι το τίποτα.  Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι σχέσεις γίνονται γραφειοκρατικές και εργαλειακές και γεμίζουν τα κενά (οι αναπαραστάσεις των άλλων έχουν εξολοθρευθεί χωρίς να αφήσουν ίχνος) με δράσεις-αντιδράσεις. Οι συναντήσεις μας μοιάζουν με συνελεύσεις κομματικών οργανώσεων. Νεκρές, χωρίς αληθείς αντιθέσεις και  διαφοροποίηση, δεν θέλουμε να αγαπήσουμε για να μην ξεγελαστούμε. Σε συνθήκες συμμόρφωσης και καταπίεσης, εργαζόμαστε  χωρίς αγάπη και επιθυμία να γνωρίσουμε, χωρίς να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Δεν συναντιόμαστε. Κανείς δεν ταυτίζεται με κανέναν.
  2. Ο επαγγελματισμός. Περιχαρακώνουμε τις εμπειρίες απόγνωσης του αβοήθητου παιδιού, με μια παντοδύναμη φαντασίωση φαλλικής αυτάρκειας και παντογνωσίας. Με κυνισμό πιστεύουμε ότι έχει καταστραφεί κάθε προοπτική ανάπτυξης. Κάνουμε επίδειξη «απαισιοδοξίας», μιας πολυτέλειας που δεν μπορούμε να έχουμε όταν θεραπεύουμε παιδιά.
  3. Η απώλεια σεβασμού του πλαισίου, του τρίτου, των ορίων –του ναρκισσισμού, των αμυνών –των άλλων (ασθενών, συναδέλφων). Με πράξεις βίας παρενοχλούμε, παραβιάζουμε, εκμεταλλευόμαστε νεότερους συναδέλφους μας. Με μια ανικανότητα αναμονής, αντοχής στη στέρηση και σκέψη, επιδιδόμαστε σε επαναληπτικές καταναγκαστικές συμπεριφορές, που μας εκθέτουν σε κίνδυνο. Με ανικανότητα πένθους, μανιακές άμυνες εναντίον της νέκρας της κατάθλιψης, με εκβιασμούς, δωροδοκίες, εξαγορές από φαρμακοβιομηχανίες, ίντριγκες.
  4. Οι θέσεις εξουσίας έλκουν άτομα που επιζητούν επικίνδυνες καταστάσεις για να θέτουν τους εαυτούς τους σε ευάλωτη θέση να αποκαλυφθούν, να πέσουν θύματα εκβιασμών. Ζουν μεταξύ “fame” και “shame” (Weldon, 2011).  Ενώ συνεχίζουν να λειτουργούν μέσα στην πραγματικότητα (υπεράνω υποψίας), κρατούν εγκυστωμένες (στον ψυχισμό, στους θεσμούς) τις διαστροφικές πρακτικές με τις οποίες αμύνονται εναντίον της μαύρης τρύπας του θανάτου των αναπαραστάσεων του αντικειμένου. Αδιαφορούν, δεν παίρνουν μέτρα για να καλύψουν τα ίχνη τους. Αυτό ακριβώς επιδιώκουν. Να έχουν ίχνη και να ευρεθούν! Επιζητούν τον κίνδυνο που τους διεγείρει. Η διέγερση είναι το αντικαταθλιπτικό. Τους σώζει από τον ψυχικό θάνατο. Την ίδια ώρα επιτίθενται εναντίον του εαυτού τους με το να μην φροντίζουν την ικανοποίηση και την ασφάλειά τους και μέσα από αυτές τις επιθέσεις εκφράζουν το μίσος τους εναντίον των γονιών τους, που είχαν βιωθεί ως εγκαταλείποντες σε κίνδυνο τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους.

Τα παραδείγματα που παρέθεσα είναι ενδεικτικά μιας κατάρρευσης. Κατάρρευσης του νοήματος. Οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως ζώα πολιτισμικά. Ο τόπος καταγωγής μας και ο τόπος διαμονής μας είναι ένας τρόπος ζωής που εκφράζεται σε έναν πολιτισμό.  Αλλά ο τρόπος ζωής μας είναι ευάλωτος. Μπορεί να καταρρεύσει. Οι ινδιάνοι της φυλής Crow εγκλείσθηκαν, συντηρούμενοι από την κυβέρνηση, μέσα σε έναν καταυλισμό. Έφυγαν τα μπούφαλο. Σταμάτησαν να είναι κυνηγοί. Όταν συνέβη «αυτό» κατέρρευσε ο τρόπος ζωής τους. Ο αρχηγός Plenty Coups είπε την ιστορία του σε ένα κυνηγό που ζούσε κοντά τους…. Είπε την ιστορία μέχρι που συνέβη «αυτό». «Μετά από αυτό, είπε, τίποτα δεν συνέβη». Ζούμε, είπε ένα άλλος, μια ζωή που δεν καταλαβαίνουμε (Lear, 2008).  Τίποτα δεν συμβαίνει στη ζωή αν δεν υπάρχει ένας τρόπος ζωής,  κοινότητα αναφορών, να του δώσει νόημα.

Σήμερα, όλο και πιο συχνά, απελευθερώνονται δυνάμεις καταστροφικότητας. Κυριαρχεί η βία εναντίον των δεσμών του νοήματος, η καταστροφή της σκέψης. Το αποτέλεσμα είναι ότι λειτουργούμε με αρχαϊκούς τρόπους συμπεριφοράς εκτόνωσης της έντασης. Αυξάνουμε διαρκώς τα ελλείμματα συμβολοποίησης. Δεν αναλαμβάνουμε το χρέος που κατά τον Winnicott (1958, 1965, 1971) είναι το καθήκον σε όλη τη ζωή από τη στιγμή του χωρισμού από την πρωταρχική συγχώνευση: το χρέος αυτό είναι η διαρκής εργασία για την σύνδεση -με μεταβατικά αντικείμενα- της εσωτερικής με την εξωτερική πραγματικότητα.

Η αμεταβόλιστη ενεστώσα εμπειρία –“ένας κόκκος άμμου” που βρίσκουμε στην καρδιά ενός μαργαριταριού– δημιουργεί μια τρύπα γύρω από την οποία ο ψυχισμός υφαίνει σχηματισμούς νοήματος (Freud 1916-17, 1920). Πληρώνουμε το χρέος μας όταν υφαίνουμε νοήματα, γράφουμε ένα άρθρο…

Ο Αντόνιο Ταμπούκι παρομοίασε τη λογοτεχνική γραφή (και κάθε δημιουργική εργασία θα έλεγα) με το παιχνίδι των παιδιών: είναι ενδεχομένως ένα παιχνίδι που μοιάζει με εκείνο των παιδιών. Είναι τρομερά σοβαρό παιχνίδι. Γιατί, όταν ένα παιδί παίζει, τα δίνει όλα στο παιχνίδι. Παίρνει ένα λιθαράκι και, καθισμένο στο σκαλοπάτι του σπιτιού, ενώ βραδιάζει, κρατώντας το στην παλάμη του χεριού, λέει ότι αυτό το λιθαράκι είναι ο κόσμος. Υπογραμμίζω: δεν το σκέφτεται μόνο, αλλά το λέει, επειδή μόνο όταν το λέει επιβεβαιώνεται η μαγεία και το λιθαράκι γίνεται κόσμος.  Το παιδί γνωρίζει ότι, αν αυτό το λιθαράκι έπεφτε, ο κόσμος θα γκρεμιζόταν, το σύμπαν στο οποίο ο κόσμος περιστρέφεται θα διαταρασσόταν, τα άστρα θα τρελαίνονταν και θα επικρατούσε χάος. Το παιδί γνωρίζει ότι όσο διαρκεί το παιχνίδι του θα έχει στα χέρια του τις τύχες του κόσμου.

Ο καθένας μας τοποθετεί ένα λιθαράκι στο χτίσιμο του κόσμου των νοημάτων.

Κάνοντας τους εαυτούς μας χρήσιμους, ζούμε μια ζωή που κατανοούμε, αντιστεκόμαστε για να μη γίνουμε περιττοί, χωρίς ιστορία, χωρίς τόπο καταγωγής, περιφερόμενοι μη νεκροί.

 

Βιβλιογραφία

Bodin, G. (2010). Expulsion from the garden of eden. The pain of growing wiser. Scandinavian Psychoanalytic Review. 33: 96-105.

Britton, R. (1998). Subjectivity, objectivity and triangular space. In Belief and Imagination. London: Routledge.

Freud S. (1916-1917). Introductory Lectures of Psychoanalysis, SE 16 and 17.

Freud, S. (1920). Beyond the pleasure Principle. SE 18.

Lear, J. (2008). Radical Hope. Ethics In the Face of Cultural Devastation. Cabridge, Massachusetts: Harvard University Press.

Parsons, M. (2000). The Dove that Returns, The Dove that Vanishes. Paradox and Creativity in Psychoanalysis. London and Philadelphia: Routledge.

Sahlims, M. (1985). Islands of History. Chicago: University of Chicago Press.

Weldon, V. E. (2011). Playing With Dynamite. A Personal Approach to the Psychoanalytic Understanding of Perversions, Violence, and Criminality. London: Karnac.

Winnicott, DW (1958). The capacity to be alone. In: Maturational Processes and the facilitating environment. London: Karnac.

Winnicott, DW (1965).  Communicating and not communicating leading to a study of certain opposites. In: Maturational Processes and the facilitating environment. London: Karnac

Winnicott, DW. (1971). Playing and Reality.London: Tavistock.