Lia Mastropaolo2

Μετάφραση: Αργυρώ Καλτσά3

Επιμέλεια: Βαλέρια Πομίνι, Κάτια Χαραλαμπάκη

 

 

 1 Το κείμενο της Lia Mastropaolo: «Nuove patologie adolescenziali o nuove emergenze sociali?    L’hikikomori è solo giapponese?» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Terapia Familiare n. 97, Nov. 201

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια, συν-Διευθύντρια του Centro Genovese di Terapia della Famiglia (Κέντρο Οικογενειακής Θεραπείας Γένοβας) και Διευθύντρια της Scuola Genovese di Mediazione e Counseling Sistemico–Il Metalogo (Σχολή Διαμεσολάβησης και Συστημικής Συμβουλευτικής Γένοβας–Ο Μετάλογος). E-mail: This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it. , This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it. Νέες παθολογίες της εφηβείας ή νέα αναδυόμενα κοινωνικά φαινόμενα; Το hikikomori είναι αποκλειστικά ιαπωνικό; 2 

Παιδοψυχίατρος -Ψυχοθεραπεύτρια

  

 

Περίληψη

      Η συγγραφέας, στην κλινική της δραστηριότητα,  βρέθηκε τα τελευταία χρόνια να εργάζεται, όλο και πιο συχνά, με νεαρούς ενήλικες που παρουσιάζουν κοινές συμπτωματολογίες: κλείνονται στο σπίτι, περνούν την ημέρα σερφάροντας στο ίντερνετ, δημιουργούν μια παράλληλη εικονική ζωή ή ζουν μέσα στο δωμάτιο/φωλιά μέσα στο οποίο αναλώνεται όλη η καθημερινότητα της ζωής τους. Θέτει το ερώτημα: βρισκόμαστε μπροστά σε νέες παθολογίες ή σε νέα (συμπτώματα) αναδυόμενα κοινωνικά φαινόμενα; Συγκρίνει προηγούμενες έρευνες που είχε κάνει πάνω στους εφήβους με τη σύγχρονη έρευνα σχετικά με το ιαπωνικό φαινόμενο του Hikikomori, με το νέο φαινόμενο των Ιταλών νέων και, μέσω τριών κλινικών περιπτώσεων, παρουσιάζει νέες τεχνικές παρέμβασης: τις «κυμαινόμενες θεραπείες» και την εργασία πάνω στον εαυτό. Για να απαντήσει στο ερώτημα αναλύει πώς με το χρόνο μετατράπηκαν οι μέθοδοι θεραπείας της παθολογίας, πώς διαβάζει το σύμπτωμα, πώς χρησιμοποιεί τις υποθέσεις, πώς αντιμετωπίζει την πρώτη επαφή με τον  έφηβο, τον νεαρό ενήλικα και την οικογένειά του, πώς διατηρεί τη θεραπευτική σχέση τώρα σε σχέση με το παρελθόν, και πώς χρησιμοποιεί τα συμπτώματα στη διάρκεια της θεραπευτικής διαδικασίας

Λέξεις-κλειδιά: hikikomori, συστημικές θεραπείες, «κυμαινόμενες θεραπείες», εργασία πάνω στον εαυτό, νέες κοινωνικές αναδύσεις, νεαρός ενήλικας.      

     

     Μέσα από την κλινική μου εμπειρία συνειδητοποίησα ότι, εδώ και ορισμένα χρόνια, η συμπτωματολογία που παρουσιάζουν έφηβοι και νεαροί ενήλικες που παρακολουθούνται στο Κέντρο Θεραπείας και Διαμεσολάβησης (Centro di Terapia e di Mediazione), μεταβάλλεται σημαντικά.

Ήδη από καιρό αναρωτιόμουν: «πρόκειται για νέες παθολογίες ή για νέες συμπτωματολογίες;» Διερωτόμουν σε τι βασίζεται, για εμάς τους συστημικούς, αυτή η διαφορά. Εμείς συνδέουμε την παθολογία με τις σχέσεις και, για εμάς, η παθολογία αποκτά νόημα ακριβώς αν τη δούμε μέσα στις σχέσεις στα συστήματα με τα οποία το άτομο έρχεται σε επαφή (την οικογένεια, τους φίλους, το επαγγελματικό και κοινωνικό δίκτυο). Τι θεωρούμε λοιπόν ότι είναι παθολογία και τι θεωρούμε ότι είναι συμπτωματολογία; Εάν αναφερόμαστε σε παθολογία ποιες είναι οι νοσολογικές αναφορές μας;

Αναφερόμαστε στο DSM IV ή έχουμε στο νου μας άλλα θέματα; Σχετικά με αυτή τη μεταβολή των συμπτωμάτων, αναρωτιόμουν κατά πόσο πρέπει να αποδοθεί στις κοινωνικές αλλαγές,  ειδικά εκείνες που αναπτύχθηκαν από τη χρήση των νέων τεχνολογιών, ή αν θα πρέπει να αποδοθεί στις μεταβολές που παρουσιάζονται στις σχέσεις στο εσωτερικό της οικογένειας.

Σίγουρα υπάρχουν συμπεριφορές των νέων που μας φαίνονται προβληματικές, σαν να αναπληρώνουν κάτι που δεν έχουν. Για πολλούς νέους οι κοινωνικοί δεσμοί χαλαρώνουν, οι τρόποι του σχετίζεσθαι που έχουν δημιουργήσει είναι διαφορετικοί και, ορισμένες φορές,  αντιτίθενται σε εκείνους που πραγματοποιήθηκαν από τους σημερινούς ενήλικες όταν εκείνοι ήταν νέοι. Οι ενήλικες δεν κατανοούν τις συμπεριφορές των νέων οι οποίες δεν τους είναι οικείες: και ο ενήλικος αναστατώνεται όταν δεν ελέγχει το φαινόμενο. Είναι σαν, στη σημερινή διαφορά σε σχέση με τη δική του νεαρή ηλικία και εφηβεία, να διακρίνει ένα έλλειμμα που τον δυσκολεύει να αναγνωρίσει τις νέες δυνατότητες που δημιουργήθηκαν.

Τα νέα αναδυόμενα κοινωνικά φαινόμενα (και τα νέα συμπτώματα) αναπτύσσονται μέσα σε έναν εικονικό κόσμο (τον κόσμο του ίντερνετ, των βιντεοπαιχνιδιών, με τη χρήση ενός εργαλείου όπως το facebook κλπ). Η διάκριση ανάμεσα στον πραγματικό και τον εικονικό κόσμο που έχει δημιουργηθεί κυρίως από τους νέους,  ανοίγει τη συζήτηση μεταξύ διαφορετικών οπτικών. Το ερώτημα που αναδύεται από τη σύγκριση μεταξύ πραγματικού και εικονικού κόσμου μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί στην ερώτηση: «φαίνεται να υπερτερούν τα στοιχεία “κλεισίματος” του εικονικού κόσμου ή εκείνα των νέων δυνατοτήτων που αυτός φέρει;», και ακόμα: «είναι χρήσιμο να βλέπουμε στον εικονικό κόσμο μόνο την “αυτιστική” πλευρά του κλεισίματος ή χρειάζεται να αναδειχθούν και νέες συνδέσεις με τον πραγματικό κόσμο;» Στο θέμα αυτό αναφέρεται ο Pierre Levy(1999), υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια φιλοσοφική-επιστημονική συζήτηση μπορεί να αναπτυχθεί αντικαθιστώντας την αρνητική και παθολογοποιητική αντίληψη με εκείνη που αναδεικνύει τις θετικές δυνατότητες. «Το εικονικό δεν είναι διόλου το αντίθετο του πραγματικού αλλά ένας τρόπος ύπαρξης γόνιμος και ισχυρός που παρέχει χώρο για δημιουργικές διεργασίες, ανοίγει μελλοντικές προοπτικές, σκάβει πηγάδια νοημάτων κάτω από τη μονοτονία της άμεσης φυσικής παρουσίας».

Σε κλινικές περιπτώσεις έχω παρατηρήσει πόσο η παγίδευση σε έναν εικονικό κόσμο πυροδοτεί συχνά μια συγκρουσιακή κλιμάκωση στις οικογενειακές σχέσεις, που μπορεί να αποκτήσει χαρακτηριστικά βίας. Δεν υπάρχει μόνον η «κλασική» βία, αυτή που συνήθως φτάνει  στις υπηρεσίες και στα δικαστήρια, η επονομαζόμενη «βία των κακοποιητικών οικογενειών» ή η «ενδοοικογενειακή βία» που παρουσιάζεται σαφής και κραυγαλέα. Υπάρχει ένα άλλο είδος βίας, πιο χαμηλόφωνη, που στρέφεται στο εσωτερικό της οικογένειας, που αποκόπτει τις γέφυρες με τον έξω κόσμο και δημιουργεί στενοχώρια και ψυχική δυσφορία: παρόλο που είναι λιγότερο κραυγαλέα και ίσως πιο ασαφής, δεν παύει να πυροδοτεί συγκρούσεις στην οικογένεια. Είναι αυτή η μορφή βίας την οποίαν εντάσσω στις «νέες παθολογίες (εφηβικά συμπτώματα) ή νέα αναδυόμενα κοινωνικά φαινόμενα στους νέους», και την οποία διερευνώ τα τελευταία χρόνια (Mastropaolo2008).

 

Η έρευνα πάνω στην εφηβεία (1982, followup1986 και 1992)  

       Το θέμα των διαταραχών στην εφηβεία αποτελεί ένα από τα ενδιαφέροντά μου, ήδη από το 1982 όταν, με την ομάδα εργασίας στο Ειδικό Ιατρείο σε Δημόσιο Τομέα,  πραγματοποίησα  μια έρευνα πάνω στους εφήβους, με στόχο την επεξεργασία μιας εξειδικευμένης θεραπευτικής παρέμβασης στην οικογένεια.

Το ερώτημα που θέσαμε τότε είχε ως στόχο να κατανοήσουμε το αν ορισμένα συμπτώματα όπως η βουλιμία, η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, η ανορεξία κ.α., αντιπροσώπευαν μια έκκληση για βοήθεια από μέρους του εφήβου, στην προσπάθεια αναζήτησης της δικής του εξατομίκευσης και αυτονομίας. (Mastropaolo Semboloni 1982-1993). Η υπόθεση της έρευνας θεωρούσε την εφηβεία ως «πληροφορία αλλαγής», η μη αναγνώριση της οποίας από μέρους της οικογένειας μπορούσε να προκαλέσει ανησυχία και ψυχοπαθολογικές συμπεριφορές.

Η έρευνα χρησιμοποιούσε μια δομημένη συνέντευξη, που κατασκευάστηκε ad hoc, με στόχο να συμμετάσχει ο έφηβος στη θεραπεία, καθώς η στατιστική έδειχνε ότι το 45% των εφήβων δεν επέστρεφε στη δεύτερη συνέντευξη. Δινόταν ιδιαίτερη προσοχή στο να ενεργοποιηθεί η οικογένεια, με το να μεταφέρει στον «ενδεικνυόμενο ασθενή» ένα μήνυμα ικανότητας και ελευθερίας λήψης αποφάσεων, που του αναγνώριζε – καθότι σκεπτόμενο άτομο – τη δυνατότητα να εκφέρει τις δικές του απόψεις. Η παρέμβαση, στο τέλος της πρώτης συνεδρίας, έθετε δύο σκοπούς: να άρει την ανάγνωση του προβλήματος ως παθολογία με θετική σημασιοδότηση στους γονείς, που πρόσεχαν τη δυσφορία του έφηβου παιδιού τους, και με το να αποδώσει την προβληματική συμπεριφορά στη φάση της εφηβείας. Ο δεύτερος σκοπός ήταν να αναγνωριστεί στον έφηβο το δικαίωμα «να αποφασίζει», διαμέσου της πρότασης στον «ενδεικνυόμενο ασθενή» να αναλογιστεί πάνω στη δική του ευθύνη και να εκφράσει τη δική του γνώμη για το αν θα ξεκινήσει μια θεραπεία με την οικογένειά του.

Η έρευνα επωφελήθηκε από μία πρώτη μετα-παρακολούθηση (follow-up) το 1986 και μία άλλη το 1992. Από τη σύγκριση με ομάδα ελέγχου προέκυπτε ότι, με την συγκεκριμένη μεθοδολογία, ήταν πιθανότερο να ολοκληρωθεί μια οικογενειακή θεραπεία στην οποίαν ο έφηβος συμμετείχε συνειδητά.

Τα συχνότερα προβλήματα των εφήβων ήταν συμπεριφορικού και διατροφικού τύπου. Σκοπός της θεραπείας ήταν μια διαφορετική ανάγνωση του συμπτώματος από μέρους του οικογενειακού συστήματος: όχι πια μια, εκ των προτέρων, θεώρησή του ως εκδήλωσης ψυχοπαθολογίας, αλλά ως μέσου έκφρασης δυσφορίας, επανάστασης, φυγής και αντιπαράθεσης με τον κόσμο των ενηλίκων και κατά συνέπεια μεγαλύτερη αναγνώριση της αναπτυξιακής φάσης που ο έφηβος διένυε. Προτεραιότητα των συστημικών θεραπευτών ήταν να αναθεωρήσουν μαζί με την οικογένεια το σύμπτωμα μέσα από το πρίσμα του κοινωνικοπολιτισμικού πλαισίου στο οποίο εκδηλωνόταν.

Οι παθολογίες της εφηβείας του σήμερα         

      Δεδομένης της μεταβολής των περιπτώσεων που συναντώ σήμερα, διερωτώμαι εάν μιλάμε για διαφορετικές παθολογίες ή για διαφορετικά συμπτώματα σε παρόμοιες παθολογίες, ή αν θα μας ήταν πιο χρήσιμο να αλλάξουμε την ορολογία και να τις ονομάσουμε «νέα αναδυόμενα κοινωνικά φαινόμενα». Τα φαινόμενα όπως, το να κλείνεται κάποιος στο σπίτι, να σερφάρει στο ίντερνετ εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, να δημιουργεί μια παράλληλη εικονική ταυτότητα, να ζει μια πλασματική πραγματικότητα, να επιτρέπει στον εαυτό του μια κοινωνικότητα μόνο μέσα στο διαδίκτυο (στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά οι έφηβοι εμφανίζονται ότι έχουν εκατοντάδες φίλους ενώ μπορεί να ζουν μέσα στη μοναξιά) και να καταφεύγει στο δωμάτιο/φωλιά μέσα στο οποίο αναλώνεται ολόκληρη η καθημερινότητα της ζωής, αντιπροσωπεύουν μια μορφή απομόνωσης που είναι η ίδια με την κατάθλιψη και την ανορεξία, που βρίσκει διαφορετικούς τρόπους εκδήλωσης σε σχέση με το παρελθόν, ή μιλάμε για νέες παθολογίες; Διερωτώμαι επίσης κατά πόσον έχουν εξελιχθεί και τροποποιηθεί οι μέθοδοι παρέμβασης. Η ανάγνωση του συμπτώματος είναι διαφορετική από πριν; Πώς χρησιμοποιώ τις υποθέσεις;  Πώς πραγματεύομαι τώρα τη δέσμευση στη θεραπεία του εφήβου, του νεαρού ενήλικα και της οικογένειάς του; Πώς διατηρώ τη θεραπευτική σχέση τώρα σε σύγκριση με τότε; Πώς αναθεωρώ τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής διαδικασίας; Ποιες είναι οι αλλαγές μέσα στο χρόνο;

Σημερινές παρεμβάσεις: τρεις παραδειγματικές περιπτώσεις

Με την πρόθεση να ανοίξω τη συζήτηση και να εντοπίσω τα χρήσιμα και αποτελεσματικά εργαλεία προκειμένου να αντιμετωπίζονται τέτοιες καταστάσεις, θα περιγράψω στη συνέχεια μερικές περιπτώσεις, διαφορετικές, αλλά με αναλογίες μεταξύ τους.

 

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΝΤΕΛΦΟ

Η οικογένεια Χ αποτελείται από τον νεαρό ενήλικο γιο, Ντέλφο, τον πατέρα Λίνο και την μητέρα Μπιάνκα. Ο Ντέλφο έφυγε από το σπίτι πριν από ενάμιση χρόνο, όταν εγγράφηκε στο πανεπιστήμιο σε μια άλλη πόλη από εκείνη όπου ζούσε με την οικογένειά του. Εδώ κι ένα χρόνο έχει διακόψει τις σπουδές του, επέστρεψε στους γονείς του, δεν εργάζεται, έχει κόψει κάθε σχέση με τον έξω κόσμο, έχει κυριολεκτικά καταφύγει στο σπίτι. Η μοναδική του ασχολία είναι να μένει κολλημένος για ώρες μπροστά στον υπολογιστή. Κοιμάται κατά τη διάρκεια της ημέρας και τη νύχτα περνάει ώρες παίζοντας βίντεο-παιχνίδια για να σκοτώσει έναν δράκο. Ο πατέρας σχολιάζει: «Αρκεί να τον αφήσεις να κάνει αυτό που θέλει, να παίζει στον υπολογιστή, και δεν τσακωνόμαστε. Μόλις του πεις “έχεις παίξει πολύ” θυμώνει».

Η μητέρα και ο πατέρας δεν αναγνωρίζουν πια τον γιο τους, αισθάνονται αποκομμένοι από τη ζωή του, δεν ξέρουν πώς να επικοινωνήσουν μαζί του. Ξεκινώ να βλέπω ολόκληρη την οικογένεια. Στην πρώτη συνεδρία τους προσκαλώ όλους μαζί. Οι γονείς δεν κατανοούν ούτε στο ελάχιστο, ούτε αντιλαμβάνονται την καταθλιπτική όψη του νεαρού, αλλά τον χαρακτηρίζουν «έναν τεμπέλη που δεν ασχολείται με τίποτα». Φαίνονται απογοητευμένοι σε σχέση με τις προσδοκίες που έτρεφαν για τον ιδανικό γιoπου είχαν δημιουργήσει στη φαντασία τους, χωρίς να κατορθώνουν να προσεγγίσουν τον πόνο του Ντέλφο. Ο νεαρός φαίνεται σαν αναίσθητος, παγωμένος στον αυτιστικό του κόσμο. Στο πρόσωπό του δεν αντανακλάται κανένα συναίσθημα, ούτε αρνητικό, ούτε θετικό. Οι γονείς τον περιγράφουν απαθή και μη δεκτικό, με μία και μοναδική σχέση, την οποίαν χαρακτηρίζουν νοσηρή, με τον υπολογιστή. Ο Ντέλφο χαρακτηρίζει τον εαυτό του ένα μοναχικό λύκο, χωρίς πίστη στο μέλλον και στις δυνατότητές του. Δηλώνει ότι είναι απαισιόδοξος για την κατάσταση στην Ιταλία: εργασία, συντάξεις, περίθαλψη… Φοβάται, στα 23 του χρόνια, ότι δεν θα υπάρχει μέλλον! Όπως αναφέρεται συχνά από ουσιοεξαρτημένα άτομα, ο Ντέλφο υποστηρίζει ότι παίζοντας στον υπολογιστή, δραπετεύει από την πραγματικότητα, χαλαρώνει και αισθάνεται ότι μπορεί να επιλύει τα προβλήματα του. Εστιάζοντας στο μέλλον, θυσιάζει τη δυνατότητα να ζήσει στο παρόν.

Τα κεντρικά σημεία που χαρακτηρίζουν τις πρώτες δύο συνεδρίες, με ολόκληρη την οικογένεια παρούσα, εστιάζονται στη σύνδεση ανάμεσα στα προβλήματα του Ντέλφο και την κρίση στο ζευγάρι των γονιών, κρίση καλυμμένη εδώ και χρόνια και ποτέ ανοιχτή: Ο Ντέλφο, παρά την έκπληξη των δικών του, λέει: «Μεταξύ τους τούς βλέπω να έχουν μεγαλύτερη ένταση από πριν, θεωρώ ότι έχω μια ηλικία για να τους πω τη γνώμη μου όταν τσακώνονται για χαζομάρες». Ο γιος έχει τη λειτουργία να διατηρεί αμετάβλητη μια συγκεκριμένη πραγματικότητα, να συντηρεί την οικογενειακή ομοιόσταση και να «μην αγγίξει τα τεταμένα νεύρα του ζευγαριού». Ο Ντέλφο αισθάνεται να ανακαλείται στο σπίτι από τη σύγκρουση της οποίας την ύπαρξη οι γονείς αρνούνται. Η διαδικασία της αυτονόμησής του διακόπτεται και ο νεαρός κλείνεται στο καταφύγιό του, βρίσκοντας στον υπολογιστή έναν ικανό σύμμαχο, μια οδό διαφυγής προκειμένου να μην εμπλακεί ανοιχτά στην τριγωνοποίηση ανάμεσα στη μαμά και τον μπαμπά. Αναδύεται η εμπλοκή του Ντέλφο με τους γονείς. Η μητέρα χαρακτηρίζει τον γιο σύμμαχο του πατέρα και αυτό δημιουργεί έναν διπλό δεσμό για τον νεαρό καθώς, εάν συμμαχήσει με τον μπαμπά χάνει τη μαμά και το αντίστροφο. Ο υπολογιστής, τα βιντεοπαιχνίδια, τα παιχνίδια ρόλου αντιπροσωπεύουν τη δυνατότητά του να παραμείνει σε κατάσταση «αναμονής».

Προφανής στην οικογένεια είναι η σύγκρουση μεταξύ εγγύτητας και απόστασης: «Μέσα στην οικογένειά σας υπάρχουν δύο πολύ ισχυρές ιδέες: ο Μύθος της αυτονομίας και ο Μύθος της εγγύτητας. Μπροστά σε αυτά τα δύο μηνύματα ο Ντέλφο μπλοκάρει, τα λαμβάνει και τα αντιλαμβάνεται ως αντικρουόμενα και μη συμπληρωματικά. Ως εκ τούτου, αν απομακρυνθεί από την οικογένεια θεωρεί ότι δεν σέβεται την “εγγύτητα”, αν παραμείνει μέσα αισθάνεται “ότι βρίσκεται στη μέση μεταξύ σας” και χρησιμοποιεί τον υπολογιστή προκειμένου να γλιτώσει».

Αυτή η υπόθεση με κάνει να αναρωτιέμαι: πώς μπορεί ο Ντέλφο να αποφύγει τον διπλό δεσμό και την τριγωνοποίηση; Τι λειτουργία αποκτά για τον Ντέλφο ο υπολογιστής; Ο Ντέλφο χάνει την επαφή με την πραγματικότητα και εμποδίζει την επικοινωνία του με τον έξω κόσμο, αυτο-αποκλείεται, και η δυσφορική κατάστασή του αποκτά τα χαρακτηριστικά της απομόνωσης και του σολιψισμού.

Στην τρίτη συνεδρία αποφασίζω να επικεντρώσω την παρέμβαση σε δύο μέτωπα: από τη μια μεριά με τον Ντέλφο μόνο του, προκειμένου να διευκολύνω την εξατομίκευσή του και να τον κάνω να ξαναβρεί τη χαμένη του ταυτότητα, από την άλλη με τους γονείς, προκειμένου να διευκολυνθεί μια πιο ευθεία επικοινωνία μεταξύ τους. Εφαρμόζω μια μέθοδο που ανέπτυξα τα τελευταία χρόνια, την οποίαν ονομάζω των «κυμαινόμενων θεραπειών»4, η οποία επιτρέπει ταυτόχρονα την επέκταση και τη συρρίκνωση του οικογενειακού συστήματος, κυμαινόμενη από το άτομο στο σύστημα και από το σύστημα στο άτομο, μέσα στην ίδια θεραπευτική διαδικασία (Gaspari& Mastropaolo, 2008).

Σε αυτή την πρακτική δεν θεωρούμε ότι οι θεραπείες πρέπει υποχρεωτικά να ξεκινήσουν και να ολοκληρωθούν ως οικογενειακές ή ατομικές αλλά, σύμφωνα με τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες, ορίζουμε πεδία δράσης όπου η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να πραγματοποιηθεί. Οι διαφορετικοί συνδυασμοί που χρησιμοποιούνται κάθε φορά προκειμένου να πραγματοποιηθεί η διαδικασία της αλλαγής, είναι εκείνοι που συνιστούν τη διαφορά. Χρησιμοποιώ τον χώρο και  τον χρόνο της θεραπείας ως ένα συνεχές, θεωρώντας τη διαδικασία ένα σύνολο που συνδέεται και διακλαδώνεται στην εφαρμογή μιας εναλλαγής συνδυασμών. Ορίζω ποιο πλαίσιο σκοπεύω να σχεδιάσω με την οικογένεια, εκτιμώντας κάθε φορά με ποια μέρη του συστήματος εκείνη τη στιγμή είναι προτιμότερο να συνεργαστώ, λαμβάνοντας υπόψη ότι το σύμπτωμα που φέρνει η οικογένεια γίνεται κατανοητό ως ένα σύνολο ιδιαίτερων σχέσεων μέσα στο σύστημα. Ακόμα κι όταν συνεργάζομαι με ένα μόνο μέλος έχω υπόψη όλη την οικογένεια. Η συνεργασία με τα διαφορετικά υποσυστήματα δεν εμποδίζει τον θεραπευτή να διατηρήσει ακέραια στο νου του την εικόνα ολόκληρης της οικογένειας.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση παρακολούθησα για ένα μακρύ χρονικό διάστημα τον Ντέλφο ατομικά και την ίδια χρονική περίοδο συνάντησα  τους γονείς μόνους, για μια σε βάθος συνεργασία πάνω στο ζεύγος, προκειμένου στη συνέχεια να επανενώσω τα μέλη της οικογένειας σε μια τελική συνεδρία, βλέποντάς τους πάλι όλους μαζί, υπό τον όρο ότι «ο καθένας αποφασίζει, σε αυτή τη θέση, πόσα σκοπεύει να μοιραστεί με τους άλλους σε σχέση με την προσωπική του διαδρομή».

Στις συναντήσεις με τον Ντέλφο μόνο του, ο νεαρός φέρνει τη δυσφορία του, παρουσιάζοντας μια ρομποτική συμπεριφορά και μια παντελή έλλειψη αυθεντικότητας στο σχετίζεσθαι. Δεν εκφράζει συναισθήματα ούτε συγκινείται, ένδειξη μιας βαθιάς δυσφορίας, που τον θέτει σε μια κατάσταση επαγρύπνησης. Παραθέτω αποσπάσματα του θεραπευτικού διαλόγου:

Ν (στις ατομικές): «ζω στο κενό, στο  τίποτα………….»

Θ: «είστε εσείς που αποφασίζετε να ζείτε σαν νεκρός.»

Ν (αποδίδοντας αυτόν τον θάνατο στην επανάκληση στην οικογένεια): «Από τότε που ήμουν 12 ετών ήμουν πάντα ένας μοναχικός λύκος.»

Θ: «πώς και χρησιμοποιείτε αυτή τη μονοτονία φωνής για να εκφράζεστε;»

Ν: «χρησιμοποιώ αυτή τη μονοτονία για να είμαι όσο πιο ξεκάθαρος γίνεται, για να εκθέτω λογικά τα προβλήματα.»

Θ: «είναι σαν να βάζετε μια πατίνα πάνω στα πάντα, παραμένουν όλα πνιγμένα μέσα. Είναι σαν τα λόγια σας να μην αντιπροσωπεύουν τίποτα.»

Ν: «με το να είναι κανείς πολύ συναισθηματικός κινδυνεύει να είναι πολύ αδύναμος.»

Θ: «τελικά αφήνετε να τριγυρίζει ένα πτώμα χωρίς ζωή. Δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνετε.»

Ν: «από άμυνα.»

Θ: «άμυνα σε τι; Γιατί πρέπει να κυκλοφορείτε ένα τόσο ψεύτικο χαρακτήρα;»

Ν: «πάντα ήμουν έτσι»

Θ: «τι πλεονεκτήματα έχετε από αυτή τη θέση;»

Ν: «δεν ξέρω, πάντα συμπεριφερόμουν έτσι. Όταν παρουσιάστηκα όπως ήμουν, κάηκα. Στο παρελθόν με ένα κορίτσι εκτέθηκα υπερβολικά και υπέφερα. Στο σχολείο με κορόιδεψαν όταν ανοίχτηκα πολύ»

Ενδιαφέρον είναι να σημειωθεί ότι ο νεαρός, με τον μονότονο τόνο του, φαίνεται να θέλει να μεταφέρει και στην ομιλία του την ψυχρότητα της ψιφιακής γλώσσας, να εκφράζεται προφορικά σαν να χτυπούσε τα πλήκτρα του Η/Υ. Θίγω τη σχέση του με τους γονείς: ορισμένες φορές αναλαμβάνει το ρόλο του παππού της οικογένειας, φορέα αξιών και σύμβολο σταθερότητας στο σπίτι, άλλες φορές, ταυτιζόμενος με τον πατέρα, υιοθετεί μια συμπεριφορά σεβασμού τόσο ευλαβική ώστε να κινδυνεύει να χαθεί και να ακυρωθεί εντελώς μέσα σε εκείνον.

Θ: «Εσείς, τη μια ταυτίζεστε με την μητέρα σας και την άλλη με τον πατέρα σας. Είναι σαν να πρέπει να βρουν σε εσάς μια αναπαράσταση της ζωής τους. Εσείς προχωράτε τη ζωή των γονιών σας. Δεν κατορθώνετε να πείτε στον εαυτό σας τι θέλετε να κάνετε στη ζωή σας. Είναι απαραίτητο να διασαφηνίσετε για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό.»

Στην προσπάθεια να αναδυθούν οι δικές του απόψεις, τον προκαλώ, ρωτώντας τον εδώ και πόσον καιρό έχει αποφασίσει να πέσει σε χειμερία νάρκη και έως πότε σκοπεύει να παραμείνει στην κατάψυξη. Δουλεύω στη συνέχεια πάνω στις αντιλήψεις που ο Ντέλφο έχει για τον εαυτό του και εισάγω μια τεχνική απεικόνισης των διαφορετικών προσωπείων που φοράει κατά τη διάρκεια της ημέρας, χωρίς ποτέ να αναρωτιέται τι πραγματικά αισθάνεται ή σκέφτεται.

Ν: «Ναι, είναι αλήθεια ότι μου συμβαίνει να είμαι ένα ρομπότ, αλλά αισθάνομαι καλύτερα να έχω αυτή τη συμπεριφορά. Στο Δημοτικό με κορόιδευαν, με θεωρούσαν το χαζό του χωριού, με κριτικάρανε και μου επιτίθονταν, συχνά άσχημα.»

Θ: «Σας έκαναν χοντρά αστεία;»

Ν: «Μόνο με λόγια. Μια φορά όμως έδειρα έναν από αυτούς που μου έκαναν τα αστεία, κι αν δεν τον τραβούσαν από τα χέρια μου δεν ξέρω πώς θα είχε εξελιχθεί. Τώρα εκτονώνομαι με τους γονείς μου»

Θ: «Πώς συνέβη και δημιουργήσατε αυτή την ιδέα ατόμου που αποφασίζουν άλλοι για εκείνο, ενός μωρού; Ενός ταλαίπωρου και ενός διαφορετικού;»

Ν: «Αυτό ήταν το αποτέλεσμα, από το Δημοτικό με κορόιδευαν διότι η μητέρα μου ήταν πάντα μαζί μου..».

Θ: «Είναι σαν να δημιουργήσατε προσωπεία για να ανήκετε. Σας ζητώ να κοιτάξετε πίσω από κάθε προσωπείο τι συναισθήματα βρίσκονται. Γίνατε σκλάβος αυτού του τρόπου που δημιουργήσατε. Το προσωπείο μπορεί να εξυπηρετούσε για μια χρονική περίοδο, αλλά τώρα πρέπει να βρείτε ποιος πραγματικά είναι ο Ντέλφο. Δεν τον αφήνετε να προβάλει ποιος είναι, τι θέλει. Όταν συμβαίνει κάτι, ένα οποιοδήποτε συμβάν, μπορείτε να αναρωτηθείτε πραγματικά τι νιώθετε σε εκείνη την περίσταση;».

Σχηματίζω την υπόθεση ότι ο Ντέλφο τρομοκρατήθηκε από τη σωματική αντίδραση προς τον συνομήλικο και συγκεκριμένα από τη βία που γεννήθηκε μέσα του, η οποία προκάλεσε αυτή την αντίδραση, και η οποία πιστεύει ότι θα ελεγχόταν δύσκολα, χωρίς την παρέμβαση ενός ενήλικα. Με αυτό τον τρόπο ξεκινά για τον Ντέλφο μια σταδιακή απόσυρση από τις σχέσεις και μια επακόλουθη ένδυση προσωπείων διαφορετικών ανάλογα με τις περιστάσεις, προκειμένου να αποφύγει να έρθει σε επαφή με τη συναισθηματική πλευρά του, την οποίαν είχε φοβηθεί. Αυτή η προοδευτική διαδικασία, όπως κι εκείνος την ονομάζει, τον έκανε να μην αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό του και να ταυτίζεται με τα προσωπεία που φοράει ανάλογα με τις περιστάσεις, που όμως ακυρώνουν παντελώς τα συναισθήματά του, μέχρι να μετατραπεί σε ένα ρομπότ χωρίς καρδιά και αισθήματα. Με όλα αυτά, καταφεύγει στους τσακωμούς με τους γονείς και στο σίγουρο χώρο του σπιτιού του, μακριά από την πιθανή και αναπόφευκτη συναισθηματική εμπλοκή που οι σχέσεις με τους άλλους απαιτεί.

Το παράδοξο είναι ότι ο Ντέλφο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ισχυρό όταν επικοινωνεί στο διαδίκτυο, σε παγκόσμιο επίπεδο, γρήγορα και σε πραγματικό χρόνο, αλλά σχετικά με τον έξω κόσμο δεν έχει πια ερείσματα στην πραγματικότητα.

Η χρήση του παιχνιδιού ρόλων στη θεραπεία

      Στην πορεία των συνεδριών αναδύεται το ενδιαφέρον του Ντέλφο για τα παιχνίδια ρόλου και στην πρώτη συνεδρία περιγράφει σε τι συνίσταται το παιχνίδι ρόλου: «είναι ένα παιχνίδι online, έχεις έναν εικονικό άλλο εαυτό που αντιπροσωπεύει ένα χαρακτήρα και ο σκοπός είναι, μαζί με άλλους παίχτες από διάφορα μέρη του κόσμου, να πάμε μαζί, για παράδειγμα, να σκοτώσουμε το δράκο. Κατά τη γνώμη μου είναι ένα πολύ κοινωνικό  παιχνίδι, αν και αυτοσκοπός.» Φαίνεται ότι το πλαίσιο του παιχνιδιού ρόλου, καθότι είναι πράγματι ένα πλαίσιο παιχνιδιού, του δίνει τη δυνατότητα να βγει από την οικογένεια, ακριβώς επειδή είναι μια συνθήκη «παιχνιδιού». Η συνεργασία πάνω σε αυτό έγινε ένα βασικό εργαλείο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το σύμπτωμα με λειτουργικό τρόπο. Η περιέργειά μου, το ενδιαφέρον μου για τα παιχνίδια του, το να τον κάνω να μου διηγηθεί με όλες τις λεπτομέρειες πώς εκτυλισσόταν αυτή η σολιψιστική διαδικασία, χωρίς κριτική και χωρίς να το θεωρώ παθολογικό σύμπτωμα, επέτρεψε να χρησιμοποιηθεί ο υπολογιστής ως μέσο αλλαγής και να εφαρμοστεί το εργαλείο που πριν τον φυλάκιζε, ως μέσο απελευθέρωσης, προκαλώντας ένα πέρασμα από τη δέσμευση στη δυνατότητα.

Θ: «Μα, μεταξύ σας οι παίχτες μιλάτε;»

Ν: «ΟΧΙ»

Θ: «Αυτά τα παιχνίδια που παίζετε μόνος, πώς θα μπορούσαν να γίνουν παιχνίδια με άλλους;»

Έτσι ανακαλύπτω ότι στο παιχνίδι onlineυπάρχει και η δυνατότητα εκτός σύνδεσης (offline) που επιτρέπει στους παίκτες να επικοινωνούν ως άτομα και όχι ως χαρακτήρες ρόλου, αλλά αυτόν τον τρόπο ο Ντέλφο δεν τον χρησιμοποιεί ποτέ, ούτε συμμετέχει στα forum, πόσο μάλιστα στις συγκεντρώσεις που κάποιες φορές οργανώνουν οι άλλοι παίχτες.

Πώς εξελίχθηκε η θεραπεία

     Μετά από ορισμένες συνεδρίες, επιτέλους ο Ντέλφο κατορθώνει να μετατρέψει τον σολιψιστικό τρόπο παιχνιδιού του σε κοινωνικό παιχνίδι και μου διηγείται: «Σε κανένα- δυο μήνες θα ειδωθούμε όλοι, έχουμε ένα forumonline, μιλάμε με τα ακουστικά, γνωρίζεις πολύ κόσμο έτσι».

Στη συνέχεια ο Ντέλφο φαίνεται στις συνεδρίες πιο δραστήριος, λιγότερο καταθλιπτικός, περισσότερο ικανός να προβάλει τον εαυτό του στο μέλλον. Δίνει μια διαφορετική ερμηνεία στα γεγονότα. Συγκεντρώνεται στην εργασία, δείχνει μια σχετική δυναμικότητα αλλά και τη δυσκολία να βρει τον δρόμο του. Στην επόμενη συνεδρία διηγείται για τη σύναξη στην οποίαν, εν τέλει, συμμετείχε: συναντήθηκαν σε ένα διαμορφωμένο δάσος, μεταμφιεσμένοι αλλά με σάρκα και οστά: «ενσάρκωσα τον ρόλο ενός ιππότη που σώζει τους ανθρώπους από τα τέρατα. Ήμασταν τριάκοσοι που παίζαμε… είναι ένα παιχνίδι που με χαλαρώνει, και σε σωματικό επίπεδο με βοηθάει να παραμένω σε φόρμα. Μόλις τελειώσει το παιχνίδι μιλάμε και στήνουμε τις σκηνές. Μιλήσαμε για πολιτική, για αυτοκίνητα, αλλά δεν έχω πολλή οικειότητα γιατί είναι άτομα που βλέπω μόνο εκεί».

Το πλαίσιο των παιχνιδιών ρόλου είναι όντως ακόμα ο μόνος χώρος όπου εκδηλώνει πάθος. Στις τελευταίες συνεδρίες ο Ντέλφο διηγείται: «αυτή την περίοδο ανακάλυψα ότι έχω φίλους που δεν πίστευα ότι έχω. Είναι οι φίλοι του παιχνιδιού ρόλου. Πήγα στο Παλέρμο στο γάμο ενός ζευγαριού που γνώρισα στο παιχνίδι ρόλου και διασκέδασα πολύ. Βρεθήκαμε μαζί και μετά το γάμο». Με τους «νέους» φίλους αναφέρει ότι είναι πιο ήρεμος, δεν χρειάζεται να φοράει το προσωπείο: «είμαι πιο αυθόρμητος, νιώθω ευχαριστημένος, με υπολογίζουν, με αναζητούν. Ψάχνω για δουλειά κι έχω πάρει μέρος σε διαγωνισμούς, ο ένας πήγε καλά. Γράφτηκα σε μαθήματα μεσαιωνικής ξιφασκίας. Με τους γονείς μου υπάρχει μια πιο ισότιμη αντιπαράθεση».

Από αυτή την περίπτωση έμαθα να αντιμετωπίζω μια νέα προβληματική ή μάλλον να δείχνω περιέργεια για μια πραγματικότητα που δεν μου ανήκει, προκειμένου να ανακαλύψουμε μαζί λύσεις που εξελίσσουν. Ο νεαρός, που στην αρχή ήταν εντελώς μπλοκαρισμένος μέσα στην εικονική του πανοπλία, κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής διαδικασίας σιγά-σιγά μαλάκωσε. Το να κατορθώσει να μιλήσει ελεύθερα γι αυτή την εικονική του ζωή, εξηγώντας μου τον τρόπο και το σκοπό του παιχνιδιού, τού έδωσε τη δυνατότητα να δει, επιτέλους, τα όρια και τις δυνατότητες του. Μαζί φτάσαμε στο πέρασμα από το μοναχικό στο κοινωνικό παιχνίδι, διαμέσου μιας προσεκτικής και ακριβούς εργασίας πάνω στο Εγώ, που του επέτρεψε να περάσει από το να αισθάνεται σαν μια συμπαγής μάζα, ένας μονόλιθος που αμυνόταν απέναντι στον εξωτερικό κόσμο, σε μια διαφοροποιημένη περιοχή μέσα στην οποία πειραματίζεται, εξασφαλίζοντας μια σταδιακά δομούμενη ασφάλεια.

Ο Ντέλφο αναζήτησε μια ομάδα μεγαλύτερων ατόμων που εν μέρει τον προστατεύουν και όπου μπορεί να δοκιμαστεί, αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρεται για μια πιο νέα κοπέλα. Προχωρά σταδιακά. Προσπαθεί να γνωρίσει τον εαυτό του. Εκφράζει επιτέλους πάθος:

Ν: «θα μου άρεσε πολύ να εργαστώ στον τομέα των παιχνιδιών ρόλου, καρτών, να ανοίξω ένα μαγαζί με τέτοια πράγματα. Οι φίλοι μου έπιασαν δουλειά σε μια εταιρεία που παράγει τέτοιες κάρτες. Όμως υπάρχουν ήδη πολλά σημεία πώλησης τέτοιων ειδών».

Όταν εκφράζει τις ιδέες του, ο Ντέλφο κατορθώνει να προσδώσει περισσότερη αξιοπρέπεια στην οπτική του, την οποίαν φέρνει στη συζήτηση με τους άλλους, είτε με τους φίλους είτε με τους γονείς, χωρίς πλέον το φόβο να «χαθεί» μέσα στις σχέσεις. Φαίνεται, επομένως, ότι έχει φτάσει σε ένα επίπεδο στο οποίο κατορθώνει να εκφράζεται με πιο ήρεμο αλλά ταυτόχρονα πιο ακριβή τρόπο.

Στο τέλος της θεραπευτικής του πορείας ο νεαρός κατόρθωσε να έχει εφικτές και πραγματικές εργασιακές εξελίξεις, οι οποίες συγκεκριμενοποίησαν κάτι που πριν ήταν περιορισμένο αποκλειστικά σε ένα ατομικό και εικονικό καταφύγιο.

Σήμερα ο Ντέλφο εργάζεται σε κατάστημα εξειδικευμένο στην πώληση «παιχνιδιών ρόλου» για υπολογιστές, έχει κοπέλα, και ασχολείται με τη μεσαιωνική ξιφασκία.

Υπόμνηση της παράλληλης πορείας με το ζευγάρι

        Η θεραπεία με το ζευγάρι προχώρησε παράλληλα με εκείνη του Ντέλφο αλλά δεν θεωρώ χρήσιμο, σε αυτό το σημείο, να την περιγράψω. Η πορεία μαζί τους επέτρεψε έναν νέο ορισμό των ίδιων ως ζευγάρι και διευκόλυνε την αποδέσμευση του Ντέλφο.

Στην οικογένεια είχε εγκατασταθεί ένα ιδιόρρυθμο κύκλωμα: στο αυτοτροφοδοτούμενο, δυσαρμονικό κύκλωμα ήταν δύσκολο το πέρασμα από το ένα επίπεδο σχέσεων στο άλλο, και αυτό δημιουργούσε μια κατάσταση αδιεξόδου μέσα στην οικογένεια. Όσο η προσοχή ήταν στραμένη πάνω στον Ντέλφο, τα θέματα του ζευγαριού δεν ετίθεντο σε συζήτηση. Η σχέση τους, που βιωνόταν ως αμετάβατη, περιέκλειε τον γιο μέσα από τη σύγκρουση και ταυτόχρονα αφοσίωσή του στους γονείς.

Η δόμηση μιας αρμονικής σχέσης, το πέρασμα από το ένα επίπεδο στο άλλο στο συνεχές της σχέσης με έναν ρέοντα τρόπο, επέτρεψε νέους τρόπους διαλόγου. Η αντιμετώπιση του προβλήματος του ζευγαριού απελευθέρωσε τον Ντέλφο, ώστε να μπει σε μια διεργασία αποδέσμευσης από την οικογένεια και εξατομίκευσης.

Στην τελική συνάντηση προσκάλεσα μαζί τους γονείς και τον γιο για να ξανασυνδέσω το σύστημα και να θέσω μερικά συμπεράσματα της όλης διαδρομής: ζήτησα από τον καθένα τους να διηγηθεί μόνον ό,τι θεωρούσε χρήσιμο να μοιραστεί με τους άλλους σε ό,τι αφορά στη δική του εξέλιξη, εξασφαλίζοντας την προστασία του προσωπικού χώρου του καθένα και το άνοιγμα ενός ισότιμου διαλόγου. Σε αυτή τη συνάντηση έγινα αυτόπτης μάρτυρας του επιπέδου διαφοροποίησης που κατέκτησαν οι τρεις πρωταγωνιστές, οι οποίοι μέχρι τότε ήταν παγιδευτικά εμπλεγμένοι.

 

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΙΑΣ ΑΝΟΡΕΚΤΙΚΗΣ

        Στην περίπτωση της οικογένειας Υ οι γονείς απευθύνονται σε εμένα για τα σοβαρά προβλήματα της Φόσκα (16 ετών) η οποία  παρουσιάζει αυτοκτονικές τάσεις και αυτοτραυματικές συμπεριφορές. Νοσηλεύτηκε στην Ψυχιατρική Κλινική με διάγνωση μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας. Προηγουμένως είχε νοσηλευτεί σε ένα Κέντρο Εξειδικευμένο στις Διαταραχές Διατροφής, με διάγνωση βουλιμία. Η οικογένεια προσεκλήθη για θεραπεία από μία συνάδελφο, η οποία στην παρούσα φάση την παρακολουθούσε ατομικά. Χαρακτηριστικό αυτής της θεραπείας είναι ότι αναγκάστηκα να εργαστώ μόνο με τους γονείς: η έφηβη αρνήθηκε να συμμετάσχει στην πρώτη, όπως και στις επόμενες συνεδρίες, καθώς, σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας και του πατέρα: «Η Φόσκα δεν μας αναγνωρίζει ως οικογένεια… ήξερε ότι αυτή είναι μια οικογενειακή θεραπεία και κατά συνέπεια δεν ήρθε… πιστεύει ότι η αιτία της δυστυχίας της είμαστε εμείς, οι γονείς, κυρίως η μητέρα».

Αφηγούνται οι γονείς στην πρώτη συνάντηση: «Μια βουλιμία, μια ανορεξία. Αντιληφθήκαμε ότι πήγαινε στο μπάνιο και έκανε εμετό. Αρχικά κάναμε σαν να μη συνέβαινε τίποτα, για ένα διάστημα, μετά τη ρωτήσαμε αν ήταν καλά μια και έκανε εμετούς. Αλλά εκείνη έλεγε να την αφήσουμε ήσυχη και δεν δεχόταν να πάρει θεραπεία. Τότε ρωτήσαμε και μας είπαν ότι έπρεπε να πάει σε έναν ψυχίατρο ή σε έναν ψυχοθεραπευτή, αλλά εκείνη τίποτα, συνέχιζε να λέει όχι και ότι θα τα κατάφερνε μόνη της».

Η Φόσκα εδώ και ενάμιση χρόνο δεν παρακολουθεί το σχολείο, έχει κυριολεκτικά κλειστεί στο σπίτι, ορίζοντας μέσα στο δωμάτιό της τα όρια εντός των οποίων οι γονείς δεν γίνονται δεκτοί. Το δωμάτιο της Φόσκα μετατράπηκε σε μια «ψυχωτική φωλιά», περνάει μέρα και νύχτα μέσα στους τέσσερις τοίχους: τρέφεται, κάνει εμετό κλπ. Η μητέρα λέει: «Είναι διαρκώς κλεισμένη στον εαυτό της, με εμάς δεν δέχεται κανενός είδους διάλογο, έχει ένα τρομαχτικό από την ακαταστασία δωμάτιο, έχει κάνει και την ανάγκη της στο δωμάτιο, βγαίνει ελάχιστα, μένω ξύπνια κι εγώ για να την ελέγχω, φοβάμαι μήπως αυτοκτονήσει». Κοιμάται όλη την ημέρα, τη νύχτα βλέπει τηλεόραση και παίζει στον υπολογιστή, παρότι επιτρέπει στον εαυτό της καμιά άδεια: με σποραδικές νυχτερινές φυγές βγαίνει εν αγνοία των γονιών της.

Οι γονείς διατηρούν έναν αέρα μυστηρίου γύρω από τις συνεδρίες που κάνουν μαζί μου. Με τη μικρότερη κόρη, τη Μάρα, τόσο οι γονείς όσο και η Φόσκα έχουν μια προστατευτική συμπεριφορά, φοβούμενοι τη «μετάδοση της ψυχικής νόσου». Παρότι παρίσταται σε ότι συμβαίνει στο σπίτι, δεν την ενημερώνουν ποτέ για τίποτα και προσποιούνται ότι υιοθετεί το ρόλο εκείνου που «δεν βλέπει, δεν νιώθει και δεν μιλάει», αποστολή την οποία η Μάρα εκτελεί στην εντέλεια. Αυτή η στάση δικαιολογείται από το βίωμα της ψυχικής νόσου από τους γονείς.

Θ: «Αν ήταν ένα σωματικό πρόβλημα θα υπήρχε διαφορά;»

Π: «Η ψυχική αρρώστια προκαλεί φόβο»

Μ: «Κι εγώ φοβάμαι»

Π: «Μα… ίσως… σε εμάς… ο πατέρας μου είχε θέματα προσωπικότητας… αλλά περισσότερο ήταν ένα αδέσποτο σκυλί… στην οικογένεια υπάρχουν ψυχικές αρρώστιες: ο θείος μου ήταν “διχασμένη προσωπικότητα”».

Χαρακτηριστικό αυτής της οικογένειας είναι ότι τα προβλήματα λεκτικοποιούνται ένα τη φορά, σαν σε κάθε συνεδρία να μου επιφύλασσαν μια έκπληξη ή σαν να με δοκίμαζαν στην προσπάθεια να καταλάβουν αν έπρεπε να με εμπιστευθούν ή όχι. Ακόμα και η συμπεριφορά προς τους άλλους θεραπευτές και τις εμπλεκόμενες δομές είναι επικριτική, πάντα υποτιμητική και οπωσδήποτε σαν «οι άλλοι να μην έκαναν ποτέ αρκετά», κάτι το οποίο οι γονείς δεν κατορθώνουν ποτέ να πουν απευθείας στην αρμόδια υπηρεσία. Σε κάθε μία παραπονιούνται για την άλλη, στην ασυνείδητη προσπάθεια να θέσουν τη μία ενάντια στην άλλη. Άλλο ιδιαίτερο στοιχείο: κάθε τόσο εμφανίζεται ένας ακόμα επαγγελματίας  που εργάζεται για την περίπτωση (όπως συνέβη στην 4η συνάντηση), του οποίου η παρουσία όμως μού γνωστοποιείται μέσα από τα συμφραζόμενα. Η παρουσία ενός Εισαγγελέα στον οποίο είχαν αποταθεί οι γονείς προκειμένου να προφυλαχθούν, ήταν μια ανακάλυψη που έκανα σε κάποια φάση της συνεργασίας, από μια παραδρομή του λόγου της μητέρας. Πάντα, μεταξύ της έκπληξης και του θαυμασμού της αποκάλυψης του αποσιωπημένου, η κατάσταση γινόταν «πιο πικάντικη» και συναρπαστική: όπως σε ένα θρίλερ, σε κάθε επόμενο επεισόδιο ανοίγονταν νέα σενάρια.

Αυτές ήταν μερικές από τις δυσκολίες που συναντούσα στο μεγαλύτερο μέρος της θεραπείας, αλλά μεταξύ όλων, αυτό που με δυσκόλευε στο να διατηρήσω έναν ειρμό ήταν το ασαφές και διφορούμενο των γονέων.Έτσι σιγά-σιγά με ομιχλώδη τρόπο αναδύθηκε η βίαιη κατάσταση μέσα στο σπίτι: «Η Φόσκα μας εκβιάζει, λέγοντάς μας φοβερά πράγματα: “θα αυτοκτονήσω, θα σκοτωθώ…”.»

Μ: «Είπε ότι, αν δεν την αφήσουμε να κάνει όλα όσα θέλει, θα πάει να πει ότι ο πατέρας της τη δέρνει, ότι κάνουμε βαριά πράγματα και μας εκβιάζει διαρκώς. Και όμως εγώ με την κόρη μου είχα πάντα μια καλή σχέση, πάντα άκουγα όσα μου έλεγε, ακόμα και όταν απειλούσε “τώρα θα σας σπάσω το σπίτι, τώρα θα σας τα διαλύσω όλα!...”.»

Π: «Φοβόμασταν ότι κάποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι, ή ότι θα μπορούσαν να καλέσουν… ένα κοριτσάκι μόνο στις δύο τη νύχτα στους δρόμους…»

Π: «Στο δρόμο ξεκίνησε να φωνάζει: “θέλω να πάω στο Πρώτων Βοηθειών, πηγαίνετέ με στο νοσοκομείο!!”»

Θ: «Γιατί;»

Π: «Α, ναι: στο μεταξύ, ενόσω ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, χαράκωνε τα μπράτσα της…»

Θ: «Ε λοιπόν, όχι και ασήμαντη λεπτομέρεια!»

Π: «Ναι, αλλά ήταν κοψίματα… με κομμάτια τενεκέ, ένα τενεκεδάκι κόκα κόλα… Όταν στα επείγοντα είδαν τα κοψίματα είπαν ότι χρειαζόταν νοσηλεία. Ενώ πηγαίναμε, εκείνη καθόταν στο πίσω κάθισμα στο αυτοκίνητο, στον αυτοκινητόδρομο χαρακωνόταν όλη την ώρα, σε όλη τη διαδρομή…»

Κομβικά σημεία μιας αλλαγής

   Ο καθορισμός του θεραπευτικού μακροσυστήματος με το οποίο η οικογένεια κακώς συγκρούεται, προσθέτοντας και άλλα προβλήματα στα ήδη υπάρχοντα, και η εργασία πάνω στα συναισθήματα αντιπροσώπευσαν τα κομβικά σημεία, τους κόμπους, που αφού λύθηκαν επέτρεψαν μια πραγματική αλλαγή στη σχέση ανάμεσα στους γονείς και στη Φόσκα.

Σχετικά με το πρώτο σημείο, δεν στέκομαι στην προσπάθεια διασαφήνισης του πλαισίου, αλλά αναφέρω τη χρησιμότητα που είχε στην πορεία με τους γονείς, στην κατασκευή ενός σχήματος που αντιπροσώπευε τη θέση της οικογένειας σε σχέση με τις υπηρεσίες, τους γιατρούς, τους θεραπευτές. Αυτή η διαδικασία τους έκανε να κατανοήσουν από πρώτο χέρι πόσο ένιωθαν ότι τους έκριναν και πώς κατόρθωναν να δημιουργήσουν σύγκρουση ανάμεσα στις υπηρεσίες, μιλώντας άσχημα για τη μια στην άλλη. Η αναπαράσταση της δικής τους θέσης μέσα στο μακροσύστημα τούς έκανε να συνειδητοποιήσουν την εύθραυστη κατάσταση στην οποία βρίσκονται: έως ότου ήταν «πεισματικοί» να εφαρμόζουν με τις υπηρεσίες την ίδια τακτική που εφάρμοζαν με την Φόσκα – «προσαρμόζομαι, υφίσταμαι, παριστάνω το θύμα» χωρίς να εκφράζουν ανοιχτά αυτό που σκέφτονταν ή ήθελαν – δεν θα κατόρθωναν να κινηθούν στο θεραπευτικό πλαίσιο με στοχευμένα αιτήματα. Η κατανόηση και ο διαχωρισμός αρμοδιοτήτων και υπευθυνοτήτων των διαφόρων υπηρεσιών τούς έδωσε τα στοιχεία για μια διαφορετική διαχείριση.

Το άλλο κομβικό σημείο αλλαγής αντιπροσωπεύεται από την εργασία πάνω στα συναισθήματα. Πίσω από τα λόγια τους ή μέσα στην αφήγηση ενός τραγικού γεγονότος δεν υπήρχε ποτέ η έκφραση ενός συναισθήματος σύντονου με την αφήγηση. Πιθανόν το ίδιο γεγονός που προκαλούσε έκπληξη σε εμένα, εξόργιζε τη Φόσκα: το μήνυμα που εξέπεμπαν οι γονείς δεν αντιστοιχούσε στο συναίσθημα που ένιωθαν, δημιουργώντας ένα κλίμα ψεύδους που έθετε διαρκώς την έφηβη σε μια κατάσταση διπλού δεσμού. Οι γονείς είχαν την τάση να κρύβουν τα αληθινά συναισθήματα που ένιωθαν και μετέφεραν στην κόρη μια αμβλυμένη, ψεύτικη πραγματικότητα. Μονάχα στο τέλος αναγνώρισαν σε αυτή τους τη διφορούμενη συμπεριφορά το συναίσθημα του έντονου φόβου για τις αντιδράσεις της Φόσκα, που τους έκανε να νιώθουν δικαιολογημένοι μόνο όταν προσαρμόζονταν στα καπρίτσια της.

Ένα στοιχείο που τους βοήθησε να επαναπροσδιοριστούν ήταν η εργασία πάνω στη δυνατότητα να επανακτήσουν μια ικανότητα διαχείρισης της κατάστασης ως γονείς.

Θ: «Εσείς δεν αποδίδετε στους εαυτούς σας καμία γονική εξουσία στη αντιμετώπιση της Φόσκα;»

Μ και Π: «Προσπαθούμε συνεχώς κάθε μέρα, δεν τα καταφέρνουμε..»

Θ: «Από τη μια μεριά δεν κατορθώνετε να περιορίσετε μια κατάσταση και από την άλλη, στην προσπάθεια να παραμείνετε λογικοί και να διατηρήσετε τα πάντα υπό έλεγχο αγνοείτε λίγο τα πάντα… φαίνεται ότι όλοι οι ενήλικοι γύρω από την Φόσκα φοβούνται να πλησιάσουν, και αυτό επιδεινώνει την κατάσταση.» Έτσι έφτασαν να ορίσουν τα αληθινά τους συναισθήματα μίσους και αγάπης προς την κόρη: η λεκτικοποίηση επέτρεψε μια αλλαγή. Επιτέλους η μαμά καταφέρνει να εκφράσει συναισθήματα πιο αυθεντικά και επιτρέπει στον εαυτό της να κλάψει.

Μ: «Εμείς αντίθετα καταστραφήκαμε, εξαντλημένοι, δεν κατορθώνουμε να κάνουμε μια φυσιολογική ζωή: ο πατέρας εργάζεται μερικώς, εγώ δεν εργάζομαι, η ζωή μας καταστράφηκε… είμαστε σε αδιέξοδο.»

Μ: «Είμαι αντιφατική, επειδή θα ήθελα να έφευγε, αλλά αυτό με θλίβει..»

Μ: «Είμαι θυμωμένη, πρώτα μαζί της γιατί μου φαίνεται ότι πετάει τη ζωή της στα σκουπίδια και μετά με εμένα, γιατί τι μάνα ήμουν; Κάποιες φορές μου φαίνεται ότι δεν έχω πλέον δυνάμεις, αλλά μετά μας ζητάει να πάμε στον κινηματογράφο κι εγώ της λέω αμέσως ναι. Με εξοργίζει. Την αγαπώ, αλλά και την μισώ ταυτόχρονα.»

Μ: «Η Φόσκα δεν θέλει να της φέρονται σαν να είναι ηλίθια και αντίθετα αυτός της φέρεται σαν χαζή, εκείνη έχει κουραστεί.»

Θ: «Η Φόσκα πιθανόν, με τον τρόπο που αναιρείστε μεταξύ σας, δεν καταφέρνει να συλλάβει ποιο συναίσθημα βρίσκεται πίσω από τις επικοινωνίες σας.»

Στην επόμενη συνεδρία η μητέρα αναφέρει ότι κατόρθωσε να μιλήσει με την Φόσκα, ότι της είπε ανοιχτά όλα αυτά που ένιωθε για εκείνην: θυμό, τρυφερότητα, δυσαρέσκεια, μίσος. Η Φόσκα για πρώτη φορά την άκουσε και δεν πυροδοτήθηκαν οι συνηθισμένες ιδιόρρυθμες συμπεριφορές και έντονες αντιδράσεις της.

Θ: «Τι σας εντυπώθηκε από την προηγούμενη φορά;»

Μ: «Ξανασκέφτηκα αυτά που είπαμε… ήταν μια παραγωγική συνάντηση… πήρα θάρρος για να μιλήσω με την Φόσκα την ίδια κιόλας μέρα που ήρθαμε εδώ. Της είπα επιτέλους ποια πράγματα με εκνεύριζαν σε εκείνη, ποια με κάνουν να υποφέρω. Για μήνες φοβόμουν την κόρη μου, χθες βρήκα μια χαραμάδα για να της μιλήσω κι αυτός με διέκοπτε, κάνοντας ερωτήσεις στη Φόσκα ενώ αντίθετα έπρεπε να πει: “Η μητέρα σου έχει δίκιο”».

Μ: «Πράγματι η Φόσκα ζητάει να καταλάβει το συναίσθημα, που ήταν αυτό ακριβώς που προσπαθούσα να φρενάρω όταν φοβόμουν.»

Ο πατέρας κατόρθωσε να κάνει στοχευμένα αιτήματα στις υπηρεσίες και να αποκαλύψει στην κόρη χωρίς φόβο όσα προγραμμάτιζαν μαζί εν αγνοία της: «Ήθελα να της αποδείξω ότι έχουμε πάρει το δικό μας δρόμο. Βρήκαμε ακόμα και το κουράγιο να ζητήσουμε βοήθεια από τις Υπηρεσίες… είπα καθαρά στη Φόσκα ότι έχει ανατεθεί στις κοινωνικές υπηρεσίες που θα ασχοληθούν μαζί της και ότι δεν πρέπει να αφήσουμε να χαθεί η ευκαιρία της κοινότητας… Κάναμε ό,τι ήταν δυνατό και αδύνατο και της εξήγησα τα βήματα που κάνουμε, ότι έχουμε μιλήσει με κάποιους λειτουργούς της κοινότητας και ότι θα πηγαίναμε εκεί. Ζητήσαμε στο  μεταξύ έναν παιδαγωγό από τον Δήμο.»

ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

       Είναι η περίπτωση του Προμηθέα (φέρει το όνομα του μυθικού προσώπου τού οποίου ο αετός κάθε βράδυ έτρωγε το συκώτι), νεαρού 18 ετών, Έλληνα, υιοθετημένου, ο οποίος από 2ετίας κλείστηκε στο σπίτι, διέκοψε τη φοίτηση στο σχολείο και την παρέα με τους φίλους, περνάει τις ημέρες παίζοντας στον υπολογιστή. Οι γονείς του, ανησυχούν μήπως ο έφηβος έχει κατάθλιψη και έλλειψη αυτοεκτίμησης, «Δεν εξωτερικεύεται. Φοβάται. Δεν υπάρχει διάλογος μεταξύ μας», αποδίδουν την έναρξη του προβλήματος στην περίοδο της εφηβείας («όσο ήταν μικρός όλα πήγαιναν καλά») και ιδιαίτερα στο γεγονός της υιοθεσίας του: έχουν την πεποίθηση ότι έχει μεταθέσει το συναίσθημα του μίσους, διότι εγκαταλείφθηκε από την βιολογική του μητέρα, στη θετή του μητέρα. Η διαμάχη έχει ανάψει. Ο πατέρας θεωρεί τη σύζυγο και τον γιο ως δύο εφήβους που τσακώνονται, χωρίς συναισθηματικό συντονισμό. Οι γονείς αισθάνονται συνένοχοι και θεωρούν τον γιο «έναν ξένο στο σπίτι».

Περιγράφουν ένα επεισόδιο προ διετίας, όταν ο έφηβος διέκοψε τις σχέσεις με τον έξω κόσμο: ένα βράδυ που θα διασκέδαζε με τους φίλους του, ξενυχτά μαζί τους, δεν δίνει σημεία ζωής, δεν ειδοποιεί τους γονείς του οι οποίοι, τρομοκρατημένοι, αρχίζουν να τον ψάχνουν, γυρίζουν τα σπίτια όπου υποθέτουν ότι ο Προμηθέας πήγε για να κοιμηθεί, χτυπάνε όλα τα κουδούνια και όταν τον βρίσκουν κάνουν μια τεράστια σκηνή. Αυτό το επεισόδιο  βιώνεται ως τραυματικό γεγονός από  την οικογένεια και έκτοτε ο Προμηθέας κλείνεται στο σπίτι για δύο χρόνια.

Οι συνεδρίες με την οικογένεια

Παραλείπω την εργασία που έγινε στην αρχή με όλη την οικογένεια προκειμένου να ξετυλιχθούν οι μεταξύ τους σχέσεις: η υποτιμητική στάση της μητέρας προς τον γιο, που τον χαρακτηρίζει ανόρεχτο και ελαφρά επιφανειακό, η στάση του πατέρα «φιλαράκου», και του Προμηθέα που αισθάνεται ότι εκείνος τον καλεί να τον εκπροσωπήσει στη διαμάχη με τη σύζυγο, την οποίαν όμως ταυτόχρονα αρνείται.

Παραλείπω την εργασία πάνω στις διάφορες υποθέσεις με το πέρασμα από την ιδέα του «ευτυχισμένου ζευγαριού που υιοθετεί» σε εκείνη του «ζευγαριού σε κρίση που αναγκάζεται να υιοθετήσει για να έρθει κοντά». Παραλείπω τις υποθέσεις πάνω στον γιο που, στην εφηβεία διακόπτει τον ρόλο του συνδετικού κρίκου της ευτυχισμένης οικογένειας και, αναζητώντας αυτονομία, σκοντάφτει σε μια άσχημη ιστορία που δεν μπορεί να αφηγηθεί στους δικούς του.

Χρησιμοποιώ την ίδια μεθοδολογία της περίπτωσης του Ντέλφο, των κυμαινόμενων θεραπειών και κάνω μια δουλειά σε βάθος με τα δύο υποσυστήματα ξεχωριστά: με το ζευγάρι που αποκτά επίγνωση των προβλημάτων του, που αποσιωπήθηκαν για πολλά χρόνια (σεξουαλική αδράνεια για περίπου 10 χρόνια, έλλειψη επικοινωνίας, αμφιθυμία) και με τον Προμηθέα ατομικά (εδώ στη συνέχεια φέρνω ένα απόσπασμα μιας συνεδρίας), εν τέλει τους επανενώνω στην καταληκτική συνεδρία της θεραπείας.

Ατομική εργασία με τον έφηβο

Στο διάλογο που ακολουθεί, διαμέσου μεταφορών και λέξεων κλειδιά, υπογραμμίζω και επιτείνω την κατάσταση της έντονης δυσφορίας του Προμηθέα, προκειμένου να του προκαλέσω μία αντίδραση και να νικήσω την αλαλία. Επιχειρώ να δομήσω έναν διάλογο στη θέση των λιγοστών συλλαβών που προφέρει.

Θ: «Θα υπάρχει κάποιο όφελος μένοντας στο σπίτι; Το κάνετε για να βλάψετε τον εαυτό σας; Για να χτιστείτε ζωντανός; Για να κλειστείτε σε μοναστήρι; Σε ψυχιατρική κλινική; Είναι λίγο σαν το σκύλο που δαγκώνει την ουρά του, σαν να έχετε θέσει σε κίνηση μια κατάσταση και να μην μπορείτε να βγείτε; Γιατί κλείνεστε; Γιατί αντί γι αυτό δεν επιλέξατε να καβαλάτε μηχανή ή να κάνετε τσιγαριλίκια;».

Π: «Για να μην μαστουρώνω άλλο…».

Θ: «Όμως αυτοί είναι τρόποι για να εξαφανιστείτε από τη σκηνή της ζωής».

Π: «Είναι καλύτερο».

Θ: «Είναι κάπως σαν να λέτε “αποσύρομαι από τους πειρασμούς του κόσμου”».

Π: «Κάπου κάπου βγαίνω, αλλά σπάνια».

Θ: «Είναι σαν να βλέπετε μόνο δύο πιθανότητες: δεν ξέρω με ποιον τρόπο αυτοκτονεί κανείς περισσότερο, μένοντας στο σπίτι ή καπνίζοντας ένα τσιγαριλίκι. Διότι έχετε επιλέξει μόνο δύο εναλλακτικές: κάνω τον παππού στο σπίτι ή το πτώμα. Υπάρχουν και άλλες εναλλακτικές».

Π: «Δεν τις έχω δει»

Θ: «Αυτή η επιλογή σάς προστατεύει. Από τι σας σώζει;»

Π: «Αν μείνω στο σπίτι δεν κάνω χαζομάρες».

Θ: «Δηλαδή μόνο εγώ την βλέπω σαν μια μορφή νάρκωσης; Πέφτω σε χειμερία νάρκη οπότε δεν προκαλώ ζημιές! Όμως φαίνεται ότι λέτε “κάτι ξεκίνησε και δεν ξέρω πώς να ξεφύγω”. Είναι σαν αρχικά να το είχατε κάνει διότι φοβόσασταν ότι ήταν πιο επικίνδυνο να βγαίνετε, στη συνέχεια οι δικοί σας τρόμαξαν, έκαναν πολύ φασαρία γύρω από αυτό… Εν τούτοις όταν καλείτε κάποιον, ο κόσμος βγαίνει. Είναι σαν οι άλλοι να σας αναγνώριζαν ιδιότητες που εσείς δεν αναγνωρίζετε στον εαυτό σας. Σας βοηθάει να δείτε ότι υπάρχουν εναλλακτικές ανάμεσα στο να αυτοκτονήσετε ή να χτιστείτε στο σπίτι;»

Π: «Ναι»

Θ: «Σας είναι χρήσιμο να έρχεστε μόνος σας;»

Π: «Ναι»

Όπως στην προηγούμενη περίπτωση του Ντέλφο, έτσι και ο Προμηθέας βιώνει μια σχέση σχεδόν ολοκληρωτική με τον κόσμο του υπολογιστή και του εικονικού. Παίζει στον υπολογιστή έως αργά τη νύχτα, έχει λίγες επαφές με τους γονείς, τρώει γρήγορα, ανταλλάσσοντας λίγες και ανόητες κουβέντες, για να επιστρέψει στο δωμάτιό του και να ξαναπιάσει τη δραστηριότητα που διέκοψε.

Θ: «Όταν κλείνεστε στο σπίτι τι κάνετε;»

Π: «Παίζω στον υπολογιστή, όταν σηκώνομαι τον ανοίγω και ταυτόχρονα ανοίγω την τηλεόραση. Από τις δέκα εως τη μία παίζω ένα παιχνίδι πολεμικό, κατακτητικής στρατηγικής και διπλωματίας. Πρέπει να έχεις επαφές μέσω μηνυμάτων. Το πιο βαρετό μέρος είναι στην αρχή. Μου πήρε έναν δυο μήνες για να φτιάξω έναν καλό στρατό με τους Γαλάτες…»

Θ: «Το παιχνίδι στον υπολογιστή τι σας δίνει;»

Π: «Μου αρέσει… που έχω δημιουργήσει μια αυτοκρατορία»

Θ:«Με τους άλλους παίκτες έχετε κάποια επαφή;»

Π: «Όχι»

Θ: «Άρα μπορούμε να πούμε ότι περνάτε 24 ώρες την ημέρα στον υπολογιστή, αλλά δεν σας αρέσει;»

Π: «Τον χρησιμοποιώ για παιχνίδι αλλά όχι για επικοινωνία»

Θ: «Αναρωτιέμαι πώς και λέτε ότι μένετε στο σπίτι για να μην υποκύψετε σε πειρασμούς. Πώς κι έτσι; Τρομάξατε από κάτι συγκεκριμένο; Νιώσατε ότι χάσατε τον έλεγχο;»

Π: «Έπαιρνα ναρκωτικά γιατί μου έλειπε στοργή»

Θ: «Τι είδους;»

Π: «..Επαφής, λέξεων..»

Θ: «Από ποιόν;»

Π: «Από τους φίλους, εκείνη την εποχή με είχαν όλοι εγκαταλείψει. Ας πούμε ότι γύρευα τη διασκέδαση, τη μαστούρα, και είχα αφήσει τα πάντα λίγο στην άκρη, αλλά δεν ήθελα να γίνει εξάρτηση»

Θ: «Κατάλαβα, αλλά τι πράγμα σας τρομοκράτησε, τι τόσο φοβερό κάνατε;»

Ο Προμηθέας αφηγείται με συγκρατημένη συγκίνηση το επεισόδιο που παρέμεινε μυστικό, από το οποίο διατηρεί μια συγκλονιστική και τραυματική ανάμνηση: ένα βράδυ με έναν φίλο του βρέθηκαν με έναν ύποπτο τύπο που τους έδωσε ναρκωτικά και στη συνέχεια τους υποχρέωσε να γίνουν βαποράκια, απειλώντας τους. Από αυτό το  γεγονός οι δυο έφηβοι δεν κατάφερναν να απελευθερωθούν.

Θ: «το κλείσιμο στο σπίτι μπορεί να είναι από φόβο ότι δεν ξέρετε να διαχειριστείτε τον έξω κόσμο»

Στις επόμενες συνεδρίες εργάζομαι με τον Προμηθέα πάνω στο Εγώ του και στις εσωτερικές του φωνές. Αναδύεται η ταυτόχρονη παρουσία δύο μερών του Εγώ, μια πιο θαρραλέα και παράτολμη, η άλλη πιο περίφοβη και δειλή.

Θ: «συνεπώς λέτε ότι κάποιες φορές βγαίνει προς τα έξω μια πλευρά πιο φοβιτσιάρα που δεν ξέρει να κάνει ορισμένες επιλογές. Αν παίρναμε αυτή τη φοβιτσιάρα πλευρά και την βάζαμε να συζητήσει με την θαρραλέα, θα μπορούσαν να γίνουν φίλες, αν την βάζαμε σε αυτή την καρέκλα τι θα έλεγαν η μία στην άλλη;»

Π: (σιωπή, υπερφυγή, δεν απαντά): «ο φοβιτσιάρης θέλει μια φυσιολογική ζωή»

Θ: «ο φοβιτσιάρης συγκρατεί  τον θαρραλέο»

Π: «ναι, θα ήθελε να βρει μια κοπέλα, ίσως και να παντρευτεί… ο άλλος αντίθετα θα ήθελε να καταταγεί στο στρατό και να πάει στον πόλεμο..»

Θ: «η πλευρά η πιο παρορμητική είναι λιγότερο ελεγχόμενη, η φοβιτσιάρα την προφυλάσσει. Πόλεμος ή οικογένεια, έχετε πάντα δύο εναλλακτικές. Ζεστό ή κρύο νερό, αλλά δεν υπάρχει ένας αναμίκτης; Υπάρχουν και άλλες δυνατότητες, να κάνετε πράγματα που σας ευχαριστούν δίχως να διατρέχετε κινδύνους, να βρείτε μια συμφωνία ανάμεσα σε δύο επιθυμίες; Η μία σας ακινητοποιεί και η άλλη σας κάνει να κάνετε ακραία πράγματα που μπορούν να σας βλάψουν, είναι δύο άκρα…»

Π: «είναι δύο άκρα… ναι, μα εγώ βλέπω μόνο αυτά…»

Θ: «αλλά στη μέση υπάρχει κάτι,… ακινητοποιούμαι ή σκοτώνομαι; Τι συμφωνία μπορούν να κάνουν αυτά τα δύο; Το να έχετε συγκινήσεις χωρίς να πάτε ποιος ξέρει πού και να μην ακινητοποιείστε… τι θα έλεγαν μεταξύ τους;»

Π: «δεν ξέρω αλλά δεν είναι πια πλάτη με πλάτη και κοιτάζονται»

Θ: «όταν συμπεριφέρθηκαν σαν ανταγωνιστές σας ακινητοποίησαν, όταν συνεργάστηκαν σας επέτρεψαν να λειτουργήσετε. Τι θα έλεγε η θαρραλέα πλευρά αν την ρωτούσα τι ήταν εκείνο που σας επέτρεψε να λειτουργήσετε;»

Π: «θα σας έλεγε ότι κάνω τον τρελό για να τραβήξω την προσοχή, είχα όρεξη να γνωρίσω, να τολμήσω και να δοκιμάσω»

Θ: «με τους φίλους;»

Π: «ναι, ήμουν πολύ κοινωνικός»

Θ: «κάποτε ήσασταν ευχαριστημένος από τον εαυτό σας;»

Π: «ναι αλλά δεν το συνειδητοποιούσα, έδινα περισσότερη σημασία στους φίλους και λιγότερη στο διάβασμα»

Θ: «όταν τα καταφέρνατε ποια ήταν τα δυνατά σας σημεία;»

Π: «να μιλάω με κόσμο και να τους πείθω για εκείνο που εγώ ήθελα»

Ζητώ από τον Προμηθέα να στήσει μια διπλωματική πράξη ανάμεσα στα δυο αυτά μέρη για την διατύπωση ενός δίκαιου συμβιβασμού, ακριβώς όπως ένας αναμίκτης του οποίου η λειτουργία είναι να φτάνει στη σωστή θερμοκρασία ανάμεσα σε μια ριπή ζεστού νερού και μιας κρύου νερού. Στην παρούσα φάση ο Προμηθέας έχει εγκαταλείψει το σπίτι-φυλακή, έχει πάρει δίπλωμα οδήγησης, παρακολουθεί μαθήματα γραφιστικής, έχει αναθερμάνει τις επαφές με τους φίλους και έχει ξεκινήσει να κάνει μαζί τους διάφορες δραστηριότητες.

Το hikikomori είναι αποκλειστικά ιαπωνικό;         

      Hikikomori (που στην κυριολεξία σημαίνει «μένω παράμερα, απομονώνομαι») είναι ένας ιαπωνικός όρος που χρησιμοποιείται προκειμένου να υποδηλώσει ένα συμπεριφορικό φαινόμενο που αφορά στους εφήβους και τους νέους στη μετεφηβική ηλικία, οι οποίοι απορρίπτουν τη δημόσια ζωή και τείνουν να αποφεύγουν οποιαδήποτε κοινωνική εμπλοκή. Απομονώνονται με το να κλείνονται στα σπίτια τους και να διακόπτουν κάθε είδους σχέση με τους άλλους εκτός των τοίχων του σπιτιού. Ohikikomori γίνεται σκλάβος της καθιστικής ζωής του, παίζει βιντεοπαιχνίδια και βλέπει τηλεόραση σε όλη τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου του. Το μοναδικό μέσο επικοινωνίας που χρησιμοποιεί είναι το ίντερνετ, με το οποίο δημιουργεί έναν κόσμο όλο δικό του, με φίλους που γνώρισε online.

Ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για να χαρακτηρίσει το ίδιο το φαινόμενο, όσο και για τα άτομα που αποτελούν αυτό το φαινόμενο (παράδειγμα: αυτό το αγόρι είναι ένα hikikomori). Πολλές περιπτώσεις δημιουργούνται μετά από σχολικές ή επαγγελματικές αποτυχίες ή λόγω προβλημάτων ψυχολογικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με μια εκτίμηση του ιαπωνικού Υπουργείου Υγείας το 20% των εφήβων αρρένων Ιαπώνων είναι hikikomori, στην πραγματικότητα φαίνεται ότι αυτή η «κατάσταση» πλήττει όχι μόνο τα αγόρια αλλά και τα κορίτσια.

Για τις αιτίες του φαινομένου υπάρχουν μόνον υποθέσεις.Όπως η ανορεξία, της οποίας η εξάπλωση είναι σχεδόν αποκλειστικά περιορισμένη στους δυτικούς πολιτισμούς, έτσι και το hikikomori φαίνεται ότι είναι ένα πολιτισμικό σύνδρομο που αναπτύσσεται σε ένα συγκεκριμένο κράτος κατά τη διάρκεια μιας ιδιαίτερης στιγμής της ιστορίας του. Οι Ιάπωνες έχουν ενοχοποιήσει ο,τιδήποτε: τις καταπιεστικές μητέρες, τις απούσες μητέρες, τους υπερβολικά πολυάσχολους πατέρες, τον σχολικό εκφοβισμό, την οικονομία σε ύφεση, την ακαδημαϊκή πίεση και τα βιντεοπαιχνίδια. Όλα αυτά τοποθετούνται πιθανόν στο πλαίσιο μιας κοινωνίας σε κρίση, η οποία τρέφεται από μια κουλτούρα με χαρακτηριστικά μοναδικά στον κόσμο και όχι πάντα «υγιή».

Η λέξη hikikomori επινοήθηκε από τον Tamaki Saito, γιατρό, διευθυντή του Sofukai Sasaki Hospital, όταν ξεκίνησε να συνειδητοποιεί την ομοιότητα της συμπτωματολογίας σε έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό εφήβων που παρουσίαζαν ληθαργικότητα, έλλειψη επικοινωνίας και καθολική απομόνωση. Ο Saitoείναι σήμερα ο μεγαλύτερος ειδικός αυτής της διαταραχής και έχει συγγράψει πολλά άρθρα και βιβλία πάνω σε αυτό το θέμα, συμπεριλαμβανομένου του: «Πώς να σώσετε τον γιο σας από το hikikomori».  Hikikomori σημαίνει «απόσυρση» και αντιπροσωπεύει έναν τρόπο με τον οποίον αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες νεαροί Ιάπωνες «αποφάσισαν» να εκφράσουν τον πόνο τους από τη ζωή: Ένα πρωί, όταν ήταν 15 ετών, ο  Takeshέκλεισε πίσω του την πόρτα του δωματίου του και δεν ξαναβγήκε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Δεν πήγε ξανά στο σχολείο, δεν εργαζόταν, δεν συναντούσε φίλους. Μήνα με τον μήνα, 24 ώρες την ημέρα, ζούσε μέσα σε ένα δωμάτιο, όχι μεγαλύτερο από ένα μεγάλο στρώμα, τρώγοντας ρύζι, παρακολουθώντας τηλεοπτικά παιχνίδια και ακούγοντας τους Radiohead. Ομοίως ο Y.S., στα 14 του, και μετά από χρόνια ψυχολογικής κακομεταχείρησης από μέρους των συμμαθητών, αποσύρθηκε στο δωμάτιό του και συνέχισε να βλέπει τηλεόραση και να σερφάρει στο ίντερνετ.

Η εξάπλωση του φαινομένου έλαβε χώρα μέσα στα τελευταία 10 χρόνια και ο Saito υπολογίζει ότι αφορά σε ένα εκατομμύριο Ιάπωνες. Ο James Robertson, πολιτισμικός ανθρωπολόγος στο Tokyo Jogakkan Collere και εκδότης του βιβλίου «Άνδρες και αρρενωπότητα στον σύγχρονο Ιάπωνα» (2009), τονίζει μια ιδιαίτερη ιαπωνική στάση σε σχέση με την προσωπική επιτυχία. Σύμφωνα με τον Robertson τα αγόρια δέχονται μια μεγάλη πίεση να αυτοδημιουργηθούν, ήδη από το δημοτικό σχολείο, και το hikikomori θα μπορούσε να είναι μια αντίσταση σε αυτή την πίεση. Επίσης ο Saito, που έχει θεραπεύσει περισσότερους από 1000 hikikomori, αποδίδει τη δυσφορία στο οικογενειακό και κοινωνικό πλαίσιο, στην αλληλεξάρτηση ανάμεσα σε γονείς και παιδιά και στις πιέσεις πάνω σε αυτά, ιδιαίτερα στα πιο μεγάλα, προκειμένου να είναι άριστα στις σπουδές και στο επάγγελμα. Εάν ένα αγόρι δεν ακολουθήσει μια συγκεκριμένη πορεία προς ένα ελιτίστικο πανεπιστήμιο ή μια εταιρεία με κύρος πολλοί γονείς, και κατά συνέπεια και τα παιδιά τους, το βιώνουν ως μια βαριά αποτυχία. Πολλοί από τους ίδιους τους ασθενείς αφηγούνται εφιαλτικά σχολικά χρόνια, επεισόδια εκφοβισμού, όπου υπέστησαν κακοποίηση επειδή ήταν υπερβολικά παχείς ή υπερβολικά αδύνατοι ή ακόμα επειδή ήταν καλύτεροι από κάποιον άλλον στον αθλητισμό ή στη μουσική. Όπως συνηθίζουν να λένε οι Ιάπωνες: «Το καρφί που προεξέχει τρώει σφυροκοπήματα»…

Επιπλέον της κοινωνικής απομόνωσης οι hikikomori υποφέρουν τυπικά από κατάθλιψη και καταναγκαστικές συμπεριφορές, αλλά δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί αν αυτές είναι η συνέπεια της απομόνωσης στην οποία υποβάλλουν τον εαυτό τους ή είναι μια συνοδός αιτία του κλεισίματός τους στο «κλουβί». Αρκετοί hikikomoriκάνουν ντους για πολλές ώρες την ημέρα και φορούν χοντρά γάντια για να κρατήσουν μακριά τα μικρόβια, ενώ άλλοι τρίβουν τα πλακάκια στη ντουζιέρα για ώρες και ώρες. Παρότι το στερεότυπο είναι αυτό ενός άνδρα που δεν εγκαταλείπει ποτέ το δωμάτιό του, πολλοί εσώκλειστοι μπαίνουν στην περιπέτεια μια φορά την ημέρα ή μια φορά την εβδομάδα να πάνε σε ένα Konbini, ένα σουπερμάρκετ ανοιχτό επί 24 ώρες. Εκεί μπορούν να βρουν έτοιμο φαγητό, γεύματα και δείπνα, και καθώς συνήθως ξυπνάνε το μεσημέρι και πηγαίνουν για ύπνο νωρίς το πρωί, το Konbiniείναι μια σίγουρη και ανώνυμη λύση αργά τη νύχτα. Η ταμίας δεν μιλάει και όλοι οι άλλοι είναι στο σπίτι και κοιμούνται.

Γιατί στην Ιαπωνία; Σε άλλες κοινωνίες τα προβλήματα προσαρμογής των εφήβων είναι τα ίδια, εκείνο που διαφέρει είναι ίσως οι αντιδράσεις που ένας έφηβος στη Δύση μπορεί να έχει. Μπορεί να μπει σε μια συμμορία, μπορεί να γίνει «gothic» ή darkή να γίνει μέρος κάποιας άλλης υποκουλτούρας. Στην Ιαπωνία αντίθετα, όπου η ομοιομορφία είναι ακόμα ο κανόνας, και η φήμη και η εξωτερική εμφάνιση είναι σημαντικότατες, η επανάσταση μετατρέπεται σε σιωπηλές μορφές όπως το hikikomori. Συνεπώς, εκείνο που σε άλλους πολιτισμούς εκφράζεται με κατάχρηση ουσιών ή άλλα «θορυβώδη» φαινόμενα, στην Ιαπωνία μεταμορφώνεται σε απάθεια και άλλες «σιωπηλές διαμαρτυρίες».

Το hikikomori είναι φαινόμενο ιταλικό στις περιπτώσεις «σπίτι- φυλακή, καμία σχέση με τον έξω κόσμο»;  

    Κάνοντας μια νέα ανάγνωση στις περιπτώσεις που παρουσίασα, υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων των Saito και Robertson, αισθάνομαι ότι μπορώ να υποστηρίξω ότι οι hikikomori δεν είναι μόνον Ιάπωνες αλλά και Ιταλοί: χρειάζεται μόνο να βρούμε ερμηνείες για το φαινόμενο, στα πλαίσια του δυτικού μας κόσμου. Δεν θα ασχοληθώ με αυτό, αλλά με ενδιαφέρει να εκφράσω ορισμένες σκέψεις πάνω στη θεραπευτική παρέμβαση.

Χρησιμοποίησα τα τρία περιστατικά που περιέγραψα, ενδεικτικά μιας ευρύτερης έρευνας, προκειμένου να αναδείξω ομοιότητες αλλά κυρίως διαφορές, τόσο στην έκφραση της συμπτωματολογίας όσο και στη μεθοδολογία της θεραπείας. Ο Ντέλφο και ο Προμηθέας είναι «πιο κλασικοί» hikikomori σε σχέση με τη συμπτωματολογία. Τριγωνοποιημένοι και οι δύο, αν και με διαφορετικό τρόπο, σε μια αρνηθείσα διαμάχη του γονικού ζεύγους. Ο φόβος της απώλειας ελέγχου, που ήδη είχε χαθεί σε τραυματικά επεισόδια, η αδυναμία να εκφράζουν συναισθήματα μέσα στο οικογενειακό ή φιλικό πλαίσιο, ένας κόσμος που βιώνεται ως απειλητικός, καθορίζουν ένα «ψυχωτικό κλείσιμο», μια απόσυρση από τις σχέσεις, εξαχνωμένες στο εικονικό. Και με τους δύο χρησιμοποίησα την μεθοδολογία των «κυμαινόμενων θεραπειών»: μια εις βάθος και μακρά εργασία πάνω στο Εγώ των δύο νεαρών για να αναδυθούν συναισθήματα και να ξαναβρούν την ατομικότητά τους. Η χρήση των τεχνικών ήταν διαφορετική: με τον Ντέλφο δούλευα πάνω στα προσωπεία που έπρεπε να εγκαταλείψει, με τον Προμηθέα πάνω στις διάφορες εσωτερικές φωνές. Παράλληλα και ταυτόχρονα συνεργάστηκα με το ζεύγος των γονέων. Ο καθορισμός των δύο υποσυστημάτων επέτρεψε μια αλλαγή.

Η Φόσκα αντίθετα, ανήκει στους hikikomori που, όπως διηγείται ο Roberson, βγαίνουν τη νύχτα αλλά καταναλώνουν τη ζωή μέσα στη φωλιά τους. Οι γονείς ήθελαν να την διώξουν από το οικογενειακό σύστημα, για να μπορέσουν να έχουν μια αναπαράσταση «φυσιολογικής» οικογένειας με την παρουσία μόνο της μικρότερης κόρης. Όσο περισσότερο τη θεωρούσαν «τρελή» τόσο αυξανόταν η σύγκρουση και η κλιμάκωση της επιθετικότητας. Οι γονείς, φοβούμενοι ότι θα προκαλέσουν μια απευθείας σύγκρουση, δεν άφηναν τον εαυτό τους να φανεί όπως είναι και να επικοινωνήσουν τα συναισθήματά τους, κι έτσι είχαν χάσει τον αυθορμητισμό τους απέναντι στην κόρη τους, με αποτέλεσμα να δομηθεί μια προσποιητή επικοινωνία. Αυτή η στάση εξόργιζε την Φόσκα που χτυπιόταν σαν χταπόδι σε ένα παιχνίδι συνεχών προκλήσεων, στη σταθερή προσπάθεια να διακρίνει ανάμεσα σε συναισθήματα αληθινά και προσποιητά, για να κατανοήσει το αληθινό συναίσθημα των γονιών της απέναντί της.

Κατόρθωσα να διακόψω αυτό τον μηχανισμό δουλεύοντας με τη μητέρα πάνω στην αναγκαιότητα ενός διαλόγου με την κόρη της, όχι με όρους τρέλας αλλά επικοινωνίας των συναισθημάτων της, και, επίσης, κάνοντάς την κοινωνό των ιατρικών παρεμβάσεων που υπήρχαν.

Και στις τρεις περιπτώσεις οι γονείς δεν αναγνώριζαν τη δυσφορία των παιδιών τους, αλλά τη συνέχεαν  με αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα όπως τεμπελιά, απάθεια ή τρέλα. Αρνούνταν επίσης τη δική τους διάσταση ως ζευγάρι και δεν έβλεπαν το βαθμό προβληματικότητάς του, ούτε αποφάσιζαν να την αντιμετωπίσουν.

Και στις τρεις περιπτώσεις, η βία εκδηλωνόταν με μια κλιμάκωση, αν και με διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Οι ενήλικοι των τριών ιστοριών δεν αναγνώριζαν τα παιδιά ως δικά τους, τα φοβούνταν και έτρεμαν τις συνέπειες των συναισθηματικών τους αντιδράσεων, υπήρχε μια ανοιχτή αντίθεση ανάμεσα στο πραγματικό και στο ιδεατό παιδί και αυτό δημιουργούσε μια ακινησία που εκδηλωνόταν με το σύμπτωμα. Αυτοί οι γονείς έφταναν σε ένα επίπεδο τόσο μεγάλης απόγνωσης, ώστε να εύχονται να απομακρυνόταν το παιδί τους από το σπίτι, για να μην νιώθουν «όμηροι». Επιπλέον, και στις τρεις ιστορίες, τονίζονταν οι άλλες προσδοκίες των γονέων σε σχέση με τα παιδιά τους, που οι ίδιοι δεν πραγματοποίησαν και δεν υπήρχε καμιά ταύτιση ανάμεσα στο πραγματικό και στο ιδεατό παιδί.

Από τη δική τους πλευρά τα παιδιά ένιωθαν παγιδευμένα σε διπλούς δεσμούς: δεν μπορούσαν να ζήσουν τη ζωή τους, έπρεπε να καλύψουν ταυτόχρονα το ρόλο του γιου και του συζύγου, έπρεπε να επιβεβαιώσουν τις αρχές με τις οποίες ζούσαν οι γονείς, χωρίς να μπορούν να επαναστατήσουν σε αυτές και δεν μπορούσαν να αναλάβουν το ρόλο του γιου παρά μόνο με το να παρουσιάζονται ανίκανοι απέναντι σε ένα απατηλό ζευγάρι. Τα παιδιά βρίσκουν στο σύμπτωμα μια αυτο-παρηγοριά εφόσον οι ευθύνες που τους ανατίθενται αποδεικνύονται υπερβολικά υψηλές. Πυροδοτείται ένα συναίσθημα φόβου από την αδυναμία να αντέξουν την αντιπαράθεση τόσο με τους ενήλικες αναφοράς και τις απαιτήσεις τους, όσο και με τον εξωτερικό κόσμο στο σύνολο.

Συμπεράσματα

     Ένα πρόβλημα σχέσεων εκφράζεται με ένα σύμπτωμα απομόνωσης και απόσυρσης σε μια εικονική διάσταση, βαθιάς εξάρτησης και προβληματικής χρήσης ενός μέσου επικοινωνίας.

Χρησιμοποιώντας τη γλώσσα που έμαθα στη θεραπεία με τον Ντέλφο, μπορώ να πω ότι οι σύγχρονες ψηφιακές τεχνολογίες που συνοδεύουν έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό καθημερινών δραστηριοτήτων μπορούν να ευνοήσουν ένα πραγματικό σύμπτωμα παθολογίας. Στις περιπτώσεις που παρουσιάστηκαν, πρότεινα τη μετατροπή του ορίου του εικονικού σε μια δυνατότητα. Στην περίπτωση του  Ντέλφο, το όριο του εικονικού, που στερεί στον νεαρό την επαφή με το πραγματικό, μετατράπηκε σε δυνατότητα να εγκαταστήσει μια σχέση ανάμεσα στον ίδιο και τους άλλους, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για να ενισχύσει την πραγματικότητα. Με τον τρόπο αυτό, στην προσέγγισή μου με τους hikikomori,μου φαίνεται ότι έδωσα ενστικτωδώς δίκιο στον Levy.

Στην ερώτηση που έθεσα αρχικά, αν μιλάμε για διαφορετικές παθολογίες ή για διαφορετικά συμπτώματα σε παρόμοιες παθολογίες, εν τέλει απαντώ ότι, κατά τη γνώμη μου, έχουν αλλάξει οι συμπτωματολογίες, εφόσον προσαρμόστηκαν στους καιρούς, αλλά πάντα είναι έκφραση των ίδιων παθολογιών που εντόπισα στις πρώτες έρευνες που έκανα πάνω στους εφήβους: είναι τα νέα αναδυόμενα κοινωνικά φαινόμενα με τα οποία πρέπει να έρθουμε αντιμέτωποι. Το κλείσιμο μέσα στο σπίτι, το σερφάρισμα όλη μέρα στο ίντερνετ, η ζωή μέσα στο δωμάτιο/φωλιά μέσα στην οποία αναλώνεται… είναι (συμπτώματα) σημάδια ισχυρά μιας μορφής απομόνωσης που παραπέμπει στην κατάθλιψη και στην ανορεξία όπως ήταν δέκα χρόνια πίσω, που βρίσκουν στο παρόν διαφορετικές μορφές έκφρασης. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν μιλάμε για νέες παθολογίες. Θεωρώ ότι υπάρχει μια αλλαγή πλαισίου: αλλάζουν τα μέσα επικοινωνίας και μεταβάλλονται οι σχέσεις, αλλάζει ο τρόπος που εκφράζεται η δυσφορία στην αντιπαράθεση μεταξύ γονέων παιδιών και μεταβάλλεται η κατανόηση των νεαρών ενηλίκων.

Αυτές οι μεταβολές επηρεάζουν τις σχέσεις, αν όχι για άλλο λόγο, τουλάχιστον για το αίσθημα απογοήτευσης και ακατανόητου που νιώθουν οι παντελώς ανεξοικείωτοι γονείς στο να κατανοήσουν ένα πρόβλημα που εντοπίζεται στην υπερβολική απασχόληση με το ίντερνετ ή στο κλείσιμο μέσα στο σπίτι (Cronen, 1983), τόσο διαφορετικά από τις γνώριμες για εκείνους αντιπαραθέσεις που οι ίδιοι είχαν βιώσει στη δική τους εφηβεία. Αλλά, επίσης, αναρωτιέμαι κατά πόσον η ανάδυση φαινομένων όπως αυτό των hikikomori  ή εκείνο των NEET  (Non in Education Employement Training), επηρεάζουν όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίον εργαζόμαστε, αλλά ακόμα και τον τρόπο με τον οποίον σκεφτόμαστε, και για ακόμα μια φορά μας προωθούν στο να βγούμε από τη διχοτομία παθολογία/συμπτωματολογία (στην οποίαν έτσι κι αλλιώς εμείς οι συστημικοί πάντα πιστεύαμε λίγο) για να μπούμε στον τομέα της παρατήρησης σχεσιακών φαινομένων. Για τον λόγο αυτό έχω υιοθετήσει τον όρο ΝΕΑ ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ.

Σε αυτό το σημείο αναρωτιέμαι κατά πόσον εξελίχθηκαν και πώς τροποποιήθηκαν οι μέθοδοι παρέμβασης. Πιστεύω έχουν αλλάξει πολύ. Παλιά εργαζόμασταν αυστηρά με όλη την οικογένεια και διακόπταμε στις περιπτώσεις στις οποίες ο ενδεικνυόμενος ασθενής δεν επιθυμούσε να συμμετέχει στις συνεδρίες, τώρα πια αυτό δεν αντιπροσωπεύει στοιχείο διάκρισης. Εργαζόμαστε με τα διαθέσιμα μέρη του συστήματος όπως οι γονείς της Φόσκα: η θεραπεία περιελάμβανε μόνον εκείνους. Υπάρχει μεγαλύτερη ελαστικότητα του θεραπευτή στο να προσαρμόζεται στο διαθέσιμο σύστημα.

Η ίδια ελαστικότητα επέτρεψε να δημιουργηθούν νέοι χώροι στη θεραπεία. Η μέθοδός του να χρησιμοποιώ «κυμαινόμενες θεραπείες» άνοιξε ένα διευρυμένο χώρο πάνω στον εαυτό του νεαρού ενήλικα, επιτρέποντας μια δική του εξατομίκευση, που στις αποκλειστικά οικογενειακές θεραπείες παρέμενε στη σκιά. Επιπλέον, η συνεργασία με το ζευγάρι επέτρεψε έναν επαναπροσδιορισμό που θα είχε θυσιαστεί στις οικογενειακές θεραπείες. Η επανένωση στην τελευταία συνεδρία των διαφόρων μερών του συστήματος δίνει τη δυνατότητα στους πρωταγωνιστές να επικοινωνήσουν τη διαδρομή που έκαναν: ο καθένας γνωστοποιεί στους άλλους «τον νέο εαυτό», διατηρώντας τη δυνατότητα να μην παρουσιάσει τις πλευρές που επιθυμεί να κρατήσει για τον ίδιο. Θεωρώ ότι μέσω αυτής της σύνθετης μορφής θεραπείας προτείνω ένα μήνυμα εξατομίκευσης σε σχέση με την αδιαφοροποίητη συγχωνευμένη μάζα, ενισχύοντας την προστασία του προσωπικού χώρου και τον σεβασμό των ορίων, αλλά, την ίδια στιγμή, το μοίρασμα και την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η αξιοπρέπεια που δίνεται στον αποχωρισμό, στην αυτονομία, στην εξατομίκευση επιτρέπει να μοιραστούν τα κουρέλια και να δημιουργηθούν από αυτά νέα ρούχα. Αυτή η πολύπλευρη παρέμβαση διαφυλάττει το γενικό συστημικό στόχο.

Παραμένουν ερωτήσεις στις οποίες θα επιχειρήσω να δώσω απάντηση.  Η ανάγνωση του συμπτώματος είναι διαφορετική από πριν; Ως θεραπεύτρια, συνηθισμένη στις αφηγήσεις των ιεροτελεστιών φαγητού των ανορεκτικών και των βουλιμικών, στις αφηγήσεις για ουσίες στις εξαρτήσεις, ο χρόνος που αφιερώνω σε αυτά τα συμπτώματα είναι ελάχιστος, περνώ πολύ γρήγορα αυτές τις πληροφορίες, συλλαμβάνω μόνο την ιδιαιτερότητα και μετά, όπως σε ένα είδος «déjà vu» περνάω απευθείας στις σχέσεις. Σίγουρα γοητεύομαι περισσότερο όταν ένας νεαρός  περιγράφει παιχνίδια στον υπολογιστή. Είναι καινούριο να ακούω να μιλάει για το πόσο σημαντικό είναι… να κρατήσει στη ζωή ένα στράτευμα, να το θρέφει, να κάνει βάρδιες με άλλους παίκτες που δεν έχει ποτέ  δει και γνωρίσει, για να κρατηθεί ο ρυθμός 24 ώρες όπως στην περίπτωση του Προμηθέα, ή πώς να σκοτώσεις τον φανταστικό Δράκο στην περίπτωση του Ντέλφο. Δεν έχω ακόμα εξοικειωθεί με το δωμάτιο φωλιά όπου καταναλώνονται τα πάντα και ακούγεται να ανοίγει το κλειδί του κελιού μόνο για να παραληφθεί ο δίσκος με ζεστά και γεμάτα ή κρύα και φαγωμένα πιάτα. Φυλακισμένοι και δεσμοφύλακες σε μια μαγεία που καταστρέφει με τη βία τη ζωή όλων των μελών του. Αναμφισβήτητα κι εγώ υφίσταμαι τη γοητεία αυτής του νέου (συμπτώματος) αναδυόμενου κοινωνικού φαινομένου, μου ανοίγεται ένας νέος κόσμος, άγνωστος, ένα καταφύγιο όπου, ακριβώς όπως στο παραλήρημα καταναλώνονται «βαριές επικοινωνίες». Θεωρώ σημαντικό να γνωρίσω και να κατανοήσω το άγνωστο νόημα, γι αυτό αφιερώνω ένα μεγαλύτερο κομμάτι στις αφηγήσεις τους πάνω στους τρόπους που αναδύεται (η παθολογία) η δυσφορία. Η αποσαφήνιση του νοήματος όλων αυτών στην ιστορία των οικογενειακών σχέσεων είναι, επομένως, το επόμενο βήμα. Οπότε, υπό το φως των μεταβολών της τωρινής περιπτωσιολογίας μου, πώς χρησιμοποιώ τις υποθέσεις; Με μεγαλύτερη ευελιξία, με ένα είδος κινέζικων κουτιών που μου χρειάζονται προκειμένου να ασχολούμαι με τις σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που ζουν κάτω από την ίδια στέγη, στο εδώ και τώρα της ασυνεννοησίας: με τη φράση του Cecchin «δεν παντρεύομαι υποθέσεις αλλά φλερτάρω μαζί τους», μου χρησιμεύουν για να κατασκευάσω, για παράδειγμα, μαζί με τους hikikomori εικονικές πραγματικότητες…

Πώς αντιμετωπίζω τώρα την πρώτη επαφή με  τον έφηβο, τον νεαρό ενήλικα και την οικογένειά του; Σε σχέση με την εποχή της δομημένης συνέντευξης που εξακολουθώ να χρησιμοποιώ, αποκλειστικά ως «proforma», η συνέντευξη έχει γίνει ένα μέσο για να μπω στη σχέση και να δουλέψω πάνω στα συναισθήματα: είναι η αναπαράσταση του περάσματος από την πρώτη στη δεύτερη κυβερνητική, στο δικό μου τρόπο εργασίας.

Πώς διατηρώ τη θεραπευτική σχέση σήμερα, σε σχέση με το τότε; Με περισσότερη συναισθηματική εγγύτητα και προσοχή στα συναισθήματα, τόσο της οικογένειας όσο και στα δικά μου, χρησιμοποιώ περισσότερο ή με μεγαλύτερη ελευθερία μεταφορές, πρόκληση και ειρωνεία.

Πώς αξιοποιώ τα συμπτώματα κατά τη θεραπευτική διαδικασία; Όπως στο παραλήρημα μπαίνω μέσα για να χαθώ με τον ασθενή, με σκοπό να βγω έξω επαναφέροντας τον ασθενή στην πραγματικότητα, έτσι μπήκα στο εικονικό παιχνίδι για να ανακαλύψω μαζί με τον Ντέλφο και τον Προμηθέα τις σχεσιακές δυνατότητες του σολιψιστικού παιχνιδιού (του) τους.


4Αυτή η νέα μεθοδολογία διευκολύνει τη δυνατότητα αλλαγής στο εσωτερικό της οικογένειας αξιοποιώντας την ατομική εργασία πάνω στον εαυτό ενός μέλους της ή στην εργασία με το ζευγάρι και κατόπιν ξαναβρίσκοντας μια οικογενειακή επανασύσταση στο τέλος. Όπως τα κομμάτια ενός μωσαϊκού αναδεικνύονται μέσα στην ολότητα της συμπληρωμένης εικόνας, έτσι και η θεραπευτική διαδικασία προσδιορίζεται χρησιμοποιώντας ψηφίδες διαφορετικών σχημάτων και χρωμάτων: οι ατομικές προσκλήσεις, εκείνες των υποσυστημάτων και του συστήματος αντιπροσωπεύουν τα βήματα τα οποία μάθαμε να εκτιμούμε ως επωφελή και λειτουργικά για τους σκοπούς του συνόλου: «σύνθεση της αλλαγής».

 

Βιβλιογραφία

Cecchin G.F., Lane G. & Ray W. (1997). Verità e pregiudizi. Milano: Raffaello Cortina.

Cronen V., Johnson K. & Lennamann J., (1983). Paradossi, doppi legami, circuiti riflessivi: una prospettiva teorica alternativa. Terapia Familiare, 14, 87-120.

Gaspari G. & Mastropaolo L., (2008) Le terapie individuali, le terapie fluttuanti. Riflessioni di due psicoterapeute sistemiche sulla loro pratica clinica. Connessioni, 20,

Lévy P. (1997). Cyberculture. Rapport au Conseil de lEurope dans le cadre du projet Nouvelles technologie: coopération culturelle et communication.Paris: Odile Jacob, (trad. it. Cybercultura. Gli usi sociali delle nuove tecnologie. Milano: Feltrinelli, 1999).

Mastropaolo L. & Semboloni P.G. (1994). Psicopatologia o adolescenza? Otto anni di una ricerca in evoluzione. In: Bassoli F., Mariotti M. & Onnis L. (eds). L'adolescente e i suoi sistemi. Roma:Edizioni Kappa.

Mastropaolo L. (2008). La violenza familiare al crocicchio tra terapia, mediazione e giustizia. Maieutica, 27-30.

Mastropaolo L. (2011). Crisi e conflitto in terapia, mediazione e “intervento per il cambiamento”: percorsi differenti della Scuola Genovese. In: Chianura P., Chianura L., Fuxa E. & Mazzoni S. Manuale Clinico di Terapia Familiare. Milano: Franco Angeli.

Roberson J. (2002). Men and Masculinities in Contemporary Japan: Dislocating the Salaryman Doxa. New York: Routledge

Saito Tamaki Intervista a Tamaki Saito sul fenomeno “Hikikomori”  http://www.cafepsicologico.it/category/disturbi-dell'umore