Marco Bianciardi

Μετάφραση: Νίκος Πλυτάς


H κλασική οικογενειακή θεραπεία, που προβλέπει την ταυτόχρονη παρουσία όλου του οικογενειακού πυρήνα στη συνεδρία (και, ενδεχομένως, της διευρυμένης οικογένειας ή των παραπεμπόντων, γνωστών, φίλων…), δεν αποτελεί σήμερα μια συχνή πρακτική. Τα αιτήματα  για ψυχοθεραπεία είναι κυρίως ατομικά. Δεν είναι πάντοτε εύκολο να εμπλέξει κανείς όλον τον οικογενειακό πυρήνα όποτε το θεωρεί χρήσιμο και σκόπιμο, και οι εκπαιδευμένοι στην οικογενειακή συστημική θεραπεία κλινικοί αναλαμβάνουν κυρίως ζευγάρια.

Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να  διατυπωθούν υποθέσεις σχετικές με τις αιτίες της προαναφερθείσας κατάστασης.

Η αναφορά αυτή γίνεται για να επιβεβαιωθεί ότι δεν είναι και δεν πρέπει να είναι αυτός ο κύριος λόγος, για να προβληματιστούμε πάνω στην ατομική συστημική θεραπεία, στις θεωρητικές βάσεις, στην κλινική θεωρία.

Κατά τη γνώμη μου, ο κύριος και πρωταρχικός λόγος είναι θεωρητικής φύσης.

Θα προτείνω σε αυτό το δοκίμιο μερικούς αναστοχασμούς  για τη σημασία της θεραπευτικής σχέσης στην ψυχοθεραπεία, με στόχο να προτείνω ένα κείμενο φαινομενικά προκλητικό: μπορούμε και πρέπει να θεωρήσουμε τη συστημική προσέγγιση ως προσέγγιση εκλογής στην ατομική ψυχοθεραπεία.

 

Το υποκείμενο της κυβερνητικής δεύτερης τάξης

Η κυβερνητική δεύτερης τάξης αναγνώρισε πλήρως τη σημασία του ατόμου ως υποκείμενου της εμπειρίας, της γνώσης, των εννοιών, των συναισθημάτων, των παθών, των σχεδίων, των ονείρων, των επιθυμιών. Αν το άτομο της πρώτης κυβερνητικής ήταν, για να το πούμε λιγάκι απλά, ένα πιόνι  μέσα σε ένα «παιχνίδι» μεγαλύτερο από αυτό, σήμερα θεωρούμε το άτομο ως υποκείμενο, το οποίο προτείνει έμπρακτα τη δική του θεώρηση του κόσμου και τη δική του περιγραφή των σχέσεων. Καθένας από μας είναι, όπως υποστηρίζει ο von Foerster, υπεύθυνος  για τον δικό του κόσμο – την εκδοχή του κόσμου, δηλαδή γι’ αυτό που αυτός δημιουργεί,  επινοεί, «προτείνει».

Είναι καλό, όμως, να θυμηθούμε ότι η εκ νέου ανακάλυψη του υποκειμένου από την κυβερνητική δεύτερης τάξης,  δεν επανεισάγει το υποκείμενο της κλασικής λογικής (ένα υποκείμενο οντολογικό, εφοδιασμένο με ένα δικό του καθεστώς αυτονομίας που είναι ανεξάρτητο από τη σχέση και προχωρά στη δημιουργία σχέσεων με τους άλλους και το περιβάλλον), αλλά ανακαλύπτει ένα υποκείμενο επιστημονικό, ένα υποκείμενο της γνώσης.

Το επιστημονικό υποκείμενο της κυβερνητικής δεύτερης τάξης δεν είναι μια ασαφής ιδέα. Αντιθέτως, είναι ένας σαφής βιολογικός οργανισμός, εφοδιασμένος με τη δυνατότητα να παίρνει τη θέση του «παρατηρητή», χρησιμοποιώντας μια οπτική γωνία, κάποιες φορές μοναδική και ανεπανάληπτη προς τις σχέσεις και το περιβάλλον, των οποίων, εν τούτοις, παραμένει πάντοτε συμμέτοχος και μέρος τους.

Η έννοια του «παρατηρητή»  δεν είναι οντολογική αλλά λειτουργική: ένας οργανισμός ή μια μηχανή που μπορεί να διακρίνει ή να συλλέγει διαφορές, χάρη στο κλείσιμο των αναδρομικών κυκλωμάτων που προσδιορίζουν τη λειτουργικότητά του, είναι ένας παρατηρητής.

Λέω ένας παρατηρητής γιατί ο Παρατηρητής (με το προσδιοριστικό άρθρο και το αρχικό γράμμα  κεφαλαίο για να συνεννοηθούμε) δεν υπάρχει: υπάρχουν χιλιάδες παρατηρητές συγκεκριμένοι, ο καθένας εκ των οποίων είναι ξεχωριστός, μοναδικός, ανεπανάληπτος, γιατί έχει τις ρίζες του στην ιστορία που προηγείται από αυτόν και τοποθετείται στο περιβάλλον από το οποίο προκύπτει.

Εξάλλου, το διάσημο απόφθεγμα του Maturana λέει ακριβώς, κι όχι τυχαία, «οτιδήποτε έχει ειπωθεί, ειπώθηκε από έναν παρατηρητή» (κι όχι «οτιδήποτε έχει ειπωθεί, ειπώθηκε από τον παρατηρητή»).

Αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να υπογραμμίσω είναι ότι κάθε βιολογικός παρατηρητής  (που είμαστε εμείς), είναι ένας οργανισμός ο οποίος έχει τη δυνατότητα να διαφοροποιηθεί από το περιβάλλον που τον δημιούργησε, θέτοντας τον εαυτό του παρατηρητή του ίδιου περιβάλλοντος, και κατασκευάζοντας μια δική του «πραγματικότητα». Όμως, αυτή θα είναι και δεν μπορεί παρά να είναι, σύμφωνη με τους περιορισμούς και τις δυνατότητες που είχε η εξελικτική του πορεία, έτσι ώστε να  δημιουργήσει έναν  οργανισμό ικανό να πάρει τη θέση του παρατηρητή. Ο παρατηρητής στην κυβερνητική δεύτερης τάξης, τότε, πρέπει να θεωρηθεί ως ένας οργανισμός με σάρκα και οστά: ένας οργανισμός συγκεκριμένος, φτιαγμένος από σάρκα και αίμα, από αισθητήρια όργανα και νευρικά κυκλώματα, και άρα καθόλου αποσπασμένος, απενσαρκωμένος, αυτόνομος από τις διαδικασίες της βιολογικής εξέλιξης.   

Πρόκειται για έναν παρατηρητή ιστορικό και συμμετέχοντα, στενά συνδεδεμένο με τη θέση του στο οικοσύστημα  και την ιστορία της εξέλιξης, που του καθορίζουν τις χαρακτηριστικές προσλαμβάνουσες, σύμφωνα με τις οποίες αυτός κατασκευάζει  τη δική του «πραγματικότητα».

Όπως απέδειξαν οι Maturana & Varela, ο οργανισμός κατασκευάζει μια «πραγματικότητα», μια εκδοχή του κόσμου του, που προκύπτει από το αναδρομικό κλείσιμο, σύμφωνα με το οποίο ο εγκέφαλος επικοινωνεί με το αισθητήριο όργανο που επικοινωνεί εκ νέου με τον εγκέφαλο κ.λπ.  Τώρα, το γεγονός ότι η αντίληψη δημιουργεί έναν κόσμο ο οποίος προκύπτει από το κλείσιμο αυτής της διαδικασίας, μπορεί να μας κάνει να σκεφτούμε ότι το πραγματικό (η πραγματικότητα εκεί έξω από μας, «το πράγμα καθ’ εαυτό» του Kant, απροσπέλαστο και άγνωστο από το ίδιο και για το ίδιο) δεν υπεισέρχεται καθόλου σε αυτόν τον δακτύλιο που κλείνει στον εαυτό του. Αλλά το πραγματικό είναι παρόν εν αφθονία, είναι παρόν ως ικανή συνθήκη. Θα μπορούσαμε να πούμε, μάλλον, ότι το πραγματικό είναι εν τέλει πανταχού παρόν, αφού υπάρχει σε κάθε κύτταρο του εγκεφάλου και του οφθαλμού του οργανισμού, όπως επίσης και στη μορφή και στις ιδιότητες  του ίδιου του αναδρομικού δακτυλίου.

Η «πραγματικότητα» του βιολογικού παρατηρητή δεν είναι δια-μορφωμένη από τα χαρακτηριστικά του πραγματικού εκεί έξω αλλά είναι δια-μορφωμένη από (είναι είναι συναφές μόρφωμα με) τα χαρακτηριστικά αισθητηρίων οργάνων του, των προσλαμβανουσών, του εγκεφάλου. Το θέμα είναι ότι ο ίδιος ο βιολογικός οργανισμός  ανήκει στο πραγματικό  και παραμένει απροσπέλαστος στον εαυτό του, παρά το γεγονός της ικανής συνθήκης της κατασκευής κάθε «πραγματικότητας» - συμπεριλαμβανομένων των «χαρτών» ή των περιγραφών που ο οργανισμός μπορεί να κάνει για τον ίδιο (κι εμείς μπορούμε να κάνουμε για το σώμα μας και για τη λειτουργία του).

Η ιστορία και το περιβάλλον, συνεπώς, κατασκευάζουν τα βιολογικά χαρακτηριστικά του παρατηρητή, ο οποίος θα κατασκευάσει τον δικό του «κόσμο» σύμφωνα με τη δική του βιολογία.

 

Η ιδιαίτερη ανθρώπινη εμπειρία

Η εμπειρία του ανθρώπου, όντας γλωσσική και πολιτισμική, χαρακτηρίζεται από μια ιδιαιτερότητα και μια πολυπλοκότητα, που τη διαφοροποιούν από την εμπειρία των άλλων βιολογικών παρατηρητών. Αυτή η ιδιαιτερότητα, όμως, δεν διαγράφει (αλλά, περισσότερο επιβεβαιώνει σε ένα διαφορετικό επίπεδο) το γεγονός ότι έχει τις ρίζες του στο περιβάλλον στο οποίο κατοικεί και ότι αποτελεί μέρος της ιστορίας μιας εξελικτικής διαδικασίας.

Το ανθρώπινο υποκείμενο πράγματι είναι ένα υποκείμενο γλωσσικό, που  εκτός από το ρίζωμα στο πραγματικό που χαρακτηρίζει οποιονδήποτε βιολογικό οργανισμό, έχει την εμπειρία ενός πολιτισμικού, κοινωνικού, γλωσσικού ριζώματος.

Η μακρόχρονη εμπειρία εξάρτησης των  ανθρώπινων  βρεφών, θα δημιουργήσει τον ενήλικο άνθρωπο ως ένα ζώο που χαρακτηρίζεται από μια διαλεκτική ανάμεσα στην εξάρτηση και στην αυτονομία, χαρακτηριστικό ολότελα δικό του: μια διαλεκτική όπως θα δούμε δραματική, που κατά κάποιον τρόπο θα είναι ακριβώς αυτό που αντιμετωπίζουμε στην ψυχοθεραπεία.

Η γλώσσα, πράγματι, επιτρέπει αυτή τη θαυμάσια υποκειμενική αυτονομία της κατασκευής της προσωπικής «πραγματικότητας». Πρόκειται για την ελευθερία του να δημιουργείς, με τις λέξεις, πάντοτε νέες  εκδοχές της εμπειρίας ή να  θυμάσαι και μεταφέρεις στην παρούσα συζήτηση κάτι που δεν ανήκει στον παρόντα χρόνο ή ακόμη, να ονειρεύεσαι ένα κόσμο ανύπαρκτο και να δεσμεύεσαι  να τον φτιάξεις ή να ξεκινάς  να τον ψάξεις. Πρόκειται για την αυτονομία ενός απλού γεγονότος της πραγματικότητας, για την ελευθερία της ουτοπίας, για τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε την «πραγματικότητα» της εμπειρίας μας και του κόσμου όπου ζούμε, να δημιουργήσουμε κόσμους «αντίστροφους»…. Αυτονομία την ίδια στιγμή υπέροχη και πολύ εύθραυστη, γιατί είναι μια αυτονομία που γεννιέται από την πιο οικεία και ριζική εξάρτηση: η εξάρτηση από τον άλλον που μας χαρίζει τον λόγο (και πρόκειται για ένα δώρο, το ξέρουμε, από αυτά που δεν μπορείς να αρνηθείς).

Τώρα, αυτή η εξάρτηση από τον άλλον είναι τόσο δραματική γιατί σχετίζεται αναπόφευκτα με τον ορισμό του εαυτού (ή της εικόνας του εαυτού), η οποία πρώτα απ’ όλα εξαρτάται από την πρωταρχική σχέση (γιατί εντός της πρωταρχικής σχέσης δημιουργείται η πρώτη εκδοχή του ορισμού του εαυτού ή της εικόνας του εαυτού, η μήτρα για  το πούμε κάπως)  και στη συνέχεια θα εξαρτηθεί από τη  σχέση του με τους σημαντικούς  άλλους. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η πολύ μακρά εξάρτηση των παιδιών για την επιβίωση -με την κυριολεκτική έννοια του όρου-, από τη μια επιτρέπει μια σημαντική αυτονομία από το πραγματικό και από την άλλη προκαλεί μια εξάρτηση από τον άλλον για την ψυχολογική επιβίωση, εξάρτηση από την οποία το υποκείμενο δεν θα μπορέσει ποτέ να χειραφετηθεί πλήρως.

Πράγματι, αφού ο ορισμός του εαυτού γεννιέται από τον τρόπο κατά τον οποίο εμείς  αφηγούμαστε σε μας, αφού η εικόνα του εαυτού δεν είναι «αντικειμενική» αλλά είναι κι αυτή ένα γλωσσικό  δημιούργημα ή επινόηση και ο ένας και η άλλη  εξαρτώνται δύο  φορές από τον άλλον. Εξαρτώνται από τον άλλον, γιατί κατασκευάζονται με τους όρους, τις λέξεις και τους  συντακτικούς κανόνες που καθένας από μας μπόρεσε να λάβει, να δεχθεί και να οικειοποιηθεί, κι ακόμη εξαρτώνται από τον άλλον γιατί και ο ένας και η άλλη είναι αυθαίρετοι εξ’ ορισμού και συνεπώς δεν μπορούν να εξαιρεθούν από την ανάγκη της επιβεβαίωσης εντός των σημαντικών σχέσεων.

Ο «εαυτός» μας είναι μια κατασκευή αυτόνομη, σημαδεμένη από την εξάρτηση και γιατί τα τούβλα για την κατασκευή της ελήφθησαν ως δωρεά και γιατί πρόκειται για μια κατασκευή η οποία δεν στέκεται μόνη της, δεν στέκεται στα πόδια της χωρίς τη συνεχή και σταθερή επιβεβαίωση από τον άλλον.

Συνεπώς, η διαλεκτική εξάρτηση-αυτονομία τοποθετείται και εκδηλώνεται ως τις ύστατες συνέπειες, στην καρδιά της ιδιαιτερότητας του ανθρώπινου γίγνεσθαι. Πρέπει, επίσης, να αναζητηθεί στη ρίζα της δημιουργίας του «ανθρώπου», ξεκινώντας από εκείνο το μωρό που είναι ανίκανο νε επιζήσει για πολύ μεγάλο διάστημα και που όλοι υπήρξαμε. Αυτή η διαλεκτική μας μεταφέρει στον κόμβο όπου διασταυρώνεται στη γλώσσα, η ελευθερία της δημιουργίας κόσμων δυνατόν να υπάρξουν (αυτονομία), με την απέλπιδα, απόλυτη ανάγκη της επιβεβαίωσης από τον  άλλον (εξάρτηση).   

Η γλώσσα εισάγει, και μάλιστα για πάντα, μια διάσταση όπου ο δεσμός ανάμεσα στη λέξη και σε αυτό που ο όρος προσδιορίζει καθίσταται ασθενής, πρακτικά ανύπαρκτος, πλήρως συμβατικός (εξ αυτού και η ελευθερία να επινοήσουμε τον κόσμο  όπου κατοικούμε), αλλά όπου και ακριβώς γι’ αυτό, ο δεσμός με τον άλλον και με την ανάγκη για πραγματική επιβεβαίωση από τον άλλον, καθίσταται δραματικός, σε τελευταία ανάλυση υποχρεωτικός, αναγκαίος (απ’ όπου και η αδιάλυτη εξάρτηση από τον άλλον για να προστατευτεί μια ταυτότητα πάντοτε απειλούμενη, προσωρινή, που δημιουργείται και ξαναδημιουργείται σταθερά στο αφήγημα του εαυτού στον ίδιο τον εαυτό…).

Στάθηκα για λίγο σε αυτές τις απόψεις για  να υπενθυμίσω μέχρι ποιού σημείου η  εμπειρία του ανθρώπου είναι εξ ορισμού σχετική. Ο «κόσμος» που αυτός δημιουργεί και για τον οποίο πρέπει πάντοτε να θεωρείται υπεύθυνος,  από μια άλλη ματιά προκύπτει από την πρακτική των γλωσσικών σχέσεων: από τις πρωτογενείς αλληλεπιδράσεις για το ανθρώπινο βρέφος και από τις συναισθηματικά σημαντικές σχέσεις για τον ενήλικο. Κι επειδή η «πραγματικότητα» που ο καθένας μας επινοεί, περιλαμβάνει και αυτό το αδιάκοπο αφήγημα του εαυτού προς τον ίδιο τον εαυτό, που είναι η υποκειμενικότητα, συνεπάγεται ότι η υποκειμενικότητα του καθενός από μας πειθαρχεί στην ανωτερότητα της σχέσης.     

Αν, δηλαδή, το υποκείμενο αναγνωρίζει και θεωρεί εαυτόν «ανίκανο» ή «άτυχο» (για να χρησιμοποιήσουμε παραδείγματα απλά, ίσως λίγο συνηθισμένα, που μας παρουσιάζονται εξ’ αρχής στην κλινική πρακτική), από τη μια πλευρά πρέπει να το θεωρήσουμε  πλήρως υπεύθυνο γι’ αυτή την περιγραφή (η οποία, φυσικά, δεν έχει τίποτε το αντικειμενικό), από την άλλη οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η περιγραφή προκύπτει από το εσωτερικό των πρωτογενών σχέσεων και είναι διαπραγματεύσιμη, τρόπος του λέγειν, εντός των σχέσεων που αυτό συνάπτει ως ενήλικο.  Εξ’ ου και η πολυπλοκότητα όπου, από την τρέχουσα οπτική γωνία, η εκ νέου ανακάλυψη της σημασίας του υποκειμένου, δεν πρέπει να ξεχνά τη σημασία του περιβάλλοντος, το οποίο εμπλέκει το υποκείμενο από το εσωτερικό και είναι παρόν σε κάθε λέξη του δικού του αφηγήματος, της προσωπικής του εμπειρίας, προς τον εαυτό του.        

Αυτή, λοιπόν, είναι η πολυπλοκότητα της υποκειμενικής θέσης, το ζην σε ένα κόμβο όπου διασταυρώνονται η αμετάβλητη αυτονομία από μια υποκειμενική ματιά και η αναπόφευκτη εξάρτηση από το περιβάλλον στο οποίο το άτομο συμμετέχει.

Το δράμα του καθενός μας βρίσκεται στο γεγονός ότι, η υποκειμενικότητα γεννιέται από την αρχή από τις λέξεις και από την ίδια τη δομή της γλώσσας εντός της οποίας τοποθετούμαστε ως υποκείμενα, και από την άλλη μεριά, πρέπει να θεωρούμε εαυτούς πλήρως υπεύθυνους για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε αυτές τις λέξεις, αυτή τη σύνταξη, αυτές τις σιωπηρές και μυστικές για τους εαυτούς μας συλλογιστικές προτάσεις, ώστε να παραλλάσσουμε στον χρόνο, αυτό το ανεξάντλητο αφήγημα που απευθύνουμε στον εαυτό μας για την εμπειρία της ζωής μας.   

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η υποκειμενική εμπειρία διασχίζεται από αυτή την πολυπλοκότητα ή ότι καταλήγει να κατοικοεδρεύει σε αυτό τον κόμβο, όπου η υπευθυνότητα και η προσωπική αυτονομία διασταυρώνονται με την περιβαλλοντική συνάφεια και τη σχετικότητα της εμπειρίας. Δηλαδή, το άτομο πρέπει να αναγνωρίζεται πλήρως υπεύθυνο για κάτι που δεν ελέγχει, ακριβώς ή, τέλος πάντων, για κάτι που δεν ελέγχει με μονόπλευρο τρόπο.  

Αυτή η πολυπλοκότητα της υποκειμενικής εμπειρίας παραμένει πάντοτε «μυστηριώδης», θα έλεγε ο Bateson, μυστηριώδης διότι εξ’ ορισμού καθίσταται αδύνατη από μέρους μας η έξωθεν κατα-νόησή της.

Και είναι ακριβώς τόσο ακατανόητη, στην αμετάβλητη πολυπλοκότητα που την χαρακτηρίζει, η υποκειμενική εμπειρία που ο ασθενής φέρνει στην ατομική θεραπεία, ώστε καθίσταται ελκυστική και πολύ ενδιαφέρουσα.

 Και ακριβώς γι’ αυτό, στην ατομική ψυχοθεραπεία, μου συμβαίνει όλο και πιο συχνά,  να αισθάνομαι αυτό που αποκαλώ βαθιά  ευγνωμοσύνη του  θεραπευτή. Ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι ένα άτομο με εμπιστεύεται και μου διηγείται  τις πιο δύσκολες εμπειρίες του και καταφέρνει κάποιες φορές να μου πει  αυτό που έως εκείνη τη στιγμή παρέμενε μυστικό και για τον ίδιο… και αισθάνομαι όλο και πιο συχνά πως, όντως, οι ιστορίες, οι περιπέτειες και η πορεία του άλλου, με καθιστούν πλουσιότερο ως άτομο, με διδάσκουν πολλά για τη ζωή και κάποιες φορές για τον ίδιο τον εαυτό μου και την εμπειρία μου.

 

 Προτεραιότητα της σχέσης στη συστημική προσέγγιση

Είδαμε ότι το επαναπροτεινόμενο από την κυβερνητική δεύτερης τάξης υποκείμενο, γνωρίζει ότι είναι ένας συγκεκριμένος βιολογικός οργανισμός που υπακούει στα χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τα οποία η εξελικτική ιστορία τον έχει δημιουργήσει. Επίσης, υπογραμμίσαμε ότι η εμπειρία του ανθρώπου χαρακτηρίζεται γλωσσική (σχετική και προερχόμενη από το περιβάλλον) ακριβώς στην καρδιά της προσωπικής  εμπειρίας, δηλαδή στη δημιουργία μιας εικόνας του εαυτού και ενός αφηγήματος του εαυτού που απευθύνεται στον ίδιο. 

Ας ξαναδούμε, λοιπόν, τη θέση που πρότεινα στην αρχή αυτών των αναστοχασμών: οι συστημικοί θα έπρεπε να θεωρούνται οι πλέον ενδιαφερόμενοι για την ατομική ψυχοθεραπεία, γιατί, στην πραγματικότητα, η συστημική προσέγγιση είναι και πρέπει να θεωρείται η καταλληλότερη προσέγγιση στην αντιμετώπιση ενός αιτήματος για ατομική ψυχοθεραπεία.  

Για να γίνουν κατανοητά η σημασία και τα επιχειρήματα αυτής θέσης  σκεφτείτε ότι στην ατομική ψυχοθεραπεία η πιο σημαντική σχέση (από όποια ματιά κι αν το δεις) παρούσα στο εδώ-και-τώρα, είναι η θεραπευτική σχέση. Θυμηθείτε ότι οι συστημικοί κλινικοί θεραπευτές διακρίνονται ακριβώς γι’ αυτό: το γεγονός ότι θεωρούν πρωτογενή τη σχέση στο εδώ-και-τώρα.

Τώρα, όπως παρατήρησε ο Φρόιντ όταν ανακάλυψε το φαινόμενο που αποκάλεσε «μεταβίβαση», είναι σαφώς δύσκολο να δουλέψεις με κάτι που δεν υπάρχει ερήμην (inabsentiaή εν ειδώλω  (inefiggie), για να το πούμε σαν τον Φρόιντ με τρόπο περισσότερο καλλιεργημένο.  Αυτό που μπορεί κανείς να κάνει υποθέσεις και προπαντός αυτό που μπορείς να επέμβεις, είναι αυτό που είναι παρόν στο εδώ-και-τώρα, δηλαδή η θεραπευτική σχέση (τουτέστιν για τον Φρόιντ τα φαινόμενα της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης).

Το ζήτημα είναι ότι, για τον Φρόιντ η σχέση δεν είναι πρωταρχική. Αυτό που είναι και παραμένει πρωταρχικό είναι το ασυνείδητο, ακόμη κι αν αργότερα οι ασυνείδητες καταστάσεις μεταφέρονται ακριβώς στη σχέση, και εκεί μπορούν και πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Με αφορμή αυτό, καλό είναι να υπογραμμίσουμε  ότι οι  συστημικοί  παραμένουν κατά βάθος στη λογική του Φρόιντ, εάν και όταν θεωρούν πρωταρχική την οικογένεια (τα οικογενειακά «παιχνίδια» π.χ.). Αυτός ο τρόπος θεώρησης των πραγμάτων παραμένει πάντοτε γραμμικός-αιτιολογικός: υπήρξε η εμπειρία στην οικογένεια, και τώρα το άτομο έρχεται σε μας και ξαναπαρουσιάζει μαζί μας τις καταστάσεις που δευτερογενώς έμαθε εντός της οικογένειας. Με αυτόν τον τρόπο παραμένουμε σε μια λογική γραμμική, αιτιολογικού τύπου, γιατί θεωρούμε πρωτογενές κάτι άλλο (σε αυτή τη περίπτωση όχι το ασυνείδητο αλλά το οικογενειακό σύστημα) και δευτερογενές  τη  σχέση στο «εδώ και τώρα».

Αυτό, που, κατά τη γνώμη μου, χαρακτηρίζει από τη στιγμή της γέννησής της τη συστημική προσέγγιση, είναι η αναγνώριση ότι αυτό που εμείς γνωρίζουμε είναι η παρούσα σχέση, ενώ για το παρελθόν και το μέλλον κάνουμε υποθέσεις και κατασκευάζουμε ιστορίες.

Είναι η σχέση στο «εδώ και τώρα» που επαναπροσδιορίζει το παρελθόν (και συνήθως το επιβεβαιώνει αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία), δεν είναι το παρελθόν που προσδιορίζει το παρόν. Εμείς οι συστημικοί το μελετάμε αυτό στις πρώτες σελίδες του «Pragmatica della comunicazione umana» («Ανθρώπινη επικοινωνία και οι αντιδράσεις της στην συμπεριφορά..» (Ελληνικά Γράμματα, 2005), που   είναι η αλφαβήτα της συστημικής, τελικά. Αλλά στη ζωή, στη συνάντηση με τον άλλο, το ξεχνάμε σχεδόν αμέσως, γιατί  το να το θυμηθούμε είναι, πράγματι, δύσκολο.

Βεβαίως, δεν μπορούμε να μην κάνουμε υποθέσεις και να μην ψάχνουμε εξηγήσεις που μας μοιάζουν πειστικές. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ερμηνείες μας (π.χ. η υπόθεση της δευτερογενούς αντίληψης εντός των  οικογενειακών σχέσεων) είναι  μία από τις πιθανές καταστάσεις που ερμηνεύουν την εμπειρία μας στη συνάντηση με αυτό το άτομο. Υπάρχουν κι άλλες και είναι το ίδιο ενδιαφέρουσες και εύλογες. Όμως, κατά βάθος, αυτό που μετράει, όταν συναντάμε τον άλλον, είναι μόνο ένα πράγμα: ο ορισμός της σχέσης ανάμεσα σε μένα και αυτόν, στη συνάντηση που συμβαίνει εδώ και τώρα. Κατά συνέπεια, όταν μιλάμε για ψυχοθεραπεία, αυτό που μετράει είναι ότι ανάμεσα σε μένα και τον άλλον καθορίζεται μία σχέση, εντός της οποίας ο άλλος μπορεί να αφηγηθεί διαφορετικά  στον εαυτό του την εμπειρία του κι έτσι να μην επαναπροταθεί π.χ. ως «καταθλιπτικός».     

Τώρα, το να θεωρούμε πρωταρχική τη σχέση, σημαίνει να είμαστε πεπεισμένοι ότι είναι πρωταρχική στο εδώ και τώρα, δηλαδή η σχέση με εμένα – και αυτό είναι πολύ δύσκολο (για μένα παραμένει ωστόσο μια υποκειμενική εμπειρία αρκετά σπάνια). Σημαίνει, για παράδειγμα, να είμαστε αληθινά πεπεισμένοι, να είμαστε συναισθηματικά, να είμαστε με την κοιλιά και την καρδιά, να το «αισθανόμαστε» εκτός από το να το «σκεπτόμαστε»… ότι ο καταθλιπτικός δεν είναι καταθλιπτικός αλλά μάλλον παρουσιάζει και εδώ και τώρα και με μένα, μια σχέση εντός της οποίας φαίνεται και περιγράφεται ως «καταθλιπτικός» - αλλά, το αν τα καταφέρει εξαρτάται πρώτα από όλα από την συνάντησή μας τώρα, όχι από το παρελθόν.

Όλο αυτό μας επιτρέπει να επαναπροσδιορίσουμε ότι η συστημική προσέγγιση είναι η θεραπεία «εκλογής» για την ατομική ψυχοθεραπεία.

Ακριβώς γιατί βασίζεται στην προτεραιότητα της σχέσης και αναγνωρίζει τη σημασία της σχέσης στο εδώ-και-τώρα, δηλαδή τη σημασία της συνάντησης και της σχέσης μεταξύ των ατόμων,  αυτό που είναι η ατομική ψυχοθεραπεία.

Τελικώς, οι συστημικοί θεωρούν πρωτεύουσα τη σχέση στο εδώ-και-τώρα και θεωρούν δευτερεύουσες όλες τις πιθανές υποθέσεις, ερμηνείες, θεωρίες, όπως όλες τις διαφορετικές τεχνικές, πρακτικές κ.λπ.

Όλες οι άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις θεωρούν, τουλάχιστον στη θεωρία, τη σχέση ως «μέσον» (που μπορεί να διευκολύνει ή να παρεμποδίσει τη διαδικασία), γιατί θεωρούν κάτι άλλο ως πρωτεύον (είναι το ασυνείδητο, είναι η συμπεριφορά, είναι τα οικογενειακά «παιχνίδια στην «κλασική» οικογενειακή θεραπεία).

Η σημαντική  διαφορά βρίσκεται ανάμεσα στο να σκεφτείς ότι υπάρχει ένα «κάτι», που προηγείται της σχέσης και μετέπειτα εκδηλώνεται (στη συμπεριφορά, στο σύμπτωμα, στην σχέση), και στο να αποδεχτείς το γεγονός ότι αυτό που προηγείται της σχέσης στο εδώ-και-τώρα είναι, πάντοτε και μόνο, ένα σύμπαν δυνατοτήτων: οι πολλαπλές δυνατότητες που όλοι έχουμε να παρουσιάσουμε στη σχέση.

Φυσικά, αυτό το σύμπαν των δυνατοτήτων δεν είναι ατελείωτο (γιατί δεσμεύεται από την έννοια του σαφούς βιολογικού οργανισμού) και, πάνω από όλα, τείνει να εμφανίζεται ακόμη περισσότερο μειωμένο, τουλάχιστον από πρακτικής άποψης, αναφορικά με το θεωρητικό  σύμπαν των δυνατοτήτων. (Αυτή η μείωση ή ο περιορισμός  ενός σύμπαντος δυνατοτήτων θεωρητικά ιδιαιτέρως εκτεταμένου, εξηγείται από τη θεωρία της επικοινωνίας, ως αποτέλεσμα του περιοριστικού φαινομένου της επικοινωνίας, ήτοι της «συνήθειας», των «προϋποθέσεων», των προσδοκιών κ.λπ., αποτελεί δε  κοινή μας εμπειρία ότι όσο περισσότερο το άτομο είναι «άρρωστο», τόσο περισσότερο ο αριθμός των δυνατοτήτων παρουσίασης του εαυτού του μειώνεται, τουλάχιστον σε πρακτικό επίπεδο).

Σε κάθε περίπτωση, αν και όποτε καταφέρνουμε να «αισθανθούμε» και να «γνωρίσουμε» ότι η σχέση στο εδώ-και-τώρα έχει προτεραιότητα, τότε οι ερωτήσεις που θέτουμε δεν αναφέρονται στο παρελθόν (του άλλου), αλλά μάλλον στο παρόν (εντός του οποίου είμαστε πλήρως εμπλεκόμενοι).

Για παράδειγμα: πώς γίνεται τώρα και στη σχέση με μένα ο άλλος να παρουσιάζεται ως «καταθλιπτικός»;

Και πώς μπορώ να παρουσιαστώ εγώ, με στόχο να του δώσω άλλες δυνατότητες να παρουσιαστεί στη σχέση με μένα αυτή τη στιγμή;

Πιστεύω ότι για έναν συστημικό, το να διατηρήσει ανοιχτή και κύρια αυτή την ερώτηση είναι από μόνο του δύσκολο (γιατί είναι πάντοτε). Αλλά είναι ακόμη πιο δύσκολο για όσους δεν θεωρούν πρωταρχικής σημασίας την σχέση.

Γι’ αυτό η συστημική θεραπεία πρέπει να θεωρηθεί θεραπεία εκλογής στην ατομική ψυχοθεραπεία.

Πριν συνεχίσω πρέπει, όμως, να υπογραμμίσω ότι αυτή η πεποίθηση (ότι η συστημική προσέγγιση είναι η θεραπεία εκλογής στην ατομική ψυχοθεραπεία) πρέπει να συνοδεύεται από την επίγνωση μιας μεγάλης άγνοιας: μια μεγάλη άγνοια που σχετίζεται και με τους τρόπους  που ορίζεται η σχέση στο-εδώ-και-τώρα της ατομικής συνάντησης, και με το πώς παρουσιάζεσαι στη σχέση με τον άλλον.

Οι τρόποι με τους οποίους ο άλλος παρουσιάζει μια σχεσιακή λειτουργία εντός της οποίας επιβεβαιώνεται  η κατάστασή του ως «καταθλιπτικός», είναι σιωπηροί και όχι ειπωμένοι, συμβαίνουν, ας πούμε, εν αγνοία του υποκειμένου, τίθενται στο επίπεδο των  λογικο-συναισθηματικών προϋποθέσεων, που τις καθιστά υπεύθυνες για τον τρόπο που αφηγείται για τον εαυτό του και για τις εμπειρίες του, προηγούνται του αφηγήματος που ο άλλος δημιουργεί  για τον εαυτό του και για τη σχέση του με μένα, είναι αναγκαία συνθήκη του ίδιου του αφηγήματος. Επίσης, αυτοί οι τρόποι δεν είναι απλοί, μονοσήμαντοι, συναφείς και μονολιθικοί. Αντιθέτως, είναι συμπλεγματικοί, διαμελισμένοι, αντιφατικοί, λεπτοί, αναπτύσσονται σε διαφορετικά κατάστιχα, ας πούμε υποφώσκουν ανάμεσα στις γραμμές και τις πτυχές του αφηγήματος…

Πρέπει, νομίζω, να αναγνωρίσουμε ότι οι ψυχαναλυτές (παρ’ ότι εντός ενός θεωρητικού πλαισίου που δεν αναγνωρίζει τη σχέση ως πρωταρχική) είναι κάπως λιγότερο αδαείς από εμάς σ’ αυτό: στην πραγματικότητα έχουν αναστοχαστεί και γράψει πολύ. 

 

Η θεραπευτική σχέση, ως συναισθηματική σχέση

Καλό είναι, σ’ αυτό το σημείο, να υπογραμμίσουμε ότι εκτός από την αποσκευή αυτής της άγνοιας, η τάση/συζήτηση/διήγηση εμπεριέχει έναν κίνδυνο: να θεωρήσεις  ότι τα περιεχόμενα υπερτερούν από τη δύναμη  της σχέσης.

Το αφήγημα εμπεριέχει το δώρο της απελευθέρωσης από τις αυταπάτες που δημιουργούνται από το ρήμα «είναι» (κανείς δεν είναι «καταθλιπτικός» ή «σχιζοφρενής» ή «καλός» ή «κακός», αλλά όλα αυτά τα χαρακτηριστικά επινοούνται, προτείνονται, διαπραγματεύονται, επιβεβαιώνονται, επαναπροσδιορίζονται στην ανταλλαγή των λέξεων).  Μια ελευθερία υπέροχη αλλά επίσης τρομακτική, ανησυχητική, πολύ δύσκολη, γιατί οι αυταπάτες που δημιουργεί το ρήμα «είναι», είναι οπωσδήποτε καθησυχαστικές και τις έχουμε ανάγκη πολύ περισσότερο απ’ ότι μπορούμε να παραδεχτούμε… είμαστε κυριολεκτικά αρπαγμένοι από τις ευλογημένες  αυταπάτες που σταθερά δημιουργούμε, όπως σ’ ένα μαγικό παιχνίδι διαλογιζόμενοι με μας και μέσα μας: γιατί στον διάλογο χρησιμοποιούμε σταθερά με τρόπο συνένοχο και συμπαιγνιακό, περιγραφές του τύπου ρήμα είναι + προσδιοριστικό επίθετο,  ως εάν παρείχαμε «αντικειμενικές» περιγραφές.

Από την άλλη, όπως προείπα, η αφήγηση εμπεριέχει επίσης έναν κίνδυνο: δίνοντας σημασία στη λέξη και στη διήγηση, κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ότι οι λέξεις είναι συναισθήματα – πράγματι «τραυματίζουν», «φροντίζουν», κάποιες φορές «σκοτώνουν», κάποιες άλλες «θεραπεύουν». Ενώ μια λέξη ή μια ιστορία που δεν διακινεί συγκίνηση είναι μια λέξη νεκρή, αδρανής, κενή: το περιεχόμενο εξαίσια «θεραπευτικό» δεν έχει κανένα αποτέλεσμα, αν ο δεσμός της πραγματοποιούμενης σχέσης δεν είναι πιο δυνατός από τον υποκειμενικό δεσμό, με τις προηγούμενες δικές  μας αφηγήσεις.

Η αφήγηση δεν πρέπει να ξεχνά ότι εν αρχή είναι η σχέση.

Και οι αφηγήσεις γεννιούνται, προκύπτουν, οδηγούν στη σχέση.

Η κλινική πρακτική μας φέρνει σταθερά αντιμέτωπους με διαφορετικές αφηγηματικές μορφές, που όσο κι αν είναι επίπονες και σε κάνουν να υποφέρεις, μοιάζει να είναι αδύνατον να ξεριζωθούν: το άτομο έχει την εντύπωση πως το να απελευθερωθεί από αυτές είναι σαν να του ξεριζώνουν τα σπλάχνα και να βγαίνει από το δέρμα του.

Ο λόγος, όπως είδαμε, είναι ότι το άτομο τις κατασκεύασε και τις «επινόησε» εντός των πρωτογενών σχέσεων, σε χρόνο και τόπο μιας εξάρτησης από τον άλλον, η οποία  από τη μια μεριά υπήρξε αναγκαία για την ίδια την επιβίωση, και από την άλλη αποτέλεσε το περιβάλλον εντός του οποίου είχε πρόσβαση στη γλώσσα και, συνεπώς, στη δυνατότητα της αφήγησης γι’ αυτόν στον ίδιο του τον εαυτό.

Η αφήγηση έχει, λοιπόν, αλλάξει, από την πρώτη τοποθέτηση και παρουσίαση, σύμφωνα με τους αφηγηματικούς τρόπους που τώρα μοιάζουν αναπόσπαστο μέρος του ίδιου ιστού, της πλοκής της αφήγησης, που το άτομο απευθύνει στον ίδιο του τον εαυτό.

Φυσικά, λέγοντας αυτό, κατασκευάζω εκ νέου μια υπόθεση για τις αιτίες που κάποιοι μοιάζουν τόσο δραματικά προσκολλημένοι, προσηλωμένοι θα έλεγα, σε διηγήσεις που τους κάνουν να υποφέρουν.

Το να κατασκευάζεις υποθέσεις είναι αναπόφευκτο και χρήσιμο επίσης, βεβαίως.

Αλλά είναι τότε που γυρνάς στην σχέση του  εδώ και τώρα και αναρωτιέσαι πως θα προτείνεις εαυτόν στην σχέση με τον άλλον, ώστε να του προσφέρεις τη δυνατότητα να αποδομήσει, να τροποποιήσει, να διευρύνει, να περιπλέξει τους αφηγηματικούς τρόπους που τον κρατούν δέσμιο της αδυναμίας να αλλάξει και να εξελιχθεί.

Και, πιστεύω, ότι σε αυτές τις περιπτώσεις είναι χρήσιμο να παρέμβω στην ίδια τη σχέση, που είναι η ψυχοθεραπευτική συνάντηση: στη σχέση ανάμεσα σε μένα και τον άλλον.

 

Η ενεργή παρέμβαση στη θεραπευτική σχέση

Υπάρχουν ασθενείς που εμφανίζουν αισθητή βελτίωση, αφήνοντας απλώς ανοιχτό τον διάλογο, εισάγοντας και προτείνοντας νέες αναγνώσεις και νέες έννοιες ή ακόμη ανατρέχοντας στα παλιά «τεχνάσματα»  των τελετουργιών, των εντολών κ.λπ.

Από την εμπειρία μου, αυτό συμβαίνει  ιδιαιτέρως όταν υπάρχουν συγκεκριμένα συμπτώματα, που συνήθως εμφανίζονται σε χρόνους σχετικά πρόσφατους, σε μια στιγμή του κύκλου της ζωής που καταστρέφονται οι παλιές ισορροπίες… πιθανώς σε αυτές τις περιπτώσεις το γεγονός ότι ο θεραπευτής δεν πιστεύει στο σύμπτωμα με όρους «αντικειμενικούς» και ενδιαφέρεται να δημιουργήσει άλλες έννοιες (π.χ. η συμπτωματική συμπεριφορά είναι ένα μήνυμα ή είναι προσανατολισμένη στο μέλλον ή έχει στόχο να διατηρήσει την προτεραία κατάσταση ή ακόμα είναι χρήσιμο ώστε να αποφευχθούν μεγαλύτεροι κίνδυνοι…), είναι αρκετό ώστε να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, που δημιουργείται όταν η προσπάθεια για λύση γίνεται πρόβλημα.

Δεν ξέρω αν σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούμε να μιλάμε για «φυγή προς τη θεραπεία» (κατά βάθος πρόκειται για έναν ορισμό που μπορεί να έχει νόημα από μια ορισμένη άποψη και όχι από άλλες), αλλά είναι βέβαιο ότι σε αυτές τις περιπτώσεις  μερικές φορές το άτομο (ή το μέλος της οικογένειας, αν πρόκειται για οικογενειακή συνάντηση ή συνάντηση ζεύγους) ζητά κατόπιν μια θεραπεία που δεν επικεντρώνεται στο σύμπτωμα.

Στην πραγματικότητα, ιδιαιτέρως στην ατομική ψυχοθεραπεία, συχνά το αίτημα  είναι περισσότερο ευρύ και την ίδια στιγμή πιο βαθύ. Βεβαίως, είναι πάντοτε δυνατόν να περιορίσουμε το αίτημα στοχεύοντας περισσότερο συγκεκριμένα και οριοθετημένα… αλλά γιατί να αντιμετωπίζουμε ως «κοινές μηχανές» τους ομοίους μας; Το «σύμπτωμα», ναι, και έχει τα χαρακτηριστικά της επαναληπτικότητας, της προβλεψιμότητας, της αμβλύτητας θα έλεγα, των κοινών μηχανών, αλλά τα άτομα που συναντούμε, όχι.

Συνοπτικά, πιστεύω ότι το «σύμπτωμα» είναι ωφέλιμα διαχειρίσιμο χωρίς την εμπλοκή της θεραπευτικής σχέσης, ή καλύτερα «χρησιμοποιώντας» τη σχέση (το κύρος, η τη χορηγημένη σε μας πίστη κ.λπ.) για να προτείνουμε άλλες αναγνώσεις, άλλες αφηγήσεις ή ενδεχομένως μια «τεχνική» παρέμβαση. Αλλά αν ενδιαφερόμαστε για τις υποκειμενικές αφηγήσεις των ανθρώπων που απευθύνονται σε μας και, φυσικά, εάν είναι παρόν το ερώτημα που αναφέρεται στον κόμβο στον οποίο έχω αναφερθεί πριν (το να είμαστε πλήρως υπεύθυνοι για μια «πραγματικότητα» την οποία δεν μπορούμε να ελέγξουμε μονομερώς αφού προκύπτει από τις σχέσεις), το να σταθούμε στο σύμπτωμα και τη λύση του θα ήταν στ’ αλήθεια περιοριστικό.

Ας δούμε λοιπόν μερικές χαρακτηριστικές πλευρές μιας κλινικής πρακτικής που τοποθετεί στο κέντρο την θεραπευτική σχέση, έτσι όπως ορίζεται στο εδώ-και-τώρα της διαπροσωπικής συνάντησης.

Ένας πρώτος χώρος παρέμβασης είναι η παρέμβαση στο setting, και ειδικά στους χρόνους της θεραπείας.

Πόσες φορές και κάθε πότε συναντάμε το άτομο που ζητά μια ατομική θεραπεία;

Η κλασική απάντηση στη συστημική ψυχοθεραπεία είναι η ακόλουθη: Τουλάχιστον θεωρητικά, ή κατ’ αρχήν, μια συνεδρία το μήνα για έναν συμφωνημένο αριθμό συνεδριών.

Εγώ θα έλεγα, αντιθέτως, μπορούμε και είναι χρήσιμο, να το αποφασίσουμε με το άτομο ξεκινώντας από μια υπόθεση στη θεραπευτική σχέση. Έχω καταλάβει ότι καταρχήν είναι καλό και χρήσιμο να αποδεχθούμε τους χρόνους του άλλου, φυσικά για να μιλήσουμε γι’ αυτούς, να δώσουμε ευκαιρία κατανόησης και υπόθεσης σε ό,τι αφορά στη θεραπευτική σχέση.

Η Roberta είναι μια επαγγελματίας παιδαγωγός που ζητά μια ατομική ψυχοθεραπεία μετά την επιστροφή στο σπίτι της μητέρας της, μαζί με τον τετράχρονο γιό της. Είναι πολύ κινητοποιημένη, θέλει να βγει γρήγορα από αυτή την άσχημη περίοδο που περνάει, και παρ’  ότι γνωρίζει ότι το δικό μου θεραπευτικό μοντέλο προβλέπει συνεδρίες που απέχουν χρονικά μεταξύ τους, ζητά τουλάχιστον για μια αρχική περίοδο οι συνεδρίες να είναι εβδομαδιαίες. Εγώ αρχικά προσπαθώ να την κάνω να αναστοχαστεί μήπως το αίτημά της υποκρύπτει την ιδέα ή την προκατάληψη, ότι μια ανάλυση θα ήταν κάτι πιο «βαθύ» κ.λπ. …. και ίσως αυτό τελικά ήθελε να κάνει … αλλά αυτή με διαβεβαίωσε ότι δεν ήθελε να αρχίσει μια ανάλυση κι έτσι, δέχεται την πρότασή μου που προβλέπει τρεις δεκαπενθήμερες συνεδρίες, για να περάσουμε μετά σε μηνιαίες συναντήσεις. Μετά τις τρεις συνεδρίες αναφέρω στη Roberta μια πρώτη υπόθεση αναφορικά  με την οικογενειακή της ιστορία, με τις δυσκολίες που βρήκε από ένα γάμο αναμφισβήτητα λανθασμένο, με την εικόνα του εαυτού της που είναι πλέον πολύ υποτιμημένη μετά την αποτυχία κ.λπ. Εκείνη με καταλαβαίνει καλά, λογικά, αλλά η εξωλεκτική της επικοινωνία είναι αναμφισβήτητα ψυχρή, ίσως απογοητευμένη, μοιάζει λιγότερο κινητοποιημένη… Τη ρωτώ αν αυτά που της λέω δεν την πείθουν, υπογραμμίζω ότι είναι αυτή που πρέπει να «αισθανθεί»  ότι μια υπόθεση είναι χρήσιμη γιατί είναι η ίδια που «ξέρει» την ιστορία της από μέσα.  Εκείνη όμως μου απαντά ότι είναι απογοητευμένη γιατί οι δεκαπενθήμερες συνεδρίες της φαίνονταν ήδη απομακρυσμένες χρονικά και τώρα που θα ξεκινήσουν οι μηνιαίες… Εν συντομία, μοιάζει να μην ενδιαφέρεται τόσο για το περιεχόμενο των υποθέσεων ή την  αποκατάσταση, όσο για τη θεραπευτική σχέση και τους χρόνους της. Σε αυτό το σημείο αποφασίζω να ξαναβάλω μπρος τον συλλογισμό: αμέσως η Roberta ζωντανεύει, γίνεται  πάλι συναισθηματικά παρούσα, ζεσταίνεται σχεδόν και καταφέρνει να πει ότι ο πατέρας της δεν ενδιαφερόταν πολύ γι’ αυτήν γιατί είχε τη δουλειά, την ανάγνωση της εφημερίδας… κι αυτή αισθάνθηκε ότι το ίδιο έκανα κι εγώ, ότι δεν ήθελα να ενδιαφερθώ γι’ αυτήν ανεξαρτήτως από τα σχήματα που το ψυχοθεραπευτικό μου μοντέλο προέβλεπε. Καταφέρνει να πει πως πάντοτε επιθυμούσε να αισθανθεί  λίγο «ξεχωριστή» για τον πατέρα και πιθανόν το αίτημα για τις εβδομαδιαίες συνεδρίες, ήταν το αίτημα να αισθανθεί μια ασθενής λίγο ξεχωριστή. Εγώ τότε αναγνωρίζω σαφώς ότι αυτοί οι αναστοχασμοί της την αφορούν πλήρως και είναι σύμφωνοι με αυτά που της έλεγα και κλείνω προτείνοντάς της να αποφασίσει εκείνη για τους χρόνους. Αυτή αποφασίζει για πόσο καιρό θέλει να συναντιόμαστε σε εβδομαδιαία βάση, γνωρίζοντας καλά ότι θα το ξανασυζητήσουμε και ότι οι εβδομαδιαίες συνεδρίες θα δώσουν τη θέση τους σε συναντήσεις περισσότερο αποστασιοποιημένες στον χρόνο…. 

Η Roberta είναι πολύ συγκινημένη, έχει δάκρυα στα μάτια και μου λέει χαμηλόφωνα πως είναι η πρώτη φορά που αισθάνεται στ’ αλήθεια ότι κάποιος την «ακούει», ότι έχει κύρος, ότι βιώνει έναν πραγματικό σεβασμό για το πρόσωπό της και τις επιθυμίες της.     

Το βασικό σημείο στο οποίο δεν πρέπει να φοβόμαστε να παρέμβουμε ενεργά δεν είναι το setting, αυτό καθ’ εαυτό, αλλά η πραγματική διαπροσωπική σχέση.     

Ο κος Aldo είναι 50 ετών, διευθυντής μιας επιχείρησης, παντρεμένος με δύο παιδιά, περνά μια σοβαρή προσωπική κρίση μετά την ξαφνική εγκατάλειψη από την σύζυγό του. Αυτή υπαγόρευε τους κανόνες της σχέσης, κατά τη γνώμη του Aldo. Ο Aldo, έχοντας μια εμπειρία δύσκολη στις πλάτες του, ως μοναχοπαίδι ενός ζεύγους που αποτελούνταν, όπως ο ίδιος περιγράφει, από μια μητέρα σκληρή, πάντοτε θυμωμένη με τον κόσμο και τη ζωή και από ένα πατέρα βαριά καταθλιπτικό, αποδεχόταν πάντοτε πρόθυμα να είναι η σύζυγος αυτή «που φορά τα παντελόνια» στην οικογένεια, παίρνοντας ικανοποίηση από τη δουλειά και αισθανόμενος ότι ζει ένα ευτυχισμένο γάμο, έως ότου η σύζυγος άρχισε ξαφνικά μια σχέση με έναν άνδρα σαφώς διαφορετικό από αυτόν…  (μια στιγμή έντονη, συγκινητική, οπωσδήποτε πλούσια, επίσης  και για μένα, θα είναι όταν ο Ald oθα μπορέσει να αναγνωρίσει ότι κατά κάποιο τρόπο «περιφρονούσε» τη σύζυγό του, ακριβώς όπως περιφρονούσε τον ίδιο του τον εαυτό, όπως και τον πατέρα του).

Στην πραγματικότητα, ο Aldo ήρθε σε μένα δύο χρόνια μετά τον χωρισμό και μετά από δύο απόπειρες θεραπείας, τις οποίες εγκατέλειψε μετά από λίγες συνεδρίες. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και με μένα γιατί δουλεύει πολύ και έχει μια καλή δικαιολογία να ακυρώνει, εξ’ αιτίας αυτού, και μετά να εξαφανίζεται. Εγώ τον καλώ κι αυτός, λιγάκι έκπληκτος, αποδέχεται ευχαρίστως να κανονίσει άλλο ένα ραντεβού, που θα είναι αφιερωμένο στη «φυγή» του, που ήδη έχει επαναλάβει δύο φορές. Με διαβεβαιώνει ότι, κατά βάθος, δεν πιστεύει στις ψυχοθεραπείες και ότι είναι πεισμένος πως κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει αληθινά, και μου δίνει την ευκαιρία να κάνω μια σαφή παρέμβαση στη θεραπευτική σχέση: «Δεδομένης της εμπειρίας σας, είναι πλήρως κατανοητό το γεγονός ότι αισθάνεστε πως κανείς δεν μπορεί να σας βοηθήσει, αλλά σας κάλεσα γιατί είμαι σίγουρος ότι μπορείτε να τα καταφέρετε, έχετε τα μέσα για να καταφέρετε. Εσείς είστε ένας άνθρωπος που δεν ένιωσε τη στοργή και τη ζεστασιά της μητέρας, κι ακόμη λιγότερο δεν μπορέσατε να νιώσετε πως  ο πατέρας σας ήταν ένας άντρας με “μπαλάκια” πεισμένος  πως κι ο γιος  του μπορούσε να “δείξει τα μπαλάκια του”. Αυτό που έχετε καταφέρει στην εργασία σας είναι υπέροχο, αν δει κανείς από πού ξεκινήσατε, και αποδεικνύει ότι έχετε την ικανότητα να τα καταφέρετε και στον συναισθηματικό τομέα της ζωής.  Το μόνο που χρειάζεστε είναι να νοιώσετε ότι κάποιος  πιστεύει σε σας και να σας το πει. Μπορείτε να νοιώσετε ότι εγώ το πιστεύω;».  Σε αυτές τις περιπτώσεις οι πελάτες μας σχολιάζουν, συνήθως, ότι πρόκειται για μια επαγγελματική σχέση κι ότι για τον θεραπευτή είναι μια δουλειά κ.λπ., αλλά η εξωλεκτική επικοινωνία αλλάζει, αναπτύσσουν μια περιέργεια, ζωντανεύουν, δεν μένουν αδιάφοροι. Εγώ, τότε, ξαναχτυπώ  λέγοντας ότι ακριβώς επειδή το setting θέτει συγκεκριμένα όρια, είναι πάρα πολύ πιθανή μια έντονη συναισθηματική εμπλοκή, ακριβώς εντός  αυτών των ορίων και αυτό ισχύει και για μένα. Είναι δυνατόν να νοιώσω αληθινό ενδιαφέρον για τον άλλον ως άνθρωπο, κι ακόμα, το γεγονός ότι ο άλλος είναι καλύτερα και καταφέρνει να  διηγηθεί και να αισθανθεί μ’ έναν διαφορετικό τρόπο, με κρατάει εδώ, αλλιώς θα άλλαζα δουλειά.

Η θεραπεία του Aldo δεν τελείωσε, αλλά προχώρησε σαν αλλαγή μητρώου. Από εκείνη τη στιγμή είμαι σε διάλογο με ένα άτομο που υποφέρει, είναι γεμάτο αμφιβολίες, ανησυχίες για τον εαυτό του και για τις σχέσεις του με τις γυναίκες, αλλά οπωσδήποτε με ένα άτομο  που αντιλαμβάνεται μια αυθεντική σχέση με μένα…

Η Anna είναι μια γυναίκα κοντά στα σαράντα, που ζει μόνη μετά από μια περίοδο συμβίωσης που τελείωσε άσχημα και καταφέρνει να εργάζεται, παρά την ύπαρξη μιας βαριάς διπολικής συμπτωματολογίας (ο γιατρός που την παρακολουθεί εδώ και χρόνια για τη φαρμακευτική αγωγή, την αποτρέπει από την ψυχοθεραπεία, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο είναι μάταιο γιατί είναι μια χρόνια ασθενής…). Η ιστορία της Anna είναι στ’ αλήθεια θλιβερή: Περιγράφει μια οικογενειακή ατμόσφαιρα φόβου, μια μητέρα πρόθυμη να της παραπονιέται για τις συμφορές της, μην έχοντας έτσι καθόλου πνευματικό χώρο για να την ακούσει, κι έναν πατέρα που υποτιμούσε πάντοτε και τη σύζυγο και την κόρη, μέχρι τον χωρισμό που συνέβη όταν εκείνη ήταν δώδεκα ετών. Η πρώτη βαριά κρίση ευφορίας για την οποία  νοσηλεύθηκε, συνέβη λίγα χρόνια, αφ’ ότου η μητέρα της είχε ένα τροχαίο ατύχημα γιατί οδηγούσε (χωρίς την άδεια των γιατρών) μετά από μια εγχείρηση στα μάτια. Επιβίωσε, αλλά παραμορφωμένη στο πρόσωπο, όχι πλέον αυτοεξυπηρετούμενη και, τέλος πάντων, κατεστραμμένη, και πέθανε δύο χρόνια αργότερα.

Η Anna είναι κατ’ ουσίαν μόνη, αφού ο πατέρας της, τον οποίον συναντά πολύ σπάνια, μοιάζει να νοιάζεται μονάχα να μην φορτωθεί την κόρη του ή, τέλος πάντων, να μην τον ενοχλεί εξ αιτίας της «αρρώστιας» της. Ακριβώς γι’ αυτό εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ακόμη έχει θέληση για τη ζωή, και πίστη για τη βελτίωση της κατάστασής της: έρχεται στις συνεδρίες από μακριά, κάνοντας ένα σχεδόν δίωρο ταξίδι με το αυτοκίνητο, για κάθε συνάντηση, και αυτό πιστοποιεί το κίνητρό της.

Το πρώτο μέρος της θεραπείας αφορά κυρίως στο αίτημα να τη διαβεβαιώσω για τις δυνατότητες βελτίωσης, παρ’ όλα όσα της έλεγαν πάντοτε οι γιατροί. Εγώ «αισθάνομαι», ωστόσο, ότι την διακατέχει μια ζωτικότητα και γι’ αυτό υποστηρίζω ανοιχτά πως η «χημεία» είναι αποτέλεσμα των συγκινήσεων που ζούμε στις σχέσεις. Της λέω ότι χρειάζεται να αισθανθεί  «αγαπημένη», ότι είναι αποδεκτή  γι’ αυτό που είναι, ότι κάποιος την ακούει, για πρώτη φορά στη ζωή της, κι εγώ είμαι εκεί γι’ αυτό… Με δυσκολία η Anna αφήνει, τελικά, τον γιατρό που για χρόνια και χρόνια κάνει μαζί της «ψυχοθεραπεία», που αποτελείται από συνομιλίες όπου της απευθύνεται στον ενικό, της λέει ότι θα είναι μια χρόνια ασθενής για όλη της τη ζωή και της χορηγεί φάρμακα και αρχίζει να παρακολουθείται για τα φάρμακα από  έναν ψυχίατρο που μοιάζει περισσότερο συνετός. Δεν αρνούμαι τον φόβο μιας ευφορικής υποτροπής, που έως τώρα δεν έχει συμβεί, και ξαναπιάνω κάθε φορά με υπομονή τα θέματα της ζωής της, προσπαθώντας να αναδείξω την απελπισία, τη μοναξιά, τον πόνο που σε τόσο απίστευτο βαθμό η ζωή της περικλείει….

Αντιθέτως, η Maria είναι μια εύπορη κυρία με μια υπεύθυνη δουλειά, σε δεύτερο γάμο, έχει ένα αγοράκι έξι ετών για το οποίο είναι πολύ υπερήφανη, αλλά αισθάνεται πολύ δυστυχισμένη και σε κρίση σε ότι αφορά τη σχέση με τον σύζυγό της. Ιδού ένα απόσπασμα από συνεδρία: Η Maria μιλά για τον γιό της και διηγείται συγκινημένη πως κάποια στιγμή τη ρώτησε «εσύ είσαι ευτυχισμένη που υπάρχω;». Φυσικά εγώ δεν μπορώ να μην αδράξω τη σύνδεση ανάμεσα σε αυτήν την ερώτηση και πολλών από τα πιο σημαντικά ζητήματα της ιστορίας της Maria, και λίγο αργότερα τη ρωτώ ευθέως: «Κι εσείς αισθάνεστε ότι εγώ είμαι ευτυχής γιατί εσείς υπάρχετε;». Ακολουθεί μια σφοδρή ανταλλαγή, κατά την οποία η Maria επανεξετάζει πολλές πλευρές του θεραπευτικού της αιτήματος, και ιδιαιτέρως το γεγονός ότι πάντοτε αισθανόταν πως  ο πατέρας της  (από τον οποίο αισθανόταν πάντοτε αγάπη και ένοιωθε ότι είναι σημαντική γι’ αυτόν) ήταν γι’ αυτήν ένα μάτι κριτικό και αυστηρό. Γι’ αυτόν τον λόγο στο δικό της βίωμα εκείνος ήταν ευτυχής όταν αυτή έκανε την «καλή», ενώ η μητέρα της παραπονιόταν σε αυτήν (και στην πραγματικότητα παραπονιόταν για τη ζωή που έκανε, έχοντας μείνει «σφηνωμένη» στον γάμο εξ’ αιτίας της γέννησης της Maria), και γι’ αυτό δεν έμοιαζε καθόλου ευτυχισμένη για την ύπαρξή της, αντιθέτως…

 

Συμπεράσματα

Μοιάζει σχεδόν περιττό να υπογραμμίσω ότι αυτός ο τρόπος αντίληψης της ψυχοθεραπευτικής συνάντησης επισημαίνει την ηθική ευθύνη του ψυχοθεραπευτή.

Αν αυτό που επαναπροσδιορίζει το παρελθόν είναι η σχέση στο εδώ και τώρα (ήτοι η υποκειμενική αφήγηση των προηγηθέντων εμπειριών), δεν μπορούμε να αγνοούμε την ευθύνη μας για τον τρόπο που αναπτύσσεται η θεραπευτική σχέση.

Από την άλλη μεριά, όπως και στη ζωή, δεν μπορούμε ούτε να ελέγξουμε, ούτε να προβλέψουμε ούτε να κατευθύνουμε αυτή τη σχέση για την οποία είμαστε ούτως ή άλλως πλήρως υπεύθυνοι.

Γι’ αυτόν τον λόγο η δική μας ηθική ευθύνη συνίσταται πρώτα από όλα στο να μπορούμε να διατηρούμε πολύ σταθερή μια θέση συνειδητής ταπεινότητας και μια αυθεντική, προσεκτική, πλήρη σεβασμού περιέργεια για τα  άτομα που συναντάμε. 

           

 Βιβλιογραφία

Bianciardi, M. (1933), El observador ciego. Hacia una teoria del sujeto. Psicoterapia y Familia, vol.6,2.

Bianciardi, M. (1998), Complessita’ del concetto di contesto. Connessioni nuova serie, n. 3, pp. 29-45

Bianciardi M. (2003), Osservatore/Soggetto. In Tefener U., Casadio L. (a cura di), Sistemica . Voci e percorsi nella complessita’, Bollati, Boringhieri, Torino 2003.

Bianciardi, M. (2006) Interdipendenza e deuterodipendenza: a partire dal concetto di dipenednza secondo Gregory Bateson. Intervento alla Giornata di Studio Dipendenze e Sistemi Uman, “Episteme”, Torin, 13 Settembre 2006.  www.associazioneculturaleepisteme.com

Bianciardi, M. (2007), La relazione con l’ altro  come relazione con se medesimi. Intervento all’ incontro  Confronto sui principi esplicativi: la relazione,  “Episteme”, Agora’, Torino 4 maggio 2007. www.associazioneculturaleepisteme.com

Iaconoo, A.M. (1987), L’ evento e l’ osservatore. Ricerche sulla storicita’ della conoscenza. P. Lubrica, Bergamo.

Maturan, H. Varela F. (1985), Autopoiesi e Cognizione. La relizzazione del vivente. Marsilio, Venezi.

Maturana, H. (1993), Autocoscienza e realta’. Cortina, Milano.

Vidali, P. (1988), La ragione osservativa. Per una teoria dell’ auto-oservazione sistemica. In: Barbieri G., Vidali, P. (eds.), La ragione possible. Per una geografia della cultura. Feltrinelli, Milano 1988.