Marcelo Pakman

Μετάφραση:  Μαρία-Ιώ Ακαλέστου

Επιμέλεια: Δημήτρης Κόκκαλης


 

 

Η προετοιμασία για κάτι που θα συμβεί προϋποθέτει να είναι κανείς σε μια κατάσταση, στην οποία υπάρχει η επίγνωση ότι η τάξη του κόσμου ή οι επικρατούσες δυνάμεις δεν έχουν απόλυτο έλεγχο πάνω στις πιθανές εκβάσεις (Badiou και Tardy 2013, σ. 13).

Ο Ρόμπερτ μου λέει ότι φοβάται ότι η παραγωγικότητά του δεν θα είναι μέσα στις προδιαγραφές της επιχείρησης για την οποία εργάζεται. Την προαγωγή που περίμενε μπορεί τελικά να μην την πάρει και φοβάται ακόμη πως μπορεί να χάσει τη δουλειά του. Ο Ρόμπερτ περιγράφει την κατάσταση με έναν «στεγνό» και κάπως επιφυλακτικό τρόπο αλλά στο νου μου έρχονται παρόμοιες καταστάσεις, που φτάνουν σε μένα από μέλη διαφορετικών τύπων οργανισμών. Στα άτομα αυτά περιλαμβάνονται άνθρωποι που βασανίζονται από σωματικά συμπτώματα στρες, συνδυαστικά με χρήση ουσιών «του δρόμου», ως τρόπο αντιμετώπισης αυτών των εντάσεων· άνθρωποι που έχουν προβλήματα σχέσεων με τους/τις συζύγους τους ή/και συγκρούσεις με τα παιδιά τους· άνθρωποι που καλούνται να αντιμετωπίσουν την έλλειψη επικοινωνίας, με φίλους συχνά βυθισμένους σε ανάλογες κρίσεις, μεταξύ άλλων δυσκολιών. Ο Ρόμπερτ λέει: «Θα ήταν άδικο να με δουν και να εκτεθώ ως ανίκανος». Εμφανίζεται προβληματισμένος, αλλά δεν έχω καθαρή αίσθηση για τον τρόπο που τον επηρεάζει αυτό που περιγράφει. Όταν του ζητώ να επεκταθεί πιο συγκεκριμένα παραμένει ασαφής. Έχει προσφερθεί να παρουσιάσει ένα περιστατικό, ώστε να το δουλέψουμε στο πλαίσιο ενός εργαστηρίου που συντονίζω, το οποίο αφορά σε συγκρουσιακές καταστάσεις, στην καθημερινή ζωή. Σέβομαι την ασάφειά του, προσπαθώντας να παραμείνω εντός των ορίων του πλαισίου. Όταν ρωτώ τον Ρόμπερτ: «Ποιος γνωρίζει για τις αγωνίες σου;» λέει: «Μιλάω με τη σύζυγό μου… Κάνουμε αστεία γι’ αυτό, με φίλους… Κάποιοι άνθρωποι που δουλεύουν μαζί μου… Αλλά στην πραγματικότητα δεν το πολύ-συζητάμε». Ρωτάω σχετικά με τα αστεία, και λέει «Α, αυτά τα αστεία, ξέρεις, σχετικά με τα αφεντικά… Και αναφορές σχετικά με το να πάρει κανείς το «φύλλο πορείας»… Αλλά δεν έχω πιστέψει ότι χρειαζόμουν θεραπευτή γι’ αυτό. Είναι πρόβλημα της δουλειάς βασικά… Όχι προσωπικό». Καθώς τον ακούω, σκέφτομαι: παρόλο που αυτές οι καταστάσεις φαίνεται να είναι συχνότερες στους άνδρες, έχω ακούσει γυναίκες σε επιχειρηματικούς οργανισμούς με διάφορους ρόλους, να μιλούν για παρόμοιες δυσκολίες και φόβους, επικεντρωνόμενες στο «αόρατο ταβάνι» που τις περιορίζει σε αμοιβές χαμηλότερες απ’ ό,τι ανδρών σε ανάλογες θέσεις. Αλλά οι γυναίκες φαίνεται να μπορούν να συζητήσουν πιο εύκολα γι’ αυτές τις καταστάσεις με φίλους (κυρίως επίσης γυναίκες) με τρόπους άλλους, χωρίς αστεία, για συναδέλφους και αφεντικά, όπως τυπικά κάνουν οι άνδρες, συμπεριλαμβάνοντας τη δυσκολία να αναφερθούν σε ό,τι οι άνδρες συνάδελφοί τους αναφέρουν ως «ανθρώπινο παράγοντα». Ο Ρόμπερτ τονίζει ότι ο φόβος του δεν είναι αβάσιμος. Έχει συμμετάσχει σε συναντήσεις αξιολόγησης αποδοτικότητας, ενώπιον συναδέλφων του, που συνήθως λειτουργούσαν ως σκηνή δημόσιας έκθεσης της ανικανότητας των εργαζομένων να αντιμετωπίσουν τις επονομαζόμενες «προκλήσεις» της δουλειάς τους. Σκεπτόμενος τους συνεργάτες του, λέει: «Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση τους… Δεν ξέρω… Είναι εξευτελιστικό». Αισθάνομαι πιο κοντά του, καθώς το λέει αυτό, και ανακαλώ και άλλες φορές που έχω αισθανθεί να με αγγίζει, συναισθηματικά, η τρεμάμενη φωνή ανθρώπων που αγωνιούν ενόψει ανάλογων συναντήσεων.

 

Αλλαγή και ισχύς

Σας προσκαλώ να «αναγνώσετε» το περιστατικό του Ρόμπερτ που ακολουθεί, υπό το φως των σκέψεων που έχω αναπτύξει στο παρελθόν, αναφορικά με τη συστημική θεραπεία ως κριτική κοινωνική πρακτική (1998, 2005). Παρότι μοιράζομαι τις αμφιβολίες του Gregory Bateson, αναφορικά με τον αντι-οικολογικό ρόλο που επιτελεί ο συνειδητός σκοπός που καθοδηγεί τις ανθρώπινες παρεμβάσεις (1968α και β), έχω αναπτύξει περαιτέρω τις σκέψεις μου, αναφορικά με τον τρόπο που απροσδόκητα «ανοίγματα» σε δεδομένες καταστάσεις μπορούν να εκκινήσουν γεγονότα ασυνεχούς αλλαγής. Η προσοχή σε τέτοιου τύπου «ανοίγματα» προϋποθέτει μια οξυδέρκεια εντοπισμού, εκ μέρους όσων εργάζονται στο πλαίσιο τέτοιων προβληματικών καταστάσεων. Αυτή η ευαισθησία συνοδεύεται υποκειμενικά από αυτό που ο Badiou αποκαλεί «καταστάσεις του νου» στο επίγραμμα του άρθρου, μια δεκτικότητα που πηγαίνει πέρα από τον «συνειδητό σκοπό» αλλαγής, εκ μέρους όσων παρεμβαίνουν. Έχοντας επίγνωση ότι αυτή η προσοχή σε γεγονότα ασυνεχούς αλλαγής εμπλουτίζει το συστημικό πεδίο, εφόσον νομιμοποιείται, τόσο πρακτικά όσο και θεωρητικά, έχω εργαστεί προς την κατεύθυνση αυτής της νομιμοποίησης. Ως εκ τούτου, η κριτική-ποιητική θέση που έχω αναπτύξει, η οποία έχει ως αφετηρία την πρακτική στην ψυχοθεραπεία και την εργασία σε ιδρυματικά πλαίσια ψυχικής υγείας, αποτελείται από δύο στοιχεία. Το πρώτο στοιχείο είναι μια κριτική (και απαραιτήτως αυτοκριτική) προσέγγιση, που αποσκοπεί στην αποτελεσματική μείωση της επανάληψης κοινωνικών κλισέ εκ μέρους του θεραπευτή, σε μια προσπάθεια υποστήριξης της διατήρησης των συνήθων επαγγελματικών ταυτοτήτων του και των σχέσεων ισχύος που υιοθετεί, ηθελημένα ή μη, οδηγώντας σε μια διεργασία υποκειμενοποίησης/αντικειμενοποίησης. Το δεύτερο στοιχείο είναι η προώθηση «ποιητικών γεγονότων», τα οποία ενισχύουν σημεία αντίστασης που λειτουργούν ως πυρήνες, ώστε να επισυμβεί η ασυνεχής αλλαγή (Pakman, 2017).

Αυτή η κριτική-ποιητική θέση πατά στα βήματα διαφορετικών παραδόσεων επιχειρηματολογίας, που ανοικτά εισήγαγαν έναν πολιτικό φακό στη συστημική θεραπεία. Η σύλληψη της ισχύος, ήδη κεντρικής σημασίας στη στρατηγική θεραπεία, ήρθε στο επίκεντρο σχετιζόμενη με την πολιτική, στην αφηγηματική  θεραπεία (Michel White and David Epston, 1989, 1990, 1992) και επίσης στις φεμινιστικές προσεγγίσεις των Marianne Walters, Betty Carter, Peggy Papp και Olga Silverstein (1988), που τήρησαν μια κριτική στάση και εστίασαν, κατά καιρούς, σε καθημερινές προσωπικές εμπειρίες, στο πλαίσιο της θεραπείας ζεύγους και οικογένειας. Άλλες αφηγηματικές οπτικές τόνισαν επίσης την έννοια των σημείων αντίστασης στην ισχύ (Todd and Wade 2004; Wade 2007), οι Shotter και Katz (1996) ανέπτυξαν μια από τις εκδοχές της διαλογικής προσέγγισης που συνέλαβαν ως «κοινωνική ποιητική», και ο Elkaim (1983) τόνισε τη μοναδικότητα (singularity), ως πυρήνα των διεργασιών θεραπευτικής αλλαγής. Η κριτική-ποιητική θέση, παρότι ακολουθεί τα βήματα αυτών των εξελίξεων, αποκλίνει, ωστόσο, εξίσου τόσο από τα εμπειρικά όσο και από τα  γλωσσολογικές υποδείγματα του δομισμού (structuralism) και του μετα-δομισμού (poststucturalism). Αυτό που φέρει είναι το κύμα που, κυρίως από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, έφερε ξανά τον αναστοχασμό της συγκεκριμενιστικής υλικότητας, του αισθητικισμού, του πραγματικού, του πρόβληματος της έννοιας και των διεργασιών της αλήθειας και των γεγονότων, όχι μόνο στο πλαίσιο του σώματος του έργου του Michel Foucault, αλλά επίσης σε προσεγγίσεις λιγότερο γνωστές, εντός της οικογενειακής θεραπείας, όπως αυτές των Alain Badiou, Jean Luc Nancy, Jacques Rancière και Giorgio Agamben, αναγνώσματα των οποίων έχω ενσωματώσει στη δική μου οπτική.

Η κριτική-ποιητική οπτική φέρει στην προσοχή μας και προκαλεί αυτό που οι Hubert Dreyfus και Charles Taylor αποκαλούν «διεργασία απομυθοποίησης/άρσης της μαγείας (disenchantment) του κόσμου» (2015), που συνόδευσε την ανάδυση και την επικράτηση του Καρτεσιανού δυιστικού παραδείγματος (2010) μεταξύ του σώματος ως μιας αισθητής/εκτατής ουσίας (Res extensa) και του νου ως  μιας σκεπτόμενης ουσίας (Res cogitans), πράγμα το οποίο και αποτέλεσε μια συνεχή εμμονή του Gregory Bateson. Οι θεμελιώδεις διεργασίες της αφαίρεσης, που συνδέονται με αυτόν τον δυισμό επιβίωσαν της προφανούς παρακμής του μέχρι σήμερα και θεμελιώνουν τις προσεγγίσεις που βασίζονται στον επιστημονικό εμπειρισμό, καθώς και αυτές που ως κέντρο έχουν την γλωσσολογική στροφή, η οποία προοδευτικά επικράτησε στις κοινωνικές επιστήμες και στις πρακτικές, όπως η ψυχοθεραπεία, κατά την τελευταία δεκαετία. Και οι δύο επικρατούσες θέσεις άφησαν πίσω τους, παρά την εμφανή αντίθεσή της, την αισθητηριακή μοναδικότητα της ζωντανής εμπειρίας. Από πλευράς επιστημονικών ερευνών, επιδιώκουν να καταλάβουν τα αφηρημένα μοτίβα πίσω από τις μεμονωμένες περιπτώσεις, παραμένοντας κατά το πλείστο «τυφλές» στις διεργασίες της γλωσσολογικής διαμεσολάβησης, κοινωνικής, πολιτισμικής και πολιτικής προέλευσης. Όταν η γλώσσα διαδέχθηκε τον νου ή το πνεύμα – με τον «θάνατο του Θεού», τη φράση που διαδόθηκε με τον Νίτσε (2001, 2006) – οι εκδοχές της γλωσσολογίας που επικράτησαν ανήγαγαν τη γλώσσα σε διεργασίες δημιουργίας νοήματος (Deleuze 2005, 2013). Με την γλωσσολογική στροφή, αυτές οι διεργασίες σημασιοδότησης, βασισμένες σε διεργασίες αφαίρεσης, ήρθαν ολοένα και περισσότερο στο προσκήνιο, αφήνοντας πίσω τον εξωλεκτικό κόσμο, παρά τις προσπάθειες να συλλάβουμε τη ζωή μέσω της αφήγησης και τις προειδοποιήσεις πολλών συγγραφέων, όπως ο Jacques Derrida (στον Kearney 1995, σ. 173) και ο Jean Baudrillard (2010), που παραδόξως αναφέρονται ως προωθητές της γλωσσολογικής στροφής (Pakman, 2014). Μία ιδεαλιστική μορφή γλωσσικής ηγεμονίας (Badiou, 2013) θα μπορούσε, τότε, να αποτελέσει ορόσημο μιας επικρατούσας τάσης στις κοινωνικές επιστήμες και την ψυχοθεραπεία. Ως σημαντική επίπτωση αυτού του κινήματος, η έννοια της ιστορικής αλήθειας υποτιμήθηκε αδίκως, ως ένδειξη αμετάκλητου δογματισμού και ως έκφραση μιας, παρωχημένης πλέον, μεσαιωνικής θεωρίας αντιστοίχισης μεταξύ των λέξεων και των πραγμάτων που αυτές ονοματίζουν.

Η ανάπτυξη της κριτικής-ποιητικής θέσης με οδήγησε στο να διατυπώσω ορισμένες έννοιες, που διευρύνουν τη συστημική μας κατανόηση και αποκλίνουν από τους καθημερινούς τους ορισμούς, προσκαλώντας μας να εγκαταλείψουμε όχι μόνο κάποια νοήματα που θεωρούμε ως δεδομένα, αλλά επίσης και ορισμένες, θεωρούμενες ως επικρατούσες, υποκειμενικές θέσεις.

 

Εικόνα

Η σημασία της λέξης «εικόνα» συνήθως συνδέεται με το κλασικό φιλοσοφικό δίπολο μεταξύ ουσίας και ύπαρξης. Εάν η ουσία είναι, σε αυτήν την κυρίαρχη ανάγνωση, η απόλυτη πραγματικότητα της υπερβατικής ύπαρξης, συνήθως αποδιδόμενη στον Πλάτωνα (1991) και την Ιδέα του, η ύπαρξη θα ήταν ένα καθημερινό, φθαρμένο αντίγραφο ή εικόνα αυτής της ιδεώδους μορφής. Επιπλέον, εάν τα υπαρκτά αντικείμενα είναι απλώς εικόνες των Ιδεών που αντιγράφουν, οι καθημερινές «εικόνες», που γίνονται κοινώς αντιληπτές ως αναπαραστάσεις, θα ήταν εμφανίσεις αυτών των εμφανίσεων της απόλυτης πραγματικότητας της Ιδέας, και ως εκ τούτου εις διπλούν υποβαθμισμένες μορφές εκείνης της πραγματικότητας. Αυτή η μιμητική σύλληψη της εικόνας είναι επίσης παρούσα στην παραγωγική οπτική των καθημερινών αντικειμένων ως πλασματικών επειδή, ακόμη κι όταν δεν ορίζονται ως αντίγραφα, ακόμη θεωρούνται ως μη-πραγματικά, συγκρινόμενα με αυτό που είναι πραγματικά παρόν, στις αισθήσεις μας. Ως εκ τούτου, αυτή η σύλληψη της εικόνας ως εμφάνισης, είτε ως αντίγραφου της πραγματικότητας, είτε ως πλασματικού παραγώγου χωρίς μιμητικό, αλλά με δημιουργικό σκοπό, έχει εγκατασταθεί ως «κοινός τόπος».

Ο Ιμμάνουελ Καντ ήταν ο πρώτος (1998) που εγκατέλειψε το κλασικό δίπολο μεταξύ ουσίας και ύπαρξης, πραγματικότητας και εικόνας, αντιτάσσοντας την «φαινόμενη» ζωή, το μόνο πεδίο του επιστητού στο άγνωστο «νοούμενο» των πραγμάτων αφ’ εαυτών, κι ως εκ τούτου, όπως επισήμανε ο Gilles Deleuze (2006), θεμελιώνοντας τη φαινομενολογία, με την ευρεία έννοια του όρου, η οποία γίνεται κατανοητή ως μια κριτική απέναντι στην αποστροφή της γνώσης για τις υπερβατικές ουσίες. Αυτή η μετατόπιση σήμανε μια βαρυσήμαντη αλλαγή στην αντίληψη των εικόνων, που έγιναν αποκαλύψεις/φανερώσεις του κόσμου, αντί για απλώς εμφανίσεις. Με τον Jean-Luc Nancy (1997, 2008, 2012) μπορούμε να κατανοήσουμε ότι η καντιανή σύλληψη της εικόνας, που ήταν ακόμη συνδεδεμένη με ένα υπερβατικό αντικείμενο, γίνεται μια οντολογία λέξεων ή πραγματικοτήτων, που εμφανίζονται χωρίς να προϋποθέτουν καμία υπερβατική προέλευση ή ανώτερο ον, είτε θεϊκό, είτε μεταφυσικό, ιδεατό ή υλικό, υποκειμενικό ή αντικειμενικό, συνειδητό ή ασυνείδητο. Ωστόσο, για τον Nancy (2005), δεν είναι «η συνήθης παρουσία του πραγματικού» που θα μπορούσε να παράσχει δεδομένα απευθείας στην αισθητηριακή μας πρόσληψη, ως βάση για μια εμπειρική επιστημονική προσέγγιση. Στην δική μου ανάγνωση του Nancy, οι εικόνες, σε όλες τις καταστάσεις τους, εισέρχονται ασυνεχώς στην ύπαρξη ως ώσεις της πραγματικότητας, που αυτο-προωθούνται, διαχωρίζοντας τον εαυτό τους από ένα φόντο που δημιουργήθηκε κατά την ίδια την πράξη της παρουσίασης, και επιβεβαιώνοντας την υλική εξωτερικότητα ενός κόσμου, διατηρώντας πάντοτε, κατ’ αρχήν, καθώς εμφανίζονται, μια ζωντανή ιδιότητα υφής (Pakman 2014, σ. 120). Ως εκ τούτου, μια εικόνα θα ήταν η αποκάλυψη/φανέρωμα, ο ερχομός στην παρουσία ή η γέννηση του πραγματικού σε έναν κόσμο. Οι εικόνες, τότε, θα ήταν ποιητικά δεδομένα, καθώς ο όρος ποίησις (Chateau, 2014· Goyet, 2014) σημαίνει επίσης τον ερχομό στην παρουσία ή την εμφάνιση ως υπαρκτού.

 

Λογική

Ένα επακόλουθο της υιοθέτησης της σύλληψης της εικόνας ως αποκάλυψης/φανερώματος, είναι ότι οι εικόνες, στην αισθητηριακή και συνάμα υλική τους υπόσταση, ανήκουν σε μια διάσταση της λογικής (Nancy 1997, 2000, 2003, 2013). Αυτή η σύλληψη αποκλίνει από τις διεργασίες της αφαίρεσης, που αποτελούν τη βάση τόσο των επιστημονικών όσο και των γλωσσολογικών έργασιών. Εάν, όπως είπαμε, συλλάβουμε τις εικόνες ως αποκαλύψεις/φανερώσεις κόσμων ή πραγματικοτήτων, νομιμοποιούμε το γεγονός ότι προσφέρονται ως ζωντανές παρουσίες και συμμετέχουμε σε αυτές με τρόπους που δεν περιορίζονται στις λέξεις ή τη γλώσσα. Κάτι τέτοιο δεν εκπροσωπεί μια επιστροφή σε έναν αφελή ρεαλισμό, αλλά όντως αποκλίνει από την προτεραιότητα της γλώσσας ως διεργασίας νοηματοδότησης. Όπως θα δούμε, σε αυτή τη σύλληψη, η λογική δεν αποτελεί συνώνυμο του νοήματος, και έπειτα δεν ακολουθεί αυτές τις γλωσσολογικές φόρμες που έγιναν κυρίαρχοι κανόνες , επικεντρωμένοι ως επί το πλείστον στην σημειολόγηση διεργασιών και στη διάκριση σημαίνοντος/σημαινόμενου, τονίζοντας οποιαδήποτε από αυτές τις δύο όψεις (Deleuze, 2005). Αυτή η θέση ευθυγραμμίζεται με την αναζήτηση πολλών συγγραφέων για μια διάσταση της γλώσσας που δεν θα μπορούσε να αναχθεί σε νόημα. Ως εκ τούτου, πατώ στα βήματα, εντός του συστημικού πεδίου, της αναζήτησης μιας διάστασης της επικοινωνίας διακριτής από το νόημα. Κάτι που ήταν κεντρικό στην οικολογία του νου, του Gregory Bateson. Σε αυτή την οικολογία, οι ιδέες ως μονάδες επικοινωνιών είναι ενσωματωμένες στην υλικότητα και αυτό επιτρέπει να σκεφτούμε την αντίθεση  της λογικής του πνευματισμού με αυτήν του συμβόλου (1979), όπως επίσης και μια ιδιόμορφη οπτική της μεταφοράς που ενσωματώνεται στη φύση, πέρα από τη γλώσσα (1972).

Η λογική του κόσμου είναι αυτό που «κατοικούμε», πολύ πριν μάθουμε να μιλάμε, και η γλώσσα μας εισαγάγει σε αυτό που ο Lacan θα ανέφερε ως συμβολική τάξη (2007) ή σε αυτό που ο Giorgio Agamben (1993, 1995) αποκάλεσε την εναρκτήρια στιγμή της διάζευξης μεταξύ του ζώντος υποκειμένου και του ομιλούντος υποκειμένου. Ο συστημικός βιολόγος Francisco Varela (2010) επίσης έδειξε πώς, με την απόκτηση της γλώσσας, επισυμβαίνει μια ασυνέχεια που ισοδυναμεί με μια έλλειψη του πρωτογενούς σώματος εντός αυτών των πιο εξελιγμένων κοινωνιογλωσσικών μορφών σχηματισμού νοήματος, επιτρέποντάς μας να μιλήσουμε για διακριτά αντικείμενα με έναν αφαιρετικό και αποστασιοποιημένο τρόπο. Για τον Nancy (2001) αυτή η προγλωσσική διάσταση της γλώσσας προηγείται του όρου λογική και γίνεται μέρος μιας οντολογίας που φτάνει στον εξωγλωσσικό κόσμο. Ο νους δεν μπορεί να είναι η πηγή των εικόνων γιατί αυτές ανήκουν στη διάσταση της λογικής, η οποία προηγείται, και υπερβαίνει τη συγκρότηση  του ομιλούντος υποκειμένου· δεν υπάρχει κόσμος στον οποίο προσθέτουμε εξωτερικά νόημα, αλλά ένας κόσμος ο οποίος ήδη αποτελεί μια λογική. Η λογική είναι, επομένως, μια διάσταση που προηγείται και υπερέχει της διάστασης της αναπαράστασης ή του νοήματος και γίνεται βασικό στοιχείο της ύπαρξής μας, στον κόσμο.

Η λογική, ως εκ τούτου, γίνεται το κέντρο ενός συνεχούς μεταξύ ζωής και γλώσσας, πράγμα που ο Gregory Bateson και ο Francisco Varela (1991, et al. 2011) είχαν ήδη τονίσει εντός του συστημικού πεδίου. Προηγείται, διότι είναι η διάσταση αυτού που έχω αποκαλέσει, η οικολογία του θροίσματος (ecology of the lap)(1), στην οποία όλοι ζούμε πριν αποκτήσουμε τη γλώσσα ως σημαίνουσα διεργασία, ώστε να μιλήσουμε, για παράδειγμα, γι’ αυτό ή για εκείνο το αντικείμενο του κόσμου. Ωστόσο, υπερβαίνει το νόημα της ομιλίας καθώς, ανεξαρτήτως του πόσο κρυφή μπορεί να φαίνεται αυτή η γλώσσα πριν την ομιλία, μόλις η ομιλία με νόημα αποκτήσει την πρωτοκαθεδρία, οι σύμπλοκες διεργασίες της κιναισθητικής οικολογίας του θροίσματος είναι ακόμη παρούσες εντός του κόσμου των αναπαραστάσεων δίχως να ανάγονται σε αυτές [τις αναπαραστάσεις] (Pakman, 2014). Ο χορός των διαισθητικών κατευθύνσεων σε μια δεδομένη αλληλεπίδραση, η αίσθηση του φόβου ή της άνεσης, τα πολλά εύστοχα αν και θολά κανάλια επικοινωνίας μεταξύ ή εντός των ανθρώπων, ακόμη και η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων και οικόσιτων ζώων, οι εικαζόμενες κατανοήσεις σε μια κουλτούρα της οποίας τη γλώσσα δεν γνωρίζουμε καθόλου, τα ήθη ενός λαού, η καθημερινή ποιητική εξειδίκευση ενός τεχνίτη, είναι μερικά, μεταξύ άλλων, φαινόμενα που όλα τους μαρτυρούν μια γλώσσα που δεν βασίζεται στο νόημα και που προηγείται της ομιλίας, ενώ επιμένει ως τεκμήριο για την οικολογία του θροΐσματος.

Σημ.Επιμ.. (1). Η λέξη lap θεωρώ πως εδώ χρησιμοποιείται με τη σημασία του ήπιου, ανεπαίσθητου ήχου που προκαλείται από έναν κυματισμό (του κύματος στη θάλασσα ή του αέρα) και νομίζω πως δηλώνει αυτά ακριβώς τα γεγονότα του ζειν που αναδεικνύονται στη ζώνη ύπαρξης μεταξύ του «κραυγαλέα παρατηρήσιμου» και του «απαρατήρητου».

 

  Φαντασία

Επιστρέφοντας στην κλινική μας βινιέτα, ερχόμαστε πρώτα ενώπιον μιας εικόνας ενός οργανισμού στον οποίο ο Ρόμπερτ αισθάνεται φοβισμένος και εύθραυστος. Με ευαισθησία προς αυτήν την εικόνα αφήνω άλλες εικόνες να εισρεύσουν στην συνθήκη, ως μνήμες άλλων ανθρώπων, οργανισμών και φόβων. Με αγγίζει η ταυτόχρονη ασάφεια της παρουσίασης. Παρ’ όλα αυτά, άλλες εικόνες παρουσιάζονται ως σκέψεις – άνδρες, γυναίκες, φιλίες, «ανθρώπινοι παράγοντες», ψυχοθεραπείες – όλα έρχονται στο προσκήνιο σε μια ραγδαία διαδοχή κλασματικών παρουσιάσεων μιας σύμπλοκης κατάστασης, πάντοτε σε συνάφεια με τη λογική της κατάστασης, όχι των νοημάτων της, πολλαπλών και ασαφών, αγνώστων ή ακόμη και άδηλων. Αισθάνομαι τότε ότι με αγγίζει ο φόβος του Ρόμπερτ, καθώς περιμένει μια συνάντηση, στην οποία θα αξιολογηθεί η αποδοτικότητά του. Επίσης, οι εικόνες αγγίζουν η μία την άλλη με έναν «μεταδοτικό» τρόπο (Nancy 2005), όπως όταν παρουσιάζω εικόνες σ’ εσάς, ως αναγνώστες, και τις τοποθετείτε μαζί με τις δικές σας εικόνες του κόσμου, είτε είναι μνήμες, αντιλήψεις, σκέψεις και/ή συναισθήματα. Η φαντασία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως το έργο που κανείς δημιουργεί με αυτές τις εικόνες, μια σύνθεση που τις τοποθετεί τη μία δίπλα στην άλλη, τη μία με την άλλη, τη μία διαμέσου της άλλης, αντί να είναι, όπως εισηγείται η ακαδημαϊκή ψυχολογία, μια νοητική λειτουργία του κάθε νου όπως περίπου η αντίληψη, η μνήμη, η σκέψη, το συναίσθημα, η προσοχή, όποιος κι αν ήταν ο ορισμός τους (Pakman, 2014). Αντί να  κατανοείται αυτή η παραγωγική λειτουργία εικόνων ως μυθοπλαστική, η φαντασία είναι ένα πείραμα, στο να κάνει κάποιος τις εικόνες «συνθέσιμες» μεταξύ τους. Οι αντιλήψεις, οι λογικές σκέψεις, οι μυθοπλασίες, οι μνήμες, τα συναισθήματα, θα ήταν μόνο εκφάνσεις αυτών των εικόνων ή αποκαλύψεων/φανερώσεων και τα όρια μεταξύ τους θα μπορούσαν να μεταβάλλονται αναλόγως του πώς αυτές οι εικόνες συντίθενται στην διεργασία της φαντασίας που τις συνθέτει. Αλλά αυτή η απόπειρα «σύνθεσης» εικόνων, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο με μακρά φιλοσοφική παράδοση (Deleuze 2006, 2008), χωρίς η σύνθεση να καταστρέφει καμιά τους αλλά να τις κρατά μαζί, δεν γίνεται για χάρη μιας ενότητας αλλά για μια συνεχόμενη πλοήγηση εντός μιας ζωής της οποίας την λογική διατηρούμε παρά τον αποσπασματικό τρόπο με τον οποίο μας εμφανίζεται στο παρόν, χωρίς μια διεξοδική κατανόηση των νοημάτων που εκτυλίσσονται.

          Η αρχική παρουσίαση του Ρόμπερτ για τη δυσκολία του ήταν ασαφής και θα μπορούσε εύκολα να διαφύγει της προσοχής μας και να προσπεράσει, ως ένας επιφανειακός υπαινιγμός. Ωστόσο, επέμεινα, προκειμένου να διασφαλίσω έναν χώρο γι’ αυτές τις κυμαινόμενης έντασης εικόνες,  ανταποκρινόμενος με συμπάθεια στην αναφορά του Ρόμπερτ  για τον φόβο του στις συναντήσεις αποδοτικότητας, τις οποίες αξιολόγησε ο ίδιος, αν και «παρεμπιπτόντως», ως εξευτελιστικές. Ρώτησα: «Ξέρεις, Ρόμπερτ, γιατί ο οργανισμός οργανώνει μια τελετουργία, με κίνδυνο να εξευτελιστούν άνθρωποι δημοσίως;» Φαίνεται να εκπλήσσεται και λέει, «Λοιπόν… Όχι… Τους ξέρω αυτούς τους ανθρώπους… Μη με παρεξηγήσετε… Τους εκτιμώ… Γνωρίζουν το αντικείμενό τους…» και μετά προσπαθεί αμέσως να αλλάξει το θέμα, λέγοντας «Κάθε δουλειά έχει τις δύσκολες στιγμές της… Δεν ξέρω. Καμιά συμβουλή;» Συνέχισα να προσπαθώ να συνθέσω τις δύο εικόνες που είχα εμπρός μου, στις οποίες τώρα «κατοικούσαμε» - όχι μόνο τον φόβο του Ρόμπερτ για την αξιολόγηση της αποδοτικότητάς του και την πιθανή γελοιοποίηση που θα μπορούσαν να προκαλέσουν οι προϊστάμενοί του, αλλά, επίσης, την αναστολή του να μοιραστεί τους φόβους του, τη γενικολογία του καθώς το κάνει και μετά την υποχώρησή του και την μισο-δικαιολόγηση του οργανισμού από πλευράς του. Οπότε, είπα: «Σκέφτομαι ότι όσο κι αν εκφράζεις την κατανόησή σου και την εκτίμησή σου για τον οργανισμό που εργάζεσαι, αισθάνεσαι ότι είσαι σε δύσκολη θέση και φοβάσαι τι μπορεί να συμβεί, κι επίσης ότι μπορεί να περάσεις κάποια από τα άσχημα πράγματα που έχουν περάσει συνάδελφοί σου». Αλλά, ξαφνικά και απροσδόκητα, ένα νέο πρόσωπο του Ρόμπερτ έκανε την εμφάνισή του εντείνοντας ακόμη περισσότερο την υποστήριξή του προς τον οργανισμό, δηλώνοντας, «Είναι επιταγή της καλής επιχειρηματικότητας: Δεν θα έχεις συναισθηματικά κριτήρια, βασισμένα στη φιλία, τα οποία να παρεμβαίνουν στις αρχές της αποδοτικότητας. Και η δική μας επιχείρηση είναι μια από τις ηγετικές, στον τομέα μας». Το άτομο με τις αγωνίες, αναφορικά με τον οργανισμό, είχε φύγει και τώρα αισθανόμουν ότι ήμουν με έναν από τους εργοδότες του. Η χρήση του πληθυντικού εκ μέρους του σηματοδότησε την εξαίρεσή μου, από έναν οργανισμό που ενεργά υποστήριζε. Σκέφτηκα, επίσης, ότι μπορεί να θέλει να μιμηθεί τα αφεντικά του με τη σκέψη ότι, αν το πετύχει, θα μπορούσε να είναι ο ίδιος αυτός που θα κάνει αυτές τις αξιολογήσεις αποδοτικότητας για άλλους, σε δημόσιες συναντήσεις. Αλλά μετά από μια παύση, είπε: «Πρέπει να είσαι διακριτικός, όταν πειθαρχείς ανθρώπους…». Αρχικά, αναρωτήθηκα αν επέστρεφε σε μια κριτική θέση προς τον οργανισμό αλλά πρόσθεσε: «Είναι σκληρά εκεί έξω. Οι άνθρωποι μπορούν να εκμεταλλευτούν τη γνώση, ότι κάποιος έχει προβλήματα». Οπότε, είπα: «Δηλαδή, εννοείς ότι υπάρχουν δημόσιες συναντήσεις που θα μπορούσαν να σε κάνουν να αισθανθείς εξευτελισμένος, αν δεν τα πας καλά, αλλά υπάρχουν επίσης και εμπιστευτικές συναντήσεις, που είναι δύσκολες, αν είναι πειθαρχικού περιεχομένου, αλλά τουλάχιστον προστατεύουν τα άτομα από το να τους εκμεταλλευτούν οι συνάδελφοί τους;». Επιβεβαίωσε: «Έτσι είναι, ακριβώς». Δεν ανταποκρίθηκε στον υπαινιγμό μου, ότι οι εξευτελισμοί είναι ακόμη παρόντες και προβληματικοί, ούτε στον επιτονισμό από πλευράς μου, ότι και οι δύο καταστάσεις ήταν δύσκολες και ο οργανισμός προστατεύει την περίπτωση εκμετάλλευσης μόνο από πλευράς επιχειρηματικής και όχι από τον εξευτελισμό. Σκέφτηκα ότι, σε αυτόν τον κόσμο που διέπεται από την οντολογία του Hobbes, ο φόβος της εκμετάλλευσης από τους συναδέλφους, συνδυαστικά με τον φόβο του δημόσιου εξευτελισμού, καθώς επίσης και η «προστασία» που πρόσφερε ο οργανισμός, διασφάλιζαν ότι η συναδελφικότητα δεν θα αποτελέσει πηγή αντίστασης στους κανόνες του παιχνιδιού, πράγμα τυπικό για τη μακρο-πολιτική των οργανισμών της «ελεύθερης» αγοράς. Ρώτησα: «Επηρεάζονται οι φιλίες από όλες αυτές τις λειτουργίες;» Είπε: «Κατ’ ακρίβειαν, τις βοηθάει. Είναι πολύ ηθικοί, ως προς αυτό. Δεν θα προστάτευαν πρόσωπα για προσωπικούς λόγους, λόγω συμπάθειας ή φιλίας. Είμαστε όλοι ίσοι, εκεί πέρα..».

 

Παρουσία και υπαρξιακές εντάσεις

Αυτή η αλληλουχία δείχνει πώς οι εικόνες, παρότι είναι κατ’ αρχήν φανερώσεις/αποκαλύψεις πραγματικοτήτων, δεν έχουν πάντα την ίδια αξία ως φαντασιακά υλικά για να δουλέψεις με αυτά, γιατί, όπως το εννοιοποεί ο Alain Badiou (2009, 2013), οι πραγματικότητες δεν έχουν ψηφιακές ποιότητες, με  την έννοια του ότι είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν, αλλά έχουν διαφορετικές υπαρξιακές εντάσεις, που μπορεί να κυμανθούν μεταξύ ενός μέγιστου και ενός ελάχιστου. Στην περίπτωση του Ρόμπερτ, οι κανόνες του οργανισμού για τον οποίο εργάζεται διατηρούν ορισμένες πραγματικότητες σε ένα χαμηλό επίπεδο ύπαρξης: Τους φόβους του για μια πιθανή γελοιοποίηση, για την απώλεια της δουλειάς του, για το να μην έχει πλαίσιο να μιλήσει γι’ αυτό, για την επίδραση που μπορεί να έχει κάτι τέτοιο στις φιλίες του, την οικογένεια και τη συναισθηματική ζωή του γενικότερα, την υπόθεσή του για μια διαφορετική ηθική που μπορεί να έρχεται σε σύγκρουση με ορισμένες από τις πρακτικές του οργανισμού (όπως φάνηκε από την ασάφειά του όταν μιλά γι’ αυτά τα θέματα), την ταλάντωσή του μεταξύ ταύτισης  και αποστασιοποίησης από τους εργοδότες του κ.λπ. Για τον Badiou (2005) αυτό που παρουσιάζεται σε μια κατάσταση μπορεί να «μετρά» περισσότερο ή λιγότερο, αναλόγως του πώς αναπαρίσταται. Επιπλέον, η μετακίνηση από το «είναι» στην ύπαρξη και η κατ’ αυτό τον τρόπο έναρξη «υπολογισιμότητάς» του, ισοδυναμεί με την παρουσία (του). Παρόλο που αυτό που έχει ήδη αναπαρασταθεί, αποτελεί την επίσημη κατάσταση της συνθήκης (Badiou 2007), οι πραγματικότητες κατασκευάζονται επίσης από αυτό που έχει ήδη παρουσιαστεί, αλλά όχι αναπαρασταθεί στη γλώσσα ή στις γραφές. Ως εκ τούτου, o Badiou διαφοροποιείται από την ιδέα, ότι η ύπαρξη προαπαιτεί απαραιτήτως και μια σημαίνουσα γλώσσα. Διαβάζοντας τον Badiou με τον Nancy, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι πραγματικότητες της καθημερινής ζωής «γίνονται παρούσες» με έναν τρόπο παρεμφερή προς τη δική μου ανάγνωση της σύλληψης του Nancy για τις εικόνες ως φανερώσεις/αποκαλύψεις της πραγματικότητας (Pakman 2014). Τότε υφίσταται αυτό που είναι παρόν, χωρίς να υπάρχει σε ένα επίπεδο σημειολογικό ή χωρίς να υπολογίζεται ως συστατικό στοιχείο της κατάστασης, είτε ως ιδέα, είτε ως συναίσθημα, ως σύλληψη, ή ως μυθοπλασία. Και με όρους ποιητικής λογικής, υπάρχει επίσης αυτό που είναι παρόν στον λόγο ως ιδιωματισμός/έκφραση, που παρότι δεν έχει σαφές και διακριτό νόημα δεν είναι άφατο. Μεταξύ σημαίνοντος και άφατου/ανείπωτου υπάρχει η διάσταση της παρουσίασης, της λογικής, των εικόνων με τις οποίες εργάζεται η φαντασία. Ο ερχομός στην ύπαρξη είναι μια διεργασία τοπικού προσδιορισμού του «είναι», σε μια συνθήκη στην οποία κάποιες πραγματικότητες αποκτούν διαφορετικές εντάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της συνθήκης, στην οποία εμφανίζονται (Badiou, 2009).

 

Μακρο-πολιτική και μικρο-πολιτική

Η ιδεολογία που εμφανίζει ο Ρόμπερτ με την «κωλοτούμπα» ως προς τους αρχικούς προβληματισμούς του, είναι μέρος  του δεδομένου μακρο-πολιτικού status quo μιας καπιταλιστικής επιχείρησης. Αλλά η μακρο-πολιτική στο επίπεδο της κοινωνίας δεν μετατρέπεται αυτόματα στο επίπεδο της βιωμένης εμπειρίας χωρίς μικρο-πολιτικές διεργασίες, στο σημείο που συζεύγνυται το κοινωνικό και το νοητικό. Σε αυτό το επίπεδο, το κοινωνικό ενσωματώνεται στη βιωμένη εμπειρία και το νοητικό εμφανίζει την κοινωνική του σύσταση. Αποκαλώ μικρο-πολιτική μιας δεδομένης συνθήκης την κατασκευή, διατήρηση και ρύθμιση, τόσο δηλωμένη όσο και υποvοούμενη, των αντικειμενοποιητικών μηχανισμών της υποκειμενικοποίησης/υποταγής της ανθρώπινης εμπειρίας (Pakman, 2011). Η μικρο-πολιτική, που υιοθετείται είτε με δηλωμένη είτε με υπονοούμενη συναίνεση, κάνει τις ζωές να παγιδεύονται σε μια επανάληψη «συνταγογραφημένων» συναισθημάτων και τρόπων σχετίζεσθαι με τους άλλους,  κριτηρίων κανονικότητας και παθολογίας, σεξουαλικών ηθών και γλωσσικών τρόπων, απόψεων  και συμπεριφορών οικειότητας, γούστων και αποστροφών συνολικά, ολόκληρου του ανθρώπινου εύρους τρόπων ύπαρξης, συμπεριφοράς και σχετίζεσθαι με τους άλλους. Εκτιθέμεθα εξίσου σε αυτές τις επικρατούσες μικροπολιτικές δυνάμεις, όχι μόνο ως πολίτες αλλά και ως επαγγελματίες και μέλη επαγγελματικών ομάδων, διακινδυνεύοντας να προσθέσουμε τις πράξεις μας και τα θεραπευτικά μας μοντέλα σε αυτά τα επαναλαμβανόμενα σενάρια. Η πολιτική είναι μια έννοια που συνδέεται αρχικά με τον ορθό λόγο  και τη λογική διακυβέρνηση του αρχαίου ελληνικού όρου «Πόλις (polis)», του άστεως και κατ’ επέκταση ολόκληρων πληθυσμών που διοικούνταν από τον μονάρχη και αργότερα από το κράτος, από πολιτικά κόμματα και κοινωνικο-πολιτισμικούς τομείς. Η μικροπολιτική είναι ένα διαφορετικό, συμπληρωματικό επίπεδο της τοπικής διακυβέρνησης του εαυτού και των άλλων, που έχει συλληφθεί με διάφορους τρόπους και συνδέεται με τις καθημερινές εξουσιαστικές σχέσεις και διαλόγους (Foucault, 2011), την παραγωγικότητα της ανθρώπινης επιθυμίας (Deleuze & Guattari, 1983) και τις κάθετες ή οριζόντιες σχέσεις μεταξύ κοινωνικο-πολιτισμικών και πολιτικών ζητημάτων των κοινωνιών μας (Pakman, 2017).

          Η μικρο-πολιτική αποτελείται από τέσσερα στοιχεία, τα οποία διερευνήθηκαν από τον Michel Foucault (2000):

          1.    Σχέσεις ισχύος που λειτουργούν ως διχαστικές πρακτικές, διαχωρίζοντας, για παράδειγμα, τους κανονικούς από τους μη-κανονικούς (2003) ή χωρίζοντας τους ανθρώπους εσωτερικά μεταξύ όψεων, όπως το σώμα και η ψυχή ή το συνειδητό και το ασυνείδητο. Αυτή είναι μια διανεμημένη, τοπική, θετική και οριζόντια ισχύς, εν αντιθέσει προς τη μοναρχία ή το κράτος, την καταπιεστική και κάθετη ισχύ που λειτουργεί στην μακρο-πολιτική (Foucault, 1980· 2000).

          2.    Η γνώση περιλαμβάνει τόσο αυτό που λέγεται όσο και αυτό που φαίνεται σε μια δεδομένη κοινωνική στιγμή εντός των ιστορικών μορφοποιήσεων (Foucault 1985, 1994· Deleuze 2013). Η ισχύς/γνώση διατυπώνεται σε σύμπλοκες οργανώσεις (apparatuses) οι οποίες, σύμφωνα με την ανάγνωση του Agamben για τον Foucault, είναι: «Οτιδήποτε έχει, με κάποιον τρόπο, τη δυνατότητα να συλλαμβάνει, να προσανατολίζει, να προσδιορίζει, να ανακόπτει, να διαμορφώνει, να ελέγχει ή να διασφαλίζει τις χειρονομίες, τις συμπεριφορές, τις γνώμες ή το διαλέγεσθαι των ζωντανών όντων» (2009, σ. 14).

        3.    Υποκειμενικότητες είναι τόσο οι ταυτότητες όσο και οι υποκειμενικoί τρόποι διατύπωσης που δεχόμαστε άκριτα ως μικρο-πολιτικά υποκείμενα ενεργώντας ως φορείς οι οποίοι δημιουργούν, υποστηρίζουν και διατηρούν αυτές τις σύμπλοκες οργανώσεις, ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνονται από αυτές. Κατ’ αυτό τον τρόπο καθίστανται αντικείμενα της γνώσης και πηγές προέλευσης και εφαρμογής των σχέσεων ισχύος (Foucault 1985, 2008· Pakman 2011).

         4.    Το κοινωνικό φαντασιακό που συγκροτείται από εικόνες οι οποίες, αντί να  περιθωριοποιηθούν σε ένα χαμηλό επίπεδο ύπαρξης, όπως στην περίπτωση του Ρόμπερτ, αποκτούν ένα υψηλό επίπεδο (υπαρξιακής) έντασης, αλλά μόνο ως μια αισθητηριακή καθημερινή απεικόνιση ορισμένων επικρατούντων νοημάτων, όπως συμβαίνει όταν ο Ρόμπερτ επιδεικνύει τα προτιμώμενα συναισθήματα, ιδέες, τρόπους ομιλίας, στάσεις, ένδυση, χειρονομίες κ.λπ. που συνοδεύουν το να συμμετέχει, για παράδειγμα, στον επιτυχημένο του οργανισμό. Εικόνες είτε περιθωριοποιημένες, είτε ενσωματωμένες στο κοινωνικό- φαντασιακό βρίσκουν  δύσκολα τον δρόμο για την εργασία της φαντασίας. Ως εκ τούτου, το κοινωνικό φαντασιακό γίνεται κεντρικό στη ρύθμιση από τη μικρο-πολιτική, καθώς σενάρια ζωής καθοδηγούν ολόκληρη τη ζωή μας σε αυτό που ο Jacques Ranciere θεωρεί ως κατάτμηση του λογικά αποδεκτού (partition of the sensible): Τι να ειπωθεί και τι να μην ειπωθεί, τι να γίνει αντιληπτό και τι να μην γίνει, κ.ο.κ. (2000).

 

Ηγεμονία

Σε αντίθεση προς τις έννοιες της εικόνας και της φαντασίας οι οποίες παραμένουν, εν πολλοίς, ανεξερεύνητες στο συστημικό πλαίσιο ή εκλαμβάνονται με την καθημερινή τους σημασία χωρίς περαιτέρω επαξεργασία ή την έννοια της λογικής, της οποίας η περιοχή  έχει σηματοδοτηθεί μόνο με άλλα ονόματα, η έννοια της ισχύος, ως σχετιζόμενης με την πολιτική, έχει καταλάβει κεντρική σημασία στο συστημικό πεδίο. Αυτό φαίνεται στο έργο, για παράδειγμα, των Michael White και David Epston (19898, 1990, 1992), της Imelda McCarthy (2010) από μια αφηγηματική, διαλογική και φεμινιστική οπτική, του John  Shotter από μια διαλογική οπτική (1993) και των ήδη αναφερθεισών φεμινιστριών συγγραφέων (Marianne Walters, Betty Carter, Peggy Papp και Olga Silverstein 1988) μεταξύ άλλων.

Η δική μας σύλληψη της ισχύος προσθέτει ένα σημαντικό στοιχείο, όχι μόνο διαχωρίζοντας τη μακρο- από τη μικρο-πολιτική, αλλά επίσης τονίζοντας τον τρόπο που οι μικρο-πολιτικές δυνάμεις δεν μας κυριαρχούν, εξαναγκάζουν ή ελέγχουν, όπως γίνεται ξεκάθαρα στα δικτατορικά συστήματα. Αντ’ αυτού, η μικρο-πολιτική εργάζεται δια της συναίνεσης σε αυτό που ο Antonio Gramci ανέπτυξε ως διεργασίες της ηγεμονίας (1991, 1996, 2007). Αλλά η συναίνεση, σε αντίθεση προς τον εξαναγκασμό που ασκείται από καθεστώτα επιβολής, δεν χορηγείται ποτέ πλήρως και απαιτείται να λαμβάνεται υπόψη η αυτονομία αυτών που δίνουν συναίνεση είτε εκπεφρασμένα είτε σιωπηρά (Pakman, 2017). Παρότι τα όρια και η ισορροπία μεταξύ εξαναγκασμού και συναίνεσης είναι πάντοτε μετακινούμενα και στο μακρο-πολιτικό επίπεδο, όσο περισσότερη αντίσταση συναντά ένα σύστημα, τόσο μεγαλύτερη η τάση του να διολισθαίνει προς τον εξαναγκασμό, το καθημερινό ηγεμονικό στοιχείο διασφαλίζεται από ένα υποκείμενο ικανό να διακυβερνά τον/την εαυτό του/της ελεύθερα, πράγμα που έχει τονιστεί επίσης από τον Foucault (2011). Γινόμαστε μάρτυρες της ηγεμονίας στην εργασία, όταν ξαφνικά ο Ρόμπερτ «γυρίζει διακόπτη» και μιλά σαν ένας από τους εργοδότες του, τους οποίους φοβάται, και επευφημεί την ηθική τους στάση, πηγαίνοντας ενάντια στη δική του συναισθηματική έκφραση και συναδελφικότητα. Η ηγεμονική ελευθερία δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός ενσωμάτωσης/αφομοίωσης και είναι πάντα ανοικτή στο να αντιστραφεί και να τεθεί στην υπηρεσία αυτού που αντιτίθεται στους κανόνες ενός συστήματος. Όπως επέμεινε ο Foucault, όπου υπάρχουν μηχανισμοί σχέσεων ισχύος, υπάρχουν σημεία αντίστασης (2000), μια έννοια που ο Alan Wade (2007) με την Linda Coates (2005) και τον Nick Todd (2004) έχουν χρησιμοποιήσει στο συστημικό πεδίο, από μια αφηγηματική οπτική χωρίς την ενσωμάτωση της μικρο-πολιτικής διάκρισης ή αυτού του ηγεμονικού στοιχείου.

 

Ποιητικά γεγονότα

 Με την εργασία της φαντασίας να ξεκινά από αυτά τα σημεία αντίστασης μέσα στις μικρο-πολιτικά διαμορφωμένες καταστάσεις, ορισμένες εικόνες μπορούν είτε να ενισχυθούν έτσι, ώστε να αυξήσουν την ένταση της ύπαρξής της, ή να διασωθούν από το κοινωνικό φαντασιακό. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να τεθούν στις υπηρεσίες αυτού που μπορεί να γίνει ένα ποιητικό μοναδικό  γεγονός, αποκλίνοντας με έναν μεταμορφωτικό τρόπο από τα σενάρια ζωής που έχουν υιοθετηθεί ως εκείνη τη στιγμή και πηγαίνοντας πέρα από τις δεδομένες ταυτότητες και υποκειμενικές θέσεις, συμπεριλαμβάνοντας και τις δικές μας συνήθεις θέσεις, τις  ανάλογες με τα δεδομένα μοντέλα θεραπείας μας.

Καθώς η κυρίαρχη μικρο-πολιτική τείνει να ευνοεί την επανάληψη, μέσω της καθημερινής διαχείρισης, προτιμώμενων και αφηρημένων εννοιών, η ποίηση (poiesis) που συνήθως μεταφράζεται ως παραγωγή αλλά σημαίνει επίσης γέννα, ερχομός στην παρουσία ή φανέρωση/αποκάλυψη, είναι το μονίμως λανθάνον όργανο αντίστασης στη μικροπολιτική, με τη δυνατότητα να σχηματίσει μεταμορφωτικά μοναδικά γεγονότα (Pakman, 2017). Στην περίπτωση του Ρόμπερτ, η αρχική του αγωνία, το μοίρασμα των φόβων του μην τυχόν χάσει τη δουλειά του, η αίσθηση του εξευτελισμού του σχετικά με τις δημόσιες συναντήσεις αξιολόγησης και αποδοτικότητας, η διακυμαινόμενη προσκόλλησή του στη χρήση του πληθυντικού προκειμένου να μιλήσει για τον οργανισμό για τον οποίο εργάζεται, μπορούν να λειτουργήσουν ως σημεία αντίστασης. Απρόβλεπτα, ακόμη και προς τον εαυτό μου, του παρουσιάζω την εξής εικόνα: «Θυμήθηκα, καθώς σε άκουγα, τις δίκες της Μόσχας κατά τη διάρκεια του σταλινισμού. Έχεις ακούσει γι’ αυτές;». Όταν λέει ότι ξέρει για τον Στάλιν αλλά όχι για τις δίκες, του λέω: «Για μερικά χρόνια, στη δεκαετία του 1930, έγιναν αρκετές δίκες στη Μόσχα, εναντίον ανθρώπων που κατηγορήθηκαν για συνωμοσία κατά του σοβιετικού κράτους, παρόλο που ήταν σύντροφοι κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στενοί φίλοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι, κόντρα στο συμφέρον τους, ομολόγησαν και τιμωρήθηκαν με θάνατο ή φυλάκιση. Παρόλο που ήταν εν μέρει εξαναγκασμένοι, από απειλές εναντίον των οικογενειών τους και βασανιστήρια, πολλοί ερευνητές που μελέτησαν αυτές τις δίκες συμφωνούν ότι πολλές αυτό-κατηγορίες ήταν γνήσιες και ότι (οι υπόδικοι) πραγματικά πίστευαν ότι τους άξιζε να τιμωρηθούν για την απόκλιση από τη συμπεριφορά του καλού πολίτη. Αισθάνονταν πως ήταν ένοχοι «τω πνεύματι, αν όχι τω πράγματι». Ο Ρόμπερτ γέρνει προς τα εμπρός και παίρνει μια αναπνοή, ένδειξη ότι θέλει να πει κάτι. Περιμένω, καθώς κάνει μια μακρά παύση και μετά λέει: «Είχαν υπάρξει φίλοι, αυτό με σκοτώνει». «Γιατί;» τον ρωτάω και μου λέει ότι «δεν χρειάζεται να συμβεί μόνο εντός του κομμουνισμού, σωστά; Γιατί αυτός είναι ολόσωστος καπιταλισμός... Και παρόλα αυτά, μόλις αγγίξατε κάτι που με σκίζει στα δύο». Οπότε του λέω: «Δεν είμαι εγώ, είναι οι παλιοί μας επισκέπτες από τη Μόσχα που μας φέρνουν τα νέα». Χαμογελά και λέει: «Θυσιάζω πολλά, ακόμη και  φιλίες». «Τί εννοείς;», τον ρωτάω. Και μου  λέει με δακρυσμένα μάτια: «Σταμάτησα να μιλάω ακόμη και σε ανθρώπους που ήταν περισσότερο φίλοι, παρά συνάδελφοι κι όλα αυτά επειδή δεν ήταν καλό να μοιράζομαι τα της δουλειάς και ... Είναι έλλειψη εμπιστοσύνης. Οι άνθρωποι μπορεί να προαχθούν ή να μείνουν πίσω και ... Η φιλία είναι δύσκολη, τότε... Ακόμη κι αν δεν είναι οι μόνοι μου φίλοι, θα μπορούσαν να καταλάβουν καλύτερα με τι έχουμε να κάνουμε εκεί πέρα...». Όταν δίνω χώρο στη φευγαλέα παρουσία των δικών της Μόσχας -μια άσκηση ποιητικής ευαισθησίας σε δυνητικά γεγονότα που υποκινούνται από τα σημεία αντίστασης στην κυρίαρχη μικρο-πολιτική της κατάστασης- δεν εισάγω απλώς μια αναλογία ή χρησιμοποιώ μια παρομοίωση. Παρόλες τις ατέλειες αυτής της απρόσκλητης παρουσίας, υπό την έννοια των σημασιών της, παίρνουμε μια εικόνα από το κοινωνικό-φαντασιακό όπου (αυτές οι σημασίες) αποτυπώνουν τις αδικίες ενός καθεστώτος και το αξιοποιούμε στη φαντασία για να γίνει ένας ζωντανός ενισχυτής αυτού που ήταν κατά τα άλλα περιθωριακό ως προς την ηγεμονική μικροπολιτική που υφίστατο/συντηρούσε [ΣτΜ: η αγγλική λέξη που χρησιμοποιείται είναι sustaining, που σημαίνει τόσο «υφίστατο», όσο και «συντηρούσε» - ίσως ηθελημένη η διττή/αμφιλεγόμενη εννοιολόγηση] ο Ρόμπερτ. Ως εκ τούτου, ένα ποιητικό γεγονός σχηματοποιείται με έναν τρόπο που μεταφέρει και τους δυο μας πέρα από τις υποκειμενικότητές μας και μια νέα δυνατότητα εμφανίζεται γύρω απ’ αυτήν την μοναδική παρουσία στη μικρο-κοινότητα που έχουμε συγκροτήσει εκείνη τη στιγμή, και στην οποία σας προσκαλώ να συμμετάσχετε αυτή τη στιγμή. Οδηγημένος από αυτό το ποιητικό γεγονός, ο Ρόμπερτ έχει ένα δίλημμα τόσο πραγματιστικό όσο και ηθικό, παρά μια λύση ή μια αποσυνδεδεμένη σύγκρουση μέσα σε μια επικρατούσα μικρο-πολιτική σύγκρουση. Μια προσεκτική εξερεύνηση της ενισχυμένης παρουσίας αυτής της, κατά τα άλλα υποτιμημένης, φιλίας, μπορεί τώρα να γίνει ένα πείραμα δια μέσου της φαντασίας, συγκροτώντας το με όλες τις περίπλοκες όψεις της δεδομένης κατάστασης. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί απλουστευτική καταδίκη της καπιταλιστικής λογικής, αλλά μια ζωντανή συμμετοχή σε μια δεδομένη ανθρώπινη κατάσταση. Λέω: «Τώρα αντιμετωπίζεις ένα δίλημμα, Ρόμπερτ: Μπορείς να έχεις αυτόν τον τύπο δουλειάς που εκτιμάς και χρειάζεσαι, εντός αυτού ή κάποιου άλλου οργανισμού, χωρίς να θυσιάζεις κάτι που επίσης το αισθάνεσαι ως κεντρικής σημασίας στη ζωή σου;». Εκείνος λέει, «Είναι δύσκολο. Δεν μπορώ να χάσω τη δουλειά ούτε θέλω, μάλλον, αλλά υπάρχουν κι άλλοι που νιώθουν έτσι… Πρέπει να το σκεφτώ και να το συζητήσω, αλλά τουλάχιστον δεν χρειάζεται να είμαι “βασιλικότερος του βασιλέως!”».

Η διαφορετική σύλληψη της εικόνας και της φαντασίας που παρουσιάσαμε, καθιστά εφικτό το να πάμε πέρα από τη διχοτόμηση του να αισθάνεται κανείς ανίκανος μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα που φαίνεται αδύνατο να αλλάξει, αφενός, και στην ασαφή ψευδο-μεταμόρφωση αφηρημένων λέξεων ειπωμένων με καλή πρόθεση, αφετέρου. Φέρνοντας στο προσκήνιο μοναδικές παρουσίες ενάντια στο κοινότοπο και το κλισέ, που μαστίζουν τόσο τα ανθρώπινα προβλήματα, όσο και τις ανθρώπινες λύσεις,  μέσω θεραπευτικού ή άλλου τρόπου μπορούμε να προάγουμε ποιητικά γεγονότα με μεταμορφωτικό δυναμικό για την καθημερινή βιωμένη εμπειρία εντός των μικρο-κοινοτήτων των κοινωνικών μας παρεμβάσεων. Κάνοντάς το, ασκούμε μια κριτική πρακτική ως μια αποτελεσματική απομάκρυνση από μια, κατά τα λοιπά, άκριτη μικροπολιτική που τείνει να υιοθετείται και να επαναλαμβάνεται, ενισχύοντας αντ’ αυτού ποιητικά γεγονότα που γεννιούνται από μοναδικά αντιληπτικά συμβάντα, συναισθήματα, μυθοπλασίες ή σκέψεις, που συνήθως περιθωριοποιούνται ή περιορίζονται σε μια στενή εννοιολόγηση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το μοναδικό δυναμικό των ανθρώπινων όντων γίνεται δραστικό στο επίπεδο των μικρο-κοινοτήτων που προκύπτουν σε συγκεκριμένες θεραπευτικές συναπαντήσεις, γύρω από μοναδικές φανερώσεις/αποκαλύψεις λογικών γεγονότων.

Εάν, όπως βάζει ο Badiou τον Σωκράτη να πει στη δική του εκδοχή της Πλατωνικής Πολιτείας, «η πραγματική αρετή του ανθρώπινου είδους είναι η δικαιοσύνη!» (2012, σ. 12), η κριτική ποιητική οπτική που τόνισα ενσωματώνει μια ηθική της αλήθειας, που, πέραν μιας δογματικής εφαρμογής ή επαναφοράς μιας αντιστοίχισης μεταξύ σημείων και πραγματικοτήτων, μας καθιστά ανοικτούς σε μοναδικά γεγονότα, στην πραγματική ζωή και πέρα από το γνωστό (2018). Η κριτική κοινωνική πρακτική συναντά τότε την ποιητική της αλλαγής.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Agamben, Giorgio (1993 [1978-2001]). Infancy and History: The Destruction of Experience. Translated by Liz Heron. London and New York: Verso.

— (1995 [1985]). The Idea of Prose. Translated by Michel Sullivan and Sam Whitsitt. Albany: Suny Express.

— (2009 [2006]). What is an Apparatus? and another Essays. Translated by David Kishik and Stefan Pedatella. Stanford: Stanford University Press.

Badiou, Alain (2005 [1992-98]). Infinite Thought. Translated by Oliver Feltham and Justin Clemens. London-New York: Continuum.

— (2007 [1988]). Being and Event. Translated by Oliver Feltham. London-New York: Continuum.

Marcelo Pakman 20

— (2009 [2006]). Logics of worlds. Being and Event II. Translated by Alberto Toscano. London: Bloomsbury Academic.

— (2012). Plato's Republic. A Dialogue in 16 Chapters. Translated by Susan Spitzer. Introduction by Kenneth Reinhardt. New York: Columbia University Press.

— (2013). The Subject of Change: Lessons from the European Graduate School. Edited by Duane Rousselle. New York-Dresden: Atropos Press.

Badiou, Alain with Fabien Tardy (2013). Philosophy and the Event. Cambridge-Malden: Polity Press.

Bateson, Gregory (1968a). “Conscious purpose and nature.” In Steps to and Ecology of Mind. 1972. California: Jason Aronson.

(1968b). “Effects of conscious purpose and human adaptation.” In the same book. (1972). Steps to and Ecology of Mind. 1972. California: Jason Aronson.

(1979). Mind and Nature. New York: Dutton.

Baudrillard, Jean (2010). The Agony of Power. New York: Semiotext(e).

Chateau, Dominique, "Art", in Barbara Cassin (Ed.) (2014) [2004]). Dictionary of Untranslatables: A Philosophical Lexicon. Translated by S. Rendall et al. Princeton and Oxford: Princeton University Press, p.42-47.

Coates, Linda and Wade, Allan (2005). Language and Violence: Analysis of Four Discursive Operations. Journal of Family Violence, 22(7). 511-522.

Deleuze, Gilles (2005 [1973]). Derrames entre el capitalismo y la esquizofrenia. Parte II. Buenos Aires: Cactus.

Marcelo Pakman 21

— (2006 [1980-86-87]). Exasperación de la filosofía. El Leibniz de Deleuze. Buenos Aires: Cactus.

— (2007 [1981]). Pintura. El concepto de diagrama. Buenos Aires: Cactus.

— (2008 [1980-1981]). En medio de Spinoza. Buenos Aires:Cactus.

— (2013 [1985]). El saber. Curso sobre Foucault. Tomo I. Buenos Aires: Cactus. — (2014 [1986]). El poder. Curso sobre Foucault. Tomo II. Buenos Aires: Cactus.

Descartes, René (2000 [1637]). Discourse on Method and Related Writings. New York: Penguin.

Dreyfus, Hubert y Charles Taylor (2015). Retriving Realism, Harvard University Press, Cambridge-London.

M. Elkaïm, M. Des lois générals aux singularités, Cahiers Critiques de Thérapie Familiale et des Pratiques de Réseaux, Vol. 7, pp. 111-120 (1983).

Foucault, Michel (1985 [1969]). The Archeology of Knowledge and the Discourse on Language. New York: Vintage Books.

— (1994 [1966]). The Order of Things: An Archeology of the human Sciences. New York: Vintage Books.

— (2000). Power. Essential Works of Foucault 1954-1984. Edited by James Faubion. Volume II. New York: The New Press.

— (2008 [1973]). This is not a Pipe. Edited and translated by James Harkness. Oakland: University of California Press.

— (2011). The Government of Self and Others. Lectures at the Collége de France 1982-1983. Edited by Frédérick Gros. English edition by Arnold I. Davidson. Translated by Graham Burchell. New York: Palgrave MacMillan.

Marcelo Pakman 22

— (2013). Lectures on the Will to Know. Lectures at the Collège de France 1970-1971 with Oedipal Knowledge. Edited by Daniel Defert, English edition by Arnold E. Davidson, translated by Graham Burchell. New York: Palgrave Macmillan.

Goyet, Francis, "Art of the Ancients, art of the Modern: The rules of art", in Barbara Cassin (Ed.) (2014) [2004]. Dictionary of Untranslatables: A Philosophical lexicon. Translated by S. Rendall et al. Princeton y Oxford: Princeton University Press.

Gramsci, Antonio (1991, 1996, 2007 [1929-1933]). Prison Notebooks. 3 volumes. Edited and translated by Joseph A Buttigieg. New York: Columbia University Press.

Kant, Immanuel (1998 [1791]). Critique of a Pure Reason. Edited and translated by Paul Guyer and Allen W. Wood. Cambridge: Cambridge University Press.

Kearney, Richard (1995). States of Mind: Dialogues with Contemporary Thinkers. New York: New York University Press.

Lacan, Jacques (2007). Écrits: The First Complete Edition in English. Translated by Bruce Finks. New York: Norton.

McCarthy, Imelda (2010). A traumatic intrusion with transgressive possibilities. Power as a relational and discursive phenomenon. Context, October, Pages 21-24.

Moore, Thomas (1997). The Reenchantement of Everyday Life. New York: Haroer Collins. Nancy, Jean-Luc (1997 [1993]), The Sense of the World. Translated by Jeffrey S. Librett. Minneapolis: Minnesota University Press.

— (2000 [1996]), Being Singular Plural. Translated by Anne E. O'Byrne and Robert D. Richardson. Stanford: Stanford University Press.

Marcelo Pakman 23

— (2003 [1990]), A Finite Thinking. Edited by Simon Sparks. Stanford: Stanford University Press.

Nancy, Jean-Luc (2005 []), The Ground of the Image. New York: Fordham University Press. — (2008 [2005]), Dis-Enclosure, The Deconstruction of Christianity. Translated by

Bettina Bergo, Gabriel Malenfant and Michael B. Smith. New York: Fordham University Press. — (2012 [2010]). Adoration: The Deconstruction of Christianity II. Translated by John McKean. New York: Fordham University Press.

Nietzsche, Frederic (2001 [1882]). The Gay Science: With a Prelude in German Rhymes and an Appendix of Songs. Edited by Bernard Williams. Cambridge: Cambridge University Press.

— (2006 [1883-1891]). Thus Spoke Zarathustra. Edited by Adrian del Caro and Robert Pippin. Cambridge: Cambridge University Press.

Pakman, Marcelo (1998). "Education and Therapy in Cultural Borderlands: A Call for Critical Social Practices in Human Services." Journal of Systemic Therapies : JST Vol. 17, No. 1, pages 18-30.

— (2005). "Toward. Critical Social Practices: Hermeneutics, Poetics and Micropolitics in Community Mental Health, " in Anita Lightburn and Phebe Sessions, Handbook of Community- Based Clinical Practice, Oxford University Press, Chapter 7, pages 84-98.

— (2011). Palabras que permanecen, palabras por venir: Micropolítica y poética en psicoterapia. Barcelona: Gedisa.

— (2014). Texturas de la imaginación: Más allá de la ciencia empírica y del giro lingüístico. Barcelona: Gedisa.

Marcelo Pakman 24

— (2017). “Micropolitics and Poetics in Couple and Family Therapy”, in J.L.Lebow et al. (Eds), Encyclopedia of Couple and Family Therapy, Springer International Publishing.

— (2018). El sentido de lo justo. Para una ética del cambio, el cuerpo y la presencia. Barcelona: Gedisa.

Plato (1991 [c.380BC]), The Republic of Plato. Second edition. Translated, with notes, and interpretive essay and a new introduction by Alan Bloom. New York: Basic Books.

Rancière, Jacques (2000). Le partage du sensible: esthétique et politique. Paris: La Fabrique. Shotter, John (1993). The cultural politics of a everyday life. Toronto: University of Toronto Press.

Shotter, John and A. Katz, Articulating a practice from within the practice itself: Establishing formative dialogues by the use of a "social poetics", Concepts and Transformation, 1(2/3), pp. 213-237 (1996).

Todd, Nick and Wade, A. (2004). Coming to terms with violence and resistance: From a language of effects to a language of responses. In T. Strong and D. Pare (Eds.) Furthering talk: Advances in the discursive therapies (pp. 145-161). New York: Kluwer Academic/Plenum.

Varela, Francisco (2010). El fenómeno de la vida. Santiago de Chile: J.C.Sáez Editor.

Wade, A. (2007). Despair, Resistance, Hope, in C. Flaskas, I. McCarthy & J. Sheehan (Eds.), Hope and Despair in Narrative and Family Therapy: Adversity, Forgiveness and Reconciliation. Hove: Brunner-Routledge.

Walters, Marianne, Betty Carter, Peggy Papp and Olga Silverstein (1988). The invisible web: Gender patterns in family relationships. New York: Guilford Press.

Marcelo Pakman 25

White, Michael and Epston, David (1989) Literate Means to Therapeutic Ends. Adelaide: Dulwich Centre Publications.

(1990). Narrative Means to Therapeutic Ends. New York: Norton.

(1992). Experience, Contradiction, Narrative and Imagination: Selected papers 1989-1991. Adelaide: Dulwich Centre Publications.