Λαμπρινή Ιωάννου 


Λαμπρινή ΙωάννουΨυχολόγος, Οικ. Θεραπεύτρια Marte MeoTherapist 
 

Από την πρώτη στιγμή που έλαβα το τηλεφώνημα-πρόσκληση από την κυρία Θανοπούλου, ξεκίνησε ένα προσωπικό ταξίδι στον χρόνο. Ήμουν καλεσμένη ως «παλαιότερη απόφοιτος» της Μονάδας, οπότε, αναπόφευκτα, συνειδητοποίησα ότι έχω διανύσει κοντά 18 χρόνια από τότε που πρωτοσυνάντησα την Ελλανίκου. Στάθηκα κι εμπιστεύτηκα τη μνήμη μου, παρατηρώντας τους «σταθμούς» που επικράτησαν στον νου μου. Παρέα με το βιβλίο «Αναμνήσεις και Αναστοχασμοί», μοιράζομαι κι εγώ τις δικές μου αναμνήσεις, τα αποτυπώματα των εκπαιδευτικών στιγμών της Μονάδας που άντεξαν στον χρόνο.

Η δική μου ιστορία αναφορικά με τη Μονάδα, ξεκινά από τον αυτισμό, που ήταν και είναι, η μεγάλη μου επαγγελματική αγάπη. Πήγα λοιπόν πίσω, στο 2000, όταν είχα ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στον αυτισμό και έμπαινα με κέφι και όρεξη στον επαγγελματικό στίβο. Ο αυτισμός, όμως, ως επιστημονικό πεδίο, ήταν, και σε ένα βαθμό εξακολουθεί να είναι, στενά συνδεδεμένος με Γνωσιακές-Συμπεριφορικές τεχνικές, καθώς και με προσεγγίσεις αυστηρά δομημένες. Η αποτελεσματικότητα της παρέμβασής μου έπρεπε να είναι μετρήσιμη, στενά συνδεδεμένη με λίστες και αυστηρά πρωτόκολλα, και η συνεργασία μου με τους γονείς συσχετιζόταν στον νου μου, από την ικανότητα των γονέων να ακολουθούν τις οδηγίες που τους έδινα.

Έτσι, πολύ νωρίς, εξοπλισμένη για να υποστηρίξω παιδιά με αυτισμό, αλλά αδύναμη να γεφυρώσω αυτό που κάνω με την καθημερινότητα του παιδιού, αντιλήφθηκα ένα κενό. Τα οπτικά προγράμματα, οι λίστες και οι καταγραφές, δεν ήταν ικανά από μόνα τους να υποστηρίξουν την οικογένεια του παιδιού στο αυτιστικό φάσμα, να συνεργαστεί. Υπερπροσπαθούσα, θύμωνα, απογοητευόμουν. Χρειαζόμουν να καταλάβω τι σημαίνει για μια οικογένεια, ή, καλύτερα για κάθε οικογένεια ξεχωριστά, το να έχει ένα παιδί με αναπτυξιακές ιδιαιτερότητες, ώστε να έχει νόημα αυτό που κάνω, αλλά και αυτό που τους ζητούσα να κάνουν. Αυτή η ανησυχία, ήταν και η αρχή της συνάντησής μου με τη Μονάδα.

Μια από τις πρώτες αναμνήσεις του εκπαιδευτικού προγράμματος που με άλλαξαν, με καθόρισαν, και έκτοτε με συνοδεύουν, είναι η σημασία του Joining, όπως αυτό αποτυπώθηκε, ήδη, από τις πρώτες μας συναντήσεις με τον κύριο Κωτσίδα, ο οποίος τότε ήταν και εκπαιδευτής στην 3ετή εκπαίδευση. Μέσα από τις αφηγήσεις του, δινόταν χώρος, πρώτα απ’ όλα για σύνδεση, φτιάχνοντας κάθε φορά ένα μοναδικό μονοπάτι επαφής με την κάθε οικογένεια: άλλοτε εστιάζοντας στην πέτρα των ανθρώπων που κατάγονται από την Ήπειρο, άλλοτε μέσα από τον νόστο των ναυτικών και άλλοτε μέσα από τις αστείρευτες πηγές της ελληνικής μυθολογίας. Κάπως έτσι άρχισα να επιτρέπω στον εαυτό μου χρόνο για επαφή, κατανόηση και σύνδεση, πριν δώσω κατευθύνσεις. Αυτή η οπτική, μαλάκωσε τον τρόπο που συνήθιζα να σχετίζομαι με τα παιδιά και τις οικογένειες που συνεργαζόμουν: έκανε λίγο λιγότερο προβλέψιμη τη διαδικασία αλλά με έναν τρόπο, την καθιστούσε πιο ασφαλή. Εγώ, ως θεραπεύτρια παιδιών στο φάσμα, είχα την ίδια ακριβώς ανάγκη με το παιδί στο φάσμα και την οικογένειά του: πρώτα να καταλάβουμε, να νιώσουμε ασφαλείς, να φτιάξουμε μια κοινή γλώσσα κι έπειτα να περάσουμε στη δράση.

Ο επόμενος σταθμός των αναμνήσεών μου βρίσκεται σε μια στιγμή συνάντησης, όπως αυτή που περιγράφεται από την κυρία Κατή στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου. Ήμασταν στο 2ο ή 3ο έτος και παρακολουθούσαμε ένα βίντεο από μια συνεδρία συστημικής θεραπείας με μια οικογένεια. Το θέμα που διαπραγματεύονταν ανέσυρε από τη δική μου κρύπτη, αναμνήσεις που δεν ήξερα ότι έχω. Με πήγε πίσω σε σκηνές και διαλόγους της δικής μου ιστορίας, που πονούσαν, ήταν κρυμμένες και ξαφνικά ξεπήδησαν. Όταν το βίντεο σταμάτησε, εγώ ήμουν κοκκαλωμένη. Δεν είπα, ούτε έκανα τίποτα. Έμεινα ασάλευτη. Λίγο πριν το καθιερωμένο μας διάλειμμα, το βλέμμα της κυρίας Χαραλαμπάκη στάθηκε επάνω μου. Με «είδε». Αυτό το βλέμμα που εντόπισε το ανείπωτο, ήταν για μένα τότε ένα μικρό θαύμα. Δεν είχα πει κάτι. Δεν είχα καν τις λέξεις να το κάνω. Όμως ήμουν ορατή. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς μου είπε, όταν πήραμε λίγο χρόνο πριν μπούμε ξανά στην εκπαίδευση. Αυτή η αίσθηση της ορατότητας, ακόμη και σε μια εκπαιδευτική ομάδα με τόσους ανθρώπους, με δίδαξε τη σημασία αυτών που δεν λέγονται αλλά είναι εκεί παρόντα και αλλάζουν το συναισθηματικό τοπίο μιας συνάντησης θεραπευτικής, οικογενειακής, εκπαιδευτικής. Ο πλούτος αυτής της εμπειρίας, που τότε έμοιαζε «θαύμα», μετασχηματίστηκε μέσα στα χρόνια, ώσπου έμαθα να εμπιστεύομαι και να αξιοποιώ τις πληροφορίες που δίνει το σώμα μου και το συναίσθημά μου.

Οι αναμνήσεις της εκπαιδευτικής διαδρομής στη Μονάδα, δεν μπορούν να μην συμπεριλάβουν την εμπειρία του Γενεογράμματος. Η συναισθηματική υποδοχής της δικής μου προσωπικής ιστορίας έγινε από την Κία Θανοπούλου. Ο τρόπος που άκουσε και συμπεριέλαβε το το Γενεόγραμμά μου, έμελλε να σφραγίσει την παρουσία της στην επαγγελματική μου πορεία και τη διαμόρφωση της επαγγελματικής μου ταυτότητας.

Μάλιστα, ίσως η σχέση μου με την Μονάδα και τους ανθρώπους της, να θεμελιώθηκαν κυρίως τότε, μετά το τέλος της εκπαίδευσης, και κυρίως κάθε φορά που ένιωθα την ανάγκη να επιστρέψω στη θρέψη τους και στην οπτική τους. Το  νήμα που ξεκίνησε με την εκπαίδευση, συνεχίστηκε με την εποπτεία και με κρατάει συνεχώς συνδεμένη, αποτυπώνεται στον τρόπο που συνεργάζομαι με τις οικογένειες ανθρώπων στο φάσμα του αυτισμού, αλλά και τους συναδέλφους μου.  Ο αυτισμός είναι ένας δρόμος κατανόησης του διαφορετικού νου, χωρίς να αποτελεί εμπόδιο στη διαρκή προσπάθεια για επικοινωνία. Η παρουσία της Μονάδας και της εποπτείας μου, με βοήθησε να πειραματιστώ με νέες πρακτικές. Κατά την εκπαίδευση στη Μονάδα άρχισα να μπαίνω δειλά-δειλά στον χώρο της συμβουλευτικής γονέων. Αρχικά βασιζόμουν στην ψυχοεκπαίδευση και την παροχή γνώσης και πληροφορίας. Σιγά-σιγά, όμως, άρχισα να εμπιστεύομαι τις δυνάμεις μου και να επιτρέπω στο βίωμα να πάρει χώρο. Προσπαθούσα πια να «δω», να καταλάβω κι έπειτα να αποφασίσω μαζί με τους γονείς προς τα πού θα κατευθυνθούμε. Κατάλαβα πώς η πληροφορία για να είναι χρήσιμη, χρειάζεται εύφορο συναισθηματικό έδαφος για να αναπτυχθεί.

Διαβάζοντας το βιβλίο συνδέθηκα πάρα πολύ με τις αλλαγές που συμβαίνουν καθώς τα χρόνια περνούν. Η δομή και η γνώση παραμένουν σημαντικές παράμετροι της δουλειάς μας, αλλά παίρνουν πια χώρο με μεγαλύτερη ευελιξία και σε συνεργασία με την κάθε οικογένεια. Η συστημική ματιά και εποπτεία παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της πρακτικής μου. Όπου είναι εφικτό, προσπαθώ να βλέπω τους γονείς μαζί με τα παιδιά τους, δίνοντας φωνή σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Συστημική και νευροδιαφορετικότητα διαμορφώνουν μια νέα κουλτούρα στις οικογενειακές συναντήσεις, όπου σκοπός είναι μια κοινή γλώσσα, που κυρίως θα κάνει νόημα στα μέλη της οικογένειας που θα τη χρησιμοποιούν. Προσπαθώ να βρισκόμαστε σε κοινές συναντήσεις, γονείς, θεραπευτές, δάσκαλοι, παιδοψυχίατροι, επιδιώκοντας την ανοιχτή επικοινωνία όλων των εμπλεκόμενων συστημάτων.

Κλείνοντας αυτήν την αναστοχαστική διαδρομή, και σχεδόν 20 χρόνια μετά τη συνάντησή μου με τη Μονάδα, σκέφτομαι τα διαφορετικά επίπεδα των αποτυπωμάτων αυτής της εκπαίδευσης. Στη δική μου πορεία, αυτή η ροή δύναμης συνοψίζεται στη διαδρομή μιας ομάδας 5 γονεϊκών ζευγαριών που ξεκίνησα μαζί τους, το 2013 με ψυχοεκπαιδευτικό περιεχόμενο. Αυτή η ομάδα, όπως κι εγώ, κάναμε τα πρώτα μας βήματα με έναν «αλλιώτικο» τρόπο, συγκριτικά με ότι γνώριζα μέχρι τότε ως ομάδα γονέων, με επίκεντρο το φάσμα του αυτισμού. Μαζί με αυτούς τους 10 ανθρώπους ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω στον γονικό ρόλο, βάζοντας μέσα στη διεργασίας της ομάδας το βίωμα, την εμπειρία, την προσωπική ιστορία του καθενός. Πέντε χρόνια μετά, αυτή η ομάδα, πρότεινε και υλοποιήσαμε μια συνάντηση υποστήριξης νέων ζευγαριών που μόλις είχαν πάρει τη διάγνωση του αυτισμού για το παιδί τους. Είχαν την ανάγκη να δώσουν τη δύναμη και τη γνώση που είχαν, μέσα από το δικό τους βίωμα. Εκείνη η συνάντηση συνοψίζει τη μέχρι τώρα ψυχική μου διαδρομή με τη Μονάδα και αποτελεί το σημαντικότερο αποτύπωμα της συνάντησης μου μαζί της.