Γράφει η  Κατερίνα Δασκαλάκη

 


Παρουσίαση 16 Ιανουαρίου 2018 (Πόλις Αρτ Καφέ)

 

Λίγες φορές στη ζωή μου έχω ζοριστεί τόσο πολύ κι έχω βρεθεί σε τόση αμηχανία με τη σκέψη ότι πρέπει να απευθυνθώ σ’ ένα κοινό ειδικών, πάνω σε ένα γνωστικό αντικείμενο το οποίο, όπως και να το κάνουμε, δεν είναι το δικό μου: έστω κι αν έχω ακολουθήσει –ή υποστεί, όπως θέλετε– επί μακράν σειράν ετών, τις γνωστές διαδικασίες. Με ενεθάρρυνε κάπως το εισαγωγικό σημείωμα του Γρηγόρη Αμπατζόγλου στο οποίο, ο ίδιος ο συγγραφέας των «προσώπων του ξένου» εμφανίζεται, την παραμονή μιας δημόσιας παρέμβασής του, να μην «ξέρει τι ακριβώς να πει». Και μάλιστα για ένα θέμα που κατά τεκμήριο το ήξερε πολύ καλά. Λοιπόν, αυτό σκεπτόμουν καθώς διάβαζα, με μολύβι και χαρτί, αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον και βαθύ βιβλίο για το οποίο γίνεται λόγος σήμερα και προσπαθούσα να νικήσω το άγχος μου. Γιατί, αλήθεια, τι θα μπορούσα να πω; Ως τι θα μπορούσα να σας μιλήσω; Είναι γεγονός ότι η πρότερη δημοσιογραφική μου ιδιότητα παρέχει ενός είδους συγχωροχάρτι: οι δημοσιογράφοι συνηθίζουν να μιλάνε για όλα και για τίποτα. Συνήθως όμως αυτά τα «όλα» έχουν σχέση με την καθημερινότητα, με την άμεση και βουερή επικαιρότητα, στέκονται στην επιφάνεια των πραγμάτων, έστω κι αν συνήθως δεν σκύβουμε όσο πρέπει προκειμένου να εξερευνήσουμε το απύθμενο βάθος αυτής της επιφάνειας.

Μια εξαιρετική παρουσίαση του βιβλίου έγινε ήδη στον Τύπο, στην «Καθημερινή» της 17ης Δεκεμβρίου, με την υπογραφή της Μαριαλένας Σπυροπούλου, που είναι ψυχαναλύτρια. Συμπεραίνει, μεταξύ άλλων και πολύ σωστά, ότι «η στόχευση» του βιβλίου για το οποίο μιλάμε «είναι η αναζήτηση και η εδραίωση της υποκειμενικότητας, όπως η ψυχαναλυτική σκέψη προωθεί». Λίγο-πολύ, ένα εγχειρίδιο προς χρήση των ειδικών. Ναι, γιατί όχι; Όμως, ένα βιβλίο, όπως «Τα πρόσωπα του ξένου» προσφέρεται σε πολλές αναγνώσεις. Με τον ίδιο τρόπο που τα λογοτεχνικά κείμενα από τα οποία αντλεί ο συγγραφέας προσφέρονται στην ψυχαναλυτική ματιά και ερμηνεία, έτσι και ένας τρίτος, «αδαής», μπορεί να πιάσει στα χέρια του ένα κείμενο που κατ’ αρχήν «στοχεύει» σε κάτι ειδικό και να περιπλανηθεί ή και να παραπλανηθεί ακόμη – είναι κι αυτή μια γόνιμη διαδικασία - ψάχνοντας και σ’ άλλα μονοπάτια. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι το βιβλίο του Σωτήρη Μανωλόπουλου μπορεί να προσεγγίσει κι ένα ευρύτερο κοινό, πράγμα που του προσδίδει μεγαλύτερη εμβέλεια. Από την πλευρά του κοινού αυτού, λοιπόν, θα προσπαθήσω να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις.

Ο «ξένος» είναι της μόδας, όλοι το ξέρουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Τα σωσίβια». Δεν υπάρχει άνθρωπος που να παρακολουθεί τα δελτία ειδήσεων και να μην κάνει αυτομάτως τον συνειρμό: το σωσίβιο δεν παραπέμπει πια σε ηλιόλουστες διακοπές με χαρωπά παιδάκια. Το σωσίβιο έχει ένα σκληρό πορτοκαλί χρώμα και ενίοτε ξεβράζεται τυλίγοντας πτώματα. Ούτε είναι τυχαίο ότι ο συγγραφέας μας εισάγει στο κείμενό του μ’ έναν αριθμό: 65,3 εκατομμύρια. Τόσοι είναι οι άνθρωποι που ξεριζώθηκαν βίαια από τις εστίες τους το 2015. «Πρώτη φορά ο αριθμός αυτός είναι τόσο μεγάλος», λέει. Πρώτη φορά, βέβαια, και ο παγκόσμιος πληθυσμός αριθμεί 7,5 δισεκατομμύρια ψυχές, και πρώτη φορά υπερδιπλασιάζεται σε διάστημα λιγότερο του μισού αιώνα. Αλλά ας μην σταθούμε σ’ αυτό. «Πώς στέκεται ο ψυχαναλυτής απέναντι σ’ αυτό το μαζικό τραύμα;», αναρωτιέται ο συγγραφέας. Ο αναγνώστης, όμως, έχει ήδη λάβει μια πρώτη απάντηση προτού προχωρήσει παρακάτω: με τη μνήμη, μεταξύ άλλων. Το βροντοφωνάζει η αφιέρωση «στους πρόσφυγες του 1922», αλλά και όλες οι αναφορές στα έργα τέχνης, όπως τα ονομάζει, που χρησιμοποιεί ως εργαλεία της σκέψης του και τα οποία, για τη δική μας γενιά τουλάχιστον, ανακαλούν παλιές μνήμες και διαβάσματα: αυτά τα «έργα τέχνης [που] είναι τα σωσίβια αλλά και οι λέμβοι-φορείς της οδύνης μας», όπως επισημαίνει εξαρχής ο συγγραφέας, για όποιον τυχόν θα μπορούσε να τρέφει αντίθετες αυταπάτες.

Έτσι κι αλλιώς, θαμμένες μνήμες πασχίζει να φέρει στην επιφάνεια η ψυχανάλυση, σκάβοντας σ’ εκείνον τον σκοτεινό χώρο που έχει ονομάσει ασυνείδητο, και η επιλογή του Σωτήρη Μανωλόπουλου να χρησιμοποιήσει λογοτεχνικά κείμενα και κινηματογράφο ως «πρίσματα» για να διακρίνει τα πρόσωπα των ξένων, των ξεριζωμένων, των εκτοπισμένων, δίνει στο βιβλίο και μια ιδιαίτερη λογοτεχνική διάσταση.

«Ξεκινούμε  -λέει- τη ζωή μας μ’ έναν ξένο από τον οποίο εξαρτιόμαστε για να επιζήσουμε» και το ζητούμενο είναι να γίνουμε «αυτόνομα υποκείμενα». Κατά το δυνατόν, θα μπορούσε να πει κανείς. Στα παραδείγματα τα οποία αντλεί από διαφορετικές μεταξύ τους πηγές, όπως είναι ο Όμηρος ή ο Σαιξπηρικός Άμλετ, ο Παπαδιαμάντης, ο Καμύ ή ο Τέννεση Ουΐλλιαμς και ο Ταρκόφσκι, στα μυθικά ή όχι πρόσωπα τα οποία επικαλείται, ο «ξένος» είναι πάντα ξένος. Ένα αναπάντητο ερωτηματικό. Το ίδιο ο Άμλετ, με το δικό του θέατρο μέσα στο θέατρο, όσο και ο ανώνυμος που ξεβράζεται σε μιαν άγνωστη ακτή με το σωσίβιο-στολή του ξένου. Εντέλει, ο «ξένος» έχει πολλά πρόσωπα αλλά κι ένα μόνον. Ξένοι είμαστε όλοι λίγο-πολύ, ως προς τους άλλους και ως προς τον εαυτό μας, κι αν αυτό το τελευταίο δεν είναι ένα «μαζικό» τραύμα, όπως το τραύμα ενός αναγκασμένου σε μετακίνηση πλήθους, μπορεί πάντως να βρίσκεται στη ρίζα ενός γενικότερου δράματος. Ο Σωτήρης Μανωλόπουλος δείχνει το ίδιο ενδιαφέρον τόσο στην ψυχική συγκρότηση του ατομικού ανθρώπου όσο και στη γενικότερη κοινωνική διάσταση του προβλήματος. Θέτει μάλιστα εδώ κι εκεί και ερωτήματα πολιτικού χαρακτήρα. Θίγει ζητήματα για τα οποία έχουν γραφτεί σελίδες επί σελίδων αλλά μένουν πάντα ανοιχτά, όπως είναι π.χ. η πλήρης διαλεύκανση των ψυχωτικών στοιχείων των Ναζί ή ο εν γένει ρόλος των θεσμών και των κοινωνικών πλαισίων. Λέει: «κινούμαστε ανάμεσα στην ατομικότητα και το σύνολο, ανάμεσα στο "είμαι το παν" και στο "έχω κάτι". Κάθε στιγμή που διαφοροποιείται κανείς από το όλον "περιβάλλον-σώμα-εγώ" αναλαμβάνει ένα χρέος». Μιλάει, ακροθιγώς έστω, για τον αμφίβολο και αμφιλεγόμενο ρόλο των ΜΜΕ, και σε κάποιο άλλο σημείο για το «συναίσθημα» που έχει απαλειφθεί από τους δημόσιους επικοινωνιακούς κώδικες. Σίγουρα. Το ερώτημα, όμως, που γεννιέται ευθύς αμέσως είναι: θα μπορούσε να μην έχει απαλειφθεί; Με τον τρόπο, με την ταχύτητα, με τη γενίκευση με την οποία διακινείται η όποια «πληροφορία»; Μ’ έκανε να θυμηθώ ένα κείμενο του Μπωντριγιάρ που συζητήθηκε και κατακρίθηκε πολύ: «Ο πόλεμος του Κόλπου δεν έλαβε χώρα», το θυμάστε. Μιλούσε για τους «ξένους» σε όλον τον κόσμο που, αδιάφοροι και άπληστοι μαζί για το θέαμα, παρακολουθούσαν από τον καναπέ του σπιτιού τους έναν πόλεμο τη ίδια τη στιγμή που γινόταν. Απολάμβαναν δηλαδή βεγγαλικά στην τηλεόραση, που τα «έπαιζαν» κάποιοι άλλοι «ξένοι», κάπου αλλού. Έκτοτε το θέαμα επαναλαμβάνεται και συγκινεί όλο και λιγότερο. Όπως και το θέαμα των σωσιβίων με το πορτοκαλί χρώμα. Η είδηση δεν είναι πια πρωτοσέλιδη, όπως λέγαμε κάποτε σε μια παρελθούσα επικοινωνιακή εποχή.

Υπάρχουν πολλά σημεία στο βιβλίο του Σωτήρη Μανωλόπουλου που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν έως και σπαρακτικά, αν το επίθετο δεν έμοιαζε τόσο μελοδραματικό. Στέκομαι σε ένα από τα πολλά αυτά: «Είμαστε πρόσφυγες πολλών κόσμων» επειδή «έχουμε πολλές καταγωγές» (το σώμα μας, το σώμα της μητέρας, τον πατέρα-τρίτο, την ατομική, κοινωνική, οικογενειακή ύπαρξη). Αμέσως κατόπιν προχωρεί, βεβαίως, στην ψυχαναλυτική ερμηνεία της φράσης που αποτόλμησε, αλλά, αν, έτσι σαν άσκηση, σαν αστείο, σαν πείραμα, αν δίναμε το θέμα αυτό για ανάπτυξη σε οποιονδήποτε  -μη ψυχαναλυτικώς ειδοποιημένο- αλλά λίγο πιο ανοιχτό έφηβο ή μη, είμαι σίγουρη ότι θα μέναμε κατάπληκτοι μ’ αυτό που θα διαβάζαμε. Επειδή -κι εδώ νομίζω ότι έγκειται η σημαντική προστιθέμενη αξία αυτού του βιβλίου- οι σκέψεις που διατυπώνονται, τα ερωτήματα που τίθενται οδηγούν σε άλλα ανοίγματα και εκτείνονται σε πολλά πεδία.

Ο Σωτήρης Μανωλόπουλος είναι, συν τοις άλλοις, κι ένας εξαιρετικά χαμηλότονος και σεμνός άνθρωπος. «Δεν γνωρίζω τα θέματα φιλοσοφίας», μας ειδοποιεί σε ένα σημείο του βιβλίου του. Επικαλείται, όμως, τον Λεβινάς, κλείνει δυο φορές το μάτι στον Ηράκλειτο όταν λέει ότι αρέσει στην «ύπαρξη» εδώ (κι όχι στη φύση) να κρύβεται, κι ότι ο «Δαίμων που κατοικεί τον άνθρωπο είναι το υποκείμενο» («ήθος» θα τον ονόμαζε ο Σκοτεινός), και γνέφει στον Παρμενίδη. Κι ακόμα περισσότερο, επισημαίνει κάπου ότι «η αφαίρεση είναι θεμέλιο του σκέπτεσθαι». Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Ποταμοί μελάνης έχουν χυθεί επί της λεγόμενης «αφαιρετικής σκέψης». Κι αφού τόσο μιλάμε για μνήμη, για πένθος, για απένθητα και άθαφτα, απ’ αυτά που όλοι, ψυχαναλυμένοι ή όχι, διατηρούμε και που χτίζουν τα καβάφεια τείχη της «αποξένωσής» μας, μήπως θα έπρεπε, μια και το έφερε η συζήτηση, ν’ ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση για να σκεφθούμε τι έγινε και μ’ εκείνο το περίφημο απαρέμφατο: το καταργήσαμε, καταργώντας έναν βασικό μοχλό αφαίρεσης στη σκέψη και στη γλώσσα, για να το μπάζουμε που και που λαθραία από την πίσω πόρτα, όταν δεν γίνεται αλλιώς, όταν η αποξένωση και η ετερότητα, μη μπορώντας να εκφραστούν με σαφήνεια και ν’ αποκτήσουν πρόσωπο, κατακλύζουν τον χώρο.

Υπάρχουν πάρα πολλές φράσεις, παρατηρήσεις, σκέψεις και συμπεράσματα στο πολύ σημαντικό αυτό βιβλίο που θα χρειάζονταν σελίδες επί σελίδων για να αναλυθούν. Φυσικά ούτε προτίθεμαι ούτε είμαι σε θέση να το κάνω. Οι ψυχαναλυτές που προηγήθηκαν είπαν τα σημαντικά. Εγώ θα ήθελα να επιμείνω στο ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που απευθύνεται «και» στους άλλους. Ο «ξένος» μέσα μας, κι ο «ξένος» απέναντι και γύρω μας είναι το μόνιμο συναπάντημά μας. Επειδή ο Σωτήρης Μανωλόπουλος κάπου χρησιμοποιεί (με πολύ ευρύτερη έννοια από την καθαρά γεωγραφική, εξυπακούεται) και τον όρο «γεωγραφία», δεν μπορώ ν’ αντισταθώ στον πειρασμό και να μην συλλογιστώ ότι ο «ξένος» γίνεται όλο και πιο ξένος στην εποχή που μιλάμε για «παγκοσμιοποίηση» και για «παγκόσμιο χωριό», στην εποχή που υπάρχει μια πρωτοφανής κινητικότητα στον πλανήτη, κι όχι μόνον εκείνη η οδυνηρή των «εκτοπισμένων». Η ψυχανάλυση δίνει τις δικές της ερμηνείες. Εξυπακούεται ότι υπάρχουν κι άλλες και το μέλλον καραδοκεί με πολλά προσωπεία. Υπάρχει, όμως, κι ένα καίριο ερώτημα που προβάλλεται, κι ίσως σ’ αυτό οι ψυχαναλυτές να μπορούν να διεκδικήσουν την προτεραιότητα της απάντησης, αν απάντηση υπάρχει: μήπως είναι έτσι φτιαγμένο το ανθρώπινο ον, από τότε που γεύτηκε τον απαγορευμένο καρπό της γνώσης, ώστε πάντοτε κάτι μέσα του να παραμένει «ξένο» και προς τους άλλους και προς το ίδιο; Δεν μιλάμε για κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς ή κώδικες πολιτισμού ή πολιτισμένης και σωστής αντιμετώπισης των «σωσιβίων» απ’ όπου του κόσμου, αλλά για μια βαθύτερη εσωτερική αγωνία, εγγενή στον άνθρωπο. «Εγώ είναι ένας άλλος», είχε πει ο ποιητής, κι είναι πολλά τα παραδείγματα των «αποξενωμένων» με τον εαυτό τους τεράστιων δημιουργών. Ποια είναι η ενδεχόμενη σχέση ενός διαφοροποιημένου πνεύματος με ενός είδους τέτοια «αποξένωση»; Μήπως κι εδώ θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσει κανείς το πρόβλημα των ορίων; Διαβάζω από ένα φιλοσοφικό κείμενο: «Επειδή, ακόμα πιο ριζική και περικλείουσα από την αλλοτρίωση του ανθρώπου –η ριζική απάλειψη της οποίας θα συνέπιπτε με την απάλειψη του ανθρώπου- είναι η αξεπέραστη αποξένωσή του, καθώς ο άνθρωπος παραμένει ξένος στον εαυτό του και στον κόσμο, με τον κόσμο να του είναι ξένος, παρ’ όλες τις συνήθειες, όλα τα ήθη, όλες τις οικειότητες». Τα λόγια είναι του Κώστα Αξελού κι η δική του ματιά στην αποξένωση υπό άλλη γωνία, ωστόσο το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.

Στο βιβλίο του Σωτήρη Μανωλόπουλου γίνεται ευρύτατη αναφορά στο «νόημα» και στην αναζήτηση του «νοήματος», παρότι σε κάποιο σημείο αναρωτιέται επίσης «αν έστω υφίσταται κάποιο νόημα». Αν κατάλαβα καλά, όμως, το νόημα που  κυρίως ενδιαφέρει εδώ αναφέρεται στην αιτούμενη εδραίωση της υποκειμενικότητας που πρέπει να νικήσει το «ανοίκειο» του εαυτού της μπας και φθάσει στην Ιθάκη. (Κι αν η Ιθάκη είναι αντικατοπτρισμός;) «Με κάθε συγκρότηση νοήματος δημιουργείται και μια νησίδα υποκειμενικότητας», μας λέει. Ο καθένας μπορεί να διακρίνει εδώ την αγωνία και προσήλωση του ψυχαναλυτή στο έργο του. Ποιο είναι, όμως, το «Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω»* σε μια τέτοια ανατρεπτική, μηδενιστική εποχή; Με το κενό να είναι τόσο ελκυστικό; «Η κουλούρα του θελκτικού χάους, η εκμηδένιση, το κενό μας ασκούν μια έλξη», επισημαίνεται επίσης στο βιβλίο. Λοιπόν; Οι παλιοί καλοί κανόνες ισχύουν πάντα;

Τελειώνοντας, θα ήθελα και πάλι να ευχαριστήσω τον συγγραφέα. Για την άπληστη ανάγνωση στην οποία με οδήγησε το τεκμηριωμένο, άκρως επιστημονικό αλλά και πολύ «διαβαστερό», γλαφυρό και καλογραμμένο του κείμενο. Για τις μνήμες που με έκανε να ανακαλέσω με τις αναφορές του. Για τις σκέψεις στις οποίες με βύθισε η στοχαστική και ανήσυχη σκέψη του. Και, ακόμη παραπέρα, για τα πολλά και γόνιμα ερωτηματικά που μού προκάλεσε.

*«δώσ’ μου μέρος (πού) να σταθώ (μοχλοβραχίονα) κι ως και τη γη μπορώ να  κινήσω», Ιστορική φράση του Αρχιμήδη, όταν ανακάλυψε τους μοχλούς (Αρχιμήδης, 287 π.Χ.-212 π.Χ.) , Έλληνας μαθηματικός, φυσικός, μηχανικός, εφευρέτης και αστρονόμος.