ΤΕΥΧΟΣ 10 - ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ & ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Διάλογος με τις Φωνές

Λυκούργος Καρατζαφέρης1Φέλιου Γεωργία 2,  Μαριάννα Κεφαλληνού3

  PDF

 


1 Ψυχίατρος / Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές (HVN), Αθήνα, Ελλάδα
2 Ψυχοθεραπεύτρια / HVN, Αθήνα, Ελλάδα
3 Ψυχολόγος / HVN, Αθήνα, Ελλάδα 
 
 
 
 
 
Περίληψη

Αντίθετα από την αναγωγιστική, βιογενετική θεώρηση των φωνών ως ένα σύμπτωμα κενού νοήματος, η θεραπευτική προσέγγιση που εισάγουν οι Corstens, Longden και May προσφέρει τη δυνατότητα εγκαθίδρυσης μιας πιο αρμονικής σχέσης μαζί τους και μια αφορμή διερεύνησης των υποκείμενων προβλημάτων. O Διάλογος με τις Φωνές, συνδεόμενος με τη μακρά παράδοση της διαλογικής οργάνωσης της εμπειρίας και προτείνοντας τη θεώρηση των φωνών ως μια μάλλον αποσυνδετική παρά ψυχωτική εμπειρία επαναφέρει στη θεραπεία έννοιες όπως νόημα, διαλογικότητα, επικοινωνία από τις οποίες οι άνθρωποι που ακούνε φωνές είναι εδώ και χρόνια αποκλεισμένοι.

 

Διάλογος με τις Φωνές

Στον ορισμό των ακουστικών ψευδαισθήσεων στο DSM-V αυτές περιγράφονται ως αντιληπτικές εμπειρίες που βιώνονται χωρίς την παρουσία εξωτερικού ερεθίσματος. Όμως το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι το να αντιλαμβανόμαστε τις ψευδαισθήσεις ως μια ανώμαλη κατάσταση της αντίληψης μπορεί να είναι παραπλανητικό καθώς η συγκεκριμένη σύλληψη δεν αφήνει χώρο για την υποκειμενική εμπειρία του ατόμου. Επιπλέον δημιουργεί μια σύγχυση στη διερεύνηση του φαινομένου, αφού περιορίζει την έρευνα στην αναζήτηση ελλειμμάτων στη διεργασία της αντίληψης και προκαλεί επιπλοκές στην κλινική και θεραπευτική πράξη καθώς αποφεύγεται η ενασχόληση μαζί τους πέραν της στοχευμένης προσπάθειας εξοβελισμού τους (Pérez-Álvarez, M., García-Montes, J., Perona-Garcelán, S., & Vallina-Fernández, O., 2008). Στη συνέχεια του άρθρου, στο πνεύμα της κουλτούρας και της φιλοσοφίας της παρέμβασης, θα χρησιμοποιήσουμε τον πιο φιλικό όρο φωνές ή εναλλακτικά εμπειρία φωνών και μιλώντας για τους ανθρώπους που ακούνε φωνές (ΑΦ).

Επιπλέον γνωρίζουμε ότι συχνά η ψυχιατρική αγνοεί τις φωνές και τη σημασία που έχουν για τον άνθρωπο που τις ακούει με αποτέλεσμα τόσο αυτοί όσο και οι επαγγελματίες να παγιδεύονται σε ένα ανηλεές κυνήγι των φωνών, σε μια διαρκή προσπάθεια εξοβελισμού τους, κάτι που αντιστοιχεί σε μια διαρκή άρνησή τους.  Έτσι όμως, όπως θα αναλυθεί και παρακάτω, μαζί με τις φωνές εξοβελίζονται και ενδεχόμενα μονοπάτια θεραπευτικής προσπάθειας.

Πλούσια βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια έχει δείξει πως η άρνηση των φωνών μπορεί να αποδειχτεί επιζήμια για τον άνθρωπο που τις ακούει. Ο ψυχιατρικός ορισμός του DSM δεν αφήνει πολλά περιθώρια και ωθεί προς την ακύρωση της ‘αλήθειας’ της εμπειρίας και επομένως στη μη διερεύνησή της, την άρνηση του νοήματός της ενώ αποκηρύσσεται και η λειτουργικότητά της. Βέβαια όλα αυτά δε σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που υποφέρουν. Όμως φωνές συναντάμε και σε ανθρώπους που δεν πάσχουν και επομένως δεν έρχονται ποτέ σε επαφή με υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Φαίνεται δε, ότι αντιστοιχούν στα 2/3 περίπου του 2-6% των ανθρώπων που ακούνε φωνές συνολικά. (Sidewick et al. 1894 ; Tien, A. Y. 1991, Eaton, W. W., Romanoski, A., Anthony, J. C. & Nestadt, G. J., 1991 ; Lawrence C., Jones, J. & Cooper, M., 2009 ; Beavan, V., Read, J., & Cartwright, C., 2011)

Ένα από τα σημαντικά στοιχεία που διακρίνει τους ανθρώπους που δεν πάσχουν φαίνεται να είναι η ισορροπημένη, αρμονική σχέση που έχουν με τις φωνές τους και οι στρατηγικές που χρησιμοποιούν (Andrew et al., 2008; Longden , E., Corstens, D., Escher, S., & Romme, M., 2012; Romme & Escher, 1993, 2000, 2010; Sorrell et al. 2010). Τα τελευταία χρόνια αναγνωρίζεται όλο και πιο ευρέως πως οι φωνές αποτελούν μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία (Watkins, 2008) και πως οι ΑΦ έχουν σε σημαντικό ποσοστό βιώσει τραυματικά γεγονότα (Bebbington et al 2005 ; Janssen et al 2004 ; Shevlin, M., Murphy, J., Read, J., Mallett, J., Adamson, G. & Houston, J. E., 2011 ; Spataro, J., Mullen, PE., Burgess, PM., Wells, DL. & Moss, SA. 2006 ; Whitfield, C. L., Dube, S. R., Felitti, V. J. & Anda, R. F., 2005), τα οποία συσχετίζονται και με τη φαινομενολογία των φωνών (Beavan, V., Read, J., & Cartwright, C., 2010; Romme & Escher, 1993, 2000, 2010). Επίσης, σε πολλές έρευνες φαίνεται πως οι φωνές λειτουργούν και ως μια στρατηγική επιβίωσης για τους ΑΦ (Romme & Escher 2010, Longden et al. 2012). Συχνά εμφανίζονται στη διάρκεια γεγονότων που δημιουργούν κατακλυσμιαία συναισθήματα τα οποία το άτομο δεν μπορεί να διαχειριστεί ή γεγονότων που κινητοποιούν αναμνήσεις παλαιότερων τραυματικών συμβάντων. (Romme & Escher. 2010 ; Beavan, V., Read, J., & Cartwright, C., 2010)

         

Αναζητώντας μια διαλογική συνάντηση με τις φωνές

Όλα τα παραπάνω, σήμερα, σε μια εποχή αποθέωσης της τεχνικής, σε μια εποχή κυριαρχίας της "Τεχνολογικής" Ψυχιατρικής και Ψυχολογίας θέτουν σημαντικές προκλήσεις σε φιλοσοφικό και θεραπευτικό επίπεδο. Μιλώντας για "Τεχνολογική Ψυχιατρική και Ψυχολογία" εννοούμε όλο εκείνο το πλέγμα θεσμικών ή μη ερμηνειών και παρεμβάσεων που δίνουν εξηγήσεις αποκλειστικά μέσω αιτιοκρατικών επιστημονικών μοντέλων - διαταραγμένων υποκειμένων δίνοντας προτεραιότητα στις επεξηγήσεις και όχι στο νόημα και όπου πολύ συχνά το πλαίσιο απαλείφεται  (Thomas & Bracken, 2004). Έτσι για παράδειγμα, θεωρείται ότι μέσω των νευροεπιστημών η πνευματική ζωή θα εξηγηθεί με τη γλώσσα των φυσικών επιστημών. Αντίστοιχα η (ψυχολογική) ζωή μπορεί να εξηγηθεί μέσω μιας αναλογίας με τους υπολογιστές κάνοντας τη λειτουργία του νου επιδεκτική στην επιστημονική μελέτη. Μοιραία και οι όποιες "θεραπευτικές" απαντήσεις δίνονται μέσω τεχνολογικών παρεμβάσεων βασισμένων σε ποσοτικά δεδομένα,  όπου ο νους μπορεί να εξεταστεί ως πράγμα (ως το καρτεσιανό "Res").

Κατά τη γνώμη μας χρειαζόμαστε ένα καινούριο φιλοσοφικό πλαίσιο. Συνεχίζοντας το συλλογισμό τους οι Thomas & Bracken (2004) βλέπουν στον πυρήνα της αναζήτησης ενός τέτοιου πλαισίου το νόημα. Το κλειδί, λένε, είναι η πρωτοκαθεδρία του νοήματος για τα ανθρώπινα όντα. Η επιστημονική έρευνα δεν είναι παρά ένα προϊόν της ανθρώπινης εμπειρίας και ιστορίας. Περιλαμβάνει ένα συγκεκριμένο τρόπο συνάντησης - ανακάλυψης του κόσμου, ο οποίος αναδεικνύει τις αξίες του από τον τρόπο που βλέπουμε τη φύση. Στα χνάρια του Marleau-Ponty (1962) φαινομενολογία  σημαίνει το να κοιτά κανείς τον κόσμο εκ νέου. Μαζί συμπορεύεται η επιθυμία να τεθεί η επιστήμη στην κατάλληλη θέση σε σχέση με τις ανθρώπινες υποθέσεις. Μια τέτοια αντίληψη έχει προεκτάσεις στην ψυχική υγεία, όπως πχ στην ανάγκη συμπερίληψης τρόπων κατανόησης των ανθρώπινων υποκειμένων που εστιάζουν στη σημασία του νοήματος.

Αντίστοιχα στον πυρήνα της πρακτικής της διαπροσωπικής φαινομενολογίας βρίσκεται η εστίαση στην εξέλιξη μιας μη παρεμβατικής, μη ελεγκτικής αλλά ενεργά ενσυναισθητικής σχέσης αφήνοντας κατά μέρος οτιδήποτε αποκλειστικά θεραπευτικό ή ελεγκτικό. Εν συντομία μπορεί να περιγραφεί ως το «να είναι κανείς μαζί». Ο στόχος είναι η ανάπτυξη, στη διάρκεια του χρόνου, μιας κοινής εμπειρίας πάνω στο πλήρες κοινωνικό νόημα που φέρει το πλαίσιο του υποκειμένου – παρόντος και παρελθόντος. (Mosher, 1999)

Σε ένα άλλο επίπεδο, πολύ πρόσφατα, οι Felicity Deamer και Sam Wilkinson (2015) ανέπτυξαν τη θέση ότι μια μεγάλη ομάδα φωνών μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα μέσα από τη γλωσσολογική σκοπιά της Pragmatic theory ως εμπειρίες επικοινωνίας παρά ως εμπειρίες ακρόασης ήχων, που όχι μόνο δίνει νόημα σε “άηχες φωνές” αλλά προσεγγίζει και την εμπειρία φωνών σε κωφούς όπου η αναπαράσταση σε πολλές περιπτώσεις είναι το κλειδί. Ακούγοντας μια φράση ο ΑΦ μπαίνει αυτόματα σε μια διαδικασία ερμηνείας / αποκωδικοποίησης των προθέσεων καθώς λόγια και προθέσεις προέρχονται από νοήμονα όντα. Τελικά “ο τρόπος που λέγεται κάτι αλλά και το πώς ακούγεται καθορίζεται από το συναίσθημα το ομιλητή”. Αν ακολουθούσαμε μια πιο τεχνοκρατική ταξινομητική διάθεση θα μπορούσαν οι φωνές, σύμφωνα με τους ερευνητές, να θεωρηθούν στις περισσότερες των βασανιστικών περιπτώσεων ως μια μορφή "ψευδαισθητικής επικοινωνίας" (hallucinated communication) παρά "ψευδαισθητικού ήχου" (hallucinated sound) που συνάδει και με την ιδέα ότι οι άνθρωποι δεν είναι όντα που απλά αντιλαμβάνονται αλλά πολύ περισσότερο είναι όντα βαθύτατα κοινωνικά και επικοινωνιακά.

Είναι γνωστή η ρήση του Αριστοτέλη ότι η πόλη αποτελεί μια φυσική πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώο πολιτικό. Στο πνεύμα αυτό μπορεί κανείς να υποθέσει ότι και οι φωνές αντανακλούν κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις έως και το κοινωνικό επίπεδο του ΑΦ. Ο M. Pérez-Álvarez και οι συνεργάτες του (2008)  αναφερόμενοι στους  Birchwood, Meaden, Trower, Gilbert, & Plaistow (2000) και τους Birchwood et al. (2004) αναδεικνύουν μια σημαντική σύνδεση ανάμεσα στον τρόπο που βιώνει ο ΑΦ τις σχέσεις του με τους άλλους στην καθημερινή ζωή για παράδειγμα ως αδύναμος, κατώτερος ή υφιστάμενος και του πώς βιώνει τις φωνές του (αντίστοιχα ως αδύναμος ή κατώτερος).  Πέρα από τα προσωπικά ζητήματα οι φωνές ίσως αντανακλούν την κοινωνική ατμόσφαιρα της εποχής. Εποχές που έγιναν αντιληπτές ως δύσκολες και επικίνδυνες όπως η δεκαετία του ’80 γεννήσανε πιο αρνητικές και εχθρικές φωνές από τη δεκαετία του ‘30 (Mitchell, J., & Vierkant, A.D. 2001). Παρά τη γνωσιακή προέλευση των παραπάνω ερευνών είναι σημαντικό ότι επιδιώκουν να απομακρυνθούν από ένα αναγωγιστικό, βιογενετικό μοντέλο που αναζητά διαταραχές στο αντιληπτικό σύστημα προς χάριν μιας πιο σχεσιακής ματιάς.

Με μια πιο διαλογική οπτική οι Vygotsky και Wittgenstein μιλάνε για τη σημασία της κατανόησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσω του γεγονότος ότι αυτή είναι ενσωματωμένη σε μια άπειρη πολυπλοκότητα κοινωνικών, πολιτιστικών, ιστορικών και πολιτικών πλαισίων. Σε αυτό το πλαίσιο οι φωνές μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως αναδυόμενες μέσα από σχέσεις (που σαφώς και έχουν μια νευροβιολογική διάσταση, την οποία δε γνωρίζουμε ακριβώς), ως ένα φαινόμενο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια κρίση  της ρέουσας σχέσης του ατόμου με τον κόσμο αλλά και ως μια προσπάθεια ξεπεράσματος της κρίσης. Σύμφωνα με τους Romme και Escher (2000) οι φωνές είναι τόσο μια επίθεση στην προσωπική ταυτότητα του ατόμου όσο και μια προσπάθεια να διατηρηθεί αυτή άθικτη. Για τους Moskowitz & Corstens (2007) οι φωνές όχι μόνο αποτελούν ένα φυσιολογικό φαινόμενο αλλά αμφισβητώντας την ψυχωτική τους διάσταση διακρίνουν σε αυτές έναν αποσυνδετικό χαρακτήρα. Η θέση αυτή διαμορφώνει μια άλλη επιστημολογική ματιά που θέτει ερωτήματα σε σχέση με τα ήδη μετέωρα ταξινομητικά κριτήρια των ψυχώσεων και επιπλέον, όπως θα δούμε, επηρεάζει τις θεραπευτικές μας παρεμβάσεις, όπως αυτή που διαπραγματεύεται το παρόν άρθρο.

 

Αναζητώντας μια διαλογική συνάντηση με τον εαυτό

Η ιδέα μιας διαλογικής οργάνωσης της εμπειρίας δεν είναι καινούρια στην ιστορία της ψυχολογίας. Όμως η θεωρία ελάχιστη επίδραση είχε στην ανάπτυξη παρεμβάσεων προσανατολισμένων σε ανθρώπους με εμπειρία φωνών και σχεδόν απουσίαζε η κατανόηση της νοηματοδότησης μέσω πλαισίων: προσωπικών (αφηγήσεων), πολιτιστικών, πνευματικών, πολιτικών και άλλων. Τις τελευταίες δεκαετίες και με τη συμβολή θέσεων από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους, η νέα ψυχολογική θεώρηση του εαυτού θέτει υπό αμφισβήτηση την ατομοκεντρική θεώρηση, που βλέπει τον άνθρωπο ως επί το πλείστον ως ένα λογικό, ενοποιημένο και ενσυνείδητο  ον που ξέρει, κατέχει την εμπειρία, την ερμηνεύει και την οργανώνει και τον εαυτό ως λογικό, απαρτιωμένο και συνειδητό. Για παράδειγμα η Harlene Anderson (1997), συστημική θεραπεύτρια και πρωτοπόρος στην οικογενειακή θεραπεία, γράφει: «Ο εαυτός μας είναι μια συνεχής αυτοβιογραφία, (…) μια διαρκής τροποποίηση των αφηγήσεών μας, ένα "γίγνεσθαι" μέσω της γλώσσας και των ιστοριών που λέμε καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε τον κόσμο και εμάς». Σύμφωνα πάλι με την ίδια, η οποία είναι γνωστή για τις μεταμοντέρνες πρακτικές που ανέπτυξε στην οικογενειακή ψυχοθεραπεία, η ιδέα ότι ένα άτομο υπάρχει αυτόνομα αποτελεί μέρος μια μοντερνιστικής θεώρησης του μυαλού ως μια κλειστής, αυτάρκους ενότητας. Μια τέτοια προοπτική συνδέεται με την εδώ και δεκαετίες θεώρηση του εγκεφάλου ως ενός κλειστού μαύρου κουτιού με εισόδους και εξόδους που επιτελεί μια συγκεκριμένη λειτουργία, η οποία μάλιστα δύναται να χαρτογραφηθεί με τις σύγχρονες απεικονιστικές μεθόδους.

Σε συνέχεια των παραπάνω ο εαυτός μπορεί να περιγράφει ως μια συνεχής, σύνθετη και πολύπλοκη εσωτερική συνομιλία όπως ακριβώς γίνεται αντιληπτή και στην κοινωνία: με συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις, με ανταλλαγές και  αντιπαραθέσεις, με φωνές κυρίαρχες και υποτελείς. Μοιάζει σαν ο εαυτός να διακατέχεται από μια πληθώρα "εσωτερικών θέσεων" που συσχετίζονται διαλογικά μεταξύ τους λειτουργώντας ως μια "κοινωνία του μυαλού" (Minsky M., 1985).

Σύμφωνα με τους Hermans & Hermans-Konopka (2010) o εαυτός ως μια εσωτερική κοινότητα θέσεων εμπεριέχει ένα σύνολο εσωτερικών και εξωτερικών (εσωτερικευμένων) θέσεων που εμπλέκονται σε ένα διαρκή διάλογο. Όταν κάποιες από αυτές τις θέσεις σιωπήσουν ή κυριαρχήσουν έναντι των άλλων, ο εκτεταμένος εαυτός γίνεται μονολογικός. Όταν, αντίθετα, όλες αυτές οι θέσεις αναγνωρίζονται και "ακούγονται", ο εκτεταμένος εαυτός γίνεται περισσότερο διαλογικός και λειτουργικός, επιτρέποντας την καλύτερη ανάπτυξη του ατόμου. Τελικά υπάρχουμε τοποθετώντας τον εαυτό μας σε ένα πλαίσιο, επιλέγουμε ως ηθοποιοί το κείμενο του εκφερόμενου λόγου μέσα από ένα τεράστιο ρεπερτόριο δυνατών θέσεων.

Αντίστοιχα και το νόημα αναδύεται μέσα από τις ιδιαιτερότητες της διαλογικής ανταλλαγής των μελών τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και όχι στο μυαλό του καθενός αλλά μάλλον στο διαπροσωπικό χώρο ανάμεσά τους. Το νόημα μιας έκφρασης παράγεται τόσο από τον ακροατή όσο και από τον ομιλητή, καθόσον, για να έχουν οι λέξεις νόημα, απαιτείται ανταπόκριση (Seikulla & Trimble, 2009).

 Όμως η απαξίωση του προσωπικού νοήματος που ξεκίνησε από την περίοδο που ο Φουκώ αναφέρει ως "τα χρόνια του μεγάλου εγκλεισμού" συνεχίζεται σήμερα για τους ανθρώπους που διαγιγνώσκονται ως ασθενείς, οι οποίοι μέσα από αναγωγιστικά, α-θεωρητικά ταξινομητικά σχήματα κατατάσσονται συνήθως ως ασθενείς κάποιας χρόνιας νευροεκφυλιστικής νόσου του εγκεφάλου. Όμως η νέκρωση του νοήματος καθιστά ένα ανθρώπινο ον νεκρό. Αντίστροφα όμως ο διάλογος "ως μια πράξη αγάπης" (Seikulla) μπορεί να είναι εξαιρετικά βοηθητική για τους ΑΦ.

Σε μια τέτοια προοπτική, ο διάλογος είναι θεμελιώδης, ώστε να καταστούν οι φωνές αυτόνομες, ισάξιες, αποδεχόμενες η μία την άλλη σε διαλεκτική σύγκρουση ως μέσο για μια πολυφωνική ταυτότητα, όπως επισημαίνει ο Mikhail Bakhtin (1984, σελ 293): “Η διαλογική φύση της συνείδησης, η διαλογική φύση της ίδιας της ζωής του ανθρώπου, η απλή μορφή προφορικής έκφρασης της αυθεντικής ζωής είναι ένας αδιάκοπος διάλογος.  Η ζωή από τη φύση της είναι διαλογική. Το να ζεις σημαίνει να συμμετέχεις σ’ ένα διάλογο:  να θέτεις ερωτήματα, να παρατηρείς προσεκτικά, να απαντάς, να συμφωνείς κοκ.  Σε αυτό το διάλογο, ένα πρόσωπο συμμετέχει ολοκληρωτικά και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του: με τα μάτια του, τα χείλη, τα χέρια, την ψυχή, το πνεύμα, με όλο του το σώμα, με όλη του την παρουσία. Περιβάλλεται από τον λόγο και αυτός ο λόγος εισχωρεί σε όλη τη δομή της ανθρώπινης ζωής και μετατρέπεται σε ένα παγκόσμιο συμπόσιο”.

 

Μιλώντας με τις φωνές: το θεωρητικό υπόβαθρο

Το ερώτημα λοιπόν που αναδύεται κάθε φορά είναι: «Ποιος μιλάει;». Ή, στην περίπτωση των ΑΦ, ποια φωνή μιλάει; Κάθε φωνή, κυριολεκτικά ή μεταφορικά μιλώντας, πηγάζει από κάπου. Στην περίπτωση των ΑΦ η φωνή συχνά γίνεται αντιληπτή ως προερχόμενη από κάποια καθορισμένη ή ακαθόριστη οντότητα και περιλαμβάνει κάθε μορφή επικοινωνίας (ακόμα και στην νοηματική γλώσσα), αντιστοιχεί δε στον εννοιολογικό ορίζοντα, στις προθέσεις και στην κοσμοθεωρία του ομιλούντος υποκειμένου. Οι φωνές περιέχουν μηνύματα, γνώσεις, πληροφορίες που απευθύνονται σε κάποιον που ακούει το μήνυμα και μπορεί να ανταποκριθεί με κάποιον τρόπο.

Αυτό τον πλούτο νοημάτων, γνώσεων και πληροφοριών οι Corstens, Escherκαι Romme (2008) επιχείρησαν να διερευνήσουν δίνοντας το λόγο στις φωνές που ακούνε οι άνθρωποι και αναπτύσσοντας διάλογο μαζί τους ως κανονικά πρόσωπα. Είχαν προηγηθεί κι άλλες ενδιαφέρουσες απόπειρες, όπως για παράδειγμα το μοντέλο των Davies και Thomas (1999) που αξιοποίησαν τις ιδέες του Vygotsky προτείνοντας ένα μοντέλο θεώρησης των φωνών ως μια ποικιλία του εσωτερικού διαλόγου, όπου η γλώσσα παίζει έναν κεντρικό ρόλο.

Η προσέγγισή του "Διαλόγου με τις Φωνές" στηρίχτηκε στη δουλειά των Hal και Sidra Stone (1989) που δεν αναφερότανε σε ΑΦ. Η δουλειά τους θυμίζει τον οριζόντιο διάλογος του εαυτού των Seikulla & Trimble, όπου όλες οι φωνές μας αντικατοπτρίζουν σχέσεις και εμπειρίες από τη ζωή μας. Για παράδειγμα, όταν κάποιος μιλάει για τη μνήμη του πατέρα του, όλες οι φωνές και οι εμπειρίες που σχετίζονται με τον πατέρα του γίνονται φωνές στο διάλογο για όλους τους συμμετέχοντες. Σε κοινοτικό επίπεδο, μια διαφοροποιημένη προσαρμογή αυτής της προσέγγισης εφαρμόζεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 στη Φιλανδία στο πλαίσιο του Ανοικτού Διαλόγου, μιας προσέγγισης που εφαρμόζει στην πράξη της αρχές του διαλογικού εαυτού στη θεραπεία της ψύχωσης. Εκεί ο Seikulla μαζί με τον  Trimble, προτείνουν μια θεώρηση του νου ως ένα συνεχές από φωνές που μιλούν η μία στην άλλη. Οι φωνές είναι η ομιλούσα προσωπικότητα, η ομιλούσα συνείδηση.

Από τη μεριά τους οι Hal και Sidra Stone (1989) βασίστηκαν στη θεωρία ότι κάθε άτομο έχει διαφορετικές επιμέρους προσωπικότητες, οι οποίες επηρεάζουν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας. Κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικούς "εαυτούς", τις επονομαζόμενες "υπο-προσωπικότητες" (sub personalities), η καθεμιά από τις οποίες αντιλαμβάνεται τον κόσμο με το δικό της τρόπο, και έχει τη δική της προσωπική ιστορία, τις δικές της συναισθηματικές αντιδράσεις και απόψεις για το πώς πρέπει να ζούμε τη ζωή μας. Αυτοί οι εαυτοί μάς βοηθούν να ανταπεξέλθουμε σε δύσκολες καταστάσεις. Οι επιμέρους προσωπικότητες είναι πολύ σημαντικές στο να αποδεχτεί κανείς τον εαυτό του, διαφορετικά έχουμε "εσωτερικό πόλεμο". Για παράδειγμα, οι κυρίαρχοι εαυτοί  (dominant selves) θέλουν να πετυχαίνουμε στη ζωή και περιμένουν από εμάς να κάνουμε οτιδήποτε μια κοινωνική συνθήκη απαιτεί. Μαθαίνουμε αυτούς τους τρόπους προσαρμογής πολύ νωρίς στη ζωή μας και οι εαυτοί μας προσκολλούνται σε αυτό που έχουν μάθει, προκειμένου να επιβιώσουν. Οι κυρίαρχοι εαυτοί μας απορρίπτουν τα πιο αδύναμα κομμάτια μας και αυτά, οι  αποκαλούμενοι και "απαρνημένοι" εαυτοί (disowned selves) παραμένουν κρυφοί και αδυνατούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο. Οι κυρίαρχοι εαυτοί έχουν τον έλεγχο και είναι πάντα παρόντες και, κατά κάποιον τρόπο, λειτουργούν ανασταλτικά, επειδή ελέγχουν (Corstens, D., Longden, E., & May, R., 2012a, 2012b, 2016). Η παραπάνω θεώρηση δεν αποτελεί καινοτομία και τη συναντάμε στο έργο των Berne (1964),  James (1891),  Jung (1912/ 2003) και Young (1994).

Για τους Stones οι εαυτοί οργανώνονται σε δίπολα. Για παράδειγμα, αν έχεις μεγαλώσει με τον κανόνα «τα παιδιά πρέπει να φαίνονται αλλά να μην ακούγονται», ενδέχεται να καλλιεργήσεις έναν κυρίαρχο εαυτό που επιθυμεί ισχυρά να ικανοποιήσει τους άλλους και να κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να γίνει αρεστός. Ο αντίθετος εαυτός (αυτός που θέλει να θέτει ερωτήσεις και να προκαλεί τους ανθρώπους, ακόμα κι αν αυτό συνεπάγεται τον κίνδυνο απόρριψης) απωθείται από τον ισχυρότερο και πιο "προσανατολισμένο στο να αρέσει" εαυτό, που λαχταρά αποδοχή και αποφεύγει την απόρριψη. Ένας άνθρωπος με εαυτούς οργανωμένους με αυτό τον τρόπο δεν τολμά να θέτει ερωτήσεις υπό το φόβο της απόρριψης. Δεν διαθέτει πλέον επιλογή ανάμεσα στο να ζητήσει κάτι που χρειάζεται ή να αγνοήσει τις ανάγκες του. Το άτομο έχει προσαρμοστεί στον επικρατούντα κανόνα της ζωής του.

Αρχικά η οργάνωση των εαυτών μπορεί να υπήρξε ευεργετική, προκειμένου το άτομο να ανταπεξέλθει σε καταστάσεις της καθημερινής ζωής. Αλλά στη ζωή οι συνθήκες αλλάζουν και αυτοί οι εαυτοί μένουν προσκολλημένοι στους αρχικά προσαρμοστικούς τους ρόλους. Έτσι, αργότερα στη ζωή, σε άλλες καταστάσεις, με άλλους ανθρώπους και ανάγκες, η συγκεκριμένη οργάνωση εαυτών μπορεί να εμποδίζει την προσαρμογή. Σε μεγάλο βαθμό δεν είμαστε ενήμεροι γι’ αυτό αλλά αντιθέτως είμαστε αποσυνδεδεμένοι από σημαντικά κομμάτια του εαυτού μας (Corstens et al. 2012a, 2012b, 2016).

Σύμφωνα με τους Corstens et al. (2012a) οι κυρίαρχες ψυχολογικές παρεμβάσεις σε σχέση με τις φωνές έρχονται από τη γνωσιοσυμπεριφορική θεραπευτική (CBT) παράδοση που βλέπει στις φωνές μια διαταραγμένη επεξεργασία πληροφοριών ή/και μια λανθασμένη ερμηνεία εσωτερικών συμβάντων. Η θεώρηση αυτή όμως δεν εξηγεί πώς οι εξωτερικευμένες σκέψεις ακούγονται, πολύ δε περισσότερο όταν οι περισσότεροι ΑΦ κάνουν ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ φωνών και σκέψεων (Hoffman, Varanko, Gilmore, & Mishara, 2008). Όπως αναφέρει ο Rufus May (James, 2009) “ενώ μερικές γνωσιακές προσεγγίσεις ενδέχεται να οπισθοχωρούν ενσυνείδητα μπροστά στις φωνές, ο Διάλογος με τις Φωνές ενσυνείδητα εμπλέκεται με τις φωνές”.

Η όλη προσέγγιση δεν εστιάζει στις φωνές ως σύμπτωμα ασθένειας αλλά ως μια πλούσια νοήματος εμπειρία, η οποία αν αποκρυπτογραφηθεί κατάλληλα μπορεί να αναδείξει σημαντικά στοιχεία. Η πιο ουσιαστική αρχή έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν προσπαθούμε να αλλάξουμε οπωσδήποτε τις φωνές, ούτε να τις εξαφανίσουμε από τη ζωή του ανθρώπου κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία μιας και το να ξεφορτωθεί κανείς τις φωνές γίνεται μια εμμονή τόσο των ΑΦ όσο και των επαγγελματιών, συχνά με αποτέλεσμα την αλόγιστη χρήση φαρμάκων. Όμως, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, το να μάθει κανείς να διαχειρίζεται τις φωνές και να αποδεχτεί την παρουσία τους αποτελεί πιο ρεαλιστικό στόχο. Οι φωνές αναπαριστούν ένα κομμάτι που ατόμου που επιθυμεί να ακουστεί. Πολλές φωνές είναι άγριες, επιθετικές και κακόβουλες αλλά και ένας εξαγριωμένος άνθρωπος χρειάζεται να εκφράσει το θυμό του, να ξεθυμάνει, ενώ συχνά πίσω από το θυμό κρύβονται άλλα πρωτογενή συναισθήματα. Συνήθως δε, ο θυμός συνδέεται με καταστολή. Δεν καταφέρνεις αυτό που θέλεις και δεν μπορείς ή δε σου επιτρέπεται να το εκφράσεις. Και από μια άποψη οι φωνές είναι όπως οι κανονικοί άνθρωποι. Έχουν συναισθήματα, κίνητρα, ελαττώματα, δυνατότητες και γνώμες. Δε χρησιμοποιούν ορθολογικές στρατηγικές αλλά αντιδρούν όταν αναστατώνονται. Παρακάτω μέσα από μια σειρά ενδεικτικών άρθρων συνοψίζεται η δουλειά που προτείνουν οι Corstens et al. (2012a, 2012b, 2017) και ακολουθεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα.

 

Μιλώντας με τις φωνές: η πρακτική

Ουσιαστικά αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να διερευνήσουμε τη σχέση των φωνών με εκείνον που τις ακούει. Η διερεύνηση των κινήτρων των φωνών και η ανακάλυψη ποικίλων τρόπων συσχέτισης μαζί τους μπορεί να βοηθήσει τον ΑΦ στην αλλαγή της σχέσης μαζί τους, στην υιοθέτηση μιας διαφορετικής οπτικής πάνω στο περιεχόμενό τους και αν καταφέρει να αναπτύξει μια πιο ισχυρή στάση, τότε και οι φωνές ενδέχεται να αλλάξουν. Ο στόχος μας δεν είναι να απαλλαγούμε από τις φωνές αλλά να κάνουμε πιο ισότιμη τη σχέση τους με τον άνθρωπο που τις ακούει, βοηθώντας τον να ανακτήσει τον έλεγχο.

Από την εμπειρία μας γνωρίζουμε ότι συνήθως τόσο οι φωνές όσο και οι ΑΦ δεν είναι ικανοποιημένοι από την αμοιβαία αντιπαλότητα και πως η αυξημένη αλληλοκατανόηση των εμπλεκόμενων μερών είναι ουσιαστικής σημασίας. Επιπλέον οι στόχοι μας μπορεί συμπεριλαμβάνουν την ανακάλυψη πιο θετικών τρόπων διαπραγμάτευσης και συσχέτισης με τις φωνές, την τροποποίηση των δυναμικών εξουσίας, την ευόδωση της διαχείρισης και την αύξηση της ενημερότητας και της κατανόησης των χαρακτηριστικών των φωνών. Προοδευτικά οι στόχοι διευρύνονται (Πιν.1). Πολλές φορές οι φωνές κουβαλάνε πληροφορίες σχετικά με την ιστορία του ανθρώπου, φέρουν μηνύματα που με ένα μεταφορικό τρόπο έχουν σημασία για τον ΑΦ, συνδέονται με γεγονότα ζωής και στη ρίζα τους κρύβονται τα πραγματικά προβλήματα του ατόμου από τα οποία πολύ συχνά έχει αποσυνδεθεί. Πολλές φορές και μόνο το γεγονός ότι μια "αποκηρυγμένη" φωνή βρίσκει χώρο να ακουστεί είναι ευεργετικό, ενδυναμωτικό και εν δυνάμει χειραφετητικό. Σίγουρα απαιτείται από τη μεριά του συνεντεύκτη εμπειρία πάνω στο Διάλογο με τη Φωνή και δεξιότητες που σχετίζονται τόσο με την κατανόηση και τη διαχείριση των δύσκολων συναισθημάτων που αναδύονται όσο και με την κατάλληλη απόκριση στις ποικίλες τραυματικές εμπειρίες που πολύ συχνά βρίσκονται από πίσω και αποκρύπτονται (παιδική κακοποίηση, σεξουαλικές επιθέσεις, συναισθηματική παραμέληση κ.α) (Corstens, D., Longden, E., & May, R. , 2012a, 2012b, 2016).

Πίνακας 1

Μακροπρόθεσμοι στόχοι στον Διάλογο με τη Φωνή

1.          Διερεύνηση των υποκείμενων κινήτρων των φωνών

2.          Ενίσχυση της αποστασιοποίησης του ατόμου από την εμπειρία των  φωνών

3.          Ευόδωση ενός πιο υγιούς διαλόγου

4.          Επίλυση των συγκρούσεων

5.          Συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις φωνές και το ρόλο που παίζουν στη  ζωή και την ιστορία του ανθρώπου που τις ακούει

6.          Αναγνώριση και ανάληψη των απαραίτητων ενεργειών

7.          Ενεργοποίηση μιας εσωτερικής διεργασίας αλλαγής

 

Η συνεδρία: έναρξη και διαδικασία

Είναι σημαντικό πριν την έναρξη της συνεδρίας να έχει προηγηθεί μια συνέντευξη με την ΑΦ γύρω από τις φωνές και η διατύπωση μιας υπόθεσης γύρω από το τι προβλήματα και ποιον/α ενδέχεται να αναπαριστούν οι φωνές (Romme & Escher, 1993, 2000). Η συνεδρία ξεκινά διερευνώντας αν η ΑΦ και οι φωνές θεωρούν καλή ιδέα να εμπλακούν σε μια τέτοια διαδικασία. Για το σκοπό αυτό η συντονίστρια (fascilitator) της διαδικασίας ρωτά την ΑΦ αν θα ήθελε να καλέσει κάποια φωνή να συμμετάσχει ή ενδεχομένως προτείνει η ίδια κάποια και για το σκοπό αυτό ρωτιέται (μέσω της ΑΦ) και η φωνή. Χρειάζεται και τα τρία εμπλεκόμενα μέρη να νιώθουν άνετα πριν παρουσιαστεί μια αναλυτική περιγραφή της διαδικασίας. Σε όλη τη διαδικασία η συντονίστρια συμπεριφέρεται σα να συντονίζει μια συνεδρία ομάδας όπου επιδιώκεται όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να κερδίσουν μια αμοιβαία αλληλοκατανόηση. Κατά τη διάρκεια του διαλόγου η ΑΦ επαναλαμβάνει τα λόγια της φωνής, όπως θα το έκανε αν είχε ένα ακουστικό στο αυτί.

Είναι προτιμότερο να ξεκινήσει κανείς με μια πιο οικεία φωνή. Η ΑΦ συγκεντρώνεται προκειμένου να συνδεθεί με τη φωνή και όταν αυτό επιτευχθεί  της ζητείται να καθίσει σε μια άλλη καρέκλα στο δωμάτιο, με βάση συνήθως την κατεύθυνση προέλευσης της φωνής οπωσδήποτε πάντως σε διαφορετικό σημείο από αυτό που καθόταν στην αρχή της συνεδρίας. Η χρήση της καρέκλας κατ’ αυτό τον τρόπο είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς τόσο ο άνθρωπος που ακούει τη φωνή όσο και η συντονίστρια χρειάζεται να διακρίνουν τη φωνή ως μια οντότητα ξεχωριστή από το άτομο.

Ξεκινώντας η συντονίστρια καλωσορίζει τη φωνή επιδιώκοντας να υιοθετήσει μια κατάλληλη στάση απέναντί της («εναρμόνιση με την ενέργεια της φωνής»). Σε μια παθητική φωνή, για παράδειγμα καλό είναι να απευθύνεται κανείς με έναν ευγενικό τρόπο, ενώ σε μια κυρίαρχη φωνή με αυτοπεποίθηση και σεβασμό. Κατά τη διάρκεια της διεργασίας η συντονίστρια εμπλέκεται με τη συγκεκριμένη φωνή με έναν ανοικτό και αφοσιωμένο τρόπο και, αφού οι ερωτήσεις απαντηθούν, ευχαριστεί τη φωνή για τις διευκρινήσεις που παρείχε.

Ενδεικτικός κορμός ερωτήσεων παρουσιάζεται στον πίνακα 2.

Ενδεικτικές ερωτήσεις σε ένα διάλογο με φωνή

1.          Ποιος/α είσαι; Έχεις όνομα;

2.          Πόσων χρονών είσαι;

3.          Πώς είναι η εμφάνισή σου;

4.          Πώς νιώθεις αυτή τη στιγμή;

5.          Πότε ήρθες στη ζωή του/της (όνομα του ανθρώπου);

6.          Σε γνωρίζει ο/η (όνομα);

7.          Για ποιο λόγο ήρθες στη ζωή του/της;

8.          Ποιες ήταν οι συνθήκες στη ζωής του/της τότε; Τι του/της συνέβαινε;

9.          Χρειάστηκε να κάνεις κάτι τότε για να προστατέψεις τον/την (όνομα);

10.       Τι θέλεις να πετύχεις για τον/την (όνομα);

11.       Θα ήθελες να αλλάξει κάτι στη ζωή του/της (όνομα);

12.       Τι θα του/της συνέβαινε αν δεν υπήρχες;

13.       Πώς νιώθει ο/η (όνομα) για εσένα;

14.       Πώς είναι να τον/την φροντίζεις;

15.       Θα ήθελες να αλλάξει κάτι στη σχέση σου με τον/την (όνομα);

16.       (Εφόσον υπάρχουν περισσότερες από μία φωνές): Οι άλλες φωνές ξέρουν για εσένα; Τι πιστεύουν για εσένα; Συνεργάζονται μαζί σου;

            17       Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να συμβουλέψεις τον/την (όνομα);

Όταν κάποιο από τα τρία εμπλεκόμενα μέρη (η συντονίστρια, ο άνθρωπος ή η φωνή) θελήσει να τελειώσει ο διάλογος, η συντονίστρια ρωτάει τη φωνή αν θέλει να ολοκληρωθεί η συνομιλία, και ίσως να επαναλάβουν τη συζήτηση κάποια άλλη στιγμή. Αφού η φωνή δώσει την άδειά της, η συντονίστρια αποχαιρετάει τη φωνή και ενδεχομένως να κάνει ένα κομπλιμέντο ή θετικό σχόλιο για αυτήν. Στη συνέχεια επιστρέφει στην ΑΦ, η οποία, με της σειρά της, επιστρέφει στην καρέκλα που καθόταν στην αρχή της συνεδρίας.

 

Η συνεδρία: κλείσιμο και επίγνωση

Το άτομο ενθαρρύνεται να αναστοχαστεί πάνω στα όσα διαδραματίστηκαν. Συνήθως εκφράζεται έκπληξη για όσα συνέβησαν και ενδέχεται να έχει ήδη υιοθετήσει μια πιο εναλλακτική στάση προς τη συγκεκριμένη φωνή. Η συντονίστρια το ρωτά πώς αισθάνθηκε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που είχε με τη φωνή και το άτομο δίνει τη δική του οπτική πάνω στα όσα είπε η φωνή. Στο σημείο αυτό, όχι σπάνια, εμφανίζεται μια ακόμα φωνή. Σε μια τέτοια περίπτωση η διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί (ανάλογα το πώς νιώθει το άτομο και το διαθέσιμο χρόνο μέχρι τη λήξη της συνεδρίας).

Ουσιαστικά η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη φάση της «Επίγνωσης» (awareness). Η συντονίστρια ζητάει από το άτομο να σταθεί δίπλα της και μαζί εξετάζουν το σκηνικό, ενώ η ίδια συνοψίζει όσα διαδραματίστηκαν. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η συντονίστρια δεν χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη ευκαιρία για να κρίνει τι συνέβη. Απλά περιγράφει τι είδε. Τέλος ενθαρρύνει το άτομο να συνεχίσει την επαφή με τη φωνή στο σπίτι και ίσως να σκεφτεί κάποιες δυνατότητες για να αλλάξει τη σχέση μαζί της. Ερωτήσεις που μπορούν να τεθούν στις φωνές σε επόμενες συνεδρίες μπορούν επίσης να προγραμματιστούν εκ των προτέρων.

Συχνά βλέπουμε ότι από τη στιγμή που ξεκινά ο διάλογος, τα πράγματα αρχίζουν να εξελίσσονται ανάμεσα στο άτομο και τις φωνές. Για αυτό και είναι σημαντικό να κρατά κανείς ένα ημερολόγιο με όσα συμβαίνουν. Οι συνεδρίες μπορεί επίσης να συνοψιστούν σε μια έγγραφη αναφορά από το ίδιο το άτομο στο τέλος της εκάστοτε συνεδρίας. Μερικές φορές το άτομο μπορεί να επιθυμεί την ηχογράφηση ή τη βιντεοσκόπηση της συνεδρίας.

 

Προσωπικές στάσεις και νοοτροπία

Συντονίζοντας τον διάλογο χρειάζεται κανείς να βλέπει την ΑΦ ως ένα άτομο που μαθαίνει από τη συνεδρία, που πρέπει να διατηρεί τον έλεγχο και να αναλαμβάνει προσωπική ευθύνη. Φυσικά και θέλουμε να ελαττώσουμε την επίδραση των φωνών, αλλά ο στόχος μας δεν είναι να τις διώξουμε. Είναι πιθανό να φτάσουμε σε ένα σημείο, όπου οι φωνές φυσιολογικά θα αποσυρθούν είτε γιατί εξυπηρέτησαν το σκοπό τους είτε γιατί τα υποκείμενα προβλήματα/λόγοι για την παρουσία τους έχουν εξαλειφθεί. Είναι επίσης σημαντικό να διατηρεί κανείς μια μη επικριτική και ήρεμη στάση, χωρίς αντιπαραθέσεις και φόβο. Δεν απαντά στις προκλήσεις των φωνών και δεν μπαίνει σε αντιπαράθεση μαζί τους. Παραμένει σταθερή και δε διατηρεί μια ηθικολογική στάση. Η δημιουργία σχέσης απαιτεί συνεργασία, σεβασμό και όχι  υποτέλεια. Μπορεί κανείς να στέκεται με δυναμισμό αλλά όχι με αυταρχικότητα όταν συνδιαλέγεται μαζί τους.

 

Σε ποιους είναι βοηθητική η μέθοδος;

Η τεχνική είναι ιδιαίτερα εποικοδομητική για όσες ΑΦ έχουν μια επικοινωνία με τις φωνές τους καθώς για κάποιες ενδέχεται να φοβούνται πολύ να το δοκιμάσουν, οπότε εκεί  προσφέρει κανείς βοήθεια, συμβουλές και υποστήριξη για το ξεκίνημα της επικοινωνίας. Εντούτοις, μερικοί άνθρωποι που ακούνε φωνές δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να επικοινωνήσουν με τις φωνές τους. Γι’ αυτούς η μέθοδος δεν είναι κατάλληλη. Επίσης το άτομο χρειάζεται να νιώθει ασφαλές για να κάνει την άσκηση και να μπορεί να διατηρεί τον έλεγχο κάτι που είναι βασικό κατά το συντονισμό της διεργασίας.  Τέλος θα πρέπει να δίνεται χρόνος για συνεργατικό σχεδιασμό των κατάλληλων ερωτήσεων που θα τεθούν στις φωνές. Είναι σημαντικό να σχεδιάσει κανείς τι θέλει να πετύχει και να εκφράσει οποιαδήποτε έγνοια έχει από πριν. Μπορεί επίσης να δοθεί στο άτομο η ευκαιρία να μιλήσει απευθείας με τις φωνές χρησιμοποιώντας τις καρέκλες. Αυτό επιτρέπει στο άτομο να εξασκηθεί στη συνομιλία με τις φωνές σε ένα ασφαλές περιβάλλον και αποκτώντας εμπιστοσύνη στον εαυτό του μπορεί να συνεχίσει μόνος του, ανεξάρτητα.

Η τεχνική βέβαια ενδέχεται να γίνει επικίνδυνη όταν η ΑΦ νιώθει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει τον έλεγχο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οπότε αυτή διακόπτεται και συζητιούνται οι λόγοι γι αυτό, όταν υπάρχει φτωχή αλληλοκατανόηση ανάμεσα στη συντονίστρια και τον άνθρωπο που ακούει τις φωνές καθώς και όταν η συντονίστρια απαντά με ανάρμοστο τρόπο στις φωνές, όσον αφορά είτε τον τόνο είτε το περιεχόμενο. Είναι σημαντικό η συντονίστρια να μην παίρνει την εχθρικότητα ή την επικριτική διάθεση των φωνών προσωπικά. Η διαδικασία ενδέχεται να γίνει επικίνδυνη όταν δεν πραγματοποιείται σύνοψη, όταν η καρέκλα δε χρησιμοποιείται κατάλληλα και όταν η συνομιλία με τις φωνές γίνεται αυτοσκοπός καθώς η διαδικασία έχει ένα δυναμικό χαρακτήρα και ενδέχεται να καταλήξει ως "παιχνίδι" αντί ως μέσο για υλοποίηση συγκεκριμένων στόχων (όπως η αυτονομία και η βελτίωση της σχέσης με τις φωνές).

 

Παράδειγμα

O Κώστας μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον με απόμακρες οικογενειακές σχέσεις, με τον πατέρα απών από τη ζωή του και με προβλήματα εξάρτησης με το τζόγο. Σύμφωνα με τον Κώστα ο πατέρας του δεν τον ήθελε. Ο ίδιος ένιωθε παραμελημένος. Επιδίωκε την παρέα των άλλων  παρά το γεγονός ότι τον τραμπούκιζαν γιατί διαφορετικά ένιωθε θλίψη και μοναξιά. Από παιδί είχε φοβίες όταν ήταν με άλλους. Δεν άντεχε τα πικρόχολα σχόλιά τους  και τις ύβρεις τους. Σε ηλικία 5 ετών άρχισαν να πέφτουν τα μαλλιά του (ψυχογενής αλωπεκία) και ένα χρόνο αργότερα πέφτει θύμα βιασμού από παιδί μεγαλύτερης ηλικίας. Από την ηλικία του βιασμού  μέχρι την ηλικία των 12 ετών κακοποιείται σεξουαλικά τουλάχιστον κι άλλες φορές. Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια μέχρι να το πει στη μητέρα του που δεν αντέδρασε και στον ψυχίατρο που του είχε χορηγήσει φαρμακευτική αγωγή. Σε ηλικία 8 ετών πέφτει θύμα σωματικής κακοποίησης από τον θείο. Σε ηλικία 11 με 12 έχει ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές με συνομήλικο του για τις οποίες νιώθει ντροπή και σε ηλικία 13 ετών ξεκινάει τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών. Την ίδια περίοδο «τα μάτια των άλλων μιλάνε για αυτόν». Πρώτη φορά ακούει θετικές φωνές σε ηλικία 6 ετών ενώ η εμπειρία αρχίζει να γίνεται δυσφορική κατά την εφηβεία του. Η περίπτωσή του είναι ενδεικτική για το πώς οι φωνές αλληλοπλέκονται με τη χρήση ουσιών, την καθορίζουν αλλά και καθορίζονται από αυτή.

Ο Κώστας βίωνε τις φωνές ως παντοδύναμες, με κατακλυσμιαία επίδραση, σαν να επιβάλλεται να υπακούσει σε οτιδήποτε λένε, σαν οι φωνές να εκφράζουν την απόλυτη αλήθεια. Αξιοποιώντας την τεχνική του "Διαλόγου με τις φωνές" ο ένας εκ των συγγραφέων (ΛΚ) προσπάθησε να διερευνήσει τα κίνητρα της φωνής του Άρχοντα, μία εκ των δεκάδων φωνών του Κώστα ίσως η πιο σημαντική. Ο Άρχων έχει την ηλικία του, μεγαλώνει μαζί του και μέχρι να έρθει σε διάλογο μαζί της αποτελούσε το χειρότερό του εφιάλτη. Πριν την πραγματοποίηση του Διαλόγου με τη Φωνή διερευνήθηκαν οι φωνές και μαζί με τον Κώστα διαμορφώθηκαν κάποιες υποθέσεις σε σχέση με αυτές και το τι ενδεχομένως αναπαριστούν.  Διαβάζουμε ένα μέρος από την αναφορά των φωνών:

«Η φωνή του Άρχοντα ηλικίας 45 ετών, αντρική, βραχνή, βροντερή, επιβλητική, δυναμική. Στην αρχή είχα την εικόνα του ως μια φιγούρα που φοράει μάσκα, με σηκωμένο γιακά, ψηλή έως 2 μέτρα, με ίσιο μαλλί να κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα και με κοιτάει. Γνωρίζω τον Άρχοντα από παλιά, από ηλικία 8 με 10 ετών και τον ακούω καθημερινά. Ακούω τη φωνή του ως εξωτερική που οι άλλοι δεν μπορούν να ακούσουν και πιθανότατα δεν είναι κομμάτι του εαυτού μου. Είναι επιβλητικός, διατάζει και μου ασκεί μεγάλη επιρροή. Πολλές φορές δίνει διαταγές: “Πήγαινε δεξιά” ή “Κάνε εκείνο ή το άλλο” ή ακόμα “Σκότωσε τη μάνα σου”.   Συνήθως δεν τον υπακούω αν και σε μια περίπτωση μου ζήτησε να πέσω με το αμάξι πάνω στις μπάρες κι εγώ το έκανα. Μια άλλη φορά πήγα να υπακούσω και να βάλω το μαχαίρι στην κοιλιά μου, ενώ η φωνή μου έλεγε: «Κάντο!» Τελικά με συγκράτησε η μητέρα μου. Συχνά μου λέει: «Είσαι δικός μου. Δε θα σε πάρει κανένας από εμένα. Μην προσπαθείς να ξεφύγεις. Είσαι δικός μου. Δε θα σε αφήσω». Όλες οι φωνές, μαζί και ο Άρχοντας, περιγράφουν αυτό που σκέπτομαι, σχολιάζουν αυτό που κάνω ή τους ανθρώπους που συναναστρέφομαι και παρεμβαίνουν όταν συζητάω. Γενικά δεν μπορώ να αποκόψω τον εαυτό μου από τις φωνές. Όταν τις ακούω συγκεντρώνομαι σε αυτό που λένε. Κι όταν δεν τις ακούω μου λείπουν. Είναι σα να μου λείπει ένα κομμάτι: του Άκη του πιτσιρικά. Για παράδειγμα κάνω κάτι και αυτές με κριτικάρουν οπότε και αναρωτιέμαι γιατί μου το κάνουν αυτό και ρωτάω τον εαυτό μου ποιος είμαι. Αυτό μου φέρνει φόβο. Δεν μπορώ να επηρεάσω τις φωνές. Θα πουν ό,τι έχουν να πουν και θα σταματήσουν. Με κάνουν και νιώθω αδύναμος καθώς μου ξεκινάνε άσχημες σκέψεις. Ποτέ δεν είχα τον έλεγχό τους. Με τον Άρχοντα νιώθω μια γλύκα αλλά και τον φοβάμαι. Φοβάμαι αλλά και μ’ αρέσει. Πολύ δυνατός. Θέλω να τον ξεριζώσω. Τον μισώ. Τον τελευταίο καιρό αναρωτιέται μήπως είναι ο εαυτός μου που έχει κάτι, που είναι πληγωμένος και δημιουργούνται όλα αυτά. Θα μπορούσε να αποτελούν και κομμάτι της προσωπικότητάς μου που έχω από πιτσιρικάς από αυτά που πέρασα.»

 

Στη διαδικασία αξιοποιήθηκαν κάποιες από τις ερωτήσεις που αναφέρονται στον πίνακα  Ο Διάλογος διήρκησε γύρω στα επτά λεπτά και διακόπηκε όταν ο Κώστας κουράστηκε: «Μου άρεσε που μίλησα μαζί του. Με στενοχώρησε που είπε ότι χαίρεται με τον πόνο μου. Χάρηκα όμως που μου είπε ότι πονάει όταν πονάω κι εγώ. Νιώθω κάποια συμπαράσταση. Αυτός που νόμιζα ότι θέλει το κακό μου πονάει όταν πονάω κι εγώ. Κι αυτή τη στιγμή που το λέω με ευχαριστεί. Εκεί που ήμουν ράκος, εκεί που ήθελα να αυτοκτονήσω πήρα ένα 1% πάνω μου. Μπορεί να με αγαπάει ο Άρχων αλλά δεν ξέρει να το δείξει. Μου φωνάζει με άσχημο τρόπο. Ο πατέρας μου ήτανε έτσι. (….) Ο Άρχων είναι μαζί μου από τότε που έχω γεννηθεί. Μπορεί και να είναι σαδιστής. Εσένα σου έδειξε μεγάλη εμπιστοσύνη. Σα αγαπάει κι εσένα.»

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι ανοίγονται πολλές δυνατές διαδρομές. Τους επόμενους μήνες έγινε εφικτό να καθιερωθεί η συγκεκριμένη φωνή ως μια σταθερά η οποία συχνά εμφανίζεται ως "άβουη παρουσία" και να αναγνωρίζεται από τον Κώστα ως μια φωνή που μεγαλώνει μαζί του και που ίσως να αναπαριστά ένα κομμάτι του που έχει στοργή, καλοσύνη, νοιάξιμο, αγάπη και συμπόνια, που θέλει το καλό για τους άλλους και στενοχωριέται όταν πικραίνεται ο ίδιος κάτι που στην πορεία έγινε αντιληπτό ότι αποτελούσε και χαρακτηριστικό του πατέρα του. Μια άλλη εκδοχή συναφή και αποδεκτή από τον Κώστα είναι ότι ίσως να αποτελεί ένα κομμάτι του που τον θέλει αξιοπρεπή και να μην αδικεί τον εαυτό του. Ο Άρχων ενδέχεται να αντιπροσωπεύει τη φωνή της περηφάνιας και της ντομπροσύνης, ένα κομμάτι που μπορεί να συνδυάζει δύναμη, επιθετικότητα αλλά και πραότητα και δοτικότητα, χαρακτηριστικά τα οποία φαίνεται να διέθετε και ο πατέρας του. Συζητώντας για τον Άρχοντα ο Κώστας θυμάται με περηφάνια το περιστατικό που σταμάτησε στο δρόμο για να βοηθήσει μια γυναίκα που κουβάλαγε ένα σακί πατάτες.  Σήμερα ο Άρχων αποτελεί για τον Κώστα  μια φωνή περηφάνιας και αξιοπρέπειας.

 

Κατά την άποψή μας η διεργασία μετασχηματισμού της σχέσης ενός ανθρώπου με τις φωνές τους δε διαφέρει σημαντικά από την αντίστοιχη διεργασία που εξελίσσεται στο ενδοπροσωπικό και στο διαπροσωπικό επίπεδο σχέσεων όλων μας. Συχνά τα προβλήματα "μασκαρεύονται", αρχικές δυσκολίες παραμορφώνονται, οι άνθρωποι υιοθετούμε στρατηγικές επιβίωσης, κάποιες φορές παράδοξες όπως η χρήση ναρκωτικών ή σε άλλες περιπτώσεις ο αυτοτραυματισμός κοκ. Είναι γνωστή η ρήση του του Νίτσε ότι η ανάγκη της μεταφοράς είναι η ανάγκη να βρεθείς κάπου αλλού και υπό αυτό το πρίσμα πολλές καταστάσεις ζωής μπορεί να αποδειχθούν τόσο οδυνηρές που χρειάζεται κανείς να βρεθεί αλλού, κάτι που πολλές φορές δεν είναι εφικτό, οπότε και η φυγή μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές. Άγχος, αδυναμία, ενοχή κ.τ.λ. αποτελούν μεταφορές αυτής της σχέσης ισχύος κατά τη διάρκεια των τραυματικών γεγονότων και των περιόδων συναισθηματικής εγκατάλειψης, συναισθήματα τα οποία πολύ συχνά είτε καλύπτονται μέσα από τη χρήση είτε εκφράζονται με μεταφορικό τρόπο μέσα από τις φωνές. Η διεργασία νοηματοδότησης των φωνών είναι διαρκής, μια ανοικτή διεργασία που μπορεί κανείς να τη δει όχι μόνο στο επίπεδο του προσώπου αλλά και σε ευρύτερο κοινωνικό, πολιτισμικό, και πολιτικό επίπεδο.

 

 

Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders, DSM-5 (5th ed.). Washington: APA.

Anderson, H. (1997). Conversation, language and possibilities: A postmodern approach to therapy. New York: Basic Books.

Andrew et al. (2008). The relationship between trauma and beliefs about hearing voices: A study of psychiatric and non-psychiatric voice hearers. Psychological Medicine, 38, 1409–1417.

Bakhtin, M. (1984). Problems of Dostoevsky's poetics. In C. Emerson (Ed. & Transl.), Theory and history of literature, Vol. 8. Minneapolis, MN: University of Minnesota Press. Διαθέσιμο online στο www.mohamedrabeea.com/books/book1_7956.pdf

Bebbington  et al. (2004). Psychosis, victimisation and childhood disadvantage: Evidence from the second British National Survey of Psychiatric Morbidity. British Journal of Psychiatry, 185, 220-6.

 Beavan, V., Read, J., & Cartwright, C. (2011). The prevalence of voice-hearers in the general population: A literature review. Journal of Mental Health, 20, 281-29.

Berne, E. (1964). Games people play. The psychology of human relationships. New York, NY: Penguin.

Birchwood, M., Meaden, A., Trower, P., Gilbert, P., & Plaistow, J. (2000). The power and omnipotence of voices: Subordination and entrapment by voices and significant others. Psychological Medicine, 30, 337–344.

Birchwood et al. (2004). Interpersonal and role-related schema influence the relationship with the dominant ‘voice’ in schizophrenia: A comparison of three models. Psychological Medicine, 34, 1571–1580.

Corstens, D., Escher, S., & Romme, M. (2008). Accepting and working with voices: The Maastricht Approach. In A. Moskowitz, I. Schafer & M. J. Dorahy (Eds.), Psychosis, trauma and dissociation: Emerging perspectives on severe psychopathology (pp. 319–331). Oxford: Wiley-Blackwell.

Corstens, D., Longden, E., & May, R. (2012a). Talking with voices: Exploring what is expressed by the voices people hear. Psychosis, 4, 95-104.

Corstens, D., Longden, E., & May, R. (2012b). "Talking with voices”. In M. Romme & S. Escher (Eds.), Psychosis as a personal crisis: An experience-based approach, (pp. 165-178). London: Routledge.

Corstens, D., Longden, E., & May, R. (2017, υπό δημοσίευση). Γιατί να μιλήσει κανείς με τις προκλητικές φωνές; Τετράδια Ψυχιατρικής.

Davies, P., Thomas, P., & Leudar, I. (1999). Dialogical engagement with voices: A single case study. British Journal of Medical Psychology, 72, 179–187.

Deamer F. & Wilkinson S. (2015). The speaker behind the voice: Therapeutic practice from the perspective of pragmatic theory. Frontiers in Psychology, 6, 817. Διαθέσιμο στο: http://journal.frontiersin.org/article/10.3389/fpsyg.2015.00817 /full

Eaton, W. W., Romanoski, A., Anthony, J. C. & Nestadt, G. J. (1991). Screening for psychosis in the general population with a self-report interview. Journal of Nervous and Mental Disease, 179, 689–693.

Hermans, H. & Hermans-Konopka, A. (2010). Dialogical Self Theory: Positioning and counter-positioning in a globalizing society. New York: Cambridge University Press.

Hoffman, R., Varanko, M., Gilmore, J., & Mishara, A. l. (2008). Experiential features used by patients with schizophrenia to differentiate ‘voices’ from ordinary verbal thought. Psychological Medicine, 38, 1167–1176.

James, W. (1891). Principles of psychology. London: Macmillan.

Janssen et al. (2004). Childhood abuse as a risk factor for psychotic experiences. Acta Psychiatrica Scandinavica, 109, 38-45.

Jung, C.G. (1912/2003). Psychology of the unconscious. New York, NY: Dover Publications.

Lawrence, C., Jones, J. & Cooper, M. (2009). Hearing voices in a non-psychiatric population. Behavioural and Cognitive Psychotherapy.  38, 363–373.

Longden, E., Corstens, D., Escher, S., & Romme, M. (2012). Voice hearing in biographical context: A model for formulating the relationship between voices and life history. Psychosis: Psychological, Social and Integrative Approaches, 4(3), 224-234.

Merleau-Ponty, M. (1962). Phenomenology of Perception. (Trans. C. Smith), London : Routledge & Kegan Paul.ž

Mitchell, J., & Vierkant, A.D. (2001). Delusions and hallucinations as a reflection of the subcultural milieu among psychotic patients of the 1930s and 1980s. Journal of Psychology, 123, 169–274.

Μoskowitz, A. & Corstens, D. (2008). Auditory hallucinations: psychotic symptom or dissociative experience?.Journal of Psychological Trauma,  6, 35–63.

Mosher et al. (1994). Daseinanalysis: Das Manual zur Praxis in der Soteria. Bonn, Psychiatri Verlag.ž

Pérez-Álvarez, M., García-Montes, J., Perona-Garcelán, S., & Vallina-Fernández, O. (2008). Changing relationships with voices: New therapeutic perspectives for treating hallucinations. Clinical Psychology and Psychotherapy, 15, 75–85.

Minsky, M. (1985). The Society of Mind. New York: Simon & Schuster.

Romme, M., & Escher, S. (1993). Accepting voices. London: Mind Publications.

Romme, M., & Escher, S. (2000). Making sense of voices. London: Mind Publications.

Romme, M. and Escher, S. (2006). Trauma and hearing voices. In A. Morisson and W. Larkin (Eds ), Trauma and psychosis: New directions for theory and therapy (pp. 162-192). London: Routledge.

Romme, M. & Escher, S. (2010). Personal history and hearing voices. In F. Larøi & A. Aleman (eds.), Hallucinations: A practical guide to treatment and management (pp. 233-256). Oxford: Oxford University Press.

Seikkula J. & Trimble D. (2009). Οι θεραπευτικές συζητήσεις ως κοινή εμπειρία: ο διάλογος ως πράξη αγάπης. Μετάλογος, 15, 60-73.

Shevlin, M., Murphy, J., Read, J., Mallett, J., Adamson, G. & Houston, J. E. (2011). Childhood adversity and hallucinations: A community-based study using the National Comorbidity Survey Replication. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology, 46, 1203–1210.

Sidgewick et al. (1894). Report on the census of hallucinations. Proceedings of the Society for Psychical Research, 26, 259-394.

Sorrell E, Hayward M, Meddings S. (2010) Interpersonal processes and hearing voices: a study of the association between relating to voices and distress in clinical and non-clinical hearers. S. Behav Cogn Psychother.  38, 127-40.

Spataro, J., Mullen, PE., Burgess, PM., Wells, DL. & Moss, SA. (1989). Impact of child sexual abuse on mental health: prospective study in males and females. British Journal of Psychiatry, 184, 416-21.

Stone, H., & Stone, S. (1989). Embracing our selves: The voice dialogue training manual. New York, NY: Nataraj Publishing.

Thomas, P., Bracken, P., & Timimi, S. (2012). The limits of evidence based medicine in psychiatry. Philosophy, Psychiatry, & Psychology, 19, 295–308.

Thomas, P. & Bracken, P. (2004) Hearing Voices a phenomenological – hermeneutic approach. Cognitive Neuropsychiatry, 9, 13-23.

Tien, A. Y. (1991). Distributions of hallucinations in the population. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology, 26, 287–292.

Young, J. (1994). Cognitive therapy for personality disorders: A schema-focused approach. Sarasota, FL: Professional Resource.

Watkins, John (2008) [1998]. Hearing voices: Αcommon human experience. Melbourne, Victoria: Michelle Anderson Publishing.

Whitfield, C. L., Dube, S. R., Felitti, V. J. & Anda, R. F. (2005). Adverse childhood experiences and hallucinations. Child Abuse and Neglect. 29 , 797–810.