Articles

 Κία Θανοπούλου¹

 


1.Ψυχολόγος (Msc), ψυχοθεραπεύτρια - συστημική θεραπεύτρια. Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας ΨΝΑ, e-mail: This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

 

Περίληψη

Ο θάνατος και ο πόνος που τον συντροφεύει αποτελεί αναπόσπαστη εμπειρία της ζωής μας, αφού όλοι κάποια στιγμή θα τον αντιμετωπίσουμε.  Η διεργασία του πένθους εμπεριέχει την βίωση και διαχείριση του πόνου που συνεπάγεται η απώλεια του αγαπημένου προσώπου στη ζωή μας και τη προσπάθεια να ξαναϋφάνουμε το νόημα της ζωής μας που κλονίστηκε με την απώλεια, επανεξετάζοντας τις προτεραιότητες και στόχους μας ως προς τη ζωή.

Η διεργασία αποδοχής και προσαρμογής του ατόμου στην απώλεια είναι μια μακροχρόνια, ενεργητική διαδικασία, που συντελείται πάντα μέσα από πολύπλοκες και αλληλοεξαρτώμενες αλληλεπιδράσεις με τους σημαντικούς άλλους στις οικογένειες και στις κοινότητες  που ζούμε. Καθώς επεξεργαζόμαστε τη σημασία της απώλειας για τη ζωή μας  και τον πόνο που συνεπάγεται μαθαίνουμε σταδιακά να προσαρμοζόμαστε στον κόσμο που έχει αλλάξει οριστικά από την απώλεια διατηρώντας όσο είναι δυνατόν τόσο την αγάπη μας για τον άνθρωπο που χάσαμε, όσο και την αγάπη μας για τη ζωή.

Λέξεις κλειδιά: απώλεια, πένθος, θρήνος, αφήγηση, νόημα, ρόλος θεραπευτή

 

Και στο τέλος αυτό θα είναι το τέλος  Κανείς δεν μπορεί αλλιώς…Αυτό τα εξασφαλίζει όλα, αλλά αυτό προπάντων εξασφαλίζει την αλληλεγγύη. Το σώμα υπάρχει, το σώμα δεν υπάρχει, το σώμα υπήρξε, το σώμα δε θα υπάρχει. Πόσο μαλακώνει αυτή η σκέψη. Πόσο χαμηλώνει τις φωνές, πόσο χαμηλώνει τους θορύβους. Αυτή η σκέψη. Η μόνη αληθινή. Η μόνη αψευδής.  (Δημήτρης Δημητριάδης, η Λήθη, 2011).

Ιστορία πρώτη: η κόρη μου δεν είναι ακόμη τριών χρόνων και μια μέρα με ρωτά για το πώς πέθανε ο παππούς της, «τον δάγκωσε το φίδι;», εγώ της απαντώ ρεαλιστικά «όχι, απλώς σταμάτησε να χτυπά η καρδιά του». Εκείνη έκπληκτη με ρωτά: «θα πεθάνεις και συ μαμά;»,εγω τότε την καθησυχάζω λέγοντας πως αυτό θα γίνει όταν μεγαλώσω πάρα πολύ κι εκείνη δεν θα με χρειάζεται πια. Για λίγη ώρα απομακρύνεται κρατώντας το καροτσάκι με την κούκλα της. Ύστερα από λίγο επιστρέφει και με πολύ σοβαρό ύφος με ξαναρωτά:  «θα πεθάνω κι εγώ»; Αναστατωμένη με την ερώτησή της τη διαβεβαιώνω πως αυτό θα γίνει όταν περάσουν πολλά χρόνια και θα είναι πια γριούλα με άσπρα μαλλιά. Αισθάνομαι τις ερωτήσεις της να περικλείουν όλο το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο τέλος με τρυφερότητα με ρωτά αν αγαπούσα τον μπαμπά μου και, όταν της αφηγούμαι μια ιστορία για κείνον, μου λέει κατηγορηματικά:  «ξέρεις κάτι μαμά, ούτε οι παππούδες θα έπρεπε να πεθαίνουν. Γιατί να πεθαίνουν αυτοί που αγαπάμε»;

Ιστορία δεύτερη: είμαι στο αεροδρόμιο και βλέπω δυο γονείς που αποχαιρετούν γεμάτοι συγκίνηση το γιο τους που, από ότι καταλαβαίνω, φεύγει μακριά για σπουδές. Μένω καθηλωμένη και τους παρατηρώ. Νιώθω τόσο μοναδική και ιερή τη στιγμή αυτή  που αποχωρίζονται το παιδί τους. Η γυναίκα εμφανώς δακρυσμένη, ο άντρας προσπαθεί, αλλά μάλλον δεν καταφέρνει να κρύψει τα δάκρυά του. O γιος δείχνει αμήχανος και σαστισμένος ανάμεσα σε αυτό που αφήνει πίσω του  και σε αυτό που ανοίγεται μπροστά του. Σκέφτομαι πόσες οικογένειες, ασυνείδητα ή και συνειδητά, αντιστέκονται να ζήσουν τέτοιες επώδυνες αλλά και ζωτικά αναγκαίες στιγμές αποχωρισμού, και έρχονται στους θεραπευτές με συμπτώματα και δυσλειτουργίες σε μια απελπισμένη προσπάθεια να αποφύγουν την οδύνη της απώλειας και του αποχαιρετισμού. Την ίδια στιγμή αναρωτιέμαι γύρω από τους "μικρούς θανάτους" που αντιμετωπίζουμε καθημερινά, σε βιολογικό και ψυχολογικό επίπεδο, απώλειες, ελλείψεις,  ματαιώσεις, χωρισμούς,απουσίες, η φθορά του χρόνου που περνά ανεπιστρεπτί, κρίσεις και ανατροπές που είναι τελικά σύμφυτες με τη διεργασία του μεγαλώματός μας. 

Ιστορία τρίτη: μια ηλικιωμένη γυναίκα με διπολική διαταραχή, κάθε καλοκαίρι παρουσιάζει βαρύτατα συμπτώματα κατάθλιψης, απόσυρση, αϋπνία και καταθλιπτικό συναίσθημα, ενώ λίγο πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων και μετά έχει συμπτώματα μανίας με ευφορική διάθεση, υπερδραστηριότητα, ξόδεμα χρημάτων και χαρτοπαιγνία. Μετά από πολλά χρόνια παρακολούθησης από ψυχίατρο, ο οποίος χορηγεί και φαρμακευτική αγωγή, γίνεται η εξής νοηματοδότηση σχετικά με την ιστορία της: το καλοκαίρι που η ασθενής ήταν επτά ετών, ο πατέρας της διαγνώστηκε με κακοήθη όγκο. Η μητέρα της και τα άλλα μέλη της ευρείας οικογένειας ασχολούνταν με τη φροντίδα του πατέρα, με αποτέλεσμα η ασθενής και οι λίγο μεγαλύτερες αδελφές της να βιώσουν μια σχετική παραμέληση. Ένα θείος, αξιωματικός, είχε  αναθέσει τη φύλαξη των παιδιών σε ένα προσωπικό του στρατιώτη που τότε ονομαζόταν «ορντινάντσα». Ο στρατιώτης, μην ξέροντας πώς να απασχολήσει τα παιδιά, έβγαλε μια τράπουλα και τους έμαθε να παίζουν πόκα. Ο πατέρας της ασθενούς πέθανε, τελικά, στις αρχές Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς.  Μετά από 80 χρόνια γίνεται η σύνδεση των γεγονότων στη ζωή της. Το καλοκαίρι που η ασθενής έρχεται σε επαφή με τον κίνδυνο της απώλειας βυθίζεται στην κατάθλιψη. Τα Χριστούγεννα που έχει ήδη συμβεί η απώλεια, η ασθενής, αρνούμενη το πένθος, καταφεύγει σε μανιακές άμυνες. Το κύριο σύμπτωμα είναι μια φρενήρης καταφυγή στη χαρτοπαιξία σε όλη τη διάρκεια των Χριστουγέννων  και της Πρωτοχρονιιάς -προσκεκλημένη σε σπίτια συγγενών και φίλων παίζει μέχρι το πρωί πόκα, άλλοτε χάνοντας και άλλοτε κερδίζοντας μεγάλα χρηματικά ποσά.

Εισαγωγή

Στις δυτικές νεωτερικές και μετανεωτερικές κοινωνίες ο θάνατος εξορίστηκε σταδιακά από τη δημόσια σφαίρα, έπαψε να αποτελεί μέρος της κοινής συλλογικής ζωής - μια πρακτική που συνέβαινε στις παραδοσιακές κοινότητες και συνέβαλλε  σε μια μεγαλύτερη εξοικείωση με την έννοια του θανάτου και  του νεκρού. Ως εκ τούτου, ο θάνατος απομονώθηκε στη σφαίρα του ιδιωτικού και στους θαλάμους των νοσοκομείων, με αποτέλεσμα να περιβληθεί με σιωπή και εν μέρει να απωθηθεί από την καθημερινότητα των ανθρώπων. Θα λέγαμε πως περισσότερο από ποτέ άλλοτε, ο θάνατος αποτελεί ένα θέμα ταμπού που, επειδή μας αναστατώνει και μας τρομάζει, αποφεύγουμε να μιλήσουμε για αυτό. Στην προσπάθειά μας να ελέγξουμε το άγχος του θανάτου τείνουμε να τον απωθούμε από τη σκέψη μας κουβαλώντας, ασυνείδητα, την πεποίθηση πως όσο λιγότερο μιλάμε για αυτόν, τόσο λιγότερο μας αφορά. Πολύ συχνά οι άνθρωποι που πενθούν την απώλεια ενός δικού τους ανθρώπου μεταφέρουν την αίσθηση πως νιώθουν κοινωνικά απομονωμένοι και αποκλεισμένοι, καθώς οι γύρω τους δυσκολεύονται να τους στηρίξουν συναισθηματικά και αποφεύγουν να ακούσουν τον πόνο τους, καταφεύγοντας  σε στείρες εκλογικεύσεις και τυποποιημένες κουβέντες που μάλλον κλείνουν τη συζήτηση, παρά αφήνουν χώρο σε περαιτέρω σκέψη, επεξεργασία και διάλογο. Ο πόνος και η θλίψη του πένθους αναστατώνει το οικείο περιβάλλον του πενθούντα, το οποίο συχνά  μοιάζει αμήχανο να διαχειριστεί ένα τόσο ευαίσθητο και απειλητικό θέμα και έτσι, συχνά, μεταφέρει σιωπηρά την αντίληψη πως η αναφορά στα επώδυνα συναισθήματα είναι άσκοπη και κοινωνικά μη αποδεκτή, οπότε οι πενθούντες αποθαρρύνονται από το να συζητούν δημόσια και ανοιχτά δυσάρεστα συναισθήματα και σκέψεις γύρω από το βίωμα της απώλειας. Συχνά, μάλιστα, εξαναγκάζονται να επιστρέψουν βιαστικά σε μια ρουτίνα καθημερινότητας κλειδώνοντας τα συναισθήματά τους και μαζί τις δυνατότητες  επεξεργασίας και επούλωσης του θρήνου τους. Και όμως, η εμπειρία του πένθους αναζητά έναν ανοιχτό συνομιλητή για να μιληθεί, να επικοινωνηθεί, να μπει σε λέξεις, αφηγήσεις και νοήματα, προκειμένου  ο πόνος της απώλειας να μοιραστεί, εν μέρει να γίνει κάπως ανεκτός, και στην πορεία να οδηγήσει σε συνειδητοποιήσεις και επαναδιαπραγματεύσεις για τη ζωή που θα συνεχιστεί μετά την εμπειρία της απώλειας. Θα λέγαμε λοιπόν πως  η  διεργασία του πένθους συντελείται στον τόπο συνάντησης του ενδοψυχικού με το κοινωνικό. Ο θρήνος δεν είναι ποτέ μόνο μια ατομική υπόθεση, αλλά και μια κοινωνική εμπειρία, καθώς επιτελείται μέσα από μια ενεργητική αλληλεπίδραση, σε μια κοινότητα σημαντικών άλλων που, καθώς γίνονται μάρτυρες και κοινωνοί του πένθους μας, μπορούν να διευκολύνουν ή να δυσχεράνουν την προσαρμογή μας στην απώλεια. 

 

Η απώλεια ως μέρος της διεργασίας του ζην

Οι απώλειες είναι η σκιά όλων των υπαρχόντων μας -υλικών και άυλων

Carlos Sluzki

Δεν υπάρχει ανάπτυξη που να μην περιέχει πόνο και σύγκρουση και δεν υπάρχει απώλεια που δεν οδηγεί σε όφελος

Lily Pincus

Η ιστορία της ανάπτυξης του ανθρώπου, από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο, δεν είναι άλλο από μια αλληλουχία κρίσιμων αναπτυξιακών αλλαγών, οι  οποίες είναι απαραίτητες για το μεγάλωμα και την ωρίμανση του. Υπό μια έννοια η εξέλιξη εμπεριέχει την απώλεια καθώς απαιτεί από μας να αφήσουμε πίσω μας το οικείο και γνώριμο, προκειμένου να αναζητήσουμε και να κατακτήσουμε το καινούργιο και άγνωστο που ανοίγεται μπροστά μας. Κάθε νέα αναπτυξιακή φάση στη ζωή μας προϋποθέτει την εγκατάλειψη, την απώλεια μιας προηγούμενης προκειμένου να ανοιχτούμε στο καινούργιο. Η εμπειρία της γέννησης αποτελεί στην ουσία τον πρώτο αποχωρισμό  του βρέφους από το σώμα της μητέρας του. Αργότερα το ίδιο νήπιο θα πρέπει να εγκαταλείψει την ασφάλεια του σπιτιού του για να κερδίσει μια μορφή αυτονόμησης μέσω της εισόδου του στο κόσμο των συνομηλίκων, στο χώρο του σχολείου και πολύ αργότερα ως έφηβος θα πρέπει να αμφισβητήσει τα γονικά πρότυπα, προκειμένου να αποδεσμευτεί από τις παιδικές του θέσεις και εξαρτήσεις και να διαμορφώσει τη δική του ταυτότητα. Ακόμη και οι θετικές μεταβάσεις στον κύκλο της ζωής μας ενέχουν απώλειες, οι οποίες προϋποθέτουν αλλαγές και επαναδιοργανώσεις. Το ζευγάρι που αποκτά το πρώτο του παιδί θα πρέπει να αποχωριστεί αρκετές ελευθερίες και προνόμια προκειμένου να ανταποκριθεί στο νέο γονικό ρόλο και τα καθήκοντα που συνεπάγεται και, αργότερα, όταν αυτό το παιδί θα εγκαταλείψει την οικογενειακή ασφάλεια για να διεκδικήσει την αυτονομία του,  οι ίδιοι οι γονείς  του θα πρέπει να διαχειριστούν τη μοναξιά της «άδειας φωλιάς» τους. Η απώλεια, λοιπόν, είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της ζωής και σε μικρές δόσεις η απώλεια, η έλλειψη, είναι κατά κάποιο τρόπο η κινητήριος δύναμη της δημιουργίας, της σκέψης, της φαντασίας, της επιθυμίας. Ο Φρόιντ αναφέρεται στο συμβολικό παιχνίδι με τον σπάγκο στο δοκίμιο του «Πέρα από την αρχή της ηδονής» (1920). Η μητέρα λείπει και το 18μηνο βρέφος έχει επινοήσει ένα παιχνίδι με μια κουβαρίστρα δεμένη σε σπάγγο για να καταπραύνει ττην αγωνία της απουσίας της. Τυλίγει σε ένα καρούλι τον σπάγγο και αναφωνεί έφυγε (fort) κι έπειτα ξετυλίγει τον σπάγγο φωνάζονας (da), να την είναι εδώ. Η κουβαρίστρα εκπροσωπεί την ίδια τη μητέρα. Μέσω του παιχνιδιού που το βρέφος εφευρίσκει, αναπαράγει λεκτικά την απουσία της μητέρας, οπότε  η απουσία ελέγχεται, γίνεται υποφερτή. Μέσω του παιχνιδιού της εμφάνισης και εξαφάνισης της κουβαρίστρας, το βρέφος δεν υφίσταται παθητικά την απουσία της μητέρας. Είναι αυτό που ενεργητικά, μέσω της κουβαρίστρας-μητέρας πότε την πάει μακριά και πότε τη φέρνει κοντά, και με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να  καθησυχάσει τον εαυτό του από το άγχος της απουσίας της μητέρας.

Θα λέγαμε, λοιπόν, πως η καθυστέρηση της ικανοποίησης, η μερική απουσία είναι αναγκαία συνθήκη για να αναπτύξει το παιδί τη σκέψη του και μέσω αυτής να μετασχηματίσει την πραγματικότητα που συχνά είναι ματαιωτική ή και τραυματική. Η ανάπτυξη απαιτεί να ζήσει κανείς βιώματα χωρισμού και πένθους καθώς και να αφήσει χώρο σε  νέες κατακτήσεις και δυνατότητες.

 

Όταν έρχεται ο θάνατος

Πεθαίνουμε δυο φορές: όταν πεθαίνουμε και όταν πεθαίνουν  αυτοί που μας γνώριζαν και μας αγαπούσαν.

Goethe

«Τη μια μέρα υπάρχει η ζωή. Ένας άντρας, για παράδειγμα, απόλυτα υγιής, ούτε καν ηλικιωμένος, χωρίς ιατρικό ιστορικό. Όλα είναι όπως ήταν, όπως θα είναι πάντα. Ζει τη μια μέρα μετά την άλλη, κοιτάζοντας τη δουλειά του, κάνοντας όνειρα μόνο για τη ζωή που ανοίγεται μπροστά του. Και τότε, ξαφνικά συμβαίνει - έρχεται ο θάνατος». Με αυτά τα λόγια ο Πωλ Όστερ (2001) ξεκινάει την αφήγηση του αυτοβιογραφικού βιβλίου του «η επινόηση της μοναξιάς» στο οποίο ξεδιπλώνει  σκέψεις και στοχασμούς του με αφορμή τον θάνατο του πατέρα του. Ο άνθρωπος είναι ο μόνος από τα έμβια όντα που έχει επίγνωση του θανάτου και της θνητότητας. Στην ουσία αντιλαμβανόμαστε τον θάνατο μέσω του θανάτου του άλλου. Η Ντολτό (2000) θεωρεί ότι ο θάνατος είναι μια υπόθεση των άλλων, όχι  δική μας. Αναντίρρητα, ο θάνατος των σημαντικών δικών μας είναι μια από τις πιο δύσκολες αλλά και αναπόφευκτες πραγματικότητες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε στη ζωή μας. Η βίωση του θανάτου τραυματίζει τον δεσμό αγάπης που έχουμε συνάψει με τον σημαντικό άλλον. Μέσω του θανάτου βιώνουμε την ξαφνική ρήξη του δεσμού που μας συνδέει  με το αγαπημένο μας πρόσωπο. Οπότε, ο θρήνος και ο πόνος μοιάζουν να είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την αγάπη (Fleming, 1998). Όταν ζούμε τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, η ζωή μας μοιάζει να θρυμματίζεται. Καταρρέουν οι βεβαιότητες μας, το προβλέψιμο και αναμενόμενο, χάνουμε την ελπίδα μας για το αύριο και την εμπιστοσύνη μας για τις δυνάμεις της ζωής. Πλήττεται η αίσθηση της τάξης και της οργάνωσης που έχουμε για τα πράγματα, αλλά και για τον ίδιο μας τον εαυτό. Βιώνουμε έναν εαυτό κατακερματισμένο, μόνο και αβοήθητο. Κατακλυζόμαστε από ανυπόφορα, επώδυνα, τρομακτικά συναισθήματα. Ο κόσμος μας δε θα είναι ποτέ ξανά όπως ήταν. Αναστατωνόμαστε, κλονιζόμαστε, αποσταθεροποιούμαστε, αναρωτιόμαστε και δυσκολευόμαστε να βγάλουμε άκρη σε ένα κόσμο που μοιάζει χωρίς νόημα και σκοπό. Όπως γράφει η Ντιντιόν (2011) «Το πένθος αποδεικνύεται ότι είναι µια περιοχή που κανείς µας δεν γνωρίζει ώσπου να βρεθεί εκεί». Σύμφωνα με τον Freud (1915) ο πενθών ξέρει ποιόν έχασε, αλλά δεν ξέρει τι έχασε χάνοντας τον αγαπημένο του. Ένας θάνατος στην οικογένεια συνεπάγεται πολλαπλές απώλειες, την απώλεια του προσώπου, την απώλεια του ρόλου που επιτελούσε, των σχέσεων που είχαμε μαζί του, την απώλεια της ολότητας της οικογένειας, την απώλεια της ελπίδας και των ονείρων για αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν στο μέλλον. Κάθε θάνατος συνδέεται με προηγούμενες απώλειες αλλά είναι και μοναδικός. Συνεπάγεται ανακατατάξεις, επαναξιολόγηση των σκοπών και προτεραιοτήτων στη ζωή, επαναπροσδιορισμούς και αλλαγές στους ρόλους των επιζώντων, οι οποίοι καλούνται, από τη μια να διαχειριστούν τα έντονα συναισθήματά τους, αλλά και από την άλλη να επανανοηματοδοτήσουν τη ζωή τους που διαταράχτηκε από την απώλεια, και σταδιακά να προχωρήσουν σε νέες θέσεις και ευθύνες, στα καινούργια δεδομένα της ζωής που ανοίγεται μπροστά τους μετά τον θάνατο του δικού τους.

Μια πολύ σημαντική πλευρά του πένθους είναι η εμπειρία της διατάραξης στην αίσθηση οργάνωσης του εαυτού μας, μέσω της απώλειας της σχέσης με τον άνθρωπο που πέθανε, η σχέση με τον οποίον έπαιζε ρόλο στο πώς αντιλαμβανόμασταν και προσδιορίζαμε τον εαυτό μας (Νeimeyer, 2006). Μέσω του θανάτου του αγαπημένου προσώπου είναι σαν να χάνουμε ένα μέρος του εαυτού μας, το οποίο είχε συγκροτηθεί από την αλληλεπίδραση με αυτό το πρόσωπο. Καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε γεγονότα ή ιδιαίτερες περιστάσεις, γιορτές, επετείους, γενέθλια, διακοπές, σημαντικά γεγονότα ζωής όπως η είσοδος στο πανεπιστήμιο, ο γάμος και η γέννηση ή και δυσάρεστα άλλα γεγονότα, χωρίς την παρουσία του αγαπημένου άλλου και συχνά αναρωτιόμαστε πώς θα τα βγάλουμε πέρα μέσα στη νέα πραγματικότητα.

Η Χλόη μια νέα κοπέλα 18 χρονών που έχασε πρόσφατα τη μαμά της και η απώλεια της συνέπεσε με το ευχάριστο γεγονός της εισόδου της στο πανεπιστήμιο, μοιράζεται σκέψεις και αγωνίες της στις συναντήσεις μας. Την πονάει πολύ που η μαμά της πέθανε στο νοσοκομείο και μάλιστα στην εντατική, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να είναι δίπλα της όσο θα ήθελε. Αναρωτιέται με θλίψη για το πόσο μόνη είχε αισθανθεί η μητέρα της, τι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της. Λέει πως στο διάστημα που η μαμά της νοσηλευόταν «όλος ο κόσμος τότε ήταν ο θάλαμος εντατικής στο νοσοκομείο». Ήταν μια πολύ δύσκολη στιγμή που σημασιοδότησε και την παύση της επικοινωνίας τους, ενώ μέχρι πρότινος η σχέση τους ήταν πολύ κοντινή και ζεστή.  Και η ίδια είχε τότε νιώσει φρικτή μοναξιά και δεν  επέτρεπε στον εαυτό της να σκεφτεί πως η μαμά της δεν θα τα κατάφερνε. Πίστευε βαθιά μέσα της, πως  αφού  η μητέρα της ήταν ένας δυνατός άνθρωπος, με επιθυμία και αγάπη για τη ζωή, θα έβγαινε νικήτρια από την περιπέτεια υγείας της. Ομως τελικά διαψεύστηκε και η μητέρα της έχασε τη μάχη με τη ζωή. Την στενοχωρεί που τελικά η μητέρα της δεν θα είναι δίπλα της σε αυτή την νέα, φοιτητική ζωή που ανοίγεται μπροστά της. Με θλίψη ομολογεί πως η μητέρα ήταν ένας άνθρωπος που τη στήριζε συναισθηματικά και την είχε μάθει να παλεύει για τους στόχους της και τα όνειρά της: «Φοβάμαι μήπως τώρα που δεν θα την έχω δίπλα μου χάσω αυτή την ιδιότητά μου και συμβιβαστώ».

Για να περιγράψει τη διεργασία του πένθους ο Thomas Attig (1996) χρησιμοποιεί τη μεταφορά «ξαναμαθαίνοντας τον κόσμο» και o (Neimeyer,1998, 2006) επισημαίνει παράλληλα την «εκ νέου μάθηση του εαυτού». Ο θάνατος ενός προσώπου, κοντινού και αγαπημένου, οδηγεί την αυτοβιογραφία μας σε αδιέξοδο, καθώς «αγωνιζόμαστε να δώσουμε νέο νόημα και νέα κατεύθυνση στην ιστορία της ζωής μας που συνεχίζεται» (Attig, 1996). Σταδιακά ερχόμαστε σε επαφή με τα πράγματα που άφησαν οι άνθρωποi που χάσαμε, τα ρούχα τους, τα προσωπικά τους αντικείμενα, τις φωτογραφίες τους, τα ημερολόγια τους και ένα σωρό άλλα που μας υπενθυμίζουν την παρουσία τους. Κάποιες φορές μάλιστα μπορεί να ανακαλύψουμε και πλευρές του εαυτού τους που αγνοούσαμε. Τοποθεσίες, μέρη, συνήθειες, γεγονότα  που είχαν νόημα στη ζωή των αγαπημένων που χάσαμε, καλούμαστε μετά το θάνατο τους να επαναεπεξεργαστούμε, τι νόημα θα έχουν τώρα στη δική μας ζωή (Attig, 2001). Με ανάλογο τρόπο, καθώς θρηνούμε, καλούμαστε επιπλέον να ανακαλύψουμε και νέες πλευρές του εαυτού μας, οπότε χρειάζεται να επανοργανώσουμε την αίσθηση του εαυτού μας. Συχνά αναρωτιόμαστε πώς θα είναι ο εαυτός μας χωρίς την παρουσία του σημαντικού άλλου και πώς θα διαμορφωθούν τα επόμενα κεφάλαια της ζωής μας μετά την απώλεια. Καθώς συνειδητοποιούμε ότι η ζωή μας δεν μπορεί ποτέ να επιστρέψει σε αυτό που ζούσαμε πριν βιώσουμε την απώλεια, ψάχνουμε για νέα κατεύθυνση και σκοπό στη ζωή μας, παλεύουμε να ξαναχτίσουμε μια ταυτότητα που θα περιλαμβάνει τα νέα δεδομένα που επέφερε η απώλεια, διατηρώντας, την ίδια στιγμή, μια αίσθηση συνέχειας μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος.

Ο θάνατος συχνά τέμνει τον χρόνο λειτουργώντας ως ορόσημο στη ζωή ενός ατόμου ή και μιας οικογένειας. Υπάρχει μια ζωή που εκτυλισσόταν πριν συμβεί η απώλεια και αυτή που ακολουθεί μετά την απώλεια. Μετά τον θάνατο ενός προσφιλούς προσώπου η ιστορία της οικογένειας διαταράσσεται,  χάνεται  η ροή και συνοχή της, διακόπτεται το νήμα της συνέχειας, με αποτέλεσμα η ζωή να βιώνεται παράλογη, χωρίς νόημα και συνοχή. Όπως αναφέρει η Παπαδάτου (2005), η οικογένεια μοιάζει να χάνει προσωρινά τον χάρτη της, καθώς και την πυξίδα με την οποία πορευόταν ως εκείνη τη στιγμή, και καλείται να προσαρμοστεί σε ένα νέο τρόπο ζωής, ανακατασκευάζοντας μια νέα ιστορία ζωής που προοδευτικά θα αποκτήσει και πάλι συνοχή και νόημα καθώς θα εμπεριέχει την απώλεια που έχει βιώσει.

Ο θάνατος έχει παρομοιαστεί με σεισμική δραστηριότητα που ταρακουνά, αποσταθεροποιεί ή κάποιες φορές καταστρέφει τον προσωπικό κόσμο νοημάτων των πενθούντων. Όταν χάνουμε αιφνίδια και απρόοπτα ένα αγαπημένο πρόσωπο συνειδητοποιούμε πως η ζωή μπορεί να τερματιστεί πρόωρα και χωρίς ειδοποίηση και πως δεν είναι προβλέψιμη, μια πεποίθηση που όσο τη διατηρούσαμε μας έδινε μια αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου, ενώ η εμπειρία της απώλειας μας οδηγεί να την αναθεωρήσουμε. Δεν είναι λίγες οι φορές που η απώλεια ενός δικού μας ανθρώπου συνοδεύεται από μια διαδικασία απολογισμού και επαναξιολόγησης της σχέσης που είχαμε μαζί του, αναρωτιόμαστε για το πόσο σημαντικό είχε υπάρξει στη ζωή μας,  για τις ευκαιρίες που χάσαμε, γα τις δυνατότητες που αξιοποιήσαμε, όσο ήταν εν ζωή. Ο θάνατος ενός προσφιλούς προσώπου στην ουσία μας φέρνει σε επαφή με το τέλος των δυνατοτήτων μιας σχέσης. Καθώς πεθαίνει ένας άνθρωπος, χάνονται μαζί του και ένα σωρό μελλοντικές δυνατότητες .

Η 35χρονη Ισμήνη που βίωσε τον θάνατο του μικρότερου αδελφού της Γιώργου από δυστύχημα και αναζήτησε θεραπευτική βοήθεια για να διαχειριστεί το πένθος της, ομολογεί  πως πριν βιώσει την πρόωρη απώλεια του αδελφού της είχε μια αίσθηση πως όλος ο χρόνος ήταν δικός τους. Τώρα που έφυγε από τη ζωή θα ήθελε να τον είχε χορτάσει περισσότερο, να ζούσαν πιο πολλά πράγματα μαζί. Λόγω του ότι βρίσκονταν σε διαφορετικές φάσεις ζωής, εκείνη παντρεμένη και με παιδιά, ο αδελφός της εργένης και με πολλές δραστηριότητες, δεν περνούσαν πολύ χρόνο μαζί, παρόλο που είχαν μια καλή και τρυφερή σχέση. Στην αρχή της διαδρομής του πένθους ήταν τόσο έντονος ο πόνος για την απώλεια του αδελφού της που δυσκολευόταν να μιλάει για κείνον, να θυμάται γεγονότα και καταστάσεις που είχε ζήσει μαζί του. Δεν ήθελε να βλέπει φωτογραφίες του, ένιωθε πως διαλυόταν. Στην πορεία, καθώς επεξεργάστηκε την απώλεια και πήρε ο πόνος τον χώρο του, άρχισε σταδιακά να βάζει σε λόγια, όσα συνέβησαν χωρίς να κατακλύζεται συναισθηματικά. Λέει χαρακτηριστικά: «Τώρα πια μπορώ και λέω, συνέβη να πεθάνει αιφνίδια και απροσδόκητα ο αδελφός μου, πριν το βίωνα σαν ένα τσουνάμι κατακλυσμιαίο. Εξακολουθεί βέβαια να με βαραίνει το ότι δεν θα τον ξαναδώ. Μου είναι έντονες οι εικόνες να μπαίνει στο σπίτι στο χωριό, με το σακίδιό του, έχω έντονη την εικόνα αυτή σαν να είναι χτες. Από την άλλη δεν αντέχω στη σκέψη μήπως με το πέρασμα του χρόνου αυτές οι εικόνες φύγουν. Σε αυτήν τη φάση νιώθω πως έχω την ευθύνη να τον κρατήσω ζωντανό μέσα μου. Ακόμα όταν μιλάω για το Γιώργο συγκινούμαι, μπορεί να δακρύσω, ο πόνος είναι ακόμη έντονος για αυτό και κάποιες φορες μπορεί να αποφύγω να αναφερθώ σε κείνον. Στο μέλλον θα ήθελα να μιλάω για τον αδελφό μου χωρίς να βάζω τα κλάματα, να δώσω χώρο και σε όμορφα πράγματα που υπήρχαν στη ζωή του και στη σχέση μας, να αφηγούμαι πλευρές της ζωής μας που είχαν χαρά, χωρίς να επισκιάζονται από το βίωμα του πόνου για την τραγική απώλεια του».

Σύμφωνα με τον Fleming (1998) ο θρήνος μπορεί να περιγραφεί ως  μετάβαση από μια κατάσταση όπου κανείς χάνει αυτό που έχει, σε μια κατάσταση όπου αποκτά αυτό που έχασε. Μια πολύ σημαντική εργασία του πένθους είναι η ανάγκη μας να επιδιορθώσουμε την διατάραξη της σχέσης που επέφερε ο θάνατος του αγαπημένου, μέσω της διατήρησης της συνέχειας του δεσμού. Ο Άγγλος συγγραφέας Μπάρνς (2014) στο τελευταίο του βιβλίο «Τα τρία επίπεδα της ζωής», καταδύεται στον κόσμο του πένθους και μιλάει εξομολογητικά για τον πόνο της απώλειας. Λέει χαρακτηριστικά πως όσοι δεν έχουν διασχίσει τον τροπικό της θλίψης δεν είναι σε θέση να καταλάβουν το γεγονός ότι κάποιος είναι νεκρός μπορεί μεν να σημαίνει ότι δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, δεν σημαίνει όμως και ότι έπαψε να υπάρχει. Οι άνθρωποι που έχουν χάσει ένα σημαντικό πρόσωπο διατηρούν τη σύνδεση μαζί του, συχνά μπορεί να φαντάζονται τις αντιδράσεις του σε σημαντικά γεγονότα της ζωής τους και να αναπαράγουν φανταστικούς διαλόγους με το πρόσωπο αυτό μέσα από μια προσπάθεια να κρατηθεί ζωντανή η σχέση. Όλα εκείνα τα σημαντικά στοιχεία που χαρακτήριζαν τη σχέση μας με το πρόσωπο που πέθανε, οι αγαπημένες μας συνήθειες, οι ρουτίνες που είχαμε ή κάτι ξεχωριστό που μοιραζόμασταν θα αποτελέσουν πηγή  αναμνήσεων, τροφοδότησης και παρηγοριάς για μια σχέση που πια θα την κουβαλάμε μέσα μας.

 

Η  δύναμη της ιστόρησης και αφήγησης

Το να διηγείσαι τη δυστυχία σου στους άλλους συχνά ανακουφίζει
 P. Corneille
 
Δώσε στη λύπη λόγια
Σαίξπηρ

Οι άνθρωποι είμαστε αφηγηματικά όντα (MacIntyre,1981, Mc Leod,1997). Όπως έγραφε ο Χειμωνάς (1984) άνθρωπος σημαίνει λόγος, όπως πουλί σημαίνει πέταγμα και σκορπιός δηλητήριο. Γεννιόμαστε στη μέση μιας αφήγησης που έχει ήδη αρχίσει πριν από μας, αλλά και θα συνεχίσει να εξελίσσεται και μετά τη δική μας απώλεια. Μέσα από τις ιστορίες που λέμε, γνωρίζουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο που μας περιβάλλει. Τις εμπειρίες μας τις μετασχηματίζουμε σε λέξεις, ιστορίες, με τις οποίες χτίζουμε τη σχέση μας με την πραγματικότητα, καθώς προσπαθούμε  να καταλάβουμε και να νοηματοδοτήσουμε αυτά που μας συμβαίνουν. Όταν αφηγούμαστε την ιστορία μας παίρνουμε απόσταση από τα γεγονότα, ξαναζούμε την εμπειρία χωρίς να μας απειλεί, την ονομάζουμε, της δίνουμε μορφή και σχήμα. Μέσα από τις αφηγήσεις που λέμε και ξαναλέμε αναζητάμε εναλλακτικές λύσεις, ανατρέχουμε σε συνδέσεις με το παρελθόν και διαμορφώνουμε μια προοπτική για το μέλλον, με άλλα λόγια προσπαθούμε να δώσουμε συνοχή, τάξη και νόημα στα βιώματα μας. Την ίδια στιγμή, καθώς μοιραζόμαστε την ιστορία μας συνδεόμαστε με τους άλλους ανθρώπους με τους οποίους, καθώς συνδιαλεγόμαστε, συγκατασκευάζουμε αλλά και ανακατασκευάζουμε τις ιστορίες μας. Ο τρόπος που θα μας ακούσουν και αυτά που θα διαμειφθούν στην αλληλεπίδρασή μας, ενέχουν τη δυνατότητα να εμπλουτίσουν και  εξελίξουν την βιωμένη μας πραγματικότητα.

Η Γουίνυ στις Ευτυχισμένες μέρες του Μπέκετ κρεμιέται από τη μνήμη και την ομιλία, είναι ο τρόπος  που επινοεί για να ξορκίζει τη μοναξιά και το θάνατο. Υπάρχω για τον Μπέκετ σημαίνει ονομάζω, αφηγούμαι την ύπαρξη, μιλάω για αυτή. Η έκπτωση του ανθρώπου και τελικά ο θάνατος είναι η έκπτωση των λέξεων, ο θάνατος του λόγου, η απουσία των ονομάτων. Η αφήγηση είναι σαν το παιχνίδι με την έννοια ότι ο αφηγητής μέσω της επανάληψης προσπαθει να αποκτήσει έλεγχο μιας κατάστασης (Wolfenstein, βλ Janoff-Bulman, 1992). Υπό αυτή την έννοια η αφήγηση είναι μια ενεργητική πράξη, μέσω της οποίας γινόμαστε υποκείμενα της ιστορίας μας. Συχνά η αφήγηση ιστοριών μοιάζει να είναι μια φυσική αντίδραση όταν οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν μια απειλητική για τη ζωή τους αρρώστια. Οι ιστορίες λειτουργούν ως αντισώματα ενάντια στην ασθένεια και τον πόνο. Σύμφωνα με τον Frank (1995) το άτομο που νοσεί και μεταφέρει την αρρώστια του σε μια ιστορία, στην ουσία μεταμορφώνει αυτό που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με μοίρα σε εμπειρία. Με ανάλογο τρόπο θα λέγαμε πως μέσα από το πένθος καλούμαστε να οργανώσουμε το χάος της απώλειας σε μιαν αφήγηση. Σύμφωνα με τον Neimeyer (2006) όταν βιώνουμε μια σημαντική απώλεια  η αναμενόμενη εξέλιξη της ιστορίας της ζωής μας διαταράσσεται προκαλώντας ασυνέχεια στην αφήγηση της ιστορίας μας. Όπως ένα μυθιστόρημα που χάνει έναν κεντρικό του χαρακτήρα στα μεσαία κεφάλαια, η ιστορία της ζωής που διαταράσσεται από μια απώλεια πρέπει να αναδιοργανωθεί, να ξαναγραφτεί, να ανακαλύψει ένα νέο νήμα συνέχειας που θα γεφυρώνει το παρελθόν με το μέλλον με τρόπο ευανάγνωστο.

Μέσα από την κλινική μας πρακτική ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα είδος αμφιθυμίας που βιώνουν τα άτομα που θρηνούν την απώλεια ενός σημαντικού δικού τους που ενισχύεται, πολλές φορές, και από το κοινωνικό περιβάλλον που αποθαρρύνει τη δημόσια συζήτηση γύρω από την απώλεια. Οι πενθούντες βιώνουν ένα είδος εσωτερικής σύγκρουσης ανάμεσα στην ανάγκη τους να μιλήσουν για τον θάνατο ή να σιωπήσουν, αποφεύγοντας επώδυνα συναισθήματα και σκέψεις. Όσο μιλάς για την απώλεια την ξαναζείς, έρχεσαι ξανά σε επαφή με τον πόνο, με όλα τα  οδυνηρά συναισθήματα γύρω από τον θάνατο του αγαπημένου προσώπου. Ξαναθυμάσαι πράγματα που σε κατακλύζουν συναισθηματικά, συχνά μάλιστα σε αποδιοργανώνουν, σε κάνουν να βουλιάζεις μέσα σε ένα συναίσθημα ματαιότητας και απραξίας, σαν να μην υπάρχει επόμενη μέρα. Από την  άλλη αν δεν μιλήσεις, αν δεν βάλεις σε λόγια και αφηγήσεις όλο το ακατανόητο και παράλογο του θανάτου, είναι σαν να μην συνέβη, σαν να αρνείσαι την ύπαρξή του, και μαζί τη σημαντικότητα της ύπαρξης του προσώπου που δεν υπάρχει πια στη ζωή σου. Κι επιπλέον,  με αυτό τον τρόπο, δυσχεραίνεις τη διεργασία επίλυσης του θρήνου.

Η ίδια αμφιθυμία απαντάται και στις τελευταίες στιγμές, λίγο πριν τον θάνατο του αγαπημένου προσώπου. Η Νίκη αναφέρεται στις τελευταίες στιγμές της μητέρας της και στο πώς δεν αξιοποίησε την ευκαιρία να της πει πράγματα που αισθανόταν και σκεφτόταν. Θυμάται τον εαυτό της να μιλάει για εξωτερικά επιφανειακά θέματα - πόσο άστατος ήταν ο καιρός, τι έλεγαν οι ειδήσεις.  Ομολογεί πως φοβήθηκε να γίνει πιο προσωπική και να της πει πόσο την αγαπούσε, πόσο θα της λείψει η παρουσία της, σαν να ήθελε, όπως λέει, να αναβάλει τον αποχωρισμό και την οδύνη του. Προσπαθούσε να γραπωθεί από ανόητες λεπτομέρειες και να παρατείνει το τέλος, που όμως διαισθανόταν ότι πλησίαζε, αν και μια άλλη της πλευρά αρνιόταν να το δεχτεί.  Και καταλήγει απαρηγόρητη: «ίσως αν τελικά της μιλούσα, αν εμπιστευόμουν αυτά που ένιωθα μέσα μου και τα μοιραζόμουν μαζί της, και οι δυο μας θα αισθανόμασταν λιγότερη μοναξιά, θα συναντιόμασταν με έναν άλλο τρόπο». Σύμφωνα με την Henezel (2007) οι τελευταίες στιγμές της ζωής ενός αγαπημένου προσώπου μπορεί να είναι ευκαιρία για τη μεγαλύτερη δυνατή προσέγγιση με το συγκεκριμένο άτομο. Ωστόσο, συχνά, αντί να κοιτάμε κατά πρόσωπο την πραγματικότητα του επερχόμενου θανάτου, συμπεριφερόμαστε σαν να μην πρόκειται να συμβεί. Λέμε ψέματα στον εαυτό μας και στον άλλον και αντί να εκφράσουμε το ουσιώδες ο ένας στον άλλον, αντί να ανταλλάξουμε λόγια αγάπης, συγνώμης, αντί να στηριχτούμε ο ένας στον άλλον για να διαβούμε αυτή τη μοναδική στιγμή, τελικά την περιβάλλουμε με σιωπή και μοναξιά.

Οι ιστορίες που συνοδεύουν τον θάνατο ενός προσφιλούς προσώπου, που λέγονται και ξαναλέγονται από τα μέλη της οικογένειάς του και το ευρύτερο περιβάλλον του, αντικατοπτρίζουν τις προσπάθειές τους να ανακαλύψουν ένα νόημα στην απώλεια του αγαπημένου τους και να κατακτήσουν κάποια αίσθηση ελέγχου πάνω στο ανεξέλεγκτο βίωμα του θανάτου. Η καθαρή και ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ των μελών της οικογένειας και ο σεβασμός στις διαφορετικές ανταποκρίσεις του καθένα απέναντι στην απώλεια,  διευκολύνει την προσαρμογή στο πένθος και ενδυναμώνει την οικογένεια καθώς βιώνεται ως ένα υποστηρικτικό δίκτυο σχέσεων για τα μέλη της (Walsh, 1998). Μέσα από τις ιστορίες που ανταλλάσσουν και επικοινωνούν  μεταξύ τους, επιχειρούν να απαντήσουν στο ερώτημα γιατί συνέβη αυτό και τι μπορεί να σημαίνει τώρα η ζωή μας χωρίς την παρουσία του σημαντικού άλλου. Τα νοήματα αυτά που γεννιούνται μέσα από συλλογικές διαντιδράσεις είναι σημαντικά για την επεξεργασία του πένθους και μεταμορφώνονται στην πορεία του κύκλου ζωής της οικογένειας ή του ατόμου, καθώς επηρεάζονται από τα νέα δεδομένα που κάθε φορά προστίθενται στην πορεία εξέλιξης της οικογένειας. Η ίδια η πράξη της ομιλίας και αφήγησης ενδυναμώνει τη σύνδεση  με τους άλλους που γίνονται μάρτυρες του πόνου και της οδύνης  του πενθούντα και η ανταπόκρισή τους μπορεί να αποτελέσει εμπειρία αλληλεγγύης, σύμπνοιας και μοιράσματος, να συμβάλει στην ανακούφιση της οδύνης  του πένθους  και να δημιουργήσει μια συνθήκη επούλωσης.

Επιπλέον, όπως δείχνουν ερευνητικά δεδομένα, η δυνατότητα να μοιραζόμαστε τα συναισθήματα και τις ιστορίες απώλειας με τους άλλους είναι  θεραπευτική και ιδιαίτερα προστατευτική για τη σωματική μας υγεία, υπό την προϋπόθεση πως η αφήγηση των δυσάρεστων ή τραυματικών εμπειριών  σταδιακά χτίζει μια όλο και πιο συγκροτημένη ιστορία, η οποία στην ουσία αντανακλά την καλύτερη οργάνωση και την πιο ικανοποιητική νοηματοδότηση αυτών των εμπειριών (Pennebaker, 1997). Πολύ σημαντική διάσταση στην επεξεργασία του πένθους είναι ο πενθών να αναζητήσει, και τελικά να αποδώσει κάποιο νόημα στην απώλεια που βίωσε, ώστε να την ενσωματώσει στην ιστορία της ζωής του και να επανακτήσει μια αίσθηση σκοπού στη ζωή του, που μέσα από το βίωμα της απώλειας διαταράχτηκε.

 

Η ιστορία της Δάφνης

Η Δάφνη 52 χρονών, άνεργη, έρχεται στη Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας, γιατί τα τελευταία χρόνια έχουν συμβεί τρομακτικά γεγονότα  στη ζωή της για τα οποία έχει ανάγκη να μιλήσει και να τα βάλει σε μια σειρά. Όπως αναφέρει, έχει δύο παιδιά, την Ελένη 30 χρονών και το Λάμπη 26 χρονών, τα οποία και τα δυο στην ηλικία των 26 χρόνων το καθένα, αντιμετώπισαν σοβαρότατο πρόβλημα υγείας. Η Ελένη πριν τέσσερα χρόνια διαγνώστηκε με λέμφωμα Ηοdgkin. Από τότε παλεύει με την αρρώστια, η οποία δείχνει αρκετά ανθεκτική, αφού κάνει συνεχώς υποτροπές. Ο Λάμπης, από τη άλλη, φέτος τον Μάρτιο αρρώστησε από αυτοάνοσο νόσημα, σύνδρομο Adem (οξεία διάσπαρτη εγγεφαλομυελίτιδα) που τον επηρέασε κινητικά σε σημείο μερικής παράλυσης, οπότε  και χρειάστηκε να νοσηλευτεί  για δυο μήνες σε κέντρο αποκατάστασης.

Η Δάφνη παντρεύτηκε σχετικά νωρίς, 19 χρόνων, και στα 27 της ήταν  ήδη χωρισμένη με δύο παιδιά 8 και 4 χρονών. Με τον πρώην άντρα της είχε μια έντονα συγκρουσιακή σχέση κι εξακολουθεί το μίσος και η οργή του ενός προς τον άλλον να υπάρχει, παρόλο που έχουν χωρίσει και έχουν τραβήξει διαφορετικές πορείες. Ακόμα και στα νοσοκομεία που βρέθηκαν αναγκαστικά με αφορμή τις αρρώστιες των παιδιών τους, συνεχίζουν να λειτουργούν συγκρουσιακά, εξαπολύοντας επιθέσεις ο ένας προς τον άλλον.

Στο πρώτο ραντεβού η Δάφνη δείχνει ανέκφραστη, άψυχη, στεγνή, παρόλο που όσα λέει είναι τραγικά.  Αναρωτιέμαι αν μπορώ να την βοηθήσω, αφού μου μοιάζει σχεδόν αντιπαθής. Μιλάει και είναι σαν να μεταφέρει ειδήσεις, πληροφορίες κατακερματισμένες και ασύνδετες, σαν όλα όσα συνέβησαν να μην αφορούν την ίδια τη ζωή της. Από την άλλη σκέφτομαι πως πιθανότατα λειτουργεί αποστασιοποιημένα, χωρίς συναίσθημα, ως άμυνα απέναντι στο  τεράστιο βάρος και ανυπόφορο πόνο τού να έχει και τα δυο της παιδιά άρρωστα. Είναι τόσο βαρύ το υλικό που φέρνει, ώστε με ενοχή ομολογώ μέσα μου πως θα προτιμούσα να μην ξαναέρθει. Το επόμενο ραντεβού προγραμματίζεται σχετικά αργά, μια και πρέπει να επιστρέψει στην επαρχιακή πόλη, όπου βρίσκεται το κέντρο νοσηλείας-αποκατάστασης του γιου της.  Στο δεύτερο ραντεβού η Δάφνη μιλάει αρκετά για το θέμα υγείας των παιδιών της και στο τέλος της συνεδρίας αναφέρεται στην απώλεια της δικής της μητέρας, το όνομα της οποίας έχει δώσει στην κόρη της. Στα 17 της έχασε τη μητέρα της από καρκίνο,  η οποία αρρώστησε όταν η  ίδια ήταν 11 ετών. ΄Ηταν, όπως λέει, μια αγαπητή, γλυκιά κι ευαίσθητη γυναίκα, που ο θάνατος της σήμανε τη διάλυση της οικογένειας. Η μεγάλη της αδελφή είχε παντρευτεί και είχε ένα μωρό και η ίδια με τον μικρότερο αδελφό της πήγαν να ζήσουν σε ένα σπίτι μόνοι, αφού ο πατέρας τους θα έμενε με τη φιλενάδα που ήδη είχε πριν τον θάνατο της γυναίκας του. Ακόμα και τώρα η Δάφνη είναι έντονα θυμωμένη με τον πατέρα της και τον θεωρεί υπεύθυνο που αρρώστησε η μάνα της γιατί, όπως λέει, εκείνος πάντα είχε άλλες γυναίκες και την πλήγωνε με τη συμπεριφορά του.

Η θεραπευόμενη, μέσα από την ιστορία της, μου διακινεί μεγάλο φορτίο έντασης και πόνου και κάποιες φορές αισθάνομαι να με κυριεύει ο φόβος, το άγχος και η αγριάδα του θανάτου. Σκέφτομαι πόσο μόνη και αβοήθητη πρέπει να είναι αυτή η γυναίκα και πώς, ασυνείδητα, με βάζει να την εγκαταλείπω, όπως η μάνα της που αρρώστησε και μετά πέθανε, όπως και κείνη εξάλλου εγκαταλείπει τον εαυτό της αφού δείχνει αφρόντιστη, χωρίς να έχει εμπεριέξει και νοηματοδοτήσει τα γεγονότα της ζωής της. Υπάρχει ένα κομμάτι του εαυτού της ευάλωτο, αβοήθητο που  με βάζει να το φιλοξενήσω, και την ίδια στιγμή μια άλλη πλευρά της δείχνει αμυντική και οχυρωμένη, η πλευρά εκείνη που έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνη της, να επιβιώσει πάση θυσία, έστω κι αν το τίμημα ήταν η αποξένωση από τη συναισθηματική της ζωή. Στο επόμενο ραντεβού μας συμφωνούμε να έρθει με τα παιδιά της, τον Λάμπη και την Ελένη, προκειμένου να συζητήσουμε για τα δύσκολα που περνάνε με το θέμα της υγείας τους και για το πώς μπορεί η Δάφνη, ως μητέρα τους, να λειτουργήσει στηρικτικά. 

Στην οικογενειακή συνάντηση ένα μέρος της συζήτησης αφιερώνεται στο παρελθόν, πριν ξεσπάσουν οι αρρώστιες. Η Ελένη ανέφερε πως θυμάται τον εαυτό της γεμάτο θυμό και νεύρα να ξεσπά σε όλους, κάτι σαν να της έφταιγε ή να μην πήγαινε καλά.  Αυτό ήταν και το κλίμα που είχε ζήσει ως παιδί, αφού στο σπίτι υπήρχε εμπόλεμη κατάσταση λόγω των διαρκών καυγάδων των γονιών. Αλλά και όταν οι γονείς της χώρισαν, ο ένας μετέφερε δηλητήριο για τον άλλον.

Ο Λάμπης αναφέρει πως η αδελφή του ήταν γι’ αυτόν κάτι σαν δεύτερη μητέρα, κι επίσης θεωρεί πως οι γονείς, απορροφημένοι με τα δικά τους, δεν ήταν καθόλου κοντά στα παιδιά. Ιδιαίτερα τραυματικά βίωσε τους τσακωμούς τους, ακόμη και στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, ομολογώντας πως είχε νιώσει και ένα είδος ενοχής που τους έβαζε, μέσω της αρρώστιας του, να συνδιαλλαγούν για άλλη μια φορά ανεπιτυχώς (υπονοώντας σε ένα άλλο επίπεδο ότι ευχόταν βαθιά μέσα του να τους δει επιτέλους ενωμένους να του συμπαραστέκονται σε αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής του).

Η Ελένη χρησιμοποιεί για την αρρώστια της τη μεταφορά ενός τσεκουριού που πέφτει για να κάνει κανείς τομές στη ζωή της. Η ίδια, όπως λέει, άρχισε να αλλάζει στάση απέναντι στη ζωή, άρχισε να σκέφτεται πιο πολύ τον εαυτό της και προσπαθεί να ηρεμεί και να χαλαρώνει. Νιώθει ότι έχει τη στήριξη του φίλου της και αυτό την καθησυχάζει. Προσπαθεί να κρατάει αποστάσεις από τον πατέρα της, ο οποίος με τη στάση του μοιάζει να αδυνατεί να τη στηρίξει, ενώ νιώθει τη μητέρα της πιο βοηθητική σε σχέση με το παρελθόν που την έβαζε στις προσωπικές της δυσκολίες και της μετέδιδε ευθύνες που δεν της αναλογούσαν.

Η μητέρα, στο μεγαλύτερο μέρος της οικογενειακής συνάντησης, παραμένει σιωπηλή. Προς το τέλος επισήμανε ότι για πρώτη φορά άκουσε τα παιδιά της, χωρίς να πρέπει να ανταπαντήσει ή να δικαιολογηθεί, αυτό ίσως είναι κάτι που ποτέ στο παρελθόν δεν είχε συμβεί.

Στις ατομικές μας συναντήσεις η Δάφνη μοιράζεται τις ενοχές που έχει απέναντι στην κόρη της, στην οποία,  δίνοντας  το όνομα της μητέρας της, νιώθει σαν να της μεταβίβασε και  τη μοίρα της. Για πρώτη φορά μιλάει για το φόβο που έχει  μην τη χάσει. Μου αναφέρει πως σε μια δύσκολη στιγμή της πορείας της υγείας της κόρης της, πήγε στον τάφο της μητέρας της για να της ζητήσει βοήθεια. Στην ουσία, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα της, πήγε να απαιτήσει τη βοήθεια που νιώθει πως της χρωστάει η μητέρα της. Θύμωσε μαζί της και, απευθυνόμενη σ’εκείνην, της είπε: «γιατί δε με βοηθάς τώρα που τόσο πολύ το χρειάζομαι, εσύ έφυγες, καθάρισες νωρίς και με άφησες μόνη να τα βγάλω πέρα». Για πρώτη φορά συνειδητοποιεί το θυμό προς την μητέρα που έφυγε πρόωρα και την εγκατέλειψε, αφήνοντας την μόνη να τα βγάλει πέρα με τις δυσκολίες της ζωής. Μέσα από την αφήγησή της ξετυλίγει   το νήμα της απώλειας της μητέρας και όλα τα ανομολόγητα και αντικρουόμενα συναισθήματα που ποτέ δεν έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας και στοχασμού. Ομολογεί πως είχε πάντα την πεποίθηση πως η μητέρα της μετά το θάνατό της με κάποιον τρόπο ήταν πάντα κοντά της και την  προστάτευε. Με την αρρώστια της κόρης της και τις συνεχόμενες υποτροπές κατέρρευσε αυτή η πεποίθηση κι έμεινε εντελώς μόνη να αντιμετωπίσει μια αδυσώπητη πραγματικότητα.

Παρακολουθώντας την ιστορία της Δάφνης θα μπορούσαμε να πούμε πως οι σωματικές αρρώστιες των παιδιών της, κατά κάποιον τρόπο, διέκοψαν τη ροή μιας οικογενειακής ζωής αρκετά εμποτισμένης από ένταση, καυγάδες, διέγερση, εκτόνωση και επίμονη αναζήτηση δράσης. Σε ένα ασυνείδητο επίπεδο και τα δυο τα παιδιά, μέσω της ασθένειας, παλινδρομούν και ζητούν να πάρουν τη φροντίδα που τους έλειψε. Επιστρέφουν συμβολικά στο σπίτι τους ζητώντας από τους γονείς τους να αναλάβουν τον ρόλο του προστάτη που δεν είχαν. Από την άλλη, οι ασθένειες επανέφεραν στο προσκήνιο το απένθητο φάντασμα της μητέρας της Δάφνης.

Μέσα στη θεραπευτική διαδικασία η Δάφνη καλείται να μιλήσει τόσο για  το τραύμα της αρρώστιας των παιδιών της, όσο και για ένα τραύμα που προϋπάρχει, την απώλεια της μητέρας της, έναν θάνατο τόσο επώδυνο που τον αποσιώπησε, τον έκλεισε ερμητικά για να μην υποφέρει, εμποδίζοντας όμως τη δυνατότητα επεξεργασίας και επίλυσης του πένθους της, με αποτέλεσμα, ασυνείδητα, να ταυτίζει την ιστορία της μητέρας της με την ιστορία της κόρης της (βλ. Θανοπούλου, 2012, για περισσότερες πληροφορίες για το περιπεπλεγμένο πένθος).

 

 

 Αναζητώντας νόημα μέσα από τη διεργασία του πένθους

Την άνοιξη αν δεν την βρεις, την φτιάχνεις
Oδυσσέας Ελύτης
 
 "Ο θάνατος δεν είναι η μεγαλύτερη απώλεια που μπορεί 
να συμβεί στη ζωή μας. Το πιο τρομακτικό είναι αυτό που 
  μπορεί να πεθάνει μέσα μας καθώς ζούμε"
Norman  Cousins.

Η συγκρότηση νοήματος είναι πρωταρχική ανθρώπινη ανάγκη. Γνέθουμε, υφαίνουμε και κατασκευάζουμε νοήματα μέσα από μια διαδικασία μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Μέσα από τα νοήματα παράγουμε σχέσεις και συνδέσεις και προσπαθούμε να συνθέσουμε τα σκόρπια κομμάτια της εμπειρίας μας με ένα τρόπο που δίνει συνοχή και επεξεργασία στα βιώματά μας (Θανοπούλου, 2013). «Το γεγονός ότι είμαστε πεπερασμένοι είναι, παραδόξως, ο δεσμός μας με τους άλλους» γράφει η η Μarie de Hennezel (2007) στον «Μύχιο Θάνατο». Και συμπληρώνει: «Γι αυτό και μας αφορά ο θάνατός τους. Μας επιτρέπει να διεισδύσουμε στην καρδιά του μόνου ουσιαστικού ερωτήματος: Τι νόημα έχει, λοιπόν, η ζωή μου;»

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η διεργασία της ανακατασκευής νοήματος σε σχέση με μια σοβαρή απώλεια, αποτελεί το πιο δυναμικό κομμάτι της διεργασίας θρήνου (Neimeyer, 2006). Παρά τις κοινές αντιδράσεις των ατόμων στο βίωμα μιας απώλειας, ο τρόπος που θα βιωθεί ο θρήνος θα εξαρτηθεί  από την προσωπικότητα του πενθούντα και γενικότερα τη προσωπική ιστορία του, από τη σχέση που είχε με τον θανόντα, από τις εμπειρίες του από προηγούμενες απώλειες και πένθη αλλά και από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος. Οπότε, η κατανόηση της πορείας του θρήνου πρέπει να λαμβάνει υπόψη την υποκειμενική πραγματικότητα της απώλειας, έτσι όπως βιώνεται διαφορετικά από κάθε άνθρωπο και κάθε οικογένεια στο εκάστοτε κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο.

Σύμφωνα με τον Fleming (1998) τα άτομα που πενθούν συχνά αναζητούν την κληρονομιά (με τη μεταφορική έννοια της λέξης) που άφησε αυτός που πέθανε και, όπως υπογραμμίζει, αυτή η κληρονομιά δεν χρειάζεται να αναζητηθεί μόνο στο θάνατο του αγαπημένου,  αλλά περισσότερο στη ζωή του. Η αναζήτηση της κληρονομιάς μέσω της επαναξιολογησης της σχέσης με τον ανθρωπο που πέθανε είναι μια ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά διαδικασία, συνδεδεμένη με το πόσο σημαντική και οδυνηρή υπήρξε η συγκεκριμένη απώλεια στη ζωή του. Η επίγνωση και η βίωση του πόνου θα οδηγήσει το άτομο που πενθεί στο να βρει νόημα αλλά και δυνατότητες ωρίμανσης μέσα από τη διεργασία του θρήνου. Άλλοι θεωρητικοί και ερευνητές ορίζουν το νόημα μέσα από την ικανότητα του ατόμου να αναπτύσσει νέους στόχους και σκοπό στη ζωή του ή να επανακατασκευάζει μια αντίληψη για τον εαυτό που ενσωματώνει την σημαντικότητα της αρνητικής εμπειρίας (Thompson & Jianigian, 1988). Μέσα από τη διεργασία του θρήνου το άτομο επιβεβαιώνει ή επανακατασκευάζει ένα κόσμο νοήματος που κλονίστηκε με την απώλεια και προσπαθεί να αποκαταστήσει τη συνοχή στην αφήγηση της ζωής του που διαταράχτηκε μέσα από την εμπειρία της απώλειας.

Oι παράγοντες εκείνοι που μπορεί να δυσκολέψουν τα μέλη μιας οικογένειας στη νοηματοδότηση του θανάτου ενός δικού τους προσώπου είναι η ύπαρξη μυστικών, οι εύθραυστες οικογενειακές σχέσεις, η αποφυγή της επαφής μεταξύ κάποιων μελών, οι αποκλίνουσες πεποιθήσεις τους καθώς και η ύπαρξη οικογενειακών κανόνων που δεν επιτρέπουν το μοίρασμα και την επικοινωνία  (Nadeau, 2001).

Σύμφωνα με το μοντέλο διπολικής διεργασίας του θρήνου (Stroebe et al., 1998) η ένταξη της απώλειας στη ζωή του πενθούντα απαιτεί συνεχή διακύμανση ανάμεσα σε δυο αντίθετους τρόπους λειτουργίας: 1. τον προσανατολισμό στην απώλεια (αυτός που πενθεί απορροφάται από το έργο του πένθους βιώνοντας και εξερευνώντας ποικίλα συναισθήματα σε σχέση με την  απώλεια, σε μια προσπάθεια να συλλάβει τη σημασία της για τη ζωή του αλλά και να διατηρήσει τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου ζωντανή και,  2. τον προσανατολισμό προς την αποκατάσταση. Το άτομο επικεντρώνεται στις εξωτερικές προσαρμογές που απαιτεί η απώλεια, διατηρεί ή δημουργεί νέες σχέσεις και δραστηριότητες και  προσπαθεί να αγνοήσει τα κύματα του έντονου πένθους που έρχονται και ξαναέρχονται.

Στη συνέχεια θα αναφερθώ συνοπτικά στην εμπειρία που είχα συντονίζοντας μια ομάδα διαχείρισης πένθους στη Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας ΨΝΑ. H ομάδα ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2010. Ήταν  βραχείας διάρκειας και ολοκληρώθηκε σε 12 συναντήσεις. Όλα τα μέλη είχαν κάνει ατομικές συναντήσεις για περισσότερο από ένα χρόνο. Την εποχή έναρξης της ομάδας άρχιζαν και οι πρώτες έντονες κινητοποιήσεις γύρω από την κρίση. Ακριβώς εκείνη την περίοδο ξεκινούσε μια μεγάλη απεργία των μέσων μαζικής μεταφοράς και είχα σκεφτεί πως θα λειτουργούσε διαλυτικά για την ομάδα, αναρωτιόμουν αν θα έπρεπε να μεταθέσουμε τη λειτουργία της. Τελικά, τα μέλη της ομάδας με διέψευσαν και έδειξαν απίστευτη συνέπεια, δεν έχασαν ούτε μια συνάντηση παρά τις αντίξοες εξωτερικές συνθήκες. Η σταθερή παρουσία τους, το συναισθηματικό μοίρασμα  μέσα στην ομάδα, αυτό που διαμείφθηκε μεταξύ τους και μεταξύ μας,  μοιάζει να αποτέλεσε  κράτημα και στήριξη στον πόνο τους, κάτι που επέτρεψε να αναδυθούν αφηγήσεις σχετικές με το βίωμα της απώλειας και το νόημα της ζωής.

Επέλεξα κάποιες  χαρακτηριστικές αφηγήσεις:

Συνειδητοποίησα πως ένας καλά συγκροτημένος εαυτός, γερά χτισμένος, μπορεί να τα βγάλει πέρα με ότι συντριπτικό του συμβεί. Μέσα από την ομάδα δεν είδα μόνο αδυναμίες μου, είδα ακόμη κατακτήσεις μου και στοιχεία του εαυτού μου που με κάνουν να τον αγαπώ και να νιώθω περήφανη για αυτόν.

Σκέφτηκα πως αφού τα έβγαλα πέρα μετά τον θάνατο του άντρα μου, αυτή η κρίση που αντιμετωπίζουμε τώρα δεν με φοβίζει. Νιώθω πιο αισιόδοξη. Είπα μέσα μου δεν θα χαθούμε, θα βρούμε λύσεις. Είναι σαν να ωρίμασα συναισθηματικά και να έβαλα άλλες προτεραιότητες για τη ζωή που ποτέ δεν ξέρεις πότε θα τελειώσει. Παλιά πελάγωνα με το παραμικρό, τώρα λέω και να μείνει ασυγύριστο το σπίτι ή να μην προλάβω να μαγειρέψω δεν χάθηκε ο κόσμος.

Αρχικά, καθώς άκουγα τα άλλα μέλη της ομάδας, συνειδητοποίησα πως αντιμετώπιζα την απώλεια ως κακοδαιμονία ή τιμωρία. Είχα το συναίσθημα μιας βαριά ήττας στη ζωή μου. Με το πέρασμα του χρόνου είναι σαν να προσπάθησα να δω καλύτερα τον μέσα εαυτό μου. Να συμφιλιωθώ με την απώλεια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν άλλαξε δραματικά η ζωή μου. Χάθηκε μια πλευρά μου χαρούμενη, αισιόδοξη, ανάλαφρη. Βάρυνα, κλονίστηκα με το πού βρίσκεται το νόημα…..τι νόημα έχει να βρίσκομαι με άλλους που δεν έχουμε τίποτε να μοιραστούμε…

Έγιναν πολλές αλλαγές μέσα μου. Αρχισα να γίνομαι πιο επιεικής και λιγότερο αυστηρή με εαυτό μου, κι αυτό επηρέασε τη σχέση μου με τους ανθρώπους γύρω μου, τους οποίους προσπαθώ να βλέπω με κατανόηση, έχω καλύτερη επικοινωνία μαζί τους. Υπογραμμίστηκε η αξία της ζωής που ακόμα και με τις φοβίες και αδυναμίες που έχω επιμένει να είναι ωραία. Επαναπροσδιόρισα τις ανάγκες μου, τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους, αφού με την απώλεια έπεσαν οι κουρτίνες που μου έκρυβαν τις πραγματικές διαστάσεις των πραγμάτων. Οι προτεραιότητες μου άλλαξαν επίσης. Από την άλλη, δεν λείπουν και στιγμές που χάνω την ελπίδα μου και τότε αναρωτιέμαι γιατί να παλέψω αφού τελικά χάνονται οι άνθρωποι, πεθαίνουμε και τότε είναι που αναζητώ στήριγμα και κράτημα στην ποίηση, στους φίλους μου...

Ενώ ξεκίνησα με αφορμή την απώλεια της αδελφής μου, δεν πήρα μόνο βοήθεια στη διαχείριση του πένθους αλλά νομίζω πως η ομάδα με στήριξε γενικότερα και ένιωσα πιο ικανή να αντιμετωπίσω και θέματα άσχετα με το πένθος δηλαδή προσωπικά, επαγγελματικά... Ποτέ δεν περίμενα πως εξωτερικεύοντας θα ένιωθα πιο δυνατή νααντιμετωπίσω καταστάσεις που μου φαίνονταν δυσεπίλυτες.

Η συμμετοχή μου στην ομάδα με βοήθησε να καταλάβω πως δεν είναι τόσο ο θάνατος που μας απασχολεί, ούτε οι άνθρωποι που έφυγαν. Μας απασχολούν όσα ο θάνατος έφερε στην επιφάνεια. Όσα καλά κρύβαμε και αποφεύγαμε. Για αυτό και οι αναφορές στους νεκρούς άρχισαν να δίνουν θέση σε μας. Εμείς είμαστε επί σκηνής, οι ζωές μας, οι ελλείψεις μας, οι αδυναμίες και οι φόβοι μας. Και ο χρόνος κατάλαβα πως δεν είναι ο καλύτερος γιατρός αν εσύ δεν τον αξιοποιήσεις σωστά, αν εσύ δεν δώσεις τη δυνατότητα στον εαυτό σου να εξελιχθεί και μαζί με αυτόν να εξελιχθεί και ο πόνος για τον αγαπημένο νεκρό.

 

Ο ρόλος του θεραπευτή στη στήριξη ατόμων ή οικογενειών που πενθούν

Στο κλινικό μας έργο ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι με αθρήνητες απώλειες, πένθη, διαγενεολογικά τραύματα και επαναλήψεις, ιστορίες ανομολόγητων πόνων. Ως ειδικοί της ψυχικής υγείας από τη μια κουβαλούμε το θεωρητικό οπλοστάσιο της εκπαίδευσης μας  και από την άλλη φέρουμε εντός μας τα προσωπικά μας βιώματα και εμπειρίες σε σχέση με απώλειες και οδύνες. Είναι σημαντικό να είμαστε ενήμεροι και να έχουμε επεξεργαστεί τις προσωπικές μας απώλειες προκειμένου να αντέξουμε την ένταση των συναισθημάτων των θεραπευόμενών μας και να συναισθανθούμε την εμπειρία πένθους τους αναγνωρίζοντας ωστόσο πως δεν είναι ο δικός μας πόνος .

Ο θάνατος μας υπενθυμίζει την ευάλωτη ανθρώπινη φύση μας. Αυτή η ευθραυστότητα, όπως υπογραμμίζει η Papadatou (2009)  μας δίνει τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε νέες πλευρές του εαυτού μας και εναλλακτικούς τρόπους σύνδεσης με τους άλλους. Η συνειδητοποίηση πως η ανθρώπινη ζωή είναι πεπερασμένη μπορεί να αποτελεί  πηγή πόνου και θλίψης, την ίδια στιγμή όμως μας δίνει την δυνατότητα να στοχαστούμε γύρω από τη ζωή, να ιεραρχήσουμε τις προτεραιότητές μας και να αναζητούμε  νόημα σε αυτά που κάνουμε.

Συχνά δουλεύοντας με πενθούντες νιώθει κανείς το απαρηγόρητο του θανάτου. Είναι στιγμές που οι λέξεις μοιάζουν ακατάλληλες και αταίριαστες να γεφυρώσουν την ψυχική εμπειρία του πενθούντα. Και τότε μοιάζει πως το ελάχιστο που απαιτείται είναι  το να είναι κανείς απλά ψυχικά παρών εμπεριέχοντας τον πόνο του άλλου.  Και αυτό είναι τις περισσότερες φορές  το μέγιστα θεραπευτικό. Όπως το έχει διατυπώσει ο Bakhtin (1975), για τη λέξη, όπως και για ένα ανθρώπινο ον,  δεν υπάρχει τίποτε πιο τρομερό από την έλλειψη απόκρισης. Έχει μεγάλη σημασία, λοιπόν, το να ακούει ο θεραπευτής σιωπηλά και να αντέχει  την αβεβαιότητα  της διεργασίας του πένθους, κρατώντας την οδύνη  και τη συχνά χωρίς νοήματα διαδρομή του πένθους,  μέχρις ότου αναδυθεί μια ρωγμή που θα οδηγήσει σε νέα περάσματα ή και συνειδητοποιήσεις.

Ο θεραπευτής είναι ένας συνταξιδιώτης που συνοδεύει διακριτικά τον πενθούντα, άλλοτε σωπαίνοντας και άλλοτε μιλώντας, στο απρόβλεπτο  ταξίδι του πένθους προσπαθώντας να τον βοηθήσει να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα από την  οποίαν απουσιάζει  ο σημαντικός άλλος. Είναι, συγχρόνως, ένας διερμηνέας και διαμεσολαβητής που φιλοξενεί και υποδέχεται τον αμεταβόλιστο πόνο του θεραπευόμενου του και τον βοηθά να τον μετασχηματίσει σε προσωπική ιστορία, συμβολοποιώντας τα ανεπεξέργαστα βιώματα του και αναζητώντας νέες συνδέσεις και νοήματα. Συχνά το άτομο ή η οικογένεια δεν έχει άλλο συναισθηματικό στήριγμα στις δυσκολίες και την οδύνη της παρά τον θεραπευτή, ο οποίος γίνεται ένα σημαντικό πρόσωπο. Χρειάζεται να συνδυάζει την ικανότητα κατανόησης αυτής της οδύνης με τη σταθερότητα που θα του επιτρέψει να μη διαχυθεί μέσα σ’ αυτήν, να μην κατακλυσθεί από απελπισία, αδιέξοδο, ενοχές μέσα από αμυντικές διεργασίες που στοχεύουν, στην ουσία, στην προστασία του δικού εαυτού του από τα δύσκολα συναισθήματα ώστε να μην οδηγήσει σε έναν πρόωρο παραμερισμό των οδυνηρών βιωμάτων του θεραπευόμενου (Χαραλαμπάκη και Θανοπούλου, 2008).

Έχει μεγάλη σημασία ο θεραπευτής να παρέχει ένα διευκολυντικό πλαίσιο που θα  επιτρέπει την ελεύθερη έκφραση σκέψεων και συναισθημάτων που πολύ συχνά οι πενθούντες δυσκολεύονται να μοιραστούν με τους δικούς τους ανθρώπους, γιατί όπως ήδη έχουμε επισημάνει πολύ συχνά η συζήτηση για το θάνατο αναστατώνει και προκαλεί ταραχή στους οικείους τους, με αποτέλεσμα να μην ενθαρρύνεται ο αναστοχασμός και ο διάλογος γύρω από το βίωμα της απώλειας.

Σαν ένας επαρκής γονιός ο θεραπευτής είναι διαθέσιμος, σταθερός, ευαίσθητος στις ανάγκες του θεραπευόμενου που δοκιμάζεται από την απώλεια, του μεταδίδει την αίσθηση  ότι μπορεί να τον καταλάβει, να τον νιώσει, να αντέξει τον πόνο του και να ενσταλλάξει ελπίδα (Θανοπούλου 2013). Η  κατανόηση που προσφέρει ο θεραπευτής, ο οποίος επιτρέπει στον εαυτό του να τον αγγίξει η οδύνη και ο πόνος του θεραπευόμενου που πενθεί χωρίς ωστόσο να τον κατακλύσει με τρόπο που να χάσει τα όρια του, μπορεί να μειώσει την αίσθηση φόβου και απομόνωσης που συχνά συνοδεύει τις ιστορίες απώλειας  και απαλύνει την αίσθηση μοναξιάς και αβοήθητου που συχνά τα άτομα αισθάνονται καθώς έρχονται αντιμέτωπα με το θάνατο αγαπημένων προσώπων.

Δουλεύοντας με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν πένθος, το πιο σημαντικό και από τις ίδιες τις γνώσεις και θεωρίες -που δυστυχώς κάποιες φορές μπορούμε να καταφύγουμε σε αυτές αμυντικά για να μείνουμε απροσπέλαστοι από τον πόνο- είναι να παραμένουμε ανθρώπινοι, αυθεντικοί και ανοιχτοί στις εμπειρίες των ανθρώπων που θρηνούν το χαμό ενος δικού τους προσώπου, αναγνωρίζοντας πως δεν είμαστε μόνο εμείς που ως θεραπευτές τους  επηρεάζουμε καθώς τους στηρίζουμε στο δύσκολο έργο του πένθους, αλλά αντίστοιχα κι κείνοι μέσα από τα δικά τους βιώματα και μέσα από τις μοναδικές τους ιστορίες αγγίζουν και επηρεάζουν και το δικό μας ψυχισμό και ίσως τελικά μαθαίνουμε μαζί τους  να διαπραγματευόμαστε ξανά και ξανά το (ερώτημα πού βρίσκεται) το νόημα της ίδιας της ζωής.

 

 Επίλογος

Η διεργασία του πένθους εμπεριέχει την βίωση και διαχείριση του πόνου που συνεπάγεται η απώλεια του αγαπημένου προσώπου στη ζωή μας και τη προσπάθεια να ξαναϋφάνουμε το νόημα της ζωής μας. Σταδιακά μετακινούμαστε από το να «είμαστε ο πόνος μας στο να κουβαλάμε πόνο στη καρδιά μας». Αυτές οι δυο λειτουργίες του πένθους αλληλοεπηρεάζονται. Καθώς μαθαίνουμε να ζούμε σε ένα κόσμο εντάσσοντας την εμπειρία απώλειάς μας, βρίσκουμε ένα νόημα στον πόνο μας. Και καθώς απαλύνεται κάπως ο πόνος, τα καταφέρνουμε καλύτερα να διαχειριστούμε τις νέες προκλήσεις του κόσμου που καλούμαστε να ζήσουμε (Attig, 2001). Συχνά μάλιστα η διεργασία του πένθους  μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία προσωπικής ανάπτυξης και ωρίμανσης, όπου κανείς  ενδέχεται να έρθει σε επαφή με πρωτόγνωρες εσωτερικές δυνάμεις και αποθέματα.

Ο θρήνος μάς επιτρέπει να αναρρώσουμε, να θυμόμαστε με αγάπη αντί για πόνο. Είναι μια διαδικασία ταξινόμησης. Απαγκιστρώνεσαι από τα πράγματα που χάθηκαν, ένα προς ένα, και θρηνείς γι’ αυτά. Έπειτα πιάνεσαι από τα πράγματα που έγιναν μέρος αυτού που είσαι, ένα προς ένα, κα ξαναχτίζεις. 

Rachael Naomi Remen (2000)

 

 

Βιβλιογραφία

Attig, T. (1996). How We Grief – Relearning the World.New York: Oxford University Press.Attig, T. (2001). Relearning the world : Making and Finding

Meanings. In R.A. Neimeyer (Ed.), Meaning Reconstruction & the Experience of Loss. Washington, DC : American Psychological Association.

Bakhtin, M. (1975). Speech genres and other late essays. Austin: University of Texas Press.

Δημητριάδης,  Δ. (2011). Η Λήθη. Αθήνα : Σαιξπηρικόν.

Fleming, S. (1998). O περιπεπλεγμένος θρήνος. Στο Μ. Νίλσεν και Δ. Παπαδάτου (Επ.), ΤοΠένθοςστηΖωή μας..Αθήνα :ΕκδόσειςΜέριμνα.

Frank (1995). The Wounded Storyteller. Chicago and London: The University  of Chicago Press.

Freud, S (1920).Beyond the Pleasure Principle,SE 18.

Freud, S. (1915).  Métapsychologie.Paris: Idées Gallimard,1977.

de Hennezel, M. (2007). O μύχιος θάνατος. Αθήνα: Koan-Synergie.

Janoff-Bulman, R.(1992). Shattered assumptions: Toward a new psychology of trauma. NewYork: FreePress.

Θανοπούλου, Κ. (2012). Ένας φόνος, μια κηδεία και ένα ανεπίλυτο τραυματικό πένθος. Ηλεκτρονικό Περιοδικό Συστημική Σκέψη και Ψυχοθεραπεία, τεύχος 1.

Θανοπούλου, Κ. (2013). Ο δεσμός και το νόημα ως αντίδοτα στο τραύμα. Η συμβολή  της θεωρίας της συναισθηματικής πρόσδεσης στη θεραπεία ενηλίκων που έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες. Ηλεκτρονικό Περιοδικό Συστημική Σκέψη  και Ψυχοθεραπεία, τεύχος 3.

Mac Intyre, A. (1981).After Virtue: Study in Moral Theory. London: Duckworth.

McLeod, J. (1997).Narrative and Psychotherapy. London: Sage.

Μπάρνς,Τζ.(2014). Τα τρία επίπεδα της ζωής. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Nadeau, J.W. (2001). Family construction of meaning, In R. Neimeyer (Ed.), Meaning reconstruction and the experience of loss. Washington, DC: American Psychological Association.

Neimeyer, R. A(2006) .Ν’ αγαπάς και να χάνεις. Aντιμετωπίζοντας την Απώλεια. Αθήνα: Κριτική.

Neimeyer, R. A(1998). H Ανα-νοηματοδότηση της εμπειρίας πένθους. Στο Μ. Νίλσεν,

Δ. Παπαδάτου (Επ.), Το Πένθος στη Ζωή μας. Αθήνα: Εκδόσεις Μέριμνα.

Ντιντιόν, Τζ. (2011). Η χρονιά της μαγικής σκέψης. Αθήνα: Κέδρος.

Ντολτό Φ. (2000). Μιλώντας για το θάνατο. Αθήνα: Πατάκης.

Όστερ Πολ (2001). Η Επινόηση της μοναξιάς. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.

Παπαδάτου, Δ. (2005). Απώλειες στη ζωή του παιδιού. Στο Μ. Νίλσεν (Επ.), Απώλειες στη ζωή του παιδιού. Αθήνα:ΕκδόσειςΜέριμνα.

Papadatou, D.(2009) In the face of death: Professionals who care for the dying and the bereaved. New York: Springer.

Pennebaker, J.W.(1997). Opening up: The healing power of expressing emotions. New York: The Guilford Press.

Remen, R., N. (2000). My Grandfather’s Blessings: Stories of Strength, Refuge, and Belonging. New York: The Berkley Publishing Group.

Stroebe, M., Shut, H. & Stroebe, W. (1998). Trauma and Grief: A Comparative analysis, In J. Harvey (Ed.), Perspectives on loss: A source –book. Philadelphia :Taylor and Francis.

Thomson, S. C. &Janigian, A.S. (1988). Life Schemes: A framework for understanding the search for meaning. Journal of Social and Clinical Psychology,7, 260-280.

Χαραλαμπάκη, Κ., Θανοπούλου, Κ. (2008). Οικογενειακή Θεραπεία σε ασθενείς με σωματικά προβλήματα υγείας. Στο Φ. Αναγνωστόπουλος και Ε.Καραδήμα (Επ.), Σύγχρονα Θέματα Ψυχολογίας της Υγείας. Αθήνα: Λιβάνης.

Χειμωνάς Γ. (1984) Έξι μαθήματα για τον λόγο.Αθήνα: Εκδόσεις Ύψιλον.

Walsh, F. (1998). Strengthening family resilience. New York: Guilford Press.