Articles

 Κατερίνα Θεοδωράκη1

 


1.  Παιδοψυχίατρος- ψυχοθεραπεύτρια, Ηράκλειο Κρήτης, e-mail : This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.
 

(Σας συνιστώ να διαβάσετε την τραγωδία, την βρήκα  εξαιρετικά ενδιαφέρουσα!)

 

Περίληψη

Θα περιγράψω την τραγωδία «Φιλοκτήτης» ως μια θεραπευτική διεργασία συστημικού τύπου.

Η τραγωδία ξεκινά με το σχέδιο εξαπάτησης του Φιλοκτήτη από τους Οδυσσέα και Νεοπτόλεμο, προκειμένου να τον πείσουν να πάει στην Τροία για να βοηθήσει στη λήξη του Τρωικού πολέμου.

Μέσα από τον διάλογο και την σχέση που καλλιεργείται μεταξύ των δύο ηρώων, Φιλοκτήτη και Νεοπτόλεμου, συμβαίνει μια σταδιακή αλλαγή, μια συνεξέλιξή τους. Ο μεν Φιλοκτήτης εγκαταλείπει την άκαμπτη θέση του, χωρίς να μετακινηθεί από τις αξίες του, ο δε Νεοπτόλεμος εγκαταλείπει την εξαπάτηση και αναδεικνύει το κοινό όφελος προσφεύγοντας σε μια συνθετική λύση. Τις δύο παράλληλες αυτές αλλαγές έρχεται να σταθεροποιήσει, από τον ρόλο του επόπτη-θεού, ο Ηρακλής, σχολιάζοντας σε ένα μετα-επίπεδο, με αφηγηματικό, βιωματικό τρόπο.

Ο ρόλος του Χορού είναι επίσης σημαντικός, και συχνά λειτουργεί ως αναστοχαστική ομάδα.

Μήπως μπορούμε να πούμε πως αυτή ήταν η πρώτη περιγραφή ψυχοθεραπευτικής διεργασίας στην ανθρώπινη ιστορία;

Λέξεις κλειδιά: Φιλοκτήτης, Σοφοκλής, αρχαία ελληνική τραγωδία, ψυχολογία, συστημική ψυχοθεραπεία.

 

Με τον Φιλοκτήτη ασχολήθηκαν όλοι οι τραγικοί. Από τις τραγωδίες όμως των άλλων τραγικών (Αισχύλου, Ευριπίδη) σώζονται μόνον αποσπάσματα, η μοναδική ολόκληρη είναι αυτή του Σοφοκλή.

 

Σοφοκλής

Η γενιά του Σοφοκλή συμπίπτει ιστορικά με το απόγειο της Αθηναϊκής δύναμης. Πρώτευσε συχνότερα από κάθε άλλο τραγικό ποιητή. Πρώτευσε σε ηλικία 87 ετών με τον Φιλοκτήτη, το 409 πΧ (1417 στίχοι). Ήταν αξιαγάπητος και κοινωνικός. Είχε πολυάριθμους φίλους.

Τοποθέτησε τον άνθρωπο στο κέντρο των πάντων, γέμισε τις τραγωδίες του με αλληλοσυγκρουόμενα καθήκοντα, με συζητήσεις πάνω σε συμπεριφορές και τρόπους ζωής. Δεν υπάρχει ούτε ένα από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή, στο οποίο να μην παρουσιάζεται ένα πρόβλημα ηθικής τάξης, σε όλη του την έκταση. Ο Σοφοκλής είναι μάρτυρας της εξέλιξης η οποία, στην Αθήνα, συνόδευσε την κοινωνική εξέλιξη, προκαλώντας μια έκρηξη πολυμορφίας των ιδεών. Τα πρόσωπα, στο έργο του Σοφοκλή, θέτουν προβλήματα και ενσαρκώνουν ένα ιδεώδες που απαιτεί όλο και περισσότερα από τον άνθρωπο, και τον καθιστά ολοένα μοναδικό κριτή των καθηκόντων του.

Ο άνθρωπος στον Σοφοκλή προσδιορίζει ο ίδιος την αξία του ανάλογα με τον τρόπο που αντιδρά στη δοκιμασία. Πρόκειται για δραματουργία που προκαλεί θαυμασμό και βαθιά πίστη για τον άνθρωπο και αγάπη για τη ζωή.

Με την προσωπικότητα του Φιλοκτήτη, από την ψυχαναλυτική σκοπιά, έχουν ασχοληθεί, ο Norman Austin (2011), καθώς και ο Lacan που εστίασε στην ηρωική πλευρά του χαρακτήρα του Φιλοκτήτη (1992).

Τον Φιλοκτήτη τον «διάβασα» ως ψυχοθεραπευτική διεργασία που όμως ήταν διπλή, δηλαδή οι ρόλοι θεραπευτή-θεραπευόμενου εναλλάσσονταν και η συνεξέλιξή τους ήταν εμφανής. Θα «δω» την εξέλιξη της τραγωδίας ως μια σταδιακή μεταστροφή, απ’ τη μια του έφηβου Νεοπτόλεμου, κι απ’ την άλλη μια θεραπεία του Φιλοκτήτη που συμβαίνει ξαφνικά (;) στο τέλος, με συνειδητή απόφαση του ίδιου να θεραπευθεί, μετά την παρέμβαση του Ηρακλή-πατέρα-θεού.

Ο Φιλοκτήτης, στην Ιλιάδα,  αναφέρεται να έχει εκστρατεύσει μαζί με τους Έλληνες στην Τροία, με επτά πλοία. Όμως δεν έφτασε ποτέ εκεί, καθώς τον δάγκωσε ένα ιερό υδρόβιο φίδι, στο νησί Χρύσα, πριν φτάσουν στην Τροία. Οι Ατρείδες (Αγαμέμνων και Μενέλαος) εξόρισαν τον Φιλοκτήτη στη Λήμνο, γιατί δεν άντεχαν τη δυσοσμία της πληγής του και τις φωνές του από τους πόνους, που διατάρασσαν όλο το στρατόπεδο. Ζει, εδώ και δέκα χρόνια, σε μια σπηλιά ολομόναχος, άρρωστος, με μόνο εφόδιο τα περίφημα τόξα του Ηρακλή, τα οποία του χάρισε ο ίδιος ο ήρωας όταν ο Φιλοκτήτης τον έσωσε.  Στην Ιλιάδα ο Φιλοκτήτης αναφέρεται για την απουσία του από τον Τρωικό Πόλεμο, η εξορία τον απέκλεισε από τις ηρωικές αφηγήσεις, εξαιρέθηκε από τον ηρωικό κόσμο.

Ο Φιλοκτήτης είναι όχι μόνο ο πιο μοναχικός από τους ήρωες του Σοφοκλή αλλά και ο πιο αποτρόπαια αδικημένος (Κουταλόπουλος, 2003). Προτιμά να μείνει στη Λήμνο και να πεθάνει από την πείνα παρά να υποχωρήσει. Το μίσος ενάντια στους εχθρούς του, Ατρείδες και Οδυσσέα, που τον εξόρισαν στο νησί, δεν μπορεί να το παραμερίσει. Δεν δέχεται να ωφελήσει ούτε τον εαυτό του, αν έτσι θα ωφελήσει κι εκείνους.

Αλλά πλάι στο δράμα του Φιλοκτήτη, εκτυλίσσεται και το δράμα του νεαρού Νεοπτόλεμου (γιου του Αχιλλέα που όμως δεν γνώρισε τον πατέρα του), ο οποίος αναγκάζεται να ενεργήσει αντίθετα προς τη «φύση» του (όπως την εννοεί ο Σοφοκλής), όμως τελικά μέσα από μια επώδυνη πορεία ξαναβρίσκει τον εαυτό του (Κουταλόπουλος, 2003).

Στην εξέλιξη του μύθου φαίνεται ότι ο Νεοπτόλεμος μεταστρέφεται σταδιακά από την επαφή του με τον Φιλοκτήτη, χωρίς ο τελευταίος να έχει σχεδιάσει εκ των προτέρων να μεταβάλει τη σκέψη του έφηβου Νεοπτόλεμου, αλλά, με την ειλικρινή και αυθόρμητη συμπεριφορά του ασκεί καθοριστική επίδραση στην ψυχή του (Κουταλόπουλος, 2003) και «θεραπεύει» τον Νεοπτόλεμο. Από την άλλη, ο Φιλοκτήτης  επανεντάσσεται σταδιακά στην κοινωνία των ανθρώπων και χάνει την ακαμψία του χαρακτήρα του, επιτρέποντας στους Έλληνες να τον βοηθήσουν στη θεραπεία, μέσα από τη σχέση πατέρα-γιου που αναπτύσσει με τον Νεοπτόλεμο, η οποία του επιτρέπει, επιπλέον, να πάει στην Τροία όπου βρίσκονται οι «γιοι του Ασκληπιού» που θα του γιατρέψουν το χρόνιο τραύμα από το δάγκωμα του φιδιού.

Στην τραγωδία αυτή οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι ο δόλος, η βία και η πειθώ. Ο δόλος αποτυγχάνει, η βία αποτυγχάνει και η πειθώ όταν δοκιμάζεται στο τέλος φαίνεται, σε πρώτο επίπεδο, να αποτυγχάνει, εξαιτίας του δόλου και της βίας που προηγήθηκαν (Κουταλόπουλος, 2003).

Η τραγωδία «Φιλοκτήτης» εκτυλίσσεται στο νησί της Λήμνου. Εκεί  φτάνει ο Οδυσσέας και ο Νεοπτόλεμος, από την Τροία προερχόμενοι, (και ενώ έχουν περάσει δέκα χρόνια Τρωικού Πολέμου και η έκβαση του είναι αβέβαιη) για να πείσει ο Νεοπτόλεμος τον Φιλοκτήτη να τους ακολουθήσει στην Τροία, μια και ο χρησμός του μάντη Έλενου λέει πως οι Έλληνες θα κερδίσουν τον πόλεμο μόνο με τα ανίκητα βέλη του Ηρακλή τα οποία κατέχει ο Φιλοκτήτης. Ο Οδυσσέας δίνει οδηγίες στον Νεοπτόλεμο για το πώς θα ξεγελάσει τον Φιλοκτήτη και θα τον πάρει μαζί του στην Τροία. Ο Φιλοκτήτης δεν πρέπει να δει τον Οδυσσέα καθόλου, το έργο του δόλου καλείται να το φέρει σε πέρας μόνος του ο Νεοπτόλεμος που, όπως του λέει ο Οδυσσέας, είναι καινούργιος στον πόλεμο και άρα είναι εύκολο να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Φιλοκτήτη. Ο Οδυσσέας προτρέπει τον Νεοπτόλεμο να θυσιάσει για μια φορά τη συνείδηση του και να ξεγελάσει τον Φιλοκτήτη.

Ο Νεοπτόλεμος, από την άλλη, βρίσκεται σε εσωτερικό δίλημμα (ή διπλό δεσμό;). Δεν θέλει να νικήσει με δόλο, αλλά δεν θέλει και να τον πουν προδότη των Ελλήνων. Θέλει να κερδίσει με την πειθώ (θεραπεία; Διότι, για να πειστεί ο Φιλοκτήτης να ακολουθήσει τον Νεοπτόλεμο, θα πρέπει να θεραπευτεί από την άκαμπτη στάση που του υπαγορεύουν απ’ τη μια οι αξίες του,  κι απ’ την άλλη το μίσος του για τους Ατρείδες. Αυτό το μίσος πρέπει να θεραπευτεί για να πάει στην Τροία και να θεραπευτεί και η πληγή του).

Ο Χορός μπαίνει στη θέση και των δύο ηρώων, θέλει να βοηθήσει τον Νεοπτόλεμο αλλά συμπονά και τον Φιλοκτήτη, με γνήσια ανθρώπινα συναισθήματα, για να καταλήξει «μα αλίμονο στον άνθρωπο που η μοίρα έξω από το μέτρο κατατρέχει». Ενώ παρακάτω θα πει «μακριά από τους ανθρώπους ξορισμένος και μέσα σε πόνους και πείνα βαριά, έγνοιες ανοικονόμητες τον ζώνουν, ενώ μονάχα η φλύαρη ηχώ αντιλαλεί τους πικρούς τους στεναγμούς του μακριά». Δεν είναι τυχαίο που ο πόνος και το δράμα του Φιλοκτήτη, διαδραματίζεται σ’ ένα έρημο νησί, μια ψυχολογική μεταφορά για την εμπειρία του υποφέρειν (C. Fred Alford 2002).

Ο πρόλογος τελειώνει με τον Χορό να εφιστά την προσοχή του Νεοπτόλεμου στον πόνο του Φιλοκτήτη, σαν ο Χορός να εστιάζει την προσοχή στον πόνο (ψυχικό και σωματικό μαζί).

Το πρώτο επεισόδιο το ξεκινά ο Φιλοκτήτης ρωτώντας τους ξένους από πού είναι, μιλά για τη λαχτάρα του ν’ ακούσει ανθρώπινη λαλιά στην εξορία του. Ο ίδιος συστήνεται και αυτοπροσδιορίζεται με τρεις τρόπους: πρώτον, ως ο κάτοχος των όπλων του Ηρακλή (η κατοχή των τόξων είναι συστατικό της ταυτότητας του), δεύτερον, με την καταγωγή του και τρίτον, με την εγκατάλειψή του από τους Έλληνες (Καλογεροπούλου, 2009). Ο Φιλοκτήτης διηγείται την ιστορία του, την απόγνωση του, τον πόνο του, τη ζωή του στην ερημιά αλλά και τη συμφιλίωση του με τα δεινά του, και καλεί τον Νεοπτόλεμο να φανταστεί τι ένοιωσε όταν κατάλαβε την κατάσταση του ξυπνώντας, τότε που οι Αργείοι τον εγκατέλειψαν αβοήθητο, ενώ κοιμόταν, στον τόπο της εξορίας του. Τον καλεί να μπει στη θέση του και προσθέτει ότι δέκα χρόνια τώρα όσοι έχουν περάσει από κει, το μόνο που του δίνουν είναι συμπόνια με τα λόγια και ελεημοσύνη αλλά όχι θεραπεία (δεν τον επιστρέφουν στην πατρίδα του να βρει τους δικούς του και να θεραπευτεί). Στο τέλος καταριέται τους Ατρείδες που τον έφεραν σ’ αυτή τη θέση, όπως θα κάνει πολλές φορές σε όλη την τραγωδία. Ο Χορός πάλι συμπονά.

Στη συνέχεια, ο Νεοπτόλεμος προσπαθεί να καλλιεργήσει τη σχέση με τον Φιλοκτήτη αφηγούμενος τη δική του ιστορία και τη δική του αδικία (ψεύτικη) από τους Ατρείδες, ενώ αφήνει αιχμές γι’ αυτούς που έχουν την εξουσία, οι οποίοι αποτελούν το κακό πρότυπο για τους υπόλοιπους. Στόχος αυτής της αφήγησης είναι να έρθει κοντά στον Φιλοκτήτη.

Ο Χορός εδώ πάλι συμπάσχει με τον Νεοπτόλεμο, σχολιάζοντας την «αδικία» που φέρνει κοντά τους δύο ήρωες.

Ακολουθεί διάλογος, στον οποίον ο Φιλοκτήτης ρωτά τον Νεοπτόλεμο για τους διάφορους ήρωες του Τρωικού Πολέμου. Η απαρίθμηση των νεκρών ηρώων λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, εγκαθιδρύοντας μια σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα σε Φιλοκτήτη και Νεοπτόλεμο. Το μέσον, βέβαια, του Νεοπτόλεμου είναι ο δόλος. Κι όμως, σαν να καλλιεργείται ένα πλαίσιο συνεργασίας, ένα πλαίσιο θεραπευτικό, δημιουργείται η «θεραπευτική σχέση» αλλά και προσδιορίζεται το σύστημα αξιών των ηρώων, οι οποίοι ψάχνουν για επαλληλίες αφού συμμάχησαν. Όταν ο Νεοπτόλεμος δηλώνει ξεκάθαρα τις επιλογές του και τις αξίες του και ο Φιλοκτήτης τον έχει εμπιστευτεί, ανακοινώνει την αναχώρηση του (πρώτη αναχώρηση) (ψεύτικα). Είναι ενδιαφέρον αυτό το σημείο. Περιμένει, και έμμεσα προκαλεί τον Φιλοκτήτη να εκφράσει το αίτημα του; Να ζητήσει βοήθεια; Να τον καλέσει πίσω; Ο Φιλοκτήτης το εκφράζει, ζητά τη βοήθεια του Νεοπτόλεμου. Τον καλεί να μπει στη θέση του.

Ο Χορός ξανά συμπονά και παίρνει για άλλη μια φορά το μέρος του αδύναμου, του άρρωστου. Ο Νεοπτόλεμος φέρνει το ερώτημα: αντέχουμε την παρουσία της αρρώστιας; Αντέχουμε τη δυσλειτουργία ή αυτή θα μας κάνει απάνθρωπους, όπως έγιναν οι Ατρείδες και εξόρισαν τον Φιλοκτήτη;  Ο Χορός-πλήρωμα απαντά ναι, και ο Νεοπτόλεμος δέχεται να σώσει τον Φιλοκτήτη και να τον πάρει μαζί του. Ο Φιλοκτήτης ευχαριστεί τον Νεοπτόλεμο για την απόφαση του να τον πάρει μαζί του, αλλά θέλει μαζί με τον Νεοπτόλεμο να του δείξει, και να αποχαιρετήσουν μαζί, τη σπηλιά που τον φιλοξένησε όλα τα χρόνια.

Σ’ αυτό το σημείο έρχεται ο έμπορος (από τους ναύτες του Νεοπτόλεμου) για να αποκαλύψει, στην αρχή μόνο στον Νεοπτόλεμο και μετά δημόσια (με προτροπή του Νεοπτόλεμου να μιλήσει δυνατά), τον πραγματικό σκοπό του ερχομού τους. Ο Νεοπτόλεμος κάνει τον ανήξερο, απορεί γιατί νοιάζονται ξαφνικά οι Ατρείδες γι αυτόν που τον είχαν παραπετάξει τόσα χρόνια, συντασσόμενος, στην ουσία, με τον Φιλοκτήτη. Ο Φιλοκτήτης, ακούγοντας το, οργίζεται και προτρέπει τον Νεοπτόλεμο να φύγουν γρήγορα (φεύγοντας, ο Φιλοκτήτης παίρνει τα τόξα μαζί του ενώ ο Νεοπτόλεμος παριστάνει τον αδιάφορο για τα τόξα, αλλά αφήνει αιχμές ότι επιθυμεί να τα ακουμπήσει, και τότε ο Φιλοκτήτης, αφού επαινεί τις αρετές του, του λέει πως είναι ο μόνος που μπορεί να τα πιάσει γιατί τα δικαιούται αυτός που κάνει το καλό). Για άλλη μια φορά ο Χορός συμπονά τον Φιλοκτήτη και περιγράφει τη δύσκολη ζωή και τον αγώνα του, όπως και την αδικία που έχει ζήσει.

Και, την ώρα που φεύγουν, ο Φιλοκτήτης παθαίνει υποτροπή της αρρώστιας του και αρχίζει να βογγά από πόνο. Στην αρχή το κρύβει αλλά μετά το φανερώνει και ζητά από τον Νεοπτόλεμο να μην φοβηθεί την αρρώστια, να μην τον προδώσει (η σκηνή είναι η ίδια που συνέβη όταν τον εγκατέλειψαν οι Ατρείδες στη Λήμνο. Το μέλλον του εδώ διακυβεύεται σε παρόμοιες συνθήκες. Πρόκειται για μια επανάληψη-διορθωτική εμπειρία;). Ο Νεοπτόλεμος τον συμπονά και η συμπόνια συνδέει ξανά τον Φιλοκτήτη με τον ανθρώπινο κόσμο (C. Fred Alford, 2002). Τότε,  ο Φιλοκτήτης του εμπιστεύεται τα τόξα, να τα προσέχει και να μην τα δώσει σε κανέναν κατά τη διάρκεια της κρίσης. Είναι μια συγκλονιστική πράξη, ακραία εκδήλωση εμπιστοσύνης (Καλογεροπούλου, 2009). Ο Νεοπτόλεμος του υπόσχεται να μην τα δώσει σε κανέναν και ο Φιλοκτήτης τον προειδοποιεί να προσέξει τα τόξα, να μην του φέρουν στεναγμούς όπως σε όλους («προσκύνα τον φθόνο!»). Ο πόνος έρχεται έντονος και ο Φιλοκτήτης εύχεται να πεθάνει. Ο Νεοπτόλεμος σωπαίνει. Εδώ είναι η πρώτη σιωπή. Γιατί σιωπά ο Νεοπτόλεμος; Η απάντηση είναι διότι συμπονά, αλλά είναι μόνον αυτό; Ο Φιλοκτήτης φοβάται ότι θα τον εγκαταλείψει και εκφράζει την αμφιβολία του. Ο Νεοπτόλεμος υπόσχεται ότι δεν θα τον αφήσει. Ο Φιλοκτήτης κοιμάται πάνω στον παροξυσμό της αρρώστιας του.

Τότε ο Χορός, για άλλη μια φορά σαν με νανούρισμα (θεραπευτικό;), συμπονά και εύχεται τη θεραπεία του Φιλοκτήτη και μετά λέει στον Νεοπτόλεμο, χωρίς να παίρνει θέση, απλώς να προσέξει να επιλέξει την κατάλληλη στιγμή για να δράσει και να αποφασίσει μέχρι πού θα προχωρήσει.

Ο Νεοπτόλεμος αρχίζει να μεταστρέφεται, να ντρέπεται για τα ψέματα που έχει πει. Εδώ ο Χορός γίνεται εντυπωσιακά συστημικός, απευθύνεται στον Νεοπτόλεμο και του λέει να μελετήσει πολύ βαθιά το ζήτημα και να βρει μια λύση συνθετική: «κείν’ η δουλειά είναι η καλύτερη που φόβο κανένα δεν δίνει.»!

Ο Φιλοκτήτης ξυπνά και έχει συνέλθει, ξαφνιάζεται και επαινεί τον Νεοπτόλεμο για την αντοχή του στην αρρώστια («απίστευτη και ανέλπιστη των ξένων η παρουσία»). Κι ενώ φεύγουν μαζί, ο Νεοπτόλεμος για πρώτη φορά κοντοστέκεται. Πάλι το εμπόδιο είναι ο πόνος. Αυτή τη φορά όμως είναι ο Νεοπτόλεμος που πονάει. Είναι μια εντονότατη ψυχική οδύνη, ίση με τον σωματικό πόνο του Φιλοκτήτη. Η κραυγή του (παπαί =αλίμονο!) έρχεται σαν αντίλαλος της κραυγής του Φιλοκτήτη (Κουταλόπουλος, 2003). Η φρικτή αρρώστια του ήρωα, η ευγένεια με την οποία την αντιμετώπισε τόσα χρόνια, η έκφραση της ευγνωμοσύνης και η εμπιστοσύνη που του έδειξε συγκίνησαν βαθιά τον νέο και γι’ αυτό δεν μπορεί πια να συνεχίσει τη σκληρή εξαπάτηση. Η συμπόνια και η ντροπή δημιουργούν αφόρητο ψυχικό πόνο. Βρίσκεται σε απόλυτη αμηχανία (Κουταλόπουλος, 2003) και  υπονοεί το εσωτερικό του δίλημμα, την εσωτερική του σύγκρουση, χωρίς όμως να την εκφράζει. Ο Φιλοκτήτης απορεί και τότε ο Νεοπτόλεμος του αποκαλύπτει τον πραγματικό του σκοπό, ότι πρέπει να τον πάρει μαζί του στην Τροία. Ο Φιλοκτήτης εκρήγνυται, βρίζει τον Νεοπτόλεμο και του ζητά να του γυρίσει πίσω τα τόξα διότι στην Τροία δεν πρόκειται να πάει. Ο Νεοπτόλεμος αρνείται, ο Φιλοκτήτης προσπαθεί πότε με θετική πρόκληση, πότε  με αυτολύπηση, πότε με υποτίμηση και τέλος με κατάρες να τον κάνει να τα γυρίσει πίσω. Ο Νεοπτόλεμος σιωπά (δεύτερη φορά). Ο Νεοπτόλεμος δηλώνει τη συμπόνια που νιώθει για τον Φιλοκτήτη και τη δύσκολη θέση του, όσον αφορά στην απόφαση που πρέπει να πάρει.

Εδώ μπαίνει στη σκηνή ο Οδυσσέας. Τη στιγμή που ο Νεοπτόλεμος είναι έτοιμος να δώσει τα τόξα πίσω στον Φιλοκτήτη, ο Οδυσσέας προσπαθεί  να τον εμποδίσει και να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Λέει στον Φιλοκτήτη πως θα τον πάρει μαζί του με κάθε τρόπο, καλό η κακό, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Δία. Ακολουθεί διάλογος Φιλοκτήτη-Οδυσσέα, στον οποίον ο Οδυσσέας προσπαθεί να πείσει τον Φιλοκτήτη να πάει μαζί του στην Τροία πότε με απειλή, πότε με θετική αναπλαισίωση, ενώ ο Φιλοκτήτης βγάζει όλο του τον θυμό αναλύοντας όλη την αδικία που έχει υποστεί και εκφράζοντας όλο του το μίσος προς τον Οδυσσέα, και πάνω στο αδιέξοδο δηλώνει ότι θα αυτοκτονήσει.

Ο Οδυσσέας απολογείται με τη σειρά του αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζει και τη θέση του, λέγοντας πως το χαρακτηριστικό του είναι να προσαρμόζεται στις καταστάσεις και να θέλει να νικά πάντα, και σ’ αυτή την περίπτωση δεν σκοπεύει ν’ αλλάξει τακτική (σε αντίθεση με την ακαμψία του Φιλοκτήτη). Του δηλώνει, προκλητικά, ότι δεν τον έχει ανάγκη και ότι μπορούν να νικήσουν και χωρίς αυτόν και θα πάρουν και τη δόξα που ανήκε στον Φιλοκτήτη. Ο Φιλοκτήτης ζητά από τον Νεοπτόλεμο να μιλήσει (τρίτη σιωπή του Νεοπτόλεμου), αναρωτιέται τώρα κι αυτός τι να κάνει, ενώ ο Οδυσσέας φεύγει και καλεί και τον Νεοπτόλεμο να πάει μαζί του για να μην του χαλάσει το σχέδιο. Ο Φιλοκτήτης καλεί πίσω τους ναύτες να τον συμπονέσουν. Εδώ οι ναύτες-Χορός για πρώτη φορά παίρνουν το μέρος του Νεοπτόλεμου φανερά, και δηλώνουν ότι θα πάνε μαζί του. Ο Νεοπτόλεμος λέει στον Χορό να μείνει, μήπως εν τω μεταξύ αλλάξει γνώμη ο Φιλοκτήτης (του δίνει χρονικό περιθώριο).

Ακολουθεί ένας διάλογος μεταξύ Φιλοκτήτη και Χορού (ναύτες) στον οποίον ο Φιλοκτήτης θρηνεί για την άθλια κατάσταση που βρίσκεται, μόνος στο έρημο νησί χωρίς τα όπλα του, αυτά που του έδιναν τροφή και προστασία. Ο Χορός του απαντά πως αυτό ήταν καθαρά δική του επιλογή, ότι προτίμησε το χειρότερο για τον ίδιο, αντί το καλύτερο. Ο Φιλοκτήτης συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο αυτολύπησης, θρήνου για τον εαυτό του και κατάρες για τους εχθρούς του. Ο Χορός, πάλι συστημικός, συμφωνεί πως είναι καλό να λέει καθαρά αυτό που πιστεύει αλλά να μην γεννούν τα λόγια του μίσος και ότι, εν τέλει, αυτό που προτείνουν θα ωφελήσει όλους. Ο Φιλοκτήτης επιμένει να θρηνεί, ενώ ο Χορός, με τρυφερότητα και συμπόνια, του λέει: «στο χέρι σου είναι, νιώσε το καλά, ν΄ απαλλαχτείς από την μοίρα την φρικτή, που όσον καιρό αν τη βόσκεις, δε θα μάθει τα μύρια να βαστά που σέρνονται μαζί της πάθη». Σαν να του λέει πως όσο θρηνεί και δεν αλλάζει τη μοίρα του ο ίδιος, τόσο θα τον ταλαιπωρούν τα πάθη του. Ο Φιλοκτήτης εμμένει στον ίδιο τρόπο σκέψης, στην ετερομομφή και στο θρήνο, αν και αναγνωρίζει την καλή πρόθεση του Χορού, ενώ ο Χορός απαντάει πως αυτό που του προτείνει είναι για το καλό του. Στο τέλος ο Φιλοκτήτης τους διώχνει, ο Χορός κάνει να φύγει και τότε ο Φιλοκτήτης τον ξανακαλεί. Ο Χορός του λέει: «Βάλε στην παραφορά σου μέτρο κι είναι περιττή». Ο Χορός ρωτά τι να περιμένει διαφορετικό απ’αυτό που έκανε μέχρι τώρα. Και τότε ο Φιλοκτήτης αρχίζει να παίρνει την ευθύνη της στάσης του: «Λέω άλλα των αλλώ».

Ο Χορός τον ξαναπλησιάζει και ο Φιλοκτήτης ξαναγυρίζει στην προηγούμενη άκαμπτη θέση του, που είναι αποτέλεσμα του μίσους που τρέφει για τους εχθρούς του και ζητά από τον Χορό να του δώσουν ένα μαχαίρι για να αυτοκτονήσει. Ο Χορός ρωτά «για ποιο λόγο;». Η ερώτηση ηχεί ως παράδοξο (τι επίδραση έχει, άραγε, αυτό το παράδοξο στον Φιλοκτήτη; Δεν αναφέρει ξανά την αυτοκτονία). Κι ενώ ο Φιλοκτήτης  εξηγεί (για να πάει, λέει, να βρει τον πατέρα του στον Άδη), ο Χορός δεν το σχολιάζει, δεν προσπαθεί να τον πείσει ν’ αλλάξει γνώμη, του αφήνει την ευθύνη στα χέρια του, αλλά αλλάζει θέμα, δεν φαίνεται ν’ ανησυχεί ιδιαίτερα.

Ο Νεοπτόλεμος επιστρέφει βιαστικά, μετανιωμένος, για να διορθώσει, όπως λέει, τις αμαρτίες του. Θέλει να επιστρέψει τα τόξα στον Φιλοκτήτη, έκανε λάθος που τα πήρε με τρόπο αισχρό. Ο Οδυσσέας προσπαθεί να τον μεταπείσει και μετά τον απειλεί, στο τέλος ο Οδυσσέας φεύγει από τη σκηνή.

Ο Νεοπτόλεμος ρωτά τον Φιλοκτήτη τι αποφάσισε να κάνει, θα μείνει ή θα πάει μαζί τους; Ο Φιλοκτήτης δεν αλλάζει γνώμη, ο Νεοπτόλεμος παραδέχεται την αποτυχία του να τον πείσει με τα λόγια, δέχεται την απόφαση του Φιλοκτήτη, αποφασίζει να του δώσει πίσω τα τόξα.

Εμφανίζεται πάλι ο Οδυσσέας και αλληλοαπειλούνται με τον Φιλοκτήτη, ο Φιλοκτήτης προσπαθεί να σκοτώσει τον Οδυσσέα, ενώ ο Νεοπτόλεμος τους χωρίζει και του λέει πως δεν θα ήταν καλό για κανέναν να σκοτώσει τον Οδυσσέα. Ο Φιλοκτήτης δέχεται την παρέμβαση του Νεοπτόλεμου και η εμπιστοσύνη μεταξύ τους έχει αποκατασταθεί. Τότε ο Νεοπτόλεμος κάνει μια τελευταία προσπάθεια να πείσει τον Φιλοκτήτη, καθρεφτίζοντας τον και δίνοντας του την ευθύνη, λέγοντας του πως: «Αυτοί που πέφτουν σε συμφορές που μόνοι τους τις θέλησαν, αυτούς δεν είναι δίκαιο να συγχωρά κανείς ή να λυπάται», ενώ σχολιάζει την ακαμψία και καχυποψία του. Ο Φιλοκτήτης μετακινείται λίγο και μπαίνει σε εσωτερικό διάλογο, έχει εμπιστευτεί τον Νεοπτόλεμο, αλλά δεν μπορεί να φανταστεί να ζει με τα παιδιά του Ατρέα. Ο Νεοπτόλεμος του ζητά να τον εμπιστευτεί γιατί αυτό είναι το καλό και των δύο. Στη συνέχεια του λέει «μάθε καλέ μου να μην είσαι τόσο περήφανος μέσα στις συμφορές». Ο Φιλοκτήτης, κυριευμένος από το μίσος του για τους Ατρείδες, δεν θέλει να πάει στην Τροία, ενώ ο Νεοπτόλεμος τον καλεί να δει τώρα ότι θέλουν να τον σώσουν. Ο Φιλοκτήτης αρνείται να φύγει, και τότε ο Νεοπτόλεμος παραδέχεται την αποτυχία του να τον πείσει και ότι το μόνο που μένει είναι να τον αφήσει μέσα στην ερημιά του χωρίς ελπίδα σωτηρίας (θεραπευτικός διπλός δεσμός;). Τότε ο Φιλοκτήτης του ζητά να κρατήσει την υπόσχεση του και να τον γυρίσει στην πατρίδα του, αλλά ο Νεοπτόλεμος τον ρωτά «και τι θα κάνω εγώ όταν αρχίσουν να με κυνηγούν;». Ο Φιλοκτήτης του υπόσχεται πως θα τον βοηθήσει ο ίδιος με τα τόξα του.

Μέχρις εδώ ο «θεραπευτής» Νεοπτόλεμος έχει αποδεχτεί την αποτυχία του, έχει αποδεχτεί την απόφαση του «θεραπευόμενου» Φιλοκτήτη, αλλά δεν έχει βρεθεί συστημική λύση, η κατάσταση είναι αδιέξοδη. Κι εδώ στην κρίσιμη στιγμή έρχεται ο από μηχανής θεός, ο Ηρακλής, για να βοηθήσει τη θεραπεία. Παίρνει τον ρόλο του επόπτη; Μιλά με βιωματικό αφηγηματικό τρόπο, αναφερόμενος στους δικούς του μόχθους και εστιάζοντας στην αξία της συνεργασίας και αλληλεξάρτησης (κανένας μόνος του δεν μπορεί να πάρει την Τροία, μπορούν μόνο σε συνεργασία οι δύο τους, οι δύο γενιές,  για να φυλάει ο ένας τον άλλο), καθώς και στην αξία του σεβασμού που είναι πάνω από τους ανθρώπους, είτε ζουν ή αφού πεθάνουν. Δηλαδή τι κάνει; Ασχολείται με το ανώτερο ιεραρχικά επίπεδο των αξιών, με αποτέλεσμα η προηγούμενη σύγκρουση να μην έχει πια νόημα, γιατί βάζει τους ήρωες να συμμαχήσουν, να συνεργαστούν, για να πετύχουν τον κοινό στόχο. Ο Φιλοκτήτης δικαιώνεται, θεραπεύεται  από την αδράνεια στην οποία καταδίκασε τον εαυτό του και πάει να θεραπευτεί και σωματικά. Ο Φιλοκτήτης, στο ίδιο μοτίβο με τον Ηρακλή, αποχαιρετά τον τόπο που τον φιλοξένησε και υμνεί τη δύναμη της ζωής! Αλλά δεν παραλείπει να πει ότι πηγαίνει εκεί που τον στέλνει η Μοίρα, η γνώμη των φίλων και η δύναμη της θεότητας.

 

Κάποιες σκέψεις για την τραγωδία

Πρόκειται για μια τραγωδία στην οποία η διαλεκτική τίθεται σε διάζευξη με τη βία και τον δόλο (Καλογεροπούλου, 2009). Η τραγωδία κινείται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα. Επικεντρώνει στον άνθρωπο και στον αγώνα του. Ο Σοφοκλής θεωρείται αυθεντία στην τέχνη της σκιαγράφησης των προσώπων του, χωρίς να τα αναλύει (de Romilly, 1997). Το κάθε πρόσωπο διακρίνεται από την σπουδαιότητα που δίνει στη μια ή στην άλλη αξία (ηθική), αλλά και από την έμφαση που χρησιμοποιεί, καθρεφτίζοντας, έτσι, τον χαρακτήρα του (ψυχολογία). Ο καθένας δεν αντιπροσωπεύει παρά μόνο τη δική του επιλογή, τη δική του θέληση, την ανθρώπινη κρίση του. Με άλλα λόγια η ψυχολογία αρχίζει με την ηθική. Η ηθική είναι αυτή που ανοίγει πρώτη τους δρόμους της εσωτερικότητας (de Romilly, 1997). Ο Σοφοκλής ασχολείται με το θέμα της εποχής του, «φύση ή εκπαίδευση, τι από τα δύο υπερέχει;». Αυτό βέβαια θυμίζει τη διαμάχη «γονίδια ή περιβάλλον»; «Φύση», για τον Σοφοκλή, είναι η ύπαρξη στη βαθύτερη υπόσταση της, είναι εκείνο στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε. Η «φύση» για τον Σοφοκλή είναι πάντα καλή και παρούσα, λανθάνουσα και εξασθενημένη από τις περιστάσεις, αλλά την αποφασιστική στιγμή βρίσκει τη δύναμη της (de Romilly, 2000). Μήπως αυτό δεν μας θυμίζει την εμπιστοσύνη των θεραπευτών στις εν δυνάμει δυνατότητες των θεραπευομένων μας (χρειάζεται να έχουμε ένα μικρό Σοφοκλή μέσα μας);

Ο Οδυσσέας ταυτίζεται με τους σοφιστές και τις διδαχές τους περί επιδεξιότητας και επωμίζεται όλες τις μνησικακίες που είχε ξεσηκώσει στην Αθήνα η επιρροή των σοφιστών (de Romilly, 2000). Αν η ηθική παρέχει τον σκοπό, η ρητορική και η διαλεκτική προσφέρουν τα μέσα που επιτρέπουν να προχωρήσουν σε λεπτότερες αναλύσεις. Η ψυχολογία παρουσιάζεται με τη συνάντηση των δύο αυτών κατευθύνσεων. Οι χαρακτήρες του Σοφοκλή γνωρίζονται βαθιά μεταξύ τους. Η αντίθεση των χαρακτήρων ευαισθητοποιεί τον καθένα ως προς τον χαρακτήρα του άλλου και η εσωτερική γνώση αναδύεται από αυτές τις εξωτερικές παρατηρήσεις (de Romilly, 1997). Εδώ θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για συνεξέλιξη. Ο Νεοπτόλεμος ξεκινά να χτίσει μια σχέση με τον Φιλοκτήτη, έστω με ύπουλο στόχο. Η σχέση αυτή κάνει τον Φιλοκτήτη να εμπιστευτεί τον Νεοπτόλεμο και να του καθρεπτίσει μια καλή «φύση», η οποία καλή φύση προκαλεί αλλαγές στον Νεοπτόλεμο, οι οποίες αλλαγές με τη σειρά τους αλλάζουν την άκαμπτη στάση του Φιλοκτήτη. Ο Σοφοκλής δείχνει αυτές τις αλλαγές στην πράξη και τις κάνει κατανοητές, χωρίς να τις αναλύει ψυχολογικά και χωρίς να παραδεχτεί την εσωτερική σύγκρουση. Εδώ ο Νεοπτόλεμος είναι η ζωντανή απεικόνιση της δύναμης μιας καλής φύσης, όταν ανθίσταται  στους δασκάλους που θέλουν να την φθείρουν (de Romilly, 2000).

Αλλά αναδεικνύει και πολιτικά ζητήματα, θέτει ζητήματα αξιών (φιλία, συνεργασία, συμπόνια, δικαιοσύνη) και τα συνδέει με την αρρώστια και την οδύνη αλλά και με τη θεραπεία. Μια θεραπεία πολυδιάστατη σε κυριολεκτικό και μεταφορικό επίπεδο. Ένα εκπληκτικό μάθημα εκπαίδευσης στην ενσυναίσθηση (empathy). Μιλά για την ωρίμανση της εφηβείας μέσα από τη μεταστροφή του Νεοπτόλεμου. Η ιστορία του Φιλοκτήτη αναδεικνύει την δυσκολία του αγώνα για επιβίωση έξω από την ανθρώπινη κοινωνία. Ο Σοφοκλής αφιερώνει αρκετούς στίχους δίνοντας τον λόγο στον Φιλοκτήτη, για να περιγράψει τα δέκα χρόνια που έζησε στη σπηλιά, στην ακατοίκητη Λήμνο (καινοτομία του Σοφοκλή), μακριά από κάθε βοήθεια, χωρίς κανείς να μάθει για τις καθημερινές του αγωνίες, τις πίκρες, τις χαρές, τους θριάμβους.

Η μνήμη των άλλων είναι η απόδειξη ότι υπήρξαμε. Πριν αφήσει τη Λήμνο, θέλει να δει τη ζωή του να καθρεφτίζεται στα μάτια ενός άλλου και καλεί τον Νεοπτόλεμο να δει τη σπηλιά του πριν την εγκαταλείψουν μαζί (Καλογεροπούλου, 2009).

Τι παρατηρούμε; Έχουμε εδώ μια διπλή θεραπεία, μια συνεξέλιξη. Ο έφηβος Νεοπτόλεμος ψάχνει για έναν πατέρα που δεν είχε. Είναι γιος του διάσημου Αχιλλέα, που όμως δεν τον γνώρισε ποτέ. Στην αρχή ο πονηρός Οδυσσέας τον παρασύρει, αλλά το μοντέλο-πατέρα του Φιλοκτήτη, που είναι πιστός στις αρχές του, θα του θεραπεύσει την εσωτερική σύγκρουση μέσα από την συμπόνια για τον Φιλοκτήτη. Η μεταστροφή του Νεοπτόλεμου θα συμβεί όλη εκτός σκηνής (de Romilly, 2000) (εκτός θεραπείας, είναι ελεύθερη επιλογή, ελεύθερη απόφαση) ενώ βρίσκεται στο κέντρο της δράσης και θα αναδειχθεί με εντυπωσιακό τρόπο μέσα από τις σιωπές. Η θεραπεία συμβαίνει εκτός θεραπευτικής συνεδρίας, και οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί ασυνείδητα βοηθούν στην ανάληψη ευθύνης του θεραπευόμενου και στην αύξηση των επιλογών του. Εδώ, όπως θα πει η de Romilly, ο Σοφοκλής πλησιάζει περισσότερο, κατά παράδοξο τρόπο, στην ψυχολογία του ασυνειδήτου, είναι πιο κοντά στον Φρόιντ απ’ όσο ο Ευριπίδης (ή πιο κοντά και στη συστημική σκέψη;).

Από την πλευρά του Φιλοκτήτη έχουμε ένα τραύμα που δεν λέει να κλείσει, μια χρόνια αρρώστια και μια τεράστια μοναξιά, που την κάνει ακόμα πιο δύσκολη. Ζει με απίστευτο ψυχικό πόνο, ένα χρόνιο πένθος του τραύματος της απώλειας, ενώ γαντζώνεται στον σωματικό πόνο, ζώντας μια αφόρητη επανάληψη στο σώμα του (Μανωλόπουλος, 2014). Ο Φιλοκτήτης, όμως,  ενώ υποφέρει, μένει δύσκαμπτος και κουφός στις προτάσεις για τη σωτηρία του. Το μίσος του τον εγκλωβίζει στη δυσλειτουργία και στην αρρώστια. Στην πορεία, η θεραπεία θα έλθει με την ολοκλήρωση της διεργασίας του πένθους, δηλαδή την αναγνώριση και την διαπραγμάτευση της πραγματικότητας (Μανωλόπουλος, 2014).

Ο Νεοπτόλεμος, ως θεραπευτής, προσπαθεί να του δείξει το δρόμο, αφού του επιστρέφει τα τόξα, και ο Φιλοκτήτης αρχίζει να τον εμπιστεύεται ξανά. Όμως, μόνον ο Ηρακλής μπορεί να το καταφέρει, είναι έξω από το σύστημα και είναι ο συμβολικός πατέρας του Φιλοκτήτη. Η οδύνη συνδέει τον Φιλοκτήτη με τον Ηρακλή. Είναι αυτός που έχει το κύρος, αυτός που εμπιστεύεται ο Φιλοκτήτης γιατί ανήκει σε ένα παρελθόν αμόλυντο από την προδοσία, είναι αυτός που διηγείται τη δική του ιστορία και, μέσα απ’ αυτήν, ταυτίζει τον εαυτό του με τον Φιλοκτήτη, του δίνει αξία, προοπτική, θεραπεία. Η θέση του Ηρακλή είναι αυτή που κάνει τη διαφορά και όχι το περιεχόμενο των λόγων, γιατί τα ίδια λόγια έχει πει και ο Νεοπτόλεμος στον Φιλοκτήτη. Όμως ο Φιλοκτήτης έχει προετοιμαστεί από τη σχέση που ανέπτυξε με τον Νεοπτόλεμο για την αλλαγή της στάσης του. Ο Ηρακλής αποδυναμώνει τη σύγκρουση και λύνει το αδιέξοδο της κατάστασης, σχολιάζοντας σε ένα μετα-επίπεδο.

 

Ο Χορός και ο ρόλος του

Καμιά άλλη μορφή θεάτρου δεν γνώρισε κάτι παρόμοιο. Όχι στον ίδιο ακριβώς χώρο που βρίσκονται οι ηθοποιοί, αλλά τους ακούει, τους βλέπει, συνδιαλέγεται και σχολιάζει αυτά που κάνουν ή υφίστανται. Καμιά άλλη μορφή θεάτρου δεν παρουσίασε, ταυτόχρονα, δράση να εκτυλίσσεται μεταξύ των ηρώων και σχόλιο από την κοινή γνώμη, που δεν μπορεί να συμμετάσχει σε όσα συμβαίνουν, αλλά της οποίας οι σκέψεις τονίζουν σε διάφορες στιγμές αυτή τη δράση! (de Romilly, 2000). Ο Χορός φέρνει μια ευρύτητα και προσφέρει μιαν αντήχηση που τη μεγεθύνει.

Εδώ εύκολα πάει ο νους μας στην ομάδα πίσω από τον καθρέφτη ή την αναστοχαστική ομάδα.

 Ο Χορός εκφράζει το βαθύτερο νόημα των γεγονότων, βρίσκεται ένα επίπεδο πιο πάνω, αντλεί συμπεράσματα για την ζωή των ανθρώπων. Τελικά, όμως, το σημαντικό δεν είναι αυτό που λέει ο Χορός αλλά τα ερωτήματα που προκαλεί (de Romilly, 2000), οι διεργασίες τις οποίες καταλύει, οι συνηχήσεις που δημιουργεί στους θεατές, το πλαίσιο που διευρύνει. Είναι ο διαμεσολαβητής μεταξύ του συγγραφέα και κοινού. Ο Χορός αναρωτιέται, αναζητεί τα αίτια, απευθύνεται στους θεούς, προσπαθεί να καταλάβει. Γι’ αυτό το λόγο αναπολεί συχνά το παρελθόν για να αντλήσει εμπειρίες. Προσφέρει στη σκέψη των θεατών νέες προοπτικές. Οι στοχασμοί του Χορού δίνουν στη δράση μια άλλη διάσταση (de Romilly, 1997). Στον Φιλοκτήτη ο χορός μπαίνει στη θέση και των δύο ηρώων, καλλιεργεί το συγκινησιακό κλίμα και διευρύνει κάθε φορά τα ζητήματα που αναδύονται στο διάλογο.

 

Οι χρησμοί

Πολλοί χρησμοί βρίσκονται στον Σοφοκλή, που όμως είναι ασαφείς, σκοτεινοί, συχνά απατηλοί, και αφήνουν περιθώρια για ελπίδες και λάθη (de Romilly, 2000).

Ο χρησμός σε όλη την τραγωδία (εκτός από το τέλος που τον διατυπώνει ο Ηρακλής με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο), δεν παύει να είναι ανθρώπινη ερμηνεία. Σε όλη τη διάρκεια του έργου, ακούμε σε διάφορες παραλλαγές τη διαρκή παράφραση και παρερμηνεία του χρησμικού λόγου (Καλογεροπούλου, 2009). Η πορεία του χρησμικού λόγου είναι παράλληλη με την πορεία του Νεοπτόλεμου προς την ωρίμανση. Η σαφήνεια και η καθαρότητα είναι χαρακτηριστικά που τόσο ο χρησμός, όσο και ο Νεοπτόλεμος, δεν θα αποκτήσουν παρά μόνο στο τέλος του έργου. Εν τέλει, ο χρησμός αφορά μόνο τον Φιλοκτήτη και σε κάποιο βαθμό τον Νεοπτόλεμο, ενώ πριν αφορούσε όλους τους Έλληνες (Καλογεροπούλου, 2009).

Όμως, αν δούμε τον χρησμό ως μια θεραπευτική οδηγία από κάποιον «σοφό θεραπευτή» τι διαπιστώνουμε; Διαπιστώνουμε την αυτοκατάργησή του, διότι αποκτά κάθε φορά το νόημα που του δίνει ο εκάστοτε χαρακτήρας του δράματος. Επιπλέον, σαν να μην έχει αξία το περιεχόμενο του, η αξία του προκύπτει από τη ανάδειξη του διαλόγου τον οποίον καταλύει, από τις αλλαγές που προκαλεί στα πρόσωπα της τραγωδίας.

 

Επίλογος

Αν υποθέσουμε ότι ο Σοφοκλής περιγράφει δύο παράλληλες «θεραπείες» (μήπως μπορούμε να πούμε ότι ήταν η πρώτη περιγραφή ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας στην ανθρώπινη ιστορία;), τι ήταν αυτό που λειτούργησε θεραπευτικά; Μήπως η «σχέση» των δύο ηρώων του δράματος που αναπτύχθηκε σταδιακά, ήταν αυτή που βοήθησε τους δύο ήρωες να θεραπευτούν, έστω κι αν ξεκίνησε από τη μια πλευρά με δόλιο σκοπό;  Όμως η σχέση αυτή ήταν θεραπευτική διότι, εντέλει, χτίστηκε πάνω στη βαθιά πίστη και εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του ανθρώπου να αντισταθεί και να μετατρέψει τη δυσλειτουργία σε υγεία, ψυχική και σωματική.

 

Βιβλιογραφία

1.      Σοφοκλής, Φιλοκτήτης, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, μεταφρ. Ι. Ν. Γρυπάρης

2.      de Romilly Jacqueline, Αρχαία Ελληνική Τραγωδία, Εκδόσεις Α. Καρδαμίτσα 1997

3.      de Romilly Jacqueline, Βάστα καρδιά μου, Εκδόσεις το Άστυ 1997

4.      de Romilly Jacqueline, Η ελληνική τραγωδία στο πέρασμα τoυ χρόνου, Εκδόσεις το Άστυ           2000

5.      Καλογεροπούλου, Ε., Ο μύθος του Φιλοκτήτη και οι Τραγικοί ποιητές του 5ου και 4ου               αιώνα πΧ, Πανεπιστήμιο Πατρών, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Αρχαίο              Ελληνικό θέατρο 2009

6.      Κουταλόπουλος, Απ., Φιλοκτήτης, Εκδόσεις Πατάκη 2003

7.      C. Fred Alford, Levinas the Frankfurt School and Psychoanalysis, SAGE 2002

8.      Norman Austin, Sophocles’ Philoctetes and the Great Soul Robbery, University of                    Wisconsin Press, 2011

9.      Lacan, J., The Ethics of Psychoanalysis 1959-1960, The Seminar of Jacques Lacan Book            VII 1992, Edited by Jacques -Alain Miller

10.   Μανωλόπουλος, Σ. (προσωπική επικοινωνία) 2014