Articles

Paolo Bertrando1, Teresa Arcelloni2

Μετάφραση: Δήμητρα Γιβροπούλου

 


1Ψυχίατρος και Οικογενειακός Θεραπευτής, Σχολή Centro Milanese di Therapiadella Famiglia, Μιλάνο, Piazza S. Agostino24, 20123, Μιλάνο, Ιταλία.  

  2222 662Ψυχίατρος και συστημική ψυχοθεραπεύτρια στη Piacenza, Italia.

 

Το κείμενο των Bertrando, P., & Arcelloni, T. (2006) «Hypotheses are dialogues: sharing hypotheses with clients» δημοσιεύτηκε το 2006 στο Journal of FamilyTherapy, 28:370-387. Αναδημοσιεύεται στα ελληνικά με την άδεια των συγγραφέων



Περίληψη

Η χρήση των συστημικών υποθέσεων στη θεραπεία έχει δεχθεί κριτική  ως προς το ότι προωθεί τη θέση του ειδικού και περιορίζει το ρόλο του πελάτη στη θεραπευτική διεργασία. Σε αυτό το άρθρο προτείνουμε μια θεώρηση της συστημικής υπόθεσης ως μιας συνεργατικής πράξης, που συμπεριλαμβάνει το διάλογο ανάμεσα στους θεραπευτές και τους πελάτες. Αυτή η διαδραστική υπόθεση δημιουργείται από την αλληλεπίδραση όλων εκείνων που συμμετέχουν στο θεραπευτικό διάλογο και άρα μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της ένας διάλογος. Σε αυτό το άρθρο διατυπώνεται ένας τρόπος ανάπτυξης υποθέσεων που συνάδει τόσο με τις συστημικές, όσο και με τις διαλογικές αρχές και παρουσιάζονται κάποια παραδείγματα της διεργασίας στην πράξη. 
 
Η συστημική υπόθεση δεν είναι παρά ένα παράδειγμα μιας διεργασίας που είναι πιθανά καθολική στη θεραπεία: μιας διεργασίας νοηματοδότησης των όσων συμβαίνουν τόσο μέσα στη θεραπευτική συνάντηση, όσο και μέσα στη ζωή των πελατών (βλ. Frank και Frank, 1991). Στις σελίδες που ακολουθούν θα ασχοληθούμε κυρίως με ένα είδος θεραπευτικής υπόθεσης, που παρουσιάζει έναν αριθμό διακριτών χαρακτηριστικών. Το πιο σημαντικό από αυτά είναι ότι, σύμφωνα και με την έννοια της συστημικής υπόθεσης που προτάθηκε από την αρχική Ομάδα του Μιλάνου, είναι αδύνατο να γνωρίζουμε την πραγματικότητα ενός ατόμου ή μιας οικογένειας. Μπορούμε απλώς να κάνουμε μια υπόθεση γι’ αυτή, η οποία «δεν είναι από μόνη της ούτε σωστή, ούτε λάθος, είναι απλά περισσότερο ή λιγότερο χρήσιμη (Selvini Palazzoli και συν., 1980, σελ. 215). Αν και εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε τη διεργασία της υπόθεσης στην κλινική μας πρακτική, η έννοια που δίνουμε στις υποθέσεις και ο ακριβής τρόπος με τον οποίο τις διαμορφώνουμε έχει διέλθει από μια πορεία αλλαγής. Οι απαρχές και η έκταση αυτής της αλλαγής αποτελούν το θέμα αυτού του άρθρου. 
 
Ezio, ή ο υποθετικός σύντροφος
 
Ο τρόπος με τον οποίο κάνουμε υποθέσεις έχει αλλάξει για δυο βασικούς λόγους. Ο ένας είναι δεοντολογικός και ο άλλος πρακτικός. Θα θέλαμε να δώσουμε ένα παράδειγμα που αφορά στον πρώτο λόγο, μέσα από μια κλινική συνάντηση που έγινε κατά τη διάρκεια ενός εκπαιδευτικού προγράμματος στη συστημική θεραπεία που διεξήγαγε ένας από εμάς. 
 
Η συνάντηση με τον Ezio προέκυψε από μια θεραπεία ζεύγους που ματαιώθηκε: η σύζυγος αρνήθηκε να συμμετάσχει και καταλήξαμε σε μια ατομική θεραπεία επικεντρωμένη σε ένα πρόβλημα ζεύγους, αν και σύμφωνα με τον Ezio: «Το πρόβλημα είμαι εγώ… η δύσκολη διάθεσή μου». Προφανώς, ο Ezio έχει επιφορτιστεί με μια τεράστια ευθύνη. Βρίσκεται σε ένταση και είναι αεικίνητος παίζοντας ασταμάτητα με τη βέρα του, ενώ ζητά μια «συμβουλή» για το τι πρέπει να κάνει. Να πάρει διαζύγιο; Να συμφιλιωθεί με τη σύζυγό του; Να μείνει μαζί της για χάρη της κόρης του; Να συγκατοικήσουν σαν «χωρισμένοι στο ίδιο σπίτι»; Οι θεραπεύτριες -δυο γυναίκες σε εκπαίδευση- κάνουν υποθετικές ερωτήσεις για το μέλλον, σχετικά με τα χαρακτηριστικά που θα έπρεπε να έχει μια γυναίκα με την οποία θα ήθελε να μοιραστεί τη ζωή του. «Θα ήθελα να είναι… ανύπανδρη», απαντά ο Ezio, κάπως απορημένος. Πίσω από τον καθρέφτη, η ατμόσφαιρα είναι εκρηκτική. Η θεραπευτική ομάδα, αποτελούμενη κυρίως από νεαρές εκπαιδευόμενες, δεν μπορεί να συγκρατήσει την αγανάκτησή της γι’ αυτόν τον 40χρονο άνδρα που έχει τόσο λίγη εκτίμηση στις γυναίκες. 
 
Ωστόσο, προκύπτει η ιδέα ότι ο πελάτης μας είναι συναισθηματικά μπλοκαρισμένος και ότι το μπλοκάρισμα τώρα επεκτείνεται και στις θεραπεύτριες. Αποφασίζουμε ότι η γυναίκα εκπαιδεύτρια (η δεύτερη συγγραφέας) θα μπει στο θεραπευτικό δωμάτιο για να «ενσαρκώσει τα συναισθήματα». Μπαίνει και κάθεται δίπλα σε έναν έκπληκτο Ezio, σχεδόν γυρίζοντας την πλάτη της στις δυο συναδέλφους. Ο Ezio, την ακούει σαστισμένος αλλά δείχνοντας ενδιαφέρον: «Πίσω από τον καθρέφτη», λέει εκείνη, «εντυπωσιαστήκαμε πολύ από τα μη κίνητρα για τα οποία μιλήσατε. Είναι σαν να υπάρχουν κάποιοι συναισθηματικοί κόμποι που βάλατε στην άκρη, αντικαθιστώντας τα με κάτι πιο λογικό. Πώς αισθάνεστε με αυτούς τους κόμπους; Εμείς αισθανόμαστε έναν δυνατό πόνο για τον οποίο ούτε καν μιλάτε… λέτε ότι παντρευτήκατε μια γυναίκα με την οποία ποτέ δεν σχετιστήκατε ιδιαίτερα… ίσως η σύζυγός σας σας βοηθά να απαλύνετε τα συναισθήματά σας και τον πόνο σας. Η προκατάληψή μας είναι ότι ένας άνδρας πάντα ζητά κάτι σε μια γυναίκα, αλλά ίσως για σας είναι πολύ οδυνηρό να πείτε τι ψάχνατε στη σύζυγό σας». Ο Ezio είναι ολοένα και πιο σαστισμένος. Τα μάτια του πηγαίνουν από τη μια γυναίκα στην άλλη μέσα στο δωμάτιο, σαν να μην μπορεί να καταλάβει τι εννοεί η επιβλέπουσα. 
 
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης πίσω από τον καθρέφτη, αισθανόμαστε την ανάγκη να μοιραστούμε με τον Ezio τη διεργασία που υπαγόρευσε αυτή την παρέμβαση. Χωρίς ένα τέτοιο μοίρασμα, η θεραπεία μοιάζει σε όλους ανολοκλήρωτη. Μια συνάδελφος λέει: «Είναι σαν να του στήσαμε παγίδα. Αυτό δεν είναι δίκαιο, πρέπει να γνωρίζει τις προθέσεις μας!» Αποφασίζουμε ότι η εκπαιδεύτρια θα επιστρέψει στον Ezio και τις δυο θεραπεύτριες για να του πει ανοικτά ότι με την παρουσία της υποτίθεται ότι θα «ενσωμάτωνε τα συναισθήματα», ώστε να φέρει στο δωμάτιο τα κομμάτια της ιστορίας του που για κάποιο λόγο ο ίδιος έτεινε να παραλείπει. Ο Ezio ακούει προσεκτικά αυτά τα λόγια. Στη συνέχεια, με κάποια ανακούφιση λέει: «Κάτι σαν θεραπεία σοκ, έτσι δεν είναι;» 
 
Αυτό που συνέβη σε αυτή την περίπτωση άρχισε να γίνεται όλο και πιο συχνά. Η ιδέα ήταν ότι η αποκάλυψη της όλης διεργασίας των υποθέσεων στους πελάτες θα καθιστούσε την ισορροπία της δύναμης μεταξύ θεραπευτών και πελατών πιο δεοντολογική, ενώ ταυτόχρονα θα διευκόλυνε κάποιες μπλοκαρισμένες καταστάσεις, σαν αυτή που παρουσιάστηκε εδώ. Το εκπαιδευτικό πλαίσιο ήταν αποφασιστικής σημασίας στην ανάδυση αυτής της αλλαγής, καθώς οι εκπαιδευόμενοι συνηθίζουν να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλώνονται οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε θεραπευτές και πελάτες. 
 
Σταδιακά αυτός ο τρόπος δουλειάς εξαπλώθηκε στην καθημερινή μας εργασία, γιατί ανταποκρινόταν και σε μια πρακτική ανάγκη που αφορά περισσότερο στην ατομική θεραπεία. Αυτό μας οδήγησε σε ένα επιπλέον βήμα, δηλαδή στο μοίρασμα της διεργασίας των υποθέσεων με τους πελάτες, τη στιγμή που συμβαίνει. Όμως, για να κατανοήσουμε πλήρως αυτή την εξέλιξη, πρέπει πρώτα να δούμε τη σχέση ανάμεσα στην υπόθεση και το θεραπευτικό διάλογο και τις διαφορετικές εκδοχές αυτής της σχέσης. 
 
Ο θεραπευτής και η υπόθεσή του
 
Πρώτα απ’ όλα σκεφτόμαστε ότι είναι αδύνατο να μην έχουμε υποθέσεις σε οποιονδήποτε διάλογο, ιδιαίτερα όταν η συζήτηση ασχολείται με ένα συγκεκριμένο πρόβλημα. Όπως το θέτει ο σημειολόγος Charles Sanders Peirce (1931-1958), τείνουμε να δημιουργούμε υποθέσεις όταν αντιμετωπίζουμε κάτι που είναι δύσκολο να καταλάβουμε. Όταν κάτι δεν ταιριάζει με το δικό μας πλαίσιο αναφοράς, κατασκευάζουμε μια υπόθεση για να το αντιμετωπίσουμε. Ο Peirce ονομάζει αυτή τη διαδικασία «απαγωγή». Ωστόσο, δεν είναι όλες οι υποθέσεις ίδιες. Μια πρώτη διάκριση μπορεί να γίνει ανάμεσα σε οντολογικές και σχεσιακές υποθέσεις: οι πρώτες αναφέρονται στο «είναι» των ατόμων, ενώ οι δεύτερες αναφέρονται στις σχέσεις μεταξύ τους (π.χ. ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί «επιθετικό», ή η επιθετική του συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί σε σχέση με το διαπροσωπικό του πλαίσιο). Επιλέγουμε να αποκαλούμε τις οντολογικές υποθέσεις «ιδέες», αφήνοντας τον όρο «υποθέσεις» για εκείνες που είναι σχεσιακές. Μια ακόμη διάκριση είναι ανάμεσα στις επεξηγηματικές υποθέσεις και τις υποθέσεις διεργασίας. Μπορούμε να πούμε ότι οι πρώτες αναφέρονται στο «γιατί» και οι δεύτερες στο «πώς» (βλ. Rober, 2002). Στη συστημική θεραπεία, που είναι το πεδίο της κλινικής μας δουλειάς, ο θεραπευτής θα έπρεπε ιδανικά να διαμορφώνει σχεσιακές υποθέσεις και υποθέσεις διεργασίας, παρόλο που είναι αδύνατο να απέχει εντελώς από τις οντολογικές και τις επεξηγηματικές. 
 
Μια άλλη διάκριση έχει να κάνει με τη χρήση των υποθέσεων μέσα στο διάλογο. Καθένας μέσα σε ένα διάλογο έχει μια άποψη και επιτρέπει σε αυτή την άποψη να εισχωρήσει στο Λόγο (τον κόσμο) του άλλου. Μπορούμε επομένως να πούμε ότι είναι αδύνατο να μπει κανείς σε ένα διάλογο χωρίς ιδέες ή υποθέσεις. Ακόμη και στον πιο ανοικτό διάλογο, οι ομιλητές, συνειδητά ή μη, αγωνίζονται να επιβεβαιώσουν τις υποθέσεις τους. Σε ένα θεραπευτικό διάλογο, αυτή η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε  Λόγους (discourses) μπορεί να έχει πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά. Κάποιοι θεραπευτές χρησιμοποιούν τις υποθέσεις τους για να καθοδηγήσουν τη συζήτηση, προσπαθώντας να τη στρέψουν σε μια προκαθορισμένη κατεύθυνση. Άλλοι, χρησιμοποιούν τις υποθέσεις τους για να ανοίξουν τη συζήτηση, εισάγοντας διαφορές και δίνοντας έμφαση σε αυτές. Η πρώτη θέση κυριαρχούσε στα πρώτα χρόνια των συστημικών θεραπειών, ενώ η δεύτερη στα μετέπειτα. Κατά κάποιο τρόπο, η εξέλιξη της συστημικής θεραπείας ταυτίζεται με την εξέλιξη του ρόλου των υποθέσεων. 
 
Οι στρατηγικοί θεραπευτές είχαν επεξηγηματικές υποθέσεις οι οποίες θεωρούνταν ότι προσεγγίζουν την αληθινή πραγματικότητα (Haley, 1976, Selvini Palazzoli και συν., 1978). Παρόλο που η υπόθεση στην πρώιμη ομάδα του Μιλάνο (Selvini Palazzoli και συν., 1980) ήταν επεξηγηματική, είχε ένα μεταβατικό χαρακτήρα, δεν ήταν «ούτε σωστή, ούτε λάθος» και δεν εμπεριείχε τη δυνατότητα ανάγνωσης της αληθινής «πραγματικότητας» μιας οικογένειας ή ενός ατόμου. Στην εκδοχή των Luigi Boscolo και Gianfranco Cecchin για την υπόθεση του Μιλάνο (βλ. Boscolo και συν., 1987), κατασκευάζεται μια υπόθεση διεργασίας που προέρχεται από την αλληλεπίδραση της ομάδας, η οποία όμως παραμένει μυστική: η ομάδα κατασκευάζει μια εξήγηση που πρέπει να μείνει μυστική για να «θεραπεύσει». Ο θεραπευτής παρουσιάζεται ως ένα πρόσωπο που γνωρίζει, αλλά δεν λέει. Οι πελάτες ανταποκρίνονται σε μια παρέμβαση που βασίζεται σε μια υπόθεση και όχι άμεσα στην ίδια την υπόθεση (η οποία για τους ίδιους παραμένει άγνωστη). Η συστημική υπόθεση ανήκει αποκλειστικά στη θεραπευτική ομάδα. 
 
Ο Tom Andersen (1987) κάνει μια κρίσιμη κίνηση στην εξέλιξη του θεραπευτικού διαλόγου εισάγοντας την αναστοχαστική του ομάδα. Για πρώτη φορά στα χρονικά η θεραπευτική ομάδα ανοίγει στους πελάτες το άδυτό της, εγκαταλείποντας τη μυστικότητα. Ο διάλογος της ομάδας γίνεται ανοικτός σε όλους, ενώ έρχεται στο προσκήνιο η διεργασία της ακρόασης. Ακούγοντας ο ένας τον άλλο, όλοι οι δρώντες στο διπλό διάλογο εκφράζουν περισσότερο σεβασμό και εγκαταλείπουν την τάση για άμεση δράση που η συστημική θεραπεία είχε κληρονομήσει από τους στρατηγικούς της προκατόχους. Σε αυτή την ανοιχτή σε όλους συζήτηση της ομάδας, ο τόνος των σχολίων αλλάζει. Οι θεραπευτές δείχνουν περισσότερο σεβασμό προς τους πελάτες, ενώ παράλληλα είναι πιο έτοιμοι να αναγνωρίσουν τις θετικές πλευρές της αναφερόμενης κατάστασης. Ωστόσο, μια τέτοια πρακτική οδηγεί σε έκλειψη της υπόθεσης. Μέσα στην αναστοχαστική ομάδα, οι θεραπευτές μιλούν, συζητούν, αλλά δεν προσπαθούν να κατασκευάσουν συστημικές υποθέσεις. Κυρίως παρέχουν απόψεις σχετικά με τα όσα είπαν οι πελάτες με σκοπό να τους κάνουν να αισθανθούν κατανοητοί και θεμιτοί, φέρνοντας στο προσκήνιο διαφορετικές οπτικές. Σύμφωνα με τον Andersen: «Ένας τρόπος να το καταφέρουμε αυτό ήταν να αποφεύγουμε να έχουμε οποιεσδήποτε ιδέες εκ των προτέρων. Οι υποθέσεις παραλείπονται, ει δυνατόν» (Andersen, 1991, σελ. 13). 
 
Οι συζητησιακοί θεραπευτές (Anderson and Goolishian, 1992• Anderson, 1997) είναι οι πιο ξεκάθαροι υποστηρικτές της μεταμοντέρνας προσταγής: δίνουμε φωνή στους πελάτες και μειώνουμε τις (ιεραρχικές) διαφορές ανάμεσα σε πελάτες και θεραπευτές. Η συζητησιακή θεραπεία εξαλείφει και τη διεργασία της υπόθεσης και τη συζήτηση της ομάδας και διατυπώνει μια θεωρία για τη στάση «μη γνώσης» του θεραπευτή.  Αυτή είναι μια σημαίνουσα καινοτομία[3] η οποία όμως κάποιες φορές ερμηνεύθηκε (ακόμη και παρά τις προθέσεις των εμπνευστών της) ως μια έκκληση προς τους θεραπευτές να απέχουν από οποιαδήποτε συγκεκριμένη ιδέα ή υπόθεση. 
 
Πιθανά, οι περισσότεροι θεραπευτές της ομαδο-αναστοχαστικής και της συζητησιακής προσέγγισης είναι αντίθετοι στις υποθέσεις, γιατί τις θεωρούν ως στρατηγικά εργαλεία που οδηγούν τους πελάτες σε μια προκαθορισμένη κατεύθυνση και την ίδια στιγμή ως έναν τρόπο προσδιορισμού μιας υποθετικά «αντικειμενικής» και οριστικής πραγματικότητας. Αντιθέτως, θεωρούμε ότι μια υπόθεση μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αυτό τον τρόπο, αλλά και ότι μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί -όπως εμείς τη χρησιμοποιούμε- ως ένας τρόπος δημιουργίας ενός συζητησιακού πεδίου, όπου το κύριο θέμα είναι οι σχέσεις. Οι υποθέσεις μας είναι συνήθως υποθέσεις διεργασίας, σε σχέση με το πώς (σε ποιο είδος πιθανού κόσμου) υπάρχουν τα θέματα που παρουσιάζονται στο διάλογο. Οι υποθέσεις αυτού του είδους δεν κλείνουν το διάλογο βρίσκοντας μια αιτία και μια στρατηγική επίλυσης προβλημάτων, αλλά μάλλον τον ανοίγουν, αν και με κάποιους περιορισμούς: επιλέγουν κάποια πεδία Λόγου αντί κάποιων άλλων. Για παράδειγμα, οι συστημικές υποθέσεις συνήθως δημιουργούν σχεσιακούς Λόγους και ίσως κάποιες φορές είναι καλύτερο να τις εγκαταλείπουμε και να χρησιμοποιούμε μη συστημικές υποθέσεις. 
 
Υποθέσεις, ομάδες, διάλογοι
 
Πώς μπορούν να διατυπωθούν οι υποθέσεις στο θεραπευτικό διάλογο; Για να το κατανοήσουμε αυτό, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας δυο διαστάσεις: τη διευθέτηση και τη διεργασία. Από άποψη διευθέτησης, το θέμα είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στο θεραπευτικό διάλογο (δηλαδή το διάλογο θεραπευτή-πελάτη) και στο διάλογο της ομάδας. Από άποψη διεργασίας, το θέμα είναι αν θα χρησιμοποιηθούν ή όχι ιδέες και υποθέσεις (ή, πιο σωστά, αν αυτό θα γίνει ρητά).
 
Στο κλασσικό συστημικό μοντέλο ο διάλογος ανάμεσα στο θεραπευτή και τον πελάτη διαχωρίζεται από το διάλογο της θεραπευτικής ομάδας. Όχι μόνο επιτρέπεται στους θεραπευτές να κάνουν υποθέσεις, αλλά τους προτείνεται, ή ακόμη και τους επιβάλλεται, αλλά αυστηρά μέσα στο διάλογο της ομάδας. Οι πελάτες δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν στο διάλογο της ομάδας ή να ακούσουν άμεσα τις υποθέσεις ως έχουν. Ο μονόδρομος καθρέφτης αποτελεί ένα εμπόδιο που μόνο ο ενεργός θεραπευτής μπορεί να υπερκεράσει, πηγαίνοντας από τη μια πλευρά στην άλλη, λειτουργώντας ως ενδιάμεσος ανάμεσα στην ομάδα και τους πελάτες. Εδώ ο καθρέφτης είναι, πάνω απ’ όλα, μια μεταφορά - το σημαντικό είναι ο «εσωτερικός» καθρέφτης τον οποίο ο συστημικός θεραπευτής δεν μπορεί, ή δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει. 
 
Συγκριτικά με τα παραπάνω, το μοντέλο της αναστοχαστικής ομάδας περιλαμβάνει δυο ξεχωριστούς διαλόγους (έναν ανάμεσα στον ενεργό θεραπευτή και τους πελάτες, κι έναν άλλο ανάμεσα στους παρατηρητές) αλλά δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στις δυο πλευρές του καθρέφτη, καθώς ο ενεργός θεραπευτής παραμένει πάντα στο θεραπευτικό δωμάτιο. Όταν οι παρατηρητές μιλούν μεταξύ τους, οι πελάτες και ο θεραπευτής μπορούν μόνο να ακούνε και αντίστοιχα, όταν εκείνοι συνδιαλέγονται, οι παρατηρητές παραμένουν σιωπηλοί. Οι πελάτες ακούνε όσα λέει η ομάδα παρατήρησης, όπως θα άκουγαν την τελική παρέμβαση του θεραπευτή στην κλασσική συστημική θεραπεία. Η διαφορά είναι ότι ακούνε μια συζήτηση αντί για μια παρέμβαση που επινοείται πίσω από τον καθρέφτη. Αργότερα, μπορούν να αναστοχαστούν πάνω στους αναστοχασμούς της ομάδας, αλλά ποτέ δεν μπορούν να συμμετέχουν σε αυτούς – με άλλα λόγια, δεν μπορούν να αλλάξουν την πορεία του διαλόγου. Από άποψη διεργασίας, αυτοί οι θεραπευτές κάνουν μια σημαντική προσπάθεια να μην εκκινήσουν με προκαθορισμένες ιδέες ή υποθέσεις.
 
Στο συζητησιακό μοντέλο δεν υπάρχουν καθρέφτες. Υπάρχει μόνο ένας διάλογος ανάμεσα σε θεραπευτές και πελάτες όπου δεν διαμορφώνεται καμία υπόθεση και ο θεραπευτής δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να «κρατά τη συζήτηση ανοικτή» (Anderson και Goolishian, 1988). Είναι προφανές ότι για να είναι ο θεραπευτής σε μια ισότιμη σχέση με τους πελάτες δεν θα πρέπει να έχει ιδέες -ειδικά με τη μορφή τελικών υποθέσεων- που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τους πελάτες ή να τους «προτείνουν» τι να κάνουν. Εκείνο που βρίσκουμε προβληματικό σε μια τέτοια θέση είναι η πιθανότητα, σε έναν τέτοιο ανοικτό διάλογο, ο θεραπευτής να μην έχει καθόλου υποθέσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε αυτού του είδους τη θεραπεία ο θεραπευτής χρειάζεται να δημιουργήσει ένα είδος εσωτερικού καθρέφτη, ώστε να μην βλέπει τις ιδέες και τις υποθέσεις που κατασκευάζει ασυναίσθητα. 
 
Ο δικός μας στόχος είναι να ελαχιστοποιήσουμε το διαχωρισμό ανάμεσα στους διαλόγους (τους πραγματικούς και τους μεταφορικούς καθρέφτες) και συγχρόνως να διατηρήσουμε τη διεργασία των υποθέσεων. Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να το καταφέρουμε αυτό είναι με το να μοιραζόμαστε τις υποθέσεις μας με τους πελάτες μας. Ο θεραπευτής μοιράζεται με τον πελάτη ό, τι συμβαίνει στο μυαλό του, ακριβώς τη στιγμή που συμβαίνει. Ως εκ τούτου, οι πελάτες γίνονται πιο ενεργητικοί στον καθορισμό της πορείας της θεραπείας. Αυτό έχει δραστικές συνέπειες στη σχέση ανάμεσα στους θεραπευτές και τους πελάτες, όχι μόνο  σε επίπεδο δεοντολογίας, αλλά και σε επίπεδο θεραπευτικής διεργασίας.
 
Στην ουσία αυτό σημαίνει ότι μέσα στη θεραπευτική συζήτηση προκύπτει μια υπόθεση την οποία εγώ, ως θεραπευτής, προτείνω με βάση κάποια στοιχεία που έχουν παραθέσει οι πελάτες. Στη συνέχεια, εγώ μαζί με τους πελάτες τη βελτιώνουμε, μέχρι η τελική υπόθεση (εφόσον προκύψει) να γίνει ένα είδος κοινής παρακαταθήκης για όλους μας. Εκείνο που προκύπτει από μια τέτοια διαδικασία εξακολουθεί να είναι μια υπόθεση και όχι μια αλήθεια, τόσο για τους πελάτες όσο και για τους θεραπευτές. Αυτή είναι και η κύρια διαφορά από μια ερμηνεία αναλυτικού τύπου, η οποία βασίζεται σε μια αυστηρή αρχή εξουσίας[4] .
 
Συν-εξελίσσοντας τις υποθέσεις με αυτό τον τρόπο, ο πελάτης μπορεί να μάθει (ή να δευτερο-μάθει, σύμφωνα με το Bateson, 1942) ένα συστημικό τρόπο αιτιολόγησης. Μπορούμε κάλλιστα να ορίσουμε αυτό το είδος υπόθεσης ως διαλογική υπόθεση. Αυτό σημαίνει μια υπόθεση που ζει και υπάρχει σαν ένας διάλογος. Η υπόθεση δεν προκύπτει από το διάλογο, είναι ο διάλογος (και αντιστρόφως). Στην ατομική συστημική θεραπεία (βλ. Boscolo και Bertrando, 1996), όταν φτιάχνω την υπόθεσή μου μαζί με τον πελάτη, γίνομαι ομάδα μαζί του σαν να είμαστε μια αναστοχαστική ομάδα χωρίς άλλους θεραπευτές. Με άλλα λόγια, περνάω από τη μια πλευρά του καθρέφτη στην άλλη. Αν και ζητείται από τον πελάτη να είναι πολύ ενεργητικός στη διεργασία των υποθέσεων, ο θεραπευτής εξακολουθεί να είναι εκείνος που πρέπει να έχει μια ιδέα για το πώς να καθοδηγήσει το διάλογο (θα πρέπει να έχω κάποια ιδέα, όσο γίνεται, για το τι κάνω και που πάω). Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την πορεία της αλλαγής λέγοντας ότι στην αρχή, ως συστημικοί θεραπευτές, είχαμε μαζί μας μια πραγματική ομάδα στη συνέχεια, είχαμε μια εσωτερικευμένη ομάδα (Boscolo και συν., 1995) σήμερα, γινόμαστε ομάδα με τους πελάτες μας.
 
Η υπόθεση είναι ένας διάλογος
 
Μια υπόθεση μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά όταν λαμβάνει χώρα σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο. Όμως, πώς ορίζεται ένα τέτοιο πλαίσιο; Ή, καλύτερα, ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα θεραπευτικό διάλογο και μια συνηθισμένη καθημερινή συζήτηση; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ορισμός μιας θεραπευτικής σχέσης είναι ακριβώς το θεραπευτικό πλαίσιο. Μια θεραπεία είναι θεραπεία γιατί καθορίζεται από μια σχέση στην οποία οι κανόνες των καθημερινών σχέσεων αναστέλλονται (Bertrando, 2006). Εκείνο που κάνει μια θεραπεία να είναι θεραπεία είναι ακριβώς η ιδιομορφία των συνθηκών ενός μη καθημερινού διαλόγου. 
 
Ωστόσο, ο θεραπευτικός διάλογος είναι επίσης ένας καθημερινός διάλογος. Αν δεν ήταν, ό,τι συνέβαινε μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο θα ήταν αληθινό μόνο μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο και δεν θα μπορούσε να μεταφερθεί «έξω» (στην «πραγματική» ζωή). Μπορούμε να πούμε ότι μια θεραπεία είναι επιτυχής μόνο όταν ό, τι προκύπτει στο θεραπευτικό πλαίσιο μεταφέρεται σε κάποιο βαθμό στη ζωή έξω από το θεραπευτικό δωμάτιο. Αλλά και το θεραπευτικό πλαίσιο, με τη σειρά του, δεν δημιουργείται στο κενό. Οι δρώντες στο θεραπευτικό διάλογο, δηλαδή οι θεραπευτές και οι πελάτες, φέρνουν στη συζήτηση τους δικούς τους αντίστοιχους τρόπους με τους οποίους πλαισιώνουν τον κόσμο τους. Επομένως, η θεραπεία είναι μια συνάντηση πλαισίων, το ένα εκ των οποίων φέρνει ο θεραπευτής και το άλλο ο πελάτης, γιατί όλα τα ανθρώπινα πλάσματα ζουν σε έναν κόσμο που γίνεται προβλέψιμος χάρη στους κανόνες που καθορίζονται από ένα πλαίσιο. Όμως, η δημιουργικότητα και η καινοτομία μπορεί να προκύψει μόνο όταν βγαίνουμε έξω από τα γνωστά πλαίσια.
 
Η πολιτισμική σταθερότητα εξαρτάται από κοινούς κανόνες και πλαίσια και αν οι κανόνες και τα πλαίσια είναι κοινά, δεν πρόκειται να υπάρξει αλλαγή. Αν οι κανόνες και τα πλαίσια δεν είναι κοινά, δεν μπορεί να υπάρξει επικοινωνία. Από την άλλη πλευρά, τα δυο πρόσωπα δεν λειτουργούν στο κενό και επομένως είναι πιθανό, λειτουργώντας με βάση κοινούς κανόνες και πλαίσια, κάποια στιγμή να συναντήσουν εμπόδια στο περιβάλλον. Τότε, οι κανόνες και τα πλαίσια μπορεί να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Επιπλέον, δυο πρόσωπα που λειτουργούν με αντιφατικά συστήματα κανόνων και/ή αντιφατικά πλαίσια, μπορεί να απογοητευθούν τόσο πολύ στην προσπάθειά τους να επικοινωνήσουν, ώστε οι κανόνες του ενός ή και των δυο να τεθούν υπό πλήρη αμφισβήτηση. (Bateson, 1953)
 
Ωστόσο, η παραπάνω δήλωση μπορεί να μην ισχύει απαραιτήτως, γιατί είναι δυνατό να μοιραζόμαστε επιτυχώς διαφορετικά πλαίσια. Διαφορετικά, η κατασκευή πραγματικών συστημικών υποθέσεων θα ήταν αδύνατη. Είναι πιο εύκολο να οργανώσουμε τις ιδέες σε υποθέσεις αν αναπτύξουμε την ικανότητα να ακούμε τι έχουν να πουν οι συνομιλητές μας. Πράγματι, αυτό είναι αδύνατο όταν οι συνομιλητές κωφεύουν ο ένας απέναντι στον άλλο. Βλέπουμε συχνά μια τέτοια διαδικασία σε ομάδες πολύ άπειρων εκπαιδευόμενων στη συστημική θεραπεία. Αντί για υποθέσεις, είναι πιο πιθανό να ακούσουμε να γίνεται κουτσομπολιό ή να διατυπώνονται ατομικές εκφράσεις ειδημοσύνης που δεν γίνονται αντιληπτές από κανέναν άλλο και μετά βίας μπορούν να συγκεραστούν σε υποθέσεις. 
 
Υπό αυτή την έννοια, κάθε πραγματική συστημική υπόθεση είναι ένας διάλογος. Ένας θεραπευτής που κατασκευάζει υποθέσεις μόνος του, βασίζεται στον εσωτερικό του διάλογο (βλ. Rober, 2002). Όμως, ο εσωτερικός διάλογος είναι από τη φύση του μονωδιακός, παρά πολυφωνικός. Οι διαφορετικές φωνές του εσωτερικού διαλόγου πάντα τείνουν να συγχωνεύονται σε μια μοναδική φωνή, η οποία θα παράγει ιδέες (οντολογικές υποθέσεις) παρά σχεσιακές υποθέσεις. Εδώ, για να μοιραστούμε και να συζητήσουμε τις υποθέσεις μας με τους πελάτες -ενώ παράλληλα δεχόμαστε και τις δικές τους υποθέσεις- πρέπει να ανοίξουμε το πλαίσιό μας αποδεχόμενοι ότι η γλώσσα (ο κόσμος) του άλλου θα μπει στον δικό μας.
 
Σύμφωνα με το Mikhail Bakhtin (1935/1981), ο κόσμος της γλώσσας (ή καλύτερα των γλωσσών) χαρακτηρίζεται από μια διπλή διάσταση. Σε κάθε χρόνο και τόπο υπάρχει μια κεντρομόλος δύναμη που οδηγεί τη γλώσσα στην ενοποίηση και την ομοιομορφία. Όμως την ίδια στιγμή υπάρχει μια φυγόκεντρος δύναμη, που οδηγεί σε μια κατάσταση την οποία ο Bakhtin ονομάζει «ετερογλωσσία» (raznoerecie), που σημαίνει την ταυτόχρονη παρουσία διαφορετικών γλωσσών: «Μια ποικιλία τύπων κοινωνικού λόγου (κάποιες φορές ακόμη και ποικιλία γλωσσών) και μια ποικιλία ατομικών φωνών… αυτή η εσωτερική διαστρωμάτωση [είναι] παρούσα σε κάθε γλώσσα, σε κάθε στιγμή της ιστορικής της παρουσίας» (Bakhtin, 1935/1981, σελ. 262-263). 
 
Η ετερογλωσσία εγγυάται τη ζωτικότητα των γλωσσών, οι οποίες παραμένουν ζωντανές μόνο μέσα στο διάλογο και που θα πέθαιναν (θα κατέληγαν στάσιμες και άκαρπες) μέσα στην ομοιομορφία. Το σημαντικό στοιχείο είναι η «διαλογοποίηση» που σημαίνει, αντί για διάλογο ανάμεσα σε πρόσωπα, το διάλογο ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες (πράγμα που για το Bakhtin σημαίνει διαφορετικές κατανοήσεις και εμπειρίες από τον κόσμο). Αυτό, δεν συνιστά μια ενότητα, αλλά μια πολυφωνία αποτελούμενη από γένη λόγου, όπου τα γένη λόγου αφορούν τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, τους τρόπους ομιλίας και γραφής, τους ιδιοσυγκρασιακούς ατομικούς Λόγους που δίνουν μορφή στην αμοιβαία εκφορά του λόγου (Bakhtin, 1935/1981, σελ. 288-289. βλ. επίσης Bakhtin, 1986). 
 
Μπορούμε να ορίσουμε τη θεραπεία μας ως «διαλογική», μόνο αν η θεραπευτική συζήτηση αποκτά τα χαρακτηριστικά του διαλόγου όπως τον εννοεί ο Bakhtin (βλ. επίσης Seeikkula, 2003)• δηλαδή, μια πολυφωνική συνύπαρξη διαφορετικών Λόγων  και διαφορετικών οπτικών από τις οποίες πιθανά να προκύψει μια νέα οπτική (μια νέα γλώσσα), αλλά όπου η διαφορά των Λόγων είναι σε κάθε περίπτωση αποδεκτή. Η προσπάθεια να πείσω το συνομιλητή μου να αποδεχθεί την άποψή μου αντικαθίσταται με τη φροντίδα μιας ενεργητικής κατανόησης της πλευράς του, υπό την έννοια ότι οτιδήποτε λέγεται αφομοιώνεται από τον ακροατή σε ένα νέο εννοιολογικό σύστημα. 
 
Ο ομιλητής αγωνίζεται να κερδίσει μια ανάγνωση της δικής του λέξης και του δικού του εννοιολογικού συστήματος που καθορίζει αυτή τη λέξη, μέσα στο ξένο εννοιολογικό σύστημα του, κατανοώντας τον δέκτη και μπαίνει σε διαλογική σχέση με κάποιες πλευρές αυτού του συστήματος. Ο ομιλητής κατεδαφίζει τον ξένο εννοιολογικό ορίζοντα του ακροατή, κατασκευάζει τη δική του εκφορά σε ξένο έδαφος, κόντρα στο αντιληπτικό υπόβαθρο του ακροατή.
(Bakhtin, 1935/1981, σελ. 282)
 
Ο θεραπευτής δεν εργάζεται μόνο πάνω στις σχέσεις στις οποίες είναι ενσωματωμένος ο πελάτης, αλλά και στον εσωτερικό του διάλογο (ή στην ικανότητά του να έχει έναν εσωτερικό διάλογο). Για τον πελάτη που είναι κολλημένος στις δικές του ιδέες και εξηγήσεις, η υπόθεση οργανώνει, μέσα από ένα διάλογο με το θεραπευτή, ιδέες που επιτρέπουν την ανάπτυξη του δικού του εσωτερικού διαλόγου. Αυτό σημαίνει ότι το μοίρασμα των υποθέσεων με τους πελάτες ίσως να είναι απαραίτητο στην ατομική συστημική θεραπεία, γιατί ο πελάτης είναι ο μόνος δυνατός συνομιλητής και μπορεί να μας θεραπεύσει από το σολιψισμό [5] -μια επαγγελματική ασθένεια από την οποία κινδυνεύουν όλοι οι θεραπευτές.
 
 
Αν και σε διαφορετικά πεδία, ο Bateson και ο Bakhtin θέτουν ένα παρόμοιο πρόβλημα: πώς μπορούμε να αποφύγουμε την τάση για ομοιομορφία και επανάληψη; Μια λύση είναι ο διάλογος. Γι’ αυτό το λόγο η υπόθεση, ένα θεμελιώδες κομμάτι του θεραπευτικού διαλόγου, θα πρέπει να μπαίνει με ρητό τρόπο στη συζήτηση. Οι απόψεις και οι εμπειρίες του θεραπευτή και του πελάτη είναι απαραίτητο να συναντηθούν, ίσως ακόμη και να συγκρουστούν και να φέρουν στην επιφάνεια το καινούριο, χωρίς την εμπρόθετη καθοδήγηση ούτε του ενός, ούτε του άλλου[6]. Το «μη γνωρίζειν» μπορεί να γίνει «γνωρίζειν μαζί». Βέβαια, μέσα σε αυτή τη διαδικασία, ο θεραπευτής πρέπει να έχει επίγνωση της υπευθυνότητάς του (Bianciardi και Bertrando, 2002), της αναπόφευκτης θέσης του μέσα σε ένα σύστημα δύναμης (Foucault, 2003• White, 1995• βλ. επίσης Guilfoyle (2003) για μια ανάλυση της έννοιας της δύναμης στη διαλογική θεραπεία), των προκαταλήψεών του (Cecchin και συν., 1994). Σε αυτό το σημείο παραμένει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο θεραπευτή και τον πελάτη. Ο τελευταίος μπορεί να μην έχει επίγνωση όλων αυτών των διαστάσεων, ιδιαίτερα στην έναρξη της θεραπείας. Ωστόσο, η διαλογική δουλειά γύρω από τις υποθέσεις τις δικές του και του θεραπευτή, μπορεί να τον κάνουν να αποκτήσει επίγνωση προκαταλήψεων, θέσεων και συναισθημάτων τα οποία προηγουμένως δεν αναγνώριζε, δεν κατανοούσε πλήρως, ή εκλάμβανε ως δεδομένα.
 
 
Μια κλινική περίπτωση: Diana
 
Η Diana, 33 ετών, είναι αρχιτέκτονας και εργάζεται σε μια δημόσια υπηρεσία. Μοναχοπαίδι και ανύπανδρη, διαμένει με τους γονείς της[7] και έχει έναν επίσημο αρραβωνιαστικό, τον Maurizio, αν και έχει μάλλον συχνές σχέσεις με άλλους άνδρες. Βρισκόταν σε θεραπεία με τον πρώτο συγγραφέα για ένα χρόνο περίπου, γι’ αυτό που η ίδια προσδιορίζει ως την ανικανότητά της να νοιώσει συναισθήματα, να αισθανθεί βαθιά συγκίνηση για κάτι, να αισθανθεί τις ίδιες της τις επιθυμίες. Στην ερώτηση του θεραπευτή «Τι είναι αυτό που θέλεις πραγματικά;», περισσότερες από μια φορές απαντούσε «Δεν ξέρω, αν ήξερα δεν θα ήμουν εδώ». Είναι «καλή πελάτισσα», πάντα συνεπής στο ραντεβού της, αλλά κάθε φορά εμφανίζεται πιεσμένη γιατί, όπως λέει, δεν έχει απολύτως τίποτα να πει. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ο θεραπευτής ασχολήθηκε με τη συναισθηματική της αναισθησία, συνδέοντάς τη με τη σχέση της με τους γονείς της, που η ίδια αντιλαμβανόταν ως ένα ψυχρό και ασταθές ζευγάρι, και οι οποίοι χρειάζονται τη δική της ήρεμη και μη συναισθηματική παρουσία προκειμένου να παραμείνουν μαζί. 
 
 
Κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης σε ένα προχωρημένο στάδιο της θεραπείας, η Diana βάζει στο τραπέζι κάποια θέματα. Πρέπει να αποφασίσει αν θα νοικιάσει ένα σπίτι ή θα πάει να μείνει με το Mauruzio ο οποίος, ως συνήθως, φαίνεται να μην έχει πειστεί για τη δέσμευσή της προς εκείνον. Η Diana επιμένει στη γενική της δυσκολία να κάνει επιλογές. Έρχεται στην επιφάνεια το συναίσθημα της αστάθειας, σε συνδυασμό με τις σκέψεις της για τη σχέση με τον αρραβωνιαστικό της και το συναίσθημα μιας σύνδεσης ανάμεσα στην αντίδρασή της στις προτάσεις του Maurizio και στην παρελθούσα εμπειρία της με τους γονείς της. Αυτή δεν είναι μια ξεκάθαρη υπόθεση, αλλά μάλλον μια αδρή ιδέα για το πώς αισθάνεται. Τώρα θα παραθέσουμε την απομαγνητοφώνηση ενός μεγάλου μέρους της συνεδρίας, αφήνοντας τα σχόλιά μας για αργότερα.
 
Diana [D]: Λοιπόν, σκεφτόμουν μια εικόνα από την παιδική μου ηλικία. Υπάρχουν κάποιες σκηνές που θυμάμαι με τη μητέρα μου. Η μητέρα μου έχει τρεις αδελφές, επομένως μεγάλωσα με τα παιδιά τους, τα ξαδέλφια μου. Θυμάμαι, λοιπόν, δεν είχε να κάνει με την κοινωνική μας τάξη, αλλά όταν είχαμε γενέθλια κάναμε ένα μικρό πάρτι κ.τ.λ. και η μητέρα μου είχε αυτή την ικανότητα να καταφέρνει να έχω κάτι διαφορετικό από εκείνους… τα δώρα, το πάρτι… κι εγώ μισούσα που δεν ήμουν το ίδιο με τα ξαδέλφια μου. Μερικές φορές μισούσα την παρουσία της, έκανε σαν πραγματική κλώσα, παρόλο που όταν πηγαίναμε εκεί ήμουν με τις θείες και τα ξαδέλφια μου. Θυμάμαι ότι η μητέρα μου είπε σε μια θεία μου να μου αγοράσει κάτι κόκκινα παντελόνια για τα γενέθλιά μου γιατί της άρεσαν κι εγώ αναρωτιόμουν γιατί δεν μπορούσα να έχω κι εγώ τα ίδια πράγματα, τα ίδια δώρα με τα ξαδέλφια μου. Αυτό το αίσθημα ότι ήμουν διαφορετική εξαιτίας της μητέρας μου…
 
Θεραπευτής [Θ]: Τα ίδια πράγματα… τι εννοείς, για παράδειγμα;
 
D: Παιχνίδια, τίποτε ιδιαίτερο. Αλλά το θέμα είναι ότι η μητέρα μου με έκανε να αισθάνομαι διαφορετική γιατί είπε ότι έπρεπε να μου πάρουν αυτά τα κόκκινα παντελόνια αντί για… άλλα πράγματα. Ήταν εκνευριστικό. Αρχίζω τώρα να σκέφτομαι εκείνα τα χρόνια. Έμοιαζε πεπεισμένη ότι με γνωρίζει, δεν ξέρω…
 
Θ: Αισθάνομαι ότι το θέμα δεν είναι ότι η μητέρα σου ήταν πεπεισμένη πως σε γνωρίζει, αλλά ότι ήταν πεπεισμένη πως ξέρει καλύτερα τι είναι καλό για σένα. Αυτός είναι ο κοινός παράγοντας και στα τρία γεγονότα που μου έχεις περιγράψει [σε προηγούμενες συνεδρίες]. Σε όλα αυτά ήταν το ίδιο: ξέρω ότι είναι καλύτερο για σένα να μη γίνεις επαγγελματίας κολυμβήτρια, ξέρω ότι πρέπει να μελετάς κάθε μέρα και ξέρω ποιο χρώμα σου αρέσει για τα παντελόνια σου.
 
D: Βέβαια! Είναι ένα συνεχόμενο… [παύση]
 
Θ: Προφανώς, εκτός από το πώς ήταν πραγματικά η μητέρα σου ως πρόσωπο, εκείνο που άφησε στη μνήμη σου είναι ότι δεν μπορούσε να σε καταλάβει. Και για να πείσει τον εαυτό της ότι σε καταλαβαίνει απόλυτα μπορούσε να αποφασίζει στη θέση σου. Από τη μια, κάθε φορά που το σκέφτεσαι θυμώνεις με τη μητέρα σου, από την άλλη… 
 
D: Υπάρχει αυτή η φωτογραφία που είμαστε κι οι δυο μας στον καναπέ και ακόμη θυμάμαι πόσο νευρική ήμουν εκείνη την ώρα, γιατί δεν ήθελα να το κάνω. Η μαμά μου, αντίθετα, αγαπούσε να βγάζει φωτογραφίες στην παραλία, σε γενέθλια, κ.τ.λ. Θυμάμαι που έκανα ένα σχόλιο λίγα χρόνια πριν, όταν βλέπαμε αυτές τις φωτογραφίες που είχαμε βγάλει όταν ήμουν 6-7 ετών: «Μαμά, ξέρεις ότι δεν μου άρεσε καθόλου να βγαίνω φωτογραφίες;» Όταν λέω κάτι τέτοιο εκπλήσσεται, γιατί δεν το καταλαβαίνει. Δεν καταλάβαινε και δεν έβλεπε τη δική μου πλευρά και ίσως αναρωτιέμαι αν έφταιγα εγώ, ένα πρόσωπο ανίκανο να μεταδώσω τη γνώμη μου, τη συμβουλή μου. Ίσως τα δεχόμουν όλα, έμενα σιωπηλή κι εκείνη είχε καλούς λόγους να πιστεύει ότι συμφωνούσα. Αυτό φταίει, γι’ αυτό ο θυμός κατευθύνεται πάντα προς εκείνη, γιατί σκεφτόταν διάφορα και πιστεύοντας ότι ξέρει το γούστο μου , ή… και από την άλλη πλευρά ο θυμός προς τον εαυτό μου, γιατί όταν συμβαίνει κάτι παρόμοιο στη δουλειά, μετά λέω στον εαυτό μου: «Γιατί δεν το είπα, γιατί δεν το έκανα, γιατί δεν εκφράστηκα;» Αλλά ξέρω ότι κολλάω με αυτό το εσωτερικό εμπόδιο και δεν μπορώ.
 
Θ: Εδώ, ο κοινός παράγοντας σε αυτά που λες για το παρελθόν και σε αυτά που λες για το παρόν είναι ότι είσαι μπλοκαρισμένη. Υπάρχουν όλα αυτά τα πράγματα και δεν μιλάς η ίδια για τον εαυτό σου. Στο παρελθόν δεν ακούω και πολύ τη δική σου φωνή, ακούω τη φωνή της μητέρας σου.
 
D: Βέβαια, και σήμερα το ίδιο είναι. Αισθάνομαι ότι αν καταφέρω να πω κάτι, μάλλον θα είναι ψιθυριστά. Δεν λέω τη γνώμη μου, ζητώ την έγκριση. Ναι, γενικά αυτό κάνω. Δεν μπορώ να συζητήσω, ψιθυρίζω. Ακόμη κι όταν ξέρω ότι το πρόσωπο που έχω απέναντί μου κάνει λάθος, αν μου πει «Όχι, είναι έτσι κι έτσι κι έτσι» δεν μπορώ. Δεν λέω ότι δεν έχω τη δύναμη, αλλά… δεν ξέρω τι είναι αυτό που λείπει μέσα μου. Αυτό δημιουργεί κάποια προβλήματα και στη δουλειά, γιατί μετά μου λένε: «Γιατί δεν το είπες;». Υπάρχουν πράγματα που θα έπρεπε να πω αλλά… δεν μου βγαίνουν.
 
Θ: Γιατί δεν μπορούσες να αντιδράσεις στη μητέρα σου; Δεν τη φοβόσουν, αισθάνομαι ότι ήταν κάτι διαφορετικό. Αναρωτιόμουν (κάνω τις δικές μου φαντασίες, εσύ θα μου πεις αν έχουν νόημα)… προσπαθούσα να συνδέσω αυτό και τα όσα μου είπες για την οικογένειά σου στην αρχή της θεραπείας: τα πάντα περιστρεφόταν γύρω από τον πατέρα σου, εκείνος ήταν το πρόσωπο που σε αναστάτωνε… Γιατί ο πατέρας σου έκανε περισσότερο δύσκολη τη ζωή της μητέρας σου παρά τη δική σου; Η ιδέα μου είναι ότι αν έπρεπε να προστατέψεις τη μητέρα σου με κάθε κόστος, τότε πιθανά δεν θα μπορούσες να της εναντιωθείς.
 
D: Αλλά αυτό έγινε μετά!
 
Θ: Μετά χρονολογικά;
 
D: Ναι, βέβαια, γιατί… τώρα μιλάμε για το νηπιαγωγείο• ίσως στην πέμπτη ή έκτη δημοτικού. 
 
Θ: Στο νηπιαγωγείο δεν υπήρχε αυτή η κατάσταση με τον πατέρα σου;
 
D: Όχι, μερικές φορές η μητέρα μου παραπονιόταν, αλλά όχι για κάτι σημαντικό. Ο πατέρας μου έγινε εμπόδιο αργότερα, όταν άρχισα να πηγαίνω στο γυμνάσιο. Οι γονείς μου, μου δημιούργησαν προβλήματα σε διαφορετικές περιόδους. 
 
Θ: Σε διαφορετικές περιόδους. Αισθάνομαι ωστόσο ότι έπρεπε με κάποιο τρόπο να υποστηρίξεις τη μητέρα σου, να σκέφτεσαι ότι έχει δίκιο. Ήταν σαν ένα απόλυτο καθήκον.
 
D: Όχι. Απλώς η μητέρα μου ήταν πάντα πιο πρακτική, οπότε όταν ο πατέρας μου τα είχε κάπως χαμένα, ήταν πιο εύκολο για μένα να γαντζωθώ πάνω της γιατί ένοιωθα ότι μπορούσε να διαχειριστεί την κατάσταση. Ίσως αισθάνομαι το θυμό να έρχεται τώρα που τα πράγματα είναι πιο ήσυχα, οπότε είμαι πιο αποστασιοποιημένη. Δεν τη βλέπω πια σε αυτό το ρόλο.
 
Θ: Ίσως αυτό, ότι έπρεπε να δείξεις στη μητέρα σου την αλληλεγγύη σου επειδή ο πατέρας σου ήταν αποπροσανατολισμένος, σε εμπόδισε από το να επαναστατήσεις εναντίον της στη συνέχεια. Ποτέ δεν επαναστάτησες στην εφηβεία. Δε λέω ότι θα έπρεπε, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι επαναστατούν στην εφηβεία. Εσύ είχες λόγους να μην το κάνεις. Παραδόθηκες σαν παιδί, σαν νεαρή κοπέλα, στα 15 δεν μπορούσες να θυμώσεις γιατί υπήρχε αυτό το άλλο πρόβλημα νομίζω…
 
D: Ναι, πιθανά δεν ήθελα να προσθέσω κι άλλα προβλήματα…
 
Θ: …ή δεν μπορούσες. Νομίζω ότι δεν ήταν μια απόφαση από την πλευρά σου. Είναι σαν να αισθανόσουν ότι δεν μπορούσες να το κάνεις. Σαν να εξαφανίστηκε από την επίγνωσή σου, δεν σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι μπορούσες να θυμώσεις με τη μητέρα σου που ήταν τόσο καταπιεστική.
 
D: Θα μπορούσα να πω ότι ούτε που μου πέρασε από το μυαλό τότε. Είναι τραγικό.
 
Θ: Δεν σου πέρασε από το μυαλό ίσως γιατί τότε ήταν τόσο ζωτικής σημασίας να γαντζωθείτε η μια από την άλλη… όπως το φαντάζομαι το θέμα δεν ήταν μόνο να γαντζωθείς εσύ στη μητέρα σου, αλλά να γαντζωθείτε η μια από την άλλη. Μου έδωσες την εντύπωση ότι δεν έβλεπες τη μητέρα σου σαν βράχο για να κρατηθείς, αλλά ότι οι δυο σας ήσασταν σαν δυο σανίδες που προσπαθούσαν να μείνουν στην επιφάνεια στα ορμητικά νερά ενός ποταμού.
 
D: Κατά μια έννοια έτσι είναι. Δεν διάλεξα. Ίσως σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, αυτές οι μνήμες επανέρχονται και είναι πιο δυνατές. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, όταν έφτανα στην εφηβεία θα είχα αρχίσει να επιβάλλομαι... Εγώ αντίθετα έλεγα στον εαυτό μου: «Σε τι χρησιμεύει να πεις οτιδήποτε;» αφού δεν καταλάβαινε τίποτα … οπότε το δεχόμουν. Όμως τώρα αρχίζω να τα θυμάμαι όλα…
 
Θ: Μοιάζει σαν σήμερα, αφού μίλησες αρκετά γι’ αυτό, να επιτρέπεις στον εαυτό σου να θυμηθεί πράγματα που σε πλήγωσαν, αλλά που ήταν θαμμένα για πολύ καιρό και που δεν σου περνούσαν από το μυαλό αμέσως. 
 
D: Όχι, ο πατέρας μου ήταν το πιο άμεσο, το πιο εμφανές πρόβλημα. Η μητέρα μου σε όλες τις περιπτώσεις υπήρξε πάντα ένα ισχυρότερο σημείο αναφοράς από ότι ο πατέρας μου και επομένως, παρά τα όσα μόλις είπα, εκείνη υπήρξε πάντα περισσότερο μια ασφάλεια για μένα.
 
Θ: Ναι, αλλά από όσα λες, μετά από λίγο έγινε πολύ ισχυρή ασφάλεια, πολύ ισχυρό σημείο αναφοράς. Είναι σαν να έλεγες «Ήταν πολύ ισχυρή ασφάλεια και κάπως αυτό με οδήγησε να χάσω τον προσανατολισμό μου. Δεν ξέρω πια που είναι τα σημεία αναφοράς μου».
 
D: Βέβαια.
 
Θ: Αυτό είναι πιθανό. Σκέφτομαι ότι, για σένα, το θέμα είναι να συμφιλιωθείς με την εικόνα της μητέρας που φέρεις μέσα σου. Η πραγματική μητέρα που έχεις τώρα δεν είναι πια τόσο ίδια με τη μητέρα του παρελθόντος… και ίσως η εικόνα της μητέρας που φέρεις μέσα σου δεν ήταν ποτέ τόσο όμοια με τη μητέρα που είχες στην πραγματικότητα. Αλλά πρέπει να τα βρεις με εκείνη που έχεις μέσα σου.
 
D: Πώς μπορώ να το κάνω;
 
Θ: Το κάνεις ήδη. Νομίζω ότι είναι μια αργή διαδικασία. Δεν μπορείς να περιμένεις ότι μια μέρα θυμάσαι κάποια πράγματα και αυτά τα πράγματα απλά βγαίνουν προς τα έξω και έχεις αλλάξει. Δεν λειτουργεί έτσι. Μπορείς τώρα να δεις πώς σταδιακά ανακαλύπτεις ή ξανα-ανακαλύπτεις πράγματα που δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρα. Σου πήρε κάποιο χρόνο να τα βγάλεις προς τα έξω.
 
D: Μερικές αναμνήσεις, κάποιες φορές. Αλλά δεν είναι σαν φορτίο, ίσως…
 
Θ: Ίσως δεν μπορούσες να δεις ότι αυτές οι αναμνήσεις έχουν ισχυρούς δεσμούς με ό, τι σου συμβαίνει σήμερα. Δεν είναι απλώς αναμνήσεις, είναι αναμνήσεις που σου δείχνουν κάποια στοιχεία του εαυτού σου που βρίσκονται ακόμη εκεί. Αντί για αναμνήσεις, περισσότερο είναι τρόποι ύπαρξης με άλλους ανθρώπους που εξακολουθεί να πρέπει να ξεπεράσεις και δεν είναι τόσο εύκολο να το κάνεις. Ίσως μια μέρα να μπορέσεις ακόμη και να τα συζητήσεις όλα αυτά με τη μητέρα σου.
 
Σε αυτό το διάλογο ο θεραπευτής χρειάζεται να αναδιοργανώσει την υπόθεσή του. Στην αρχή, μετά από τις δυο πρώτες ανταλλαγές, ο θεραπευτής προσπαθεί να οργανώσει δεδομένα που είχε συλλέξει σε προηγούμενες συνεδρίες, ώστε να δώσει κάποιο νόημα στη συμπεριφορά της μητέρας, στις ανταποκρίσεις της Diana και στα τωρινά της συναισθήματα. Καθώς οι πρώτες απαντήσεις της Diana είναι διαβεβαιωτικές, ο θεραπευτής συνεργάζεται μαζί της για να βελτιώσει την υπόθεση. Η ιδέα είναι ότι η φωνή της μητέρας έγινε τόσο δυνατή που έπνιξε τη φωνή της Diana, ενθαρρύνοντας επομένως τη βασική της αβεβαιότητα για τα ίδια της τα συναισθήματα. Ο θεραπευτής προτείνει αρκετά άμεσα την υπόθεσή του. («Στο παρελθόν δεν ακούω πολύ τη δική σου φωνή, ακούω τη φωνή της μητέρας σου»). Η Diana όχι μόνο το δέχεται αυτό, αλλά προχωρά και το εμπλουτίζει. Τότε, ο θεραπευτής προτείνει (αν και με έναν διερευνητικό τρόπο) μια νέα υπόθεση που εξηγεί γιατί ο στόχος του θυμού της Diana στο πρώτο κομμάτι της θεραπείας ήταν ο πατέρας της. Αυτή τη φορά η Diana αντιτίθεται στην υπόθεση. Το τρίγωνο που υπέθεσε ο θεραπευτής (η Diana που ήρθε αντιμέτωπη με τον πατέρα της για να κερδίσει την αγάπη και την υποστήριξη της υπερβολικά απαιτητικής μητέρας της) δεν την πείθει. Ο θεραπευτής τώρα πρέπει να βρει κάτι διαφορετικό, κάποια νέα στοιχεία για να βοηθήσει την Diana να κατασκευάσει μια υπόθεση που να έχει νόημα για την ίδια. Σε αυτό το σημείο, θεραπευτής και πελάτης αρχίζουν να εργάζονται μαζί, προσθέτοντας ο καθένας κι από μια ιδέα. Τέλος, συμφωνούν σε μια νέα σχεσιακή υπόθεση. Τότε, ο θεραπευτής την τροποποιεί ελαφρά ώστε να δώσει αναδρομικά στη Diana έναν πιο ενεργητικό και επαρκή ρόλο απέναντι σε μια μητέρα που δεν είναι τόσο δυνατή και τόσο κακή. Τώρα η Diana μπορεί να επιλέξει τι θα αποφασίσει, να μιλήσει ή να παραμείνει σιωπηλή, να ψάξει για την ειρήνη με τον εαυτό της, ή όχι. Και ο θεραπευτής της προτείνει ότι έχει ήδη αρχίσει να επιλέγει να ξαναανακαλύψει τις αναμνήσεις της και να τους δώσει νέα νοήματα.
 
Συμπεράσματα
 
Στη συζήτηση με τη Diana ο θεραπευτής είναι συνεργατικός και ήπιος. Κάνει πολλές ερωτήσεις, προτείνει κάποιες αναπλαισιώσεις, χωρίς όμως να γίνεται ανοικτά κατευθυντικός. Αυτό δεν είναι απαραίτητα το στυλ του συγκεκριμένου θεραπευτή σε όλες τις περιπτώσεις. Με άλλους πελάτες μπορεί να είναι πιο παθητικός και προσεκτικός, ενώ με άλλους πιο ενεργητικός και δομικός. Σε μα διαλογική θεραπεία δεν είναι το στυλ του θεραπευτή που υπαγορεύει τι συμβαίνει στο διάλογο, αλλά το αντίθετο. Δηλαδή, ο ίδιος ο διάλογος υπαγορεύει το στυλ του θεραπευτή μέσα σε αυτό το διάλογο. Αν ο θεραπευτής πραγματικά συμμετέχει στο διάλογο και δεν τον οργανώνει σαν ένα μονόλογο, όπου προσπαθεί να επιβάλλει τον εαυτό του στον πελάτη, ή σαν ένα μονόλογο του πελάτη όπου απλώς ακούει και κάνει σκόρπια σχόλια σε όσα εκείνος έχει να πει, τότε ο διάλογος γίνεται ένα περιβάλλον στο οποίο ο θεραπευτής μπορεί να επιτρέψει σε ένα από τα πιθανά στυλ να έρθει στην επιφάνεια. Ο Λόγος του θεραπευτή μπορεί να αναμιχθεί ομαλά με αυτόν του πελάτη, όπως σε αυτή την περίπτωση, ή μπορεί να αντιπαραταχθεί σε αυτόν. Όμως πάντα βρίσκεται σε διαλογική σχέση με το Λόγο του πελάτη, αποδεχόμενος αυτόν και την ιδιαιτερότητά του. Σε αυτή τη διαδικασία ένας θεραπευτής πλήρης σεβασμού δεν θα έπρεπε να φοβάται τις ιδέες και τα πιστεύω του. Θεωρούμε ότι είναι απαραίτητο ο θεραπευτής να φέρνει μέσα στο διάλογο τον εαυτό του, όλα αυτά που σκέφτεται και τις υποθέσεις του, αντιμετωπίζοντας διαλογικά το Λόγο του πελάτη.
 
Μέχρι τώρα συζητήσαμε περισσότερο με βάση την ατομική θεραπεία και σαφώς το πλαίσιο της πρόσωπο με πρόσωπο θεραπείας ευνοεί τις διαλογικές υποθέσεις. Όμως πιστεύουμε ότι οι υποθέσεις μπορούν να μπουν στο διάλογο ακόμη και στο πιο σύνθετο πλαίσιο της οικογενειακής θεραπείας, όπου μια ομάδα έρχεται σε επαφή με μια οικογένεια. Αυτό υπονοεί μια πολυφωνική διαδικασία και απαιτεί από την ομάδα (και όχι μόνο από τον ενεργό θεραπευτή) κάποια μετριοφροσύνη και την οριστική απόρριψη οποιασδήποτε θεραπευτικής παντοδυναμίας. Αν οι πελάτες είναι οι ειδικοί στις δικές τους ιστορίες (Anderson & Goolishian, 1992), τότε είναι επίσης οι πιο κατάλληλοι συνομιλητές για την κατασκευή υποθέσεων πάνω σε αυτές τις ιστορίες. 
 
Το τελικό κρίσιμο σημείο είναι ότι, σε αυτή την προοπτική, ο θεραπευτής πρέπει να έχει επίγνωση της δικής του υπευθυνότητας (Bianciardi & Bertrando, 2002). Αυτό σημαίνει ότι ο θεραπευτής είναι ηθικά υπεύθυνος για οτιδήποτε φέρνει στο διάλογο. Το γεγονός ότι συμμετέχει σε ένα διάλογο με ίσους όρους δεν μειώνει την υπευθυνότητά του. Αντιθέτως την αυξάνει, γιατί ο θεραπευτής είναι υπεύθυνος ακριβώς για την πραγματικότητα που θα χτίσει μέσα στο διάλογο και για το ρόλο που θα έχει μέσα σ’ αυτόν. Ίσως η υπευθυνότητα του θεραπευτή στη διαλογική διεργασία είναι να κρατά ανοικτές διάφορες υποθέσεις, να αποφεύγει απλές γραμμικές εξηγήσεις, να εισάγει την ιδέα ότι υπάρχουν αρκετές δυνατότητες στον τρόπο με τον οποίο λέει κανείς την ιστορία του και να είναι ανοιχτός να συζητήσει και να αποδεχθεί τις αντιδράσεις του πελάτη σε αυτή την πρόταση.

 
Υποσημειώσεις
 
[3]Ωστόσο, ο ιστορικά ενημερωμένος αναγνώστης μπορεί να βρει σε αυτή τον απόηχο της αντιψυχιατρικής του Laing(1968), της Ιταλικής κριτικής ψυχιατρικής (Basaglia,1968) και, σε ένα διαφορετικό επίπεδο, της πελατο-κεντρικής προσέγγισης του Carl Rogers (βλ. Anderson, 2001). 

[4]Για την έννοια της ψυχαναλυτικής ερμηνείας βλ. Laplanche and Pontalis (1967). Για τη χρήση της στην ανάλυση της μεταβίβασης βλ. Gill (1982), Bertrando (2002). Για απομαγνητοφωνημένα παραδείγματα βλ. Gilland Hoffman (1982). 

 
[5]ΣτΜ. Ο σολιψισμός είναι μια φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το Εγώ αποτελεί τη μόνη υπαρκτή πραγματικότητα για την οποία μπορούμε να είμαστε βέβαιοι.
 
 
[6]Για μια κριτική της συνειδητής πρόθεσης βλ. Bateson (1968a, 1968b) και Harries-Jones (1995).συμβαίνει στις περισσότερες Αγγλοσαξωνικές χώρες. 

[7]Μια τέτοια κατάσταση είναι μάλλον συνηθισμένη στην Ιταλία, όπου διεξήχθη αυτή η θεραπεία, και δεν θεωρείται ως εκτροπή, όπως ίσως

 

Βιβλιογραφία

Andersen, T. (1987) The reflecting team. Dialogue and meta-dialogue in clinical work. Family Process, 26: 415–428.

Andersen, T. (1991) The Reflecting Team. Dialogues and Dialogues about Dialogues. New York: Norton.

Anderson, H. (1997) Conversation, Language and Possibilities. New York: Basic Books.

Anderson, H. (2001) Postmodern collaborative and person-centred therapies: what would Carl Rogers say? Journal of Family Therapy, 23: 339–360.

Anderson, H. and Goolishian, H. (1988) Human systems as linguistic systems:preliminary and evolving ideas about the implications for clinical theory. Family Process, 27: 371–393.

Anderson, H. and Goolishian, H. (1992) The client is the expert: a not-knowing approach to therapy. In S. McNamee and K. J. Gergen (eds) Therapy as Social Construction. London: Sage, pp. 25–39.

Bakhtin, M.M. (1935–1981) Discourse in the novel. In M. Holquist (ed.) The Dialogic Imagination. Austin: Texas University Press, pp. 259–422.

Bakhtin, M. (1986) The problem of speech genres. In V. W. McGee (ed.) Speech Genres and Other Late Essays. Austin: University of Texas Press, pp. 60–102.

Basaglia, F. (ed.) (1968) L’istituzione negata. Torino: Einaudi.

Bateson, G. (1942) Social planning and the concept of deutero-learning. In Bateson (1972), pp. 159–176.

Bateson, G. (1953) Rules/frame. Unpublished manuscript, Gregory Bateson’s Papers. Archives of the University of California, Santa Cruz.

Bateson, G. (1968a) Conscious purpose vs. nature. In Bateson (1972), pp. 426–439.

Bateson, G. (1968b) Effects of conscious purpose on human adaptation. In Bateson (1972), pp. 440–447.

Bateson, G. (1972) Steps to an Ecology of Mind. San Francisco, CA: Chandler Publishing.

Bertrando, P. (2002) The presence of the third party. Systemic therapy and transference analysis. Journal of Family Therapy, 24: 351–368.

Bertrando, P. (2006) Cornici che collassano, Umorismo, psicoterapia. In P. A. Rovatti and D. Zoletto (eds) L’umorismo nella comunicazione umana. Milan: Raffaelo Cortina Editore.

Bianciardi, M. and Bertrando, P. (2002) Terapia etica. Una proposta per l’epoca postmoderna. Terapia Familiare, 69: 5–26.

Boscolo, L. and Bertrando, P. (1996) Systemic Therapy with Individuals. London: Karmac.

Boscolo, L., Cecchin, G. and Bertrando, P. (1995) Centro Milanese di Terapia della Famiglia. In A.S. Gurman and D.P. Kniskern (eds) Manuale di terapia della famiglia (Italian edn edited by Paolo Bertrando). Torino: Bollati Boringhieri, pp. 755–760.

Boscolo, L., Cecchin, G., Hoffman, L. and Penn, P. (1987) Milan Systemic Family Therapy. Conversations in Theory and Practice. New York: Basic Books.

Cecchin, G., Lane, G. and Ray, W.L. (1994) The Cybernetics of Prejudices in the Practice of Psychotherapy. London: Karnac.

Foucault, M. (2003) Le pouvoir psichiatrique. Course au Colle´ge de France 1973–1974. Paris: Gallimard.

Frank, J.D. and Frank, J.B. (1991) Persuasion and Healing. A Comparative Study of Psychotherapy. Baltimore, MD: Johns Hopkins University Press.

Gill, M.M. (1982) Analysis of Transference. New York: International Universities Press.

Gill, M.M. and Hoffman, I.Z. (1982) Analysis of Transference, Volume II. New York: International Universities Press.

Guilfoyle, M. (2003) Dialogue and power: a critical analysis of power in dialogical therapy. Family Process, 42: 331–344.

Haley, J. (1976) Problem-solving Therapy. San Francisco, CA: Jossey-Bass.

Harries-Jones, P. (1995) A Recursive Vision. Ecological Understanding and Gregory Bateson. Toronto: The University of Toronto Press.

Laing, R.D. (1968) The Politics of Experience. New York: Ballantine Books.

Laplanche, J. and Pontalis, J.B. (1967) Vocabulaire de la Psychanalyse. Paris: Presses Universitaires de France.

Peirce, C.S. (1931–1958) C. Hartshorne, P. Weiss and A. Burks (eds) Collected Papers. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Rober, P. (2002) Constructive hypothesizing, dialogic understanding, and the therapist’s inner conversation: some ideas of knowing and not knowing in the family therapy session. Journal of Marital and Family Therapy, 28: 467–478.

Seeikkula, J. (2003) Dialogue is the change: understanding psychotherapy as a semiotic process of Bakhtin, Voloshinov, and Vygotsky. Human Systems, 14: 83–94.

Selvini Palazzoli, M., Boscolo, L., Cecchin, G. and Prata, G. (1978) Paradox and Counterparadox. New York: Jason Aaronson.

Selvini Palazzoli, M., Boscolo, L., Cecchin, G. and Prata, G. (1980) Hypothesizingcircularity- neutrality. Three guidelines for the conductor of the session. Family Process, 19: 73–85.

White, M. (1995) Re-authoring Lives: Interviews and Essays. Adelaide: Dulwich Centre Publications.