Articles

 Βαλέρια Πομίνι1

Μετάφραση από τα ιταλικά:  Ειρήνη Μηνοπούλου

 


1Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια Α’ Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών

2Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια

Επιμέλεια κειμένου: Βαλέρια Πομίνι, Αθανασία Κατή    

                 Το παρόν κείμενο βασίζεται στο άρθρο της ίδιας συγγραφέα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Connessioni, vol. 27, 2012, pp. 95-117 με τίτλο «Coppie miste: le sfide della multiculturalita’».                

 

Εισαγωγή: Ένα βιωματικό σημείωμα

Η εργασία είναι απόρροια της προσωπικής και επαγγελματικής μου εμπειρίας. Έχω το προνόμιο να είμαι μέλος μιας διαπολιτισμικής οικογένειας και  ενός πολυπολιτισμικού ευρύτερου οικογενειακού συστήματος.

Ο σύζυγος μου είναι Έλληνας και η κόρη μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της "εκατό τοις εκατό Ελληνίδα και εκατό τοις εκατό Ιταλίδα" (Stone etal., 2005). Ο πεθερός μου είχε γεννηθεί στην Μικρά Ασία, η μία από τις νύφες στην ευρύτερη οικογένεια είναι Εβραία Αμερικανίδα,  με ρίζες από τη Πολωνία, μία άλλη είναι Αμερικανίδα με ρίζες από την Κίνα. Στις διευρυμένες οικογενειακές συγκεντρώσεις  «διασταυρώνονται» τρεις ή τέσσερις γλώσσες ταυτόχρονα. Εκτός από το γλωσσικό, πολιτισμικό και θρησκευτικό υπόβαθρο, η πολυπολιτισμικότητα «παγιώνεται» και σε δραστηριότητες της καθημερινής ζωής, όπως έθιμα, διατροφή, πεποιθήσεις, αισθητική, συνήθειες, αίσθηση του χιούμορ, «θεραπευτικές πρακτικές», όπως και σε πολλές άλλες πτυχές. Επιπλέον, στο δίκτυο των κοινωνικών μας σχέσεων,  τα μικτά ζευγάρια αποτελούν την πλειονότητα.

Ως ψυχοθεραπεύτρια και ως επόπτρια, κατά το διάστημα των εικοσιπέντε ετών που εργάζομαι στην Αθήνα, συνάντησα δεκάδες μικτά ζευγάρια, πολλά με Ιταλό ή Ιταλίδα σύζυγο, αλλά επίσης πολλά με συντρόφους/ συζύγους άλλων εθνικοτήτων[3]. Ήρθα, συνεπώς, αντιμέτωπη με την ιδιαίτερη κατάσταση να ασκώ θεραπευτικό έργο σε πλαίσιο όπου κυριαρχεί μια διαφορετική, αρχικά για μένα ξένη, γλώσσα ( Βurck, 2004) και με την ιδιαιτερότητα, στην περίπτωση μου, η θεραπεύτρια να είναι «η ξένη». Χρησιμοποιώντας αυτήν τη διπλή οπτική, προσωπική και επαγγελματική, θα προσπαθήσω να αναλύσω τις πιο σημαντικές πτυχές που χαρακτηρίζουν τα μικτά ζευγάρια, με αναφορές σε ζεύγη με τα οποία συνεργάστηκα έχοντας συμβουλευτικό, ψυχοθεραπευτικό ή εποπτικό ρόλο. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι βιβλιογραφικές αναφορές στο συγκεκριμένο θέμα έχουν πολλαπλασιαστεί στη διάρκεια των  τελευταίων δύο δεκαετιών, αντανακλώντας τις εξελίξεις στις δυτικές κοινωνίες που διαμορφώνονται όλο και περισσότερο ως πολυπολιτισμικές και παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες από τη μια πλευρά, αλλά και αμυντικές και ξενόφοβες από την άλλη.
Ξεκινώντας από τους ορισμούς του «μικτού ζεύγους», θα επικεντρωθώ στην περιγραφή των διαφορών (στη γλώσσα, στα έθιμα, στις συνήθειες, στις αξίες, στη θρησκεία, στους ρόλους των φύλων, στην εξουσία κ.ά.) που επηρεάζουν τη ζωή του ζεύγους αλλά και για το πώς μπορούν τα μέλη του να διαχειριστούν τις προκλήσεις και τις δυσκολίες που ενδεχομένως να παρουσιαστούν στην αρχή ή/και κατά τη διάρκεια του κοινού βίου. Πρέπει να επισημανθεί ότι το κάθε ζεύγος στην ουσία αποτελεί για τα μέλη του μια «διαπολιτισμική» εμπειρία (Pomini, 2008), ακόμα και όταν  αυτά τα μέλη έχουν την ίδια εθνικότητα ή ανήκουν στην ίδια κοινότητα: ηδιαφορά μεταξύ των φύλων στα ετερόφυλα ζευγάρια, οι διαφορές στην κουλτούρα των οικογενειών καταγωγής, τις αξίες και τις πεποιθήσεις, καθιστούν  τη συνάντηση με τον άλλον/άλλη μια εμπειρία προσαρμογής, αλληλεπίδρασης, σεβασμού και αξιοποίησης των διαφορών, που έχει πολλά κοινά με τις διεργασίες της διαπολιτισμικής προσαρμογής.
Τέλος, θα προσπαθήσω να αποδώσω τις ιδιαιτερότητες της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας με τα μικτά ζευγάρια, τις πτυχές που ο θεραπευτής/τρια οφείλει να αξιολογήσει και τη σημασία να αναπτύξει μια «πολυπολιτισμική ενσυναίσθηση» (Falicov, 1995) κατανοώντας την αλληλεπίδραση με ανθρώπους άλλων πολιτισμών ως «επιγενετική διαδικασία εκμάθησης» (Boscolo & Bertrando, 1996). Αυτή η διαδικασία συνεχώς εμπλουτίζεται μέσα από  την κλινική εμπειρία και τα προσωπικά βιώματα.

 

Μικτά ζευγάρια: ορισμός 

Ο ορισμός των μικτών ζευγαριών αναφέρεται γενικά σε ζεύγη των οποίων τα μέλη προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς ή/και έθνη. «Ο διαπολιτισμικός γάμος υφίσταται όταν άτομα δυο διαφορετικών πολιτισμών συναντώνται. Η συνάντηση αυτή αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής προσαρμογής μέσω της οποίας διαμορφώνονται  γενετικοί συνδυασμοί που με τη σειρά τους οδηγούν σε μια πολιτισμική μεταμόρφωση» (Hotvedt, 1999, σελ. 364).
Η έννοια του «mixité» (Allievi, 1996) αφορά στις φαινοτυπικές διαφορές, εθνικές, θρησκευτικές και πολιτιστικές, καθώς και στους συνδυασμούς μεταξύ τους. Στην αγγλοσαξονική λογοτεχνία ο γενικός όρος της επιμειξίας αναφέρεται σε ζευγάρια των οποίων τα μέλη προέρχονται από διαφορετικές χώρες (binational marriage), ή ανήκουν σε διαφορετικές θρησκείες (interfaith marriage), ή σε διαφορετικές φυλές (interracial marriage), ή σε διαφορετικούς τύπους  εθνοτήτων (interethnic marriage) (Panari, διδακτορική διατριβή).
Ένας άλλος ορισμός που επικρατεί σήμερα είναι αυτός του διακρατικού ζεύγους ή της διακρατικής οικογένειας (Stone et al, 2005. Bacigalupe & Lambe, 2011), στα οποία το ένα ή, πιο σπάνια, τα δυο μέλη προέρχονται από διαφορετικές χώρες ή   μειονότητες από αυτήν στην οποία το ζεύγος ζει. Ο όρος διαπολιτισμικό ζεύγος (Falicov, 2007) αναδεικνύει  από τη μια πλευρά την προσπάθεια και την ανάγκη για προσαρμογή μεταξύ δύο διαφορετικών πολιτισμών εντός του ζεύγους και  από την άλλη το μοναδικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαδικασίας.
Τα μικτά ζευγάρια ήταν πάντα υπαρκτά είτε από επιλογή, είτε υπό πίεση/ εξαναγκασμό. Παραδείγματα είναι η πρακτική των επιθετικών στρατιωτικών δυνάμεων κατά την εισβολή σε μία χώρα, η αρπαγή των Σαβίνων εκ μέρους των Ρωμαίων, οι γάμοι περισσότερο ή λιγότερο συναινετικοί σε συνδυασμό με κρατικές υποθέσεις, κ.ά. Μερικές φορές οι μικτοί γάμοι  έπαιξαν ένα εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας και των πολιτισμών.
Τα μικτά ζευγάρια αποτελούν ένα ιδιαίτερα σημαντικό παρατηρητήριο σε σχέση με την εναρμόνιση μεταξύ πολιτισμών σε διαπροσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο (Scabini et al., 2007 αναφερόμενοι από τους Ardone και Lombardi, 2010).
Έχουν περιγραφεί ως πολυπολιτισμική κυψέλη, πολυπολιτισμικά εργαστήρια, διαπολιτισμική μεθοριακή περιοχή, όπου οι διαφορές και οι ομοιότητες συνυπάρχουν οδηγώντας συχνά σε συγκρούσεις, αλλά και προάγοντας τη συνύπαρξη και τη δημιουργική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε ομάδες διαφορετικών πολιτισμών (Falicov, 1995).
Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος έχουν χρησιμοποιήσει συχνά  παραδείγματα ζευγών, των οποίων τα μέλη γίνονται αντιληπτά, ο καθένας από τη δική του κοινωνική ομάδα, ως "διαφορετικά", πολλές φορές με  δραματικές εξελίξεις, κυρίως λόγω εξωτερικών πιέσεων της οικογένειας και των κοινωνικών ομάδων στις οποίες ανήκουν, όπως στα έργα «Ρωμαίο και Ιουλιέτα», «Madame Butterfly», «West Side Story», κ.ά.. Στις ταινίες «Μάντεψε ποιος έρχεται για Δείπνο»,  ή την πιο πρόσφατη «Ae fond kiss» του K. Loach, ή την διασκεδαστική «My Big Fat Greek Wedding», τα μικτά ζευγάρια βρίσκονται αντιμέτωπα με τα στερεότυπα και την άρνηση των υπολοίπων απέναντι στο «διαφορετικό άλλον», πολύ περισσότερο από τις δυσκολίες που συνδέονται με την αμοιβαία, δική τους προσαρμογή στη διαφορετικότητα τους.

Αυτή η αμοιβαία προσαρμογή θεωρείται μια διαδικασία  «διαπροσωπικού εκπολιτισμού» (mutual acculturation) (Falicov, 1995), η οποία εξελίσσεται μέσα από την αναγνώριση, την αποδοχή, την ένταξη και την αξιοποίηση της διαφορετικότητας. Η διαδικασία αυτή δεν περιορίζεται στον αρχικό χρόνο αλλά είναι διαχρονική και προκύπτει μέσα από την επεξεργασία της ταυτότητας του ζεύγους, η οποία  συμπεριλαμβάνει τα παιδιά και ολόκληρη την οικογενειακή ταυτότητα (Lombardi & Ardone, 2010).
Από μια τέτοια διαδικασία δεν μπορούν να εξαιρεθούν τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας, αλλά και το κοινωνικό δίκτυο στο οποίο εντάσσεται το ζευγάρι, ως διαδικασία διαπολιτισμικής « μύησης», που άμεσα ή έμμεσα διαδίδεται στο κοινωνικό πλαίσιο. Τα μικτά ζευγάρια  διαδραματίζουν ένα σημαντικό ρόλο ως παράγοντες αλλαγής, μετασχηματισμού και πολιτιστικής ανάπτυξης, ενεργώντας στην πραγματικότητα ως  γέφυρα μεταξύ κοινοτήτων (Panari, ibidem).
Σε μια συνέντευξη στην εφημερίδα "La Repubblica" πριν από μερικά χρόνια, o Umberto Eco τόνισε τη σημασία των προγραμμάτων ανταλλαγής Erasmus μεταξύ των πανεπιστημίων της Ευρώπης, τα οποία, μεταξύ άλλων πλεονεκτημάτων, ενισχύουν τη δυνατότητα για δημιουργία μικτών οικογενειών, πολύγλωσσων και πολυπολιτισμικών, των οποίων τα παιδιά μπορούν να αποτελέσουν  μια μελλοντική κοινωνική ομάδα με ευρύτερο ευρωπαϊκό όραμα.
Υπό το φως της σοβαρής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σήμερα, αυτές οι σκέψεις είναι επίκαιρες και αφήνουν  ελπίδα για αλλαγή και ενίσχυση των Ευρωπαϊκών  θεσμών.
Στην Ιταλία, η συχνότητα των γάμων με  ξένο/η σύζυγο έφτασε το 2009 το 9,2% του συνόλου των γάμων, σε σύγκριση με 5,6% το 2000, αποδεικνύοντας ότι είναι ένα φαινόμενο σε συνεχή άνοδο (ISTAT, 2011). Αν και ένα σημαντικό ποσοστό των μικτών γάμων αφορά πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μεγαλύτερο ποσοστό αναλογεί σε γάμους όπου ο ένας εκ των δυο συζύγων προέρχεται από χώρα εκτός της ΕΕ ( Panari, ibidem).

 Υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές, αλλά και αξιοσημείωτες ομοιότητες μεταξύ αυτών των δύο τύπων ζευγών: η καταγωγή του αλλοδαπού συζύγου από μια χώρα της Δυτικής Ευρώπης συνήθως συνεπάγεται μια κατάσταση μεγαλύτερης πολιτιστικής και κοινωνικοοικονομικής ομοιότητας μεταξύ των μελών του ζεύγους και των οικογενειών καταγωγής, καθώς και μια  γλωσσική ισότητα, δεδομένου ότι, όπως θα αναλυθεί παρακάτω, η εκμάθηση μιας δεύτερης ευρωπαϊκής γλώσσας, ιδίως εάν είναι δυτικής προέλευσης, θεωρείται συνήθως  επιθυμητή και κοινωνικά επωφελής. Οι ανισορροπίες μεταξύ  δύο πολιτισμών και η ώθηση για αφομοίωσης της κουλτούρας της χώρας υποδοχής είναι πολύ μεγαλύτερη στην περίπτωση των ζευγαριών με ξένο σύζυγο από χώρα εκτός ΕΕ, ή από την Ανατολική Ευρώπη, ειδικά στην περίπτωση ισχυρού κοινωνικό-οικονομικού χάσματος μεταξύ των μελών του ζεύγους. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διαφορά αυτή υπήρχε μέχρι πρόσφατα ακόμη και μεταξύ μικτών ζευγαριών που συστάθηκαν σε ένα πλαίσιο ενδο-ευρωπαϊκής μετανάστευσης ή ακόμη και σε Ιταλικό έδαφος, μεταξύ Βορρά και Νότου.

 

Η επιλογή συντρόφου

Ποιοι παράγοντες ωθούν δύο άτομα από διαφορετικούς πολιτισμούς ή έθνη να επιλέξουν ο ένας τον άλλον και να δημιουργήσουν μια σταθερή σχέση;

Η σεξουαλική έλξη, ο έρωτας και η αγάπη  αποτελούν τις περισσότερες  φορές τη βάση της ρομαντικής επιλογής των συντρόφων, όπως συμβαίνει και σε κάθε άλλο ζευγάρι. Η γοητεία της διαφορετικότητας  μπορεί να ωθήσει άτομα που έχουν ήδη μια κοσμοπολίτικη νοοτροπία να ερωτευτούν έναν αλλοδαπό σύντροφο (scelta esogama), αγνοώντας το συντηρητισμό του ρητού «παπούτσι από τον τόπο σου» (scelta endogama).
Ο έρωτας δεν αποτελεί το μοναδικό κίνητρο δημιουργίας σχέσης και κατά προέκταση μικτού γάμου: σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να παρέχει προνόμια, όπως για παράδειγμα το μέσο για να παραμείνει κανείς στη χώρα υποδοχής (matrimonio di convenienza), ή μπορεί να αποτελεί μια στρατηγική  κοινωνικής ένταξης (matrimonio facilitatore) ή ακόμα να είναι συνέπεια της γέννησης ενός παιδιού, ειδικά όταν η σύζυγος  είναι το ξένο μέλος (matrimonio riparatore) (Tognetti Bordogna, 1996).
Στις δεκαετίες του 1970 και 1980  επικρατούσαν μάλλον λόγοι αντίδρασης και επανάστασης ενάντια τους κοινωνικούς κανόνες, ως κυρίαρχο κίνητρο για την επιλογή συντρόφου διαφορετικής εθνικότητας. Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η επιλογή μπορεί να συνδέεται με  μία υποβόσκουσα παθολογία ενός των δυο συζύγων: για παράδειγμα, ο σύζυγος «καλύπτει» την αδυναμία του να δημιουργήσει μία ισότιμη συντροφική σχέση επιλέγοντας αλλοδαπή σύζυγο που βρίσκεται σε μειονεκτική κοινωνική θέση (Fenaroli και Panari, 2006).

Η δομική προσέγγιση άλλαξε τη θεώρηση στις μελέτες των μικτών ζευγαριών επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον και στις δυο κοινωνικές ομάδες καταγωγής των συντρόφων. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, οι μικτοί γάμοι είναι συχνότεροι σε κοινότητες που αποδέχονται περισσότερο τα μικτά ζευγάρια. Σε αυτά τα κοινωνικά πλαίσια, τα ατομικά χαρακτηριστικά του κάθε συντρόφου  θεωρούνται πιο σημαντικά από την κοινωνική και πολιτισμική καταγωγή του (Fenaroli και Panari, 2006).

Η αιτιολογική προσέγγιση  (motivazionale) αναδεικνύει τρεις βασικούς παράγοντες που καθορίζουν την επιλογή  συντρόφου: την γοητεία που ασκεί η διαφορετική κουλτούρα,  τις ομοιότητες που γίνονται αντιληπτές στον άλλον, όπως  την παιδεία, τις αξίες, τις πεποιθήσεις, και, τρίτο, τον αντικομφορμισμό της επιλογής του  συντρόφου, ως ένδειξη ανεξαρτησίας και ανοίγματος σε κάτι καινούργιο (Fenaroli και Panari, 2006).
Μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το υψηλό επίπεδο κινητικότητας για σπουδές ή εργασία, καθώς και τα μεταναστευτικά ρεύματα που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, έχουν ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό πιθανοτήτων για συναντήσεις σε «μικτά» περιβάλλοντα. Το άνοιγμα σε κάτι καινούργιο, η κοινωνική αποδοχή αλλά και το κίνητρο διαπολιτισμικής ένταξης αποτελούν παράγοντες που καθορίζουν την αύξηση του αριθμού των μικτών ζευγαριών στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η ταξινόμηση που προτείνεται από τους Gozzoli και Regalia (2005) που εισάγουν την έννοια των αιτιολογικών συμφώνων (patti motivazionali) λαμβάνοντας υπόψη τα κίνητρα και τις προσδοκίες και των δύο συντρόφων, και ξεχωρίζουν τρεις κατηγορίες: α) σύμφωνο συμφέροντος όταν ο δεσμός συνδέεται με την επίτευξη ατομικών στόχων, χωρίς ιδιαίτερη συναισθηματική επένδυση στη σχέση, β) σύμφωνο παρηγοριάς όταν ο δεσμός στοχεύει στη μείωση του αισθήματος περιθωριοποίησης που βιώνουν τα άτομα σε κοινωνικό ή/και οικογενειακό πλαίσιο, και γ) σύμφωνο συμπλήρωσης όταν ο δεσμός προϋποθέτει μια σαφώς καθορισμένη προσωπική και κοινωνική ταυτότητα των συντρόφων, οι οποίοι συμμαχούν για να επεκτείνουν,  την αίσθηση του εαυτού (Panari, cit.).

Τα μικτά ζευγάρια  έχουν συνήθως μια συνειδητή αντίληψη των ομοιοτήτων τους και των διαφορών τους και συχνά αναφέρουν μεγαλύτερη επένδυση στη σχέση τους για σταθερότητα και συνέχεια. Επίσης, ενεργά προσπαθούν να μάθουν ο ένας τον πολιτισμό του άλλου και δημιουργούν μια μοναδική οικογενειακή κουλτούρα, η οποία περιλαμβάνει   στοιχεία και  από τα δυο πολιτισμικά πλαίσια καταγωγής. Η διαφορετικότητα γίνεται αντιληπτή  ως πηγή πλούτου και όχι ως εμπόδιο για την σχέση και  ως πηγή ευκαιριών για τα παιδιά τους. Ο διαπολιτισμός αυξάνει την ικανοποίηση στη σχέση, αυξάνοντας την περιέργεια και το ενδιαφέρον για τον «άλλον» ( Inman et al., 2011).

 

Οι διαφορές στη γλώσσα

Η γλώσσα αντικατοπτρίζει την ταξινόμηση του κόσμου και είναι το εργαλείο που μας επιτρέπει να κάνουμε διακρίσεις για τον κόσμο μας (Keeney, 1987). Σύμφωνα με τον Sepulveda (2001), η γλώσσα αποτελεί την πραγματική πατρίδα όλων μας. Η γλώσσα δεν είναι μόνο το όχημα ενός συγκεκριμένου πολιτισμού, αλλά o  ίδιoς ο πολιτισμός. Αυτό συνεπάγεται ότι η γλώσσα που ομιλεί ο καθένας αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτιστικής του ταυτότητας.

Στα μικτά ζευγάρια και  οικογένειες ο γλωσσικός κώδικας έχει μέγιστη σημασία στα επίπεδα της επικοινωνίας, των σχέσεων και της κοινωνίας.
Οι μικτές οικογένειες αποτελούν ένα σύνθετο γλωσσικό εργαστήριο, όπου η καθημερινή χρήση από δύο ή περισσότερες γλώσσες αποτελεί  πλεονέκτημα και πηγή μεγαλύτερης διανοητικής ευελιξίας και  δημιουργικότητας. Οι δίγλωσσοι άνθρωποι, πράγματι, εμφανίζουν μεγαλύτερη σχεσιακή ικανότητα (Burck, 2004). Επίσης, μελέτες ψυχογλωσσολογίας συγκλίνουν σε ένα σημείο: η χρήση δύο ή περισσοτέρων γλωσσών, ιδιαίτερα στα παιδιά, υπερτερεί, τόσο από την άποψη της γνωστικής ανάπτυξης γενικότερα, αλλά και των ψυχογλωσσικών ικανοτήτων,  λειτουργώντας ενισχυτικά στην ψυχονευρολογική ανάπτυξη (Timpano Sportiello 2002).
Αντιλαμβανόμενος την διγλωσσία ως διπλό τρόπο περιγραφής της πραγματικότητας, οφείλει να αναφερθεί ότι η διπλή περιγραφή, όπως η διοφθαλμική  όραση βοηθά στο να επιτευχθεί μια βαθύτερη γνώση του κόσμου που εμπερικλείει μάλλον παρά αποκλείει διαφορετικές αντιλήψεις, ενισχύοντας την ανεκτικότητα (Telfener & Casadio, 2005).

Το μικτό ζευγάρι βρίσκεται συνεπώς σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης σχετικά με τη χρήση της γλώσσας για τη μεταξύ τους επικοινωνία αλλά και του  οικογενειακού συστήματος.

Αυτή η διαδικασία οδηγεί σε μεγάλη ποικιλία πιθανών συμπεριφορών, με διαφορετικά αποτελέσματα, ειδικά για τα παιδιά, αναλόγως με το κατά πόσο οι γονείς έχουν επάρκεια και στις δυο γλώσσες ή καταλήγουν να υιοθετήσουν μια από τις δυο ή μία τρίτη γλώσσα, όπως στις παρακάτω περιπτώσεις (Pomini, 2006): 

1. οι γονείς μιλούν άνετα και τις δυο γλώσσες: α) επιλέγουν μία γλώσσα στην επικοινωνία τους με τα παιδιά ή β) ο κάθε γονέας μιλά με τα παιδιά τους τη μητρική του γλώσσα.

2. ένας από τους γονείς δεν μιλά την γλώσσα του άλλου: α) οι γονείς επιλέγουν την κοινή  γλώσσα στην επικοινωνία με τα παιδιά τους ή β)ο κάθε γονέας  μιλά με τα παιδιά τους τη μητρική του γλώσσα.

3. και οι δυο γονείς δεν μιλούν άνετα την γλώσσα του άλλου και υιοθετούν μία τρίτη γλώσσα στην επικοινωνία μεταξύ τους, ενώ με τα παιδιά τους μπορεί να συνυπάρχουν διάφοροι γλωσσικοί συνδυασμοί.

Η επικρατούσα γλώσσα στο  κοινωνικό περιβάλλον  χρησιμοποιείται συνήθως στην επικοινωνία μεταξύ των παιδιών και μπορεί σταδιακά να υιοθετείται από το οικογενειακό σύστημα (π.χ. μεταξύ αδελφών), εκτός εάν αυτό εμποδίζεται συνειδητά και ενεργά από τους γονείς, οι οποίοι μπορεί να αποφασίσουν να ενθαρρύνουν την χρήση και των δυο γλωσσών.

Στα μικτά ζευγάρια η γλώσσα μπορεί να αντανακλά, σε επίπεδο μικροσυστήματος, την επιρροή της επικρατούσας γλώσσας στο μακροσύστημα: για παράδειγμα, σε μία οικογένεια όπου ο ένας γονέας ομιλεί την αγγλική γλώσσα, είναι πιθανότερο τα παιδιά να ενθαρρύνονται να τη χρησιμοποιήσουν. Σε αυτή την περίπτωση η διγλωσσία γίνεται αντιληπτή ως  πλεονέκτημα σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο. Στις περισσότερες οικογένειες Ελληνο-Ιταλών που ζουν στην Ελλάδα, η ιταλική γλώσσα θεωρείται κοινωνικά «επιθυμητή» και μαθαίνεται στα παιδιά. Σε περίπτωση που η γλώσσα του αλλοδαπού γονέα δεν θεωρείται κοινωνικά «επιθυμητή», ειδικά όταν το μικτό ζεύγος δημιουργήθηκε σε πλαίσιο μετανάστευσης, είναι πιθανή η μη ενθάρρυνση της χρήσης της, ακόμα και ως στρατηγική καλύτερης εναρμόνισης των παιδιών στο κοινωνικό περιβάλλον. Μερικές φορές η χρήση της  γλώσσας μπορεί να φανερώσει μια άνιση κατανομή εξουσίας στο ζευγάρι, ειδικά όταν ο ένας δεν ομιλεί τη γλώσσα του άλλου και φοβάται την περιθωριοποίηση, ακόμα και στη σχέση με τα παιδιά του. Σε άλλες περιπτώσεις, μια υπερεμπλεκόμενη οικογένεια  καταγωγής και η τοπική κοινότητα μπορεί να αποθαρρύνουν τη χρήση των δύο γλωσσών, όπως προκύπτει από το ακόλουθο παράδειγμα.

 

Η Angela και ο Γρηγόρης

Η Angela γνώρισε τον  Γρηγόρη στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, όταν και οι δύο φοιτούσαν  στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας. Εκείνος ήταν ένας άριστος φοιτητής και του δόθηκε η ευκαιρία να ακολουθήσει την ακαδημαϊκή καριέρα στην Ιταλία. Φαινόταν ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει στην Ελλάδα, πόσο μάλλον στο χωριό απ’ όπου καταγόταν. Αποφάσισαν να παντρευτούν, παρόλο που η Angela δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει τις σπουδές της. Αυτό προκάλεσε μια έντονη αντίδραση στην οικογένεια καταγωγής του Γρηγόρη: η μητέρα απείλησε ότι θα αυτοκτονήσει, εάν ο γιός της δεν επιστρέψει! Ο Γρηγόρης εγκατέλειψε το όνειρο για ακαδημαϊκή καριέρα και έπεισε την Angela να τον ακολουθήσει στην πατρίδα του. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα για αυτήν, ιδιαίτερα μέχρι τη στιγμή που ο Γρηγόρης είχε επιτυχημένη πορεία στο επάγγελμα του και η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα. Μέχρι τότε το ζευγάρι, που εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει μια κόρη, αντιμετώπισε στο χωριό συνθήκες διαβίωσης  πρωτόγνωρες για την Angela, η οποία  και υπέστη παρεμπόδιση ως προς τη χρήση της γλώσσας της, παρουσία της οικογένειας του Γρηγόρη. Σταδιακά σταμάτησε να μιλάει ιταλικά, τόσο με την κόρη της όσο και με τα παιδιά που ακολούθησαν. Άρχισε να αποσύρεται και να κλείνεται στον εαυτό της, ακολούθησε ένα σοβαρό επεισόδιο κατάθλιψης με σοβαρές επιπτώσεις τόσο για εκείνη όσο και για την υπόλοιπη οικογένειά της.

Ο περιορισμός ή ακόμα και η λήθη ενός από τους δύο γλωσσικούς κώδικες του ζεύγους αποτελεί σε κάθε περίπτωση την απώλεια μιας σημαντικής ευκαιρίας για ολόκληρη την οικογένεια, όπως θα αναφερθεί εν συνέχεια στο παράδειγμα του José   και της Δήμητρας. Αναμφίβολα, το να μεγαλώνει κανείς σε ένα δίγλωσσο περιβάλλον, όχι μόνο αυξάνει τις «μετα-γλωσσικές»  ικανότητες  εκμάθησης, αλλά αυξάνει επίσης τη διαφορετικότητα και την ποικιλομορφία των πολιτιστικών ερεθισμάτων στα οποία εκτίθενται τα παιδιά από τη γέννησή τους.

Στις δίγλωσσες οικογένειες αναπτύσσεται συνήθως ένα οικογενειακό λεξιλόγιο όπου είναι συχνό το φαινόμενο της αλλαγής κώδικα (code switching) ως μετα-γλωσσική δεξιότητα, δηλαδή, η ταχεία μετάβαση από τον ένα γλωσσικό κώδικα στον άλλο, με  εναλλασσόμενους όρους στη μια ή στην άλλη γλώσσα.

Μερικές μελέτες (Τimpano, 2002,  Burck, 2004) ανέλυσαν την διαφορετική χρήση της διγλωσσίας από τους πατέρες και τις μητέρες: οι τελευταίες τείνουν να χρησιμοποιούν περισσότερο τη μητρική τους γλώσσα  με τα παιδιά τους, μέσα από τον καθημερινό διάλογο αλλά και άλλα μέσα επικοινωνίας, όπως τηλεόραση, ίντερνετ, λογοτεχνίας, μουσικής κ.ά.. Αυτό το εύρημα τονίζει το σημαντικό ρόλο των μητέρων όχι μόνο ως μέσο για την εκμάθηση της γλώσσας, (δεν είναι προφανώς τυχαίο το γεγονός ότι λέγεται μητρική), αλλά και του πολιτισμού που συνδέεται με αυτήν, ως ένα σύνολο από παραδόσεις, νοήματα, οράματα, κλπ.

 

Οι διαφορές  στις θρησκευτικές  πεποιθήσεις

Στα μικτά ζευγάρια οι θρησκευτικές διαφορές μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές, ανάλογα με τα πιστεύω και τη σημασία που έχει η θρησκεία για κάθε μέλος του ζεύγους, αλλά και το κοινωνικό  πλαίσιο στο οποίο ανήκουν. Στις οικογένειες στις οποίες η θρησκευτική  πίστη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, μπορεί να υπάρχουν δυσκολίες σχετικά με τις τελετουργίες, τις γιορτές, τις διατροφικές συνήθειες, τους τρόπους ένδυσης ή τη σεξουαλική ζωή του ζεύγους, τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, αλλά και με τις σχέσεις με τις οικογένειες καταγωγής και την  κοινότητα (Fenaroli και Panari, 2006).
Σε χώρες όπου η εθνική και πολιτιστική ταυτότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θρησκευτική, η ενσωμάτωση των όποιων διαφορών στα πιστεύω του μικτού ζεύγους φαίνεται να είναι  πιο δύσκολη, ειδικότερα όσο αφορά στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αυτό είναι αληθές εν μέρει για την Ιταλία, και, βεβαίως, ισχύει και για την Ελλάδα, όπου ο θρησκευτικός γάμος και η βάπτιση αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των τελετών δημιουργίας νέων οικογενειών. Για τα μικτά ζευγάρια όπου ο ένας σύντροφος, ειδικά αν πρόκειται για τον άνδρα, προέρχεται από μια ισλαμική χώρα, θεωρείται αυξανόμενος ο κίνδυνος θρησκευτικών συγκρούσεων, που με τη σειρά τους μπορεί να επηρεάσουν και άλλες σημαντικές πολιτιστικές και νομικές πτυχές της ζωής του ζεύγους και της οικογένειας (Zanatta, 2008). Περισσότερο από κάθε άλλη θρησκεία, ο Ισλαμισμός καθορίζει  την κοινωνική ζωή, τους οικογενειακούς θεσμούς και το οικογενειακό δίκαιο (Allievi, 1996). Σε περίπτωση σύγκρουσης ή χωρισμού και διαζυγίου του ζεύγους, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση ή και στη διάλυση του δεσμού, όπως και στην επιμέλεια των παιδιών, η οποία μπορεί να εμποδιστεί στο γονέα άλλης θρησκείας, ώστε να διασφαλιστεί ότι τα παιδιά δεν θα απομακρυνθούν από τη θρησκευτική πίστη.

Οι διακρίσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών στο Ισλάμ αντικατοπτρίζονται και στην κοινωνική αποδοχή του μικτού γάμου. Για παράδειγμα: η ένωση με έναν άνδρα διαφορετικής θρησκείας θεωρείται απρεπής για τη μουσουλμάνα γυναίκα, και μπορεί ακόμη και να ντροπιάσει την οικογένεια καταγωγής της. Σε αντίθεση, για τον άνδρα μουσουλμάνο είναι αποδεκτή  η ένωση με γυναίκα από άλλη θρησκεία, (πέρα από  τον ανταγωνισμό που μπορεί να εκδηλώνεται στο πρόσωπο της ξένης από τις γυναίκες της εκτεταμένης οικογένειας), με τον όρο τα παιδιά να εκπαιδευτούν αποκλειστικά σύμφωνα με τα θρησκευτικά πιστεύω του πατέρα (Allievi,1996).

Η σύγκρουση που απορρέει από την διαφορετική  θρησκευτική πίστη ήταν ένα από τα ζητήματα που αφορούν το κλινικό παράδειγμα που ακολουθεί.

Η Μαρία και ο  Assad

Η Μαρία είναι 45 ετών. Εδώ και δέκα χρόνια είναι παντρεμένη με πολιτικό γάμο με τον Ασάντ, 48 ετών και έχουν ένα γιο 10 χρονών. Ο Ασάντ κατάγεται από την Αλεξάνδρεια, την πόλη όπου η Μαρία γεννήθηκε από Έλληνες γονείς, οι οποίοι μετακόμισαν στην Αθήνα όταν εκείνη ήταν βρέφος.
Ο πατέρας του Ασάντ γνώριζε τον πατέρα της Μαρίας, ο οποίος μάλιστα βοήθησε το νεαρό όταν  ήρθε στην Αθήνα για επαγγελματικούς λόγους.

Μετά το γάμο, ο Ασάντ συνέχισε να ταξιδεύει στην Αίγυπτο και να απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Τελευταία η  Μαρία άρχισε να πιστεύει ότι ο σύζυγος της ίσως να έχει δημιουργήσει μια άλλη οικογένεια στον τόπο καταγωγής του, ενδεχόμενο που θα ήταν  επιτρεπτό από τη θρησκευτική του πίστη. Ο Ασάντ το αρνείται, αλλά αποτυγχάνει να καθησυχάσει τη Μαρία, λέγοντάς της ότι τα ταξίδια του οφείλονται καθαρά σε επαγγελματικούς λόγους. Από την άλλη, η Μαρία αρνείται να συνοδεύσει το σύζυγό της στην Αίγυπτο με το γιο τους, επειδή φοβάται την ισχυρή πίεση από τους συγγενείς του Ασάντ, σχετικά με την πίστη του αγοριού και τις Ισλαμικές συνήθειες. Η συγκρουσιακή σχέση του ζευγαριού έχει επιδεινωθεί και ο γιος του δείχνει σημάδια ψυχολογικής δυσφορίας που φαίνεται να σχετίζονται με την κρίση μεταξύ τους.

 

Οι σχέσεις με τις οικογένειες  καταγωγής

Οι περισσότερες από τις μελέτες  σχετικά με τα μικτά ζευγάρια (Killian, 2002 Inman et al, 2011. Lombardi και Ardone, 2010) αναφέρουν, σε πρώτο στάδιο, αρνητικές αντιδράσεις από την οικογένειες καταγωγής  κατά τη δημιουργία της σχέσης.
Μερικές οικογένειες μπορεί να εφαρμόσουν στρατηγικές ώστε να αποθαρρύνουν το ζεύγος ή /και να δείχνουν εχθρικές στάσεις απέναντί του. Η διαπολιτισμική επιλογή του ζεύγους μπορεί να προκαλέσει στους κοντινούς συγγενείς φόβους απώλειας, φόβο απέναντι  στο διαφορετικό και το «ξένο», αισθήματα προδοσίας και ματαίωσης προσδοκιών, ενώ μερικές φορές  ερμηνεύεται ως απόρριψη του πολιτισμού καταγωγής. Μερικά ζευγάρια συνειδητά αγνοούν τις προσδοκίες των οικογενειών τους, υιοθετώντας διαφορετικές αξίες και δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο διαπολιτισμικής αλληλεπίδρασης (Killian, 2002).

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ζευγάρια αναφέρουν αισθήματα αμηχανίας  ή/και δυσφορίας σχετικά με το χειρισμό φυλετικών ή εθνικών διαφορών στα πλαίσια της εκτεταμένης οικογένειας. Μπορεί η ιστορία της οικογένειας καταγωγής του ξένου συντρόφου, ειδικά όταν ανήκει σε μειονότητα,  να περιθωριοποιηθεί και οι συνήθειες και  έθιμά της να αγνοούνται ή να αποφεύγονται (Killian, 2002).
Από την άλλη πλευρά, η οικογένεια καταγωγής μπορεί να θεωρήσει το μικτό γάμο ως απειλή για τη συνέχεια του πολιτισμού της, ή να φοβάται ότι ο γιος ή η κόρη τους αισθάνονται μειονεκτικά σε σχέση με το/τησύντροφο (Fenaroli & Panari, 2006). Η αρνητική στάση των οικογενειών καταγωγής συνήθως  δημιουργεί εντάσεις στο ζεύγος. Σε ατομικό επίπεδο, μπορεί ένας από τους συντρόφους να βιώνει ενοχικά συναισθήματα και σύγκρουση πιστότητας προς τις παραδόσεις της οικογένειας καταγωγής από τη μία πλευρά, και προς τον σύντροφο, από την άλλη.
Παρατηρήθηκε ότι, με την πάροδο των χρόνων, οι αρνητικές αντιδράσεις από τις οικογένειες καταγωγής γίνονται σταδιακά πιο ήπιες ή/και αλλάζουν προς το θετικό (Inman et al., 2011), παρότι τα γλωσσικά, πολιτισμικά και  γεωγραφικά εμπόδια μπορεί να εξακολουθούν να δυσκολεύουν την επικοινωνία μεταξύ τους. Για παράδειγμα,  μπορεί να μην είναι εφικτή η  παρουσία των συγγενών και των δύο οικογενειών καταγωγής σε σημαντικά γεγονότα και τελετές της οικογένειας, ή ο ένας από τους δυο συντρόφους μπορεί να αισθανθεί υπερβολική παρέμβαση από την οικογένεια του άλλου στην καθημερινή ζωή, ή  αντιθέτως, οι μακρινοί συγγενείς μπορεί να συνεχίσουν να ασκούν σημαντική επιρροή από απόσταση (βλ. το παράδειγμα της Άντζελας και του Γρηγόρη).
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι  μερικές δεκαετίες πριν, το να εγκαταλείψει κανείς τη χώρα και την οικογένειά του  σήμαινε συνήθως οριστικό αποχωρισμό, αντιθέτως σήμερα οι επαφές και η επικοινωνία είναι σημαντικά ευκολότερες λόγω ταχύτερης και φθηνότερης μετακίνησης αλλά και εξέλιξης της τεχνολογίας, καθιστώντας δυνατή και σε χαμηλό κόστος τη συνεχή επαφή με φίλους και συγγενείς, την ενημέρωση, την παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων, με λίγα λόγια τη διατήρηση της επαφής με τον πολιτισμό καταγωγής, για τον ξένο σύντροφο αλλά και για τα παιδιά του (Falicov, 2007, Stone και συν., 2009, Bacigalupe & Lambe, 2011). Με την υποστήριξη του διαδικτύου, οι οικογενειακοί δεσμοί διατηρούνται ισχυροί διαμέσου «εικονικής» συμμετοχής στη ζωή του ζεύγους και των οικογενειών καταγωγής (Bacigalupe & Lambe, 2011), ή επανασυνδέονται μετά από χρόνια,  όπως στο παράδειγμα του Χοσέ και της Δήμητρας που περιγράφεται παρακάτω.

 

Θέματα γένους και εξουσίας στα μικτά ζευγάρια

Η κατανομή των ρόλων μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς και οι πτυχές της εξουσίας και της ισότητας είναι ιδιαίτερα σημαντικές στα μικτά ζευγάρια, και συνδέονται με τις πολιτισμικές και ατομικές διαφορές[4].

Μια διαπολιτισμική  προοπτική απαιτεί μια πιο σύνθετη μελέτη των παραπάνω θεμάτων, και οφείλει να συνδέει την εμπειρία του κάθε ζεύγους με το σύστημα αξιών και  την κουλτούρα του. Συνήθως, το πολιτισμικό πλαίσιο που ζει το ζεύγος, το οποίο συμπεριλαμβάνει τις συνήθειες και τις αξίες που σχετίζονται με τους ρόλους και τη κατανομή της εξουσίας, επηρεάζει σημαντικά το σχεσιακό μοντέλο που υιοθετεί (Knudson - Martin & Mahoney, 2009, Maciel, Van Putten, Knudson - Martin, 2009). Ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, τα μέλη μικτού ζεύγους επιθυμούν συνήθως μια σχέση αμοιβαίας υποστήριξης, ανταλλαγής και  ισότητας μεταξύ τους, ακόμα και όταν αποδέχονται και διατηρούν ζωντανές  παραδοσιακές συνήθειες του πολιτισμού τους. (Knudson-Martin & Mahoney, 2009). Η επίτευξη μιας ικανοποιητικής ισορροπίας και για τους  δύο συντρόφους είναι  αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και αμοιβαίας προσαρμογής όπως για κάθε ζεύγος, που μπορεί να προκαλέσει διαχρονικές συγκρούσεις.  

Η Emanuela και ο Γιάννης

Η Emanuela είναι Ιταλίδα και ο Γιάννης Έλληνας. Συναντήθηκαν και ερωτεύτηκαν  στο Λονδίνο, περιβάλλον « ξένο» και για τους δύο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η σχέση τους ήταν πολύ ικανοποιητική, βασιζόμενη στην αμοιβαία υποστήριξη, στην ισότητα και κατανομή των ρόλων, στη συναισθηματική και σεξουαλική ικανοποίηση.

Στη συνέχεια, η Emanuela συμφώνησε να ακολουθήσει τον Γιάννη στην Ελλάδα για να διευκολύνει την ακαδημαϊκή του καριέρα, αλλά  και έχοντας βρει και η ίδια ένα αντικείμενο εργασίας που την ενδιέφερε και επιθυμώντας να επιστρέψει σε μεσογειακή χώρα. Στην Αθήνα, η συμπεριφορά του Γιάννη άλλαξε ριζικά: άρχισε να βγαίνει μόνος χωρίς να ενημερώνει τη σύντροφό του, να παραμελεί τις δουλειές του σπιτιού, αφήνοντας να εννοηθεί ότι είναι «γυναικεία υπόθεση». Γενικότερα, η προσέγγισή του και η στάση του άλλαξαν ριζικά,  έγιναν πιο παραδοσιακές καθώς και διακριτικά ανεκτές από το γύρω τους περιβάλλον.

Τα ζητήματα κατανομής εξουσίας και ρόλων στο ζεύγος αφορούν την αυτονομία του κάθε συντρόφου και την ατομική ευημερία του στα πλαίσια της σχέσης , όπως τα θέματα διαχείρισης και φροντίδας του σπιτιού και των παιδιών, οικονομικά, κ.ά.. Η αλληλοκάλυψη και, συχνά, η σύγχυση των ρόλων που χαρακτηρίζει το ζευγάρι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες (Pomini, 2008), είναι μία  πρόσθετη δοκιμή για το διαπολιτισμικό ζευγάρι: η ισορροπία που μπορεί να επιτευχθεί μπορεί να είναι εντέλει πιο συνειδητή και ικανοποιητική σε σύγκριση με άλλα ζευγάρια ίδιου πολιτισμού, και αυτό, διότι τα μέλη ενός μικτού ζεύγους επενδύουν συνήθως περισσότερο στην προσπάθεια αμοιβαίας προσαρμογής, αναγνώρισης και αποδοχής των διαφορών.  Αναφερόμενη σε ζευγάρια μεταναστών, από την ίδια ή από διαφορετικές χώρες προέλευσης, η μελέτη των Maciel  και συνεργατών (2009) επικεντρώνεται στις πτυχές των διαδικασιών πολιτισμικής προσαρμογής και  διαπραγμάτευσης σχετικά με θέματα ισότητας των φύλων και ισχύος που συναντάμε (επίσης) στο διαπολιτισμικό ζεύγος. Οι συγγραφείς αναφέρουν τρία μοντέλα προσαρμογής: α) «αναγκαστικό» όταν ορισμένες πτυχές επιβάλλονται (για παράδειγμα,  σε ζευγάρι με σύντροφο  μουσουλμάνο που ζει στην Ευρώπη, το κοινωνικό πλαίσιο επιβάλλει ένα λιγότερο αυταρχικό ρόλο του αρσενικού), β) θεμελιωμένο στο «επιλέγω και παίρνω», όταν και τα δυο μέλη επιλέγουν να υιοθετήσουν ορισμένα στοιχεία της μιας ή της άλλης κουλτούρας και γ) «αυτόματο», όταν ένα πολιτιστικό μοντέλο προτείνεται και γίνεται αποδεκτό χωρίς να είναι συνειδητή η επιλογή του, καθώς θεωρείται δεδομένο (Maciel και συν., 2009). Στην πραγματικότητα, μέσα στο χρόνο, το κάθε  ζεύγος παρουσιάζει συνήθως και τα τρία μοντέλα,  κατά την εξέλιξη του κύκλου ζωής του.
Στην περίπτωση που το ζεύγος  προέρχεται από τη μεσαία τάξη με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, μπορεί να είναι πιο εύκολο να βρει μια ισορροπία και αμοιβαία ικανοποίηση, ξεπερνώντας τις προκαταλήψεις της κουλτούρας καταγωγής. Όταν μεταξύ των συντρόφων υπάρχουν μεγάλες κοινωνικές διαφορές (όπως και πολιτισμικές), ο «ξένος» σύντροφος μπορεί να αντιμετωπίσει περισσότερες δυσκολίες σχετικά με την κατανομή ρόλων και εξουσίας. Για παράδειγμα, μια γυναίκα οικονομικά ασθενέστερη που προέρχεται από χώρα μετανάστευσης (Ανατολική Ευρώπη ή  Αφρική,  Φιλιππίνες, κ.ά.) από τη μία πλευρά μπορεί να είναι πιο ευάλωτη και να υποκύπτει στη σχέση με το σύντροφο της, από την άλλη μπορεί να βρει στη χώρα υποδοχής υποστήριξη και πόρους, ώστε να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, πολύ περισσότερο από ό, τι στη χώρα καταγωγής.
Είναι αναγκαίο συνεπώς να πλαισιώνονται οι πολιτισμικές διαφορές στο δυναμικό των σχέσεων σε κοινωνικό επίπεδο μεταξύ κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων και μειονοτήτων. Αυτή η οπτική αναπόφευκτα επηρεάζει τα μοντέλα σχέσεων των διαπολιτισμικών ζευγαριών: η έλλειψη κοινωνικής και επαγγελματικής  αναγνώρισης του «ξένου» συντρόφου, τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις, και η ανάγκη προσαρμογής  στην κυρίαρχη κουλτούρα μπορούν να επηρεάσουν την ισοτιμία στη σχέση των δυο συντρόφων (Panari, ibidem.)

Μια άλλη παράμετρος αφορά την αρχική συμφωνία αλλά και τυχόν «σιωπηλές» προσδοκίες (τα αόρατα σύμφωνα) (Jenkins, 2006): το ζευγάρι έχει αποσαφηνίσει τη βάση πάνω στην οποία είναι χτισμένη η σχέση;
Για παράδειγμα, πώς πάρθηκε η απόφαση για το ποια θα είναι η χώρα στην οποία θα ζήσουν; Μονίμως ή προσωρινά; Για πόσο χρονικό διάστημα; Πιστεύουν ότι έχουν συμμετάσχει ισότιμα σε αυτήν την απόφαση;  Συμφωνούν στους λόγους, στους οποίους στηρίζεται η απόφαση τους;

Το παράδειγμα που ακολουθεί αναδεικνύει τις δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν όταν δεν υπάρχει εξ’ αρχής ξεκάθαρη συμφωνία.

 Η Helen και ο Γιώργος

Το ζευγάρι προσήλθε με παραπομπή από τον ψυχίατρο, που παρακολουθεί την  Helen, 37 ετών, η οποία παρουσιάζει συμπτώματα κατάθλιψης.

Η  Helen  γεννήθηκε και μεγάλωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, γνώρισε το Γιώργο, σε ένα αμερικανικό πανεπιστήμιο, όπου και οι δυο έκαναν το μεταπτυχιακό τους. Έζησαν μαζί  για ένα χρονικό διάστημα , στη συνέχεια, η Helen  μετακόμισε στην Αγγλία για περαιτέρω εξειδίκευση, όπου αμέσως μετά βρήκε μία προσωρινή αλλά εξαιρετική δουλειά. Ο Γιώργος την ακολούθησε στην Αγγλία, αλλά  δεν κατάφερε να βρει  την ανάλογη με τα προσόντα του θέση εργασίας. Έρχονταν συχνά για διακοπές στην Ελλάδα. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια προσφέρθηκε  στο Γιώργομια  εξαιρετική επαγγελματική ευκαιρία. Εκείνος δέχτηκε και η Helen δεν προσπάθησε να ανανεώσει τη σύμβαση της, συναινώντας να ακολουθήσει το Γιώργο στην Ελλάδα για ένα διάστημα. Παντρεύτηκαν, έτσι ώστε η Helen να πάρει την άδεια παραμονής και σε σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησαν τρία παιδιά. Η οικογένεια βρίσκεται στην Ελλάδα εδώ και επτά χρόνια, αλλά η Helen δεν έχει ακόμη βρει μια κατάλληλη θέση εργασίας για την εξειδίκευση της. Παρ 'όλα αυτά, έχει μια θέση μερικής απασχόλησης, που της επιτρέπει να φροντίζει τα παιδιά της. Ωστόσο, βρίσκεται σε αναμονή προκειμένου να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάθε φορά που η Helen  και ο Γιώργος συζητούν το θέμα δεν μπορούν να οδηγηθούν σε κανένα συμπέρασμα. Ο Γιώργος πιστεύει ότι η σύζυγός του είχε "σιωπηλά" αποδεχθεί την απόφαση να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, ωστόσο εκείνη θυμώνει πολύ γιατί, όπως λέει, εκείνος δεν της έκανε μια σαφή πρόταση για το μέλλον τους, και επικαλείται αίσθημα αδράνειας. Ο Γιώργος από την πλευρά του  είναι αναποφάσιστος: στις Ηνωμένες Πολιτείες το βιοτικό επίπεδο της οικογένειας σαφώς θα ήταν υψηλότερο, αλλά θεωρεί την ελληνική κοινωνία ασφαλέστερο περιβάλλον να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.

Και οι δυο φοβούνται να αντιμετωπίσουν  το θέμα. Ανησυχούν μήπως οδηγηθούν σε ρήξη και δεν το επιθυμούν. Όμως, η αποφυγή σύγκρουσης και η συρρίκνωση της επικοινωνίας τους έχει απομακρύνει συναισθηματικά και τους έχει οδηγήσει σε απομόνωση.

 

Γονικοί ρόλοι: η  ανατροφή των παιδιών σε μια διαπολιτισμική οικογένεια

Δεδομένου ότι τα παιδιά είναι η συνέχεια της οικογένειας  αλλά και της κουλτούρας της, ο γονικός ρόλος στο μικτό ζευγάρι γίνεται ακόμη πιο περίπλοκος. Η γέννηση των παιδιών, οι αρμοδιότητες και η κατανομή των καθηκόντων που σχετίζονται με τηφροντίδα τους, οι προσδοκίες του κάθε γονέα για την εκπαίδευσή τους και τη μετάδοση της πολιτιστικής ταυτότητας, μπορεί να αποτελούν ζητήματα που προκαλούν συγκρούσεις ( περιστασιακές ή χρόνιες), ειδικότερα όταν η  σύνθεση και η εναρμόνιση των δυο πολιτισμών δεν έχει επιτευχθεί επαρκώς πριν από τη γέννησή τους. Επιπλέον, εγείρονται σοβαρά ζητήματα ταυτότητας των παιδιών σε σχέση με τα φυλετικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους. Ειδικότερα, οι μητέρες που προέρχονται από ομάδες μειονοτήτων εκφράζουν συχνότερα την ανάγκη να μεταδώσουν τη γλώσσα τους και τις παραδόσεις τους στα παιδιά τους, αλλά, ταυτοχρόνως,  και το φόβο της πιθανής περιθωριοποίησης που ενδεχομένως  αυτά να βιώσουν στην κυρίαρχη κουλτούρα (Inman et al., 2011). Ένας άλλος παράγοντας που μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες δυσκολίες είναι η επιρροή που ασκούν οι οικογένειες καταγωγής, ειδικότερα μετά τη γέννηση των παιδιών. Ο κάθε γονέας μπορεί να αισθάνεται υπερβολική πίεση από τις πολιτισμικές  παραδόσεις  ή απαιτήσεις  του άλλου (όπως στην περίπτωση της Μαρίας και του Assad), έτσι όπως εκφράζονται από τους παππούδες και τους υπόλοιπους συγγενείς, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ανταγωνισμό και συγκρούσεις, εμποδίζοντας τα παιδιά να αναπτύξουν μια αρμονική διαπολιτισμική ταυτότητα.

Πέρα από τις  συνειδητές και συχνά μη συνειδητές προσδοκίες, οι γονείς που προέρχονται από  διαφορετικούς πολιτισμούς οφείλουν  να αποδεχτούν ότι τα παιδιά θα αναπτύξουν την δική τους, μοναδική διαπολιτισμική ταυτότητα, που δεν μπορεί να είναι εντελώς  εκείνη του ενός ή του άλλου γονέα. Όσο πιο επιτυχημένη είναι η διαπολιτισμική εναρμόνιση μεταξύ των γονέων, (η δημιουργία της «πολιτισμικής κυψέλης» που αναφέρει η Falicov (1995), τόσο περισσότερο τα παιδιά θα διαμορφώσουν μία διαπολιτισμική ταυτότητα χωρίς συγκρούσεις. Σε αντίθετη περίπτωση,  παρατηρείται  συχνά άρνηση αποδοχής εκ μέρους των παιδιών του πολιτισμού του ενός ή του άλλου γονέα, ανάλογα με τις διαδικασίες της ταύτισης ή της αντιδραστικής εναντίωσης. Οφείλουν να ληφθούν υπ’ όψιν  επίσης, οι εξωτερικοί παράγοντες, όπως οι κοινωνικού τύπου πιέσεις, καθώς και οι προκαταλήψεις που κυριαρχούν έναντι ορισμένων εθνοτήτων,  που εμποδίζουν  μια ισορροπημένη διαπολιτισμική εναρμόνιση των παιδιών στις διαπολιτισμικές οικογένειες.

Στην περίπτωση συγκρουσιακού διαζυγίου των γονέων, μπορεί να εκδηλωθούν φόβοι οριστικού αποχωρισμού και απώλειας των παιδιών πολύ πιο έντονα από ό, τι συμβαίνει στα ζευγάρια που προέρχονται από το ίδιο πολιτισμικό πλαίσιο. Η διαδικασία διεκδίκησης της επιμέλειας των παιδιών μπορεί να περιλαμβάνει στρατηγικές όπως η συστηματική υποτίμηση του άλλου γονέα, με τραυματικές συνέπειες για τα παιδιά.

Η γλώσσα, τα έθιμα, οι οικογενειακές τελετουργίες, ιστορίες και παραδόσεις, μεταφέρονται από τον κάθε γονέα και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη διαπολιτισμικής ταυτότητας στα παιδιά (Stone et al., 2005). Η άρνηση αυτών των πολιτισμικών στοιχείων, μπορεί να αποτελέσει τη βάση εμφάνισης ψυχολογικών προβλημάτων σε  ένα ή περισσότερα μέλη της οικογένειας, όπως στο παράδειγμα που ακολουθεί.

Ο José και η  Δήμητρα

Η  οικογένεια Σ.  παραπέμφθηκε από ένα ιατροπαιδαγωγικό κέντρο που παρακολουθούσε  την Άννα  (10 χρονών) για μαθησιακές δυσκολίες, μετά από σύσταση από το σχολείο της. Αυτό που ανησυχούσε τις δασκάλες δεν ήταν μόνο η απομόνωση της Άννας από τους συμμαθητές της, οι χαμηλές σχολικές της επιδόσεις, αλλά και τα εμφανή σημάδια υποσιτισμού και παραμέλησης, παρά το γεγονός ότι η Άννα προερχόταν  από μια  οικογένεια χωρίς σοβαρά  οικονομικά προβλήματα. Έπειτα από τη διαδικασία ψυχολογικής αξιολόγησης κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν μαθησιακά προβλήματα, αλλά δυσκολίες οφειλόμενες σε συναισθηματικές παραμέτρους. Προτάθηκε τότε στους γονείς οικογενειακή θεραπεία, την οποία αποδέχτηκαν και απευθύνθηκαν στο Ιατρείο Οικογένειας.

Στην πρώτη συνεδρία ήρθαν και τα τέσσερα μέλη της οικογένειας: η μητέρα, Δήμητρα, 28 ετών, είναι μια νεαρή, ευπαρουσίαστη γυναίκα με πράσινα μάτια και πλατύ χαμόγελο, πολύ δυναμική και ομιλητική. Ο πατέρας, José, είναι 30 χρονών, μικρόσωμος, μιλάει χαμηλόφωνα και κάνει καλή χρήση της ελληνικής γλώσσας. Κατάγεται από το Εκουαδόρ και ήρθε στην Ελλάδα πριν από έντεκα χρόνια. Από τότε δεν επισκέφθηκε ποτέ ξανά τη πατρίδα του.

Η Άννα είναι η πρώτη στη σειρά γέννηση, όμορφο κοριτσάκι, με λεπτή σιλουέτα, δείχνει μικρότερη από την ηλικία της. Ο Σπύρος,  8 χρονών, είναι ένα χαριτωμένο, ζωηρό και ομιλητικό αγόρι.

Οι γονείς δηλώνουν ανήσυχοι και έκπληκτοι από τις παρατηρήσεις και συστάσεις των δασκάλων σχετικά με τη συμπεριφορά της Άννας στο σχολείο. Επιθυμούν να συνεργαστούν αλλά, ταυτοχρόνως,  δείχνουν κάποια δυσπιστία και ανησυχία.

Προκαλεί εντύπωση «ο χώρος» που καταλαμβάνουν η Δήμητρα και ο Σπύρος , ενώ ο José και η Άννα, ο καθένας μόνος του, κάθονται κάπως αποτραβηγμένοι.

 Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί η Άννα είναι ιδιαίτερο: απαντά μονολεκτικά, με «μεταλλική»  φωνή και ιδιαίτερη προφορά που, όπως παρατηρήθηκε αργότερα, μοιάζει με εκείνη του πατέρα της.

Σταδιακά διαφαίνεται μεγάλη απόσταση των γονέων από τα παιδιά στην καθημερινή τους ζωή: ο José και η Δήμητρα εργάζονται και παράλληλα σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο, απουσιάζουν πολλές ώρες από το σπίτι και μετά το σχολείο τα παιδιά πηγαίνουν στο πατρικό σπίτι της Δήμητρας όπου διαμένουν η γιαγιά της, οι γονείς και τα τρία μικρότερα αδέρφια της. Φαίνεται να μην υπάρχει σταθερό πρόσωπο αναφοράς για τα παιδιά. Η γιαγιά τους εργάζεται ακόμα και δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμη, ο παππούς ασχολείται με την οικογενειακή επιχείρηση, η προγιαγιά είναι προχωρημένης ηλικίας, ενώ τα αδέρφια της Δήμητρας είναι ακόμα φοιτητές. Η κατανομή των ρόλων ανάμεσα στους γονείς δείχνει κάπως χαοτική, δεν είναι ξεκάθαρο ποιος ασχολείται με τα θέματα του σπιτιού αλλά και των παιδιών. Ο José φαίνεται πιο παρών και επιμελής με τα παιδιά.

Ο José διδάσκει ισπανικά, δεν ομιλεί τη μητρική του γλώσσα με τα παιδιά  ή με την Δήμητρα. Μερικές φορές, όταν δεν θέλουν να τους καταλάβουν τα παιδιά, μιλούν μεταξύ τους Αγγλικά. Η μητρική γλώσσα του José ,η ιστορία του, η οικογένεια καταγωγής του είναι «άγνωστα» για τα παιδιά. Αντιθέτως, η οικογένεια καταγωγής της Δήμητρας είναι παρούσα, μερικές φορές με χαοτικό και παρεμβατικό τρόπο.

Τι ώθησε τον José και την Δήμητρα να δημιουργήσουν οικογένεια; Ο José βρέθηκε τυχαία στην Ελλάδα.  Γεννημένος σε μια μικρή πόλη, μαζί με τα αδέλφια του είχε μεγαλώσει με τη μητρική γιαγιά και στη συνέχεια στο δρόμο. Η μητέρα του είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας και ο πατέρας, μετά το διαζύγιο, απομακρύνθηκε αδιαφορώντας για τα παιδιά. Ένα θρησκευτικό σχολείο ήταν το μόνο που πρόσφερε πρόσβαση στην εκπαίδευση, και ο José, έχοντας μεγάλη επιθυμία να σπουδάσει, αποφάσισε να το παρακολουθήσει, μέχρι που βρέθηκε στην Ελλάδα. Εδώ  άρχισε να εργάζεται διδάσκοντας Ισπανικά και παράλληλα συνέχισε  τις σπουδές του. Γνώρισε τη Δήμητρα, και ο ερωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος. Έπειτα από λίγους μήνες η Δήμητρα έμεινε έγκυος και  αποφάσισαν να παντρευτούν. Εκείνη μόλις είχε τελειώσει το Λύκειο και είχε εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο, ενώ παράλληλα εργαζόταν στην επιχείρηση των γονέων της. Είχε μια δύσκολη εφηβεία με αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές,  για τις οποίες είχε ζητήσει ψυχολογική στήριξη. Η Δήμητρα χαρακτηρίζει τη σχέση με τη μητέρα της, συγκρουσιακή. Πρώτη στη σειρά γέννησης, είχε αναλάβει μητρικό ρόλο απέναντι στα μικρότερα αδέρφια της, βοηθώντας τη μητέρα που ήταν επικεντρωμένη στη δουλειά της. Η σχέση με τον José  φαινόταν ότι  την απελευθέρωνε από τις υποχρεώσεις της απέναντι στην οικογένεια καταγωγής της, επιτέλους θα αποκτούσε τη δική της οικογένεια. Ο José ήταν ευαίσθητος, ήρεμος και ευγενικός, ενώ στο πατρικό της σπίτι επικρατούσε ένταση και όλοι ήταν νευρικοί . Το νέο ζευγάρι βρέθηκε γρήγορα  να αντιμετωπίζει αρκετές δυσκολίες: και οι δυο ήταν φοιτητές και ταυτόχρονα εργαζόμενοι, ακόμα δεν είχαν «δέσει» ως ζευγάρι και έγιναν γονείς. Ενώ υπήρχε αγάπη, η Δήμητρα αισθανόταν  περιορισμένη στη μεταξύ τους σχέση, αναζητούσε παρέες και διασκέδαση, και ο José, αισθανόμενος εγκατάλειψη, απομονωνόταν με τα βιβλία του,  αντί να συνοδεύει τη Δήμητρα σε πάρτι και «μπαράκια» .Ο José είχε διακόψει την επαφή του με  το παρελθόν του και βρέθηκε να έχει «υιοθετηθεί» από την εκτεταμένη οικογένεια της Δήμητρας, υποστηρικτική σε κάποιους τομείς αλλά ιδιαίτερα παρεμβατική και χαοτική. Ο ίδιος έγινε γονέας δίχως να έχει ένα μοντέλο αναφοράς από τον πατέρα του, ο οποίος τον είχε εγκαταλείψει σε μικρή  ηλικία. Επιπλέον,  έπρεπε να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες προσαρμογής στην  ξένη χώρα, αλλά  και τον οριστικό αποχωρισμό από τη δική του. 

Κατά τη διάρκεια ενός έτους, αναπτύχθηκε  η συνεργασίαμε την οικογένεια αλλά και με τα υποσυστήματα της, ιδιαίτερα με τους γονείς. Σε μια από τις συναντήσεις, σε συναισθηματικά φορτισμένο κλίμα, αναδείχθηκε η ιστορία του José όπως και της οικογένειας του, τα σύνθετα βιώματα  εγκατάλειψης, από και προς τους γονείς του, τα αισθήματα ανασφάλειας σχετικά με τη μετανάστευση ,αλλά και τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που  του προσφέρθηκαν, καθώς  και την ικανότητα του να τις αξιοποιήσει. Η οικογενειακή του ιστορία, ο πολιτισμός του, η γλώσσα του αξιοποιήθηκαν στα πλαίσια του  θεραπευτικού διαλόγου, δημιουργώντας μια γέφυρα που συνέδεσε το παρελθόν με το παρόν. Το ζευγάρι σταδιακά κατανόησε τις δυσκολίες και τους συναισθηματικούς δεσμούς καθενός με την οικογένεια καταγωγής του,  τις οποίες είχαν «ξεχάσει» και «κλειδώσει» στο παρελθόν, αλλά και τις οποίες αναβίωναν στη σχέση με τα παιδιά τους. Οι δυσκολίες αυτές έβρισκαν «αντανάκλαση»  στη συναισθηματική δυσφορία που τα παιδιά, κυρίως η Άννα,  εξέφραζαν στο παρόν το χρόνο (Πομίνι, 2011).

Η πολιτισμική σύγκρουση στο ζευγάρι είχε λυθεί μέσω μίας απόλυτης αφομοίωσης του José στην ελληνική κουλτούρα, με κόστος τη γεωγραφική και συναισθηματική «απόστασή» του από τη χώρα καταγωγής του. Μέχρι τότε τα παιδιά δεν είχαν πρόσβαση στη γλώσσα του πατέρα τους και δεν είχαν γνωρίσει τους συγγενείς του.

Στο τέλος της θεραπευτικής συνεργασίας, πέρα από την πρόοδο της Άννας στο σχολείο, ο José  ανέφερε ότι κατόπιν αιτήματος της κόρης του, άρχισε να της μαθαίνει Ισπανικά.  Σταδιακά, άρχισε να μιλάει Ισπανικά και με τα δυο  παιδιά του και, κυρίως, να επικοινωνεί μετά από πολλά χρόνια με την οικογένεια καταγωγής  μέσω Skype, χάρη σε έναν ανιψιό του  που έχει υπολογιστή. Για πρώτη φορά οι δύο οικογένειες αντάλλαξαν εικόνες, των προσώπων, των σπιτιών και του περιβάλλοντός  τους, και συνεχίζουν να το κάνουν σε εβδομαδιαία βάση μέσω  Διαδικτύου. Επιπλέον, κάθε γονέας κατέβαλε προσπάθεια να περνά περισσότερο χρόνο με τα παιδιά, ενώ, η επικοινωνία του ζεύγους βελτιώθηκε σημαντικά. Ο José  απέκτησε ένα πιο δυναμικό ρόλο στην οικογένεια και αυτό φαίνεται, από την άλλη πλευρά, να βοήθησε τη Δήμητρα στο να θέτει περισσότερα όρια στην οικογένεια καταγωγής της.

Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου  η διαπολιτισμική ισορροπία έχει επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, μπορεί να δημιουργηθούν δυσκολίες σε νέο εξελικτικό στάδιο της οικογένειας:

Η Antonella και ο Μάρκος

Η  Antonella και ο Μάρκος είναι ένα ζευγάρι άνω των 50 ετών, εκείνη Ιταλίδα και εκείνος Έλληνας. Τα δυο παιδιά τους, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, σπουδάζουν στην Ιταλία. Και οι δύο γονείς εργάζονται και δηλώνουν ικανοποιημένοι  με την επαγγελματική τους ζωή. Ζουν στην Ελλάδα εδώ και εικοσιπέντε χρόνια, συνειδητά πήραν την απόφαση να μείνουν σε αυτήν τη χώρα. Η Antonella προσαρμόστηκε επιτυχώς και χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, όπως αναφέρουν και οι δυο.

Τον τελευταίο χρόνο ,όμως ,το ζευγάρι βιώνει  έντονες συγκρούσεις, και σε αντίθεση με ότι συνέβαινε στο παρελθόν, οι σύζυγοι τσακώνονται συχνά μεταξύ τους. Τα παιδιά, ιδιαίτερα η κόρη (δεύτερη στη σειρά γέννησης )έχουν καθυστερήσει στις σπουδές τους. Η Antonella κατηγορεί το Μάρκο, που υποστήριξε την εισαγωγή της κόρης τους στο Ιταλικό Πανεπιστήμιο. Ο Μάρκος, από την πλευρά του,  πίστευε ότι θα ήταν καλύτερα τα δυο παιδιά να μένουν μαζί και δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτό θα στενοχωρούσε τηνAntonella. Η κόρη, εδώ και κάποιο διάστημα, διατηρεί σχέση με έναν Ιταλό  και η Antonellaανησυχεί μήπως και τα δύο παιδιά τελικά να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ιταλία.

Αυτή η προοπτική δημιουργεί στο Μάρκο αμφιθυμικά συναισθήματα: από τη μία πλευρά πιστεύει ότι τα παιδιά έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν πούθα ζήσουν, από την άλλη επιθυμεί ο γιος τους να επιστρέψει στην Ελλάδα για να συνεχίσει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Η Antonella, από την δική της πλευρά, ονειρεύεται να έχει δίπλα την κόρη της, να αποκτήσει εγγόνια και να της δώσει τη βοήθεια που εκείνη δεν είχε από τη μητέρα της, λόγω γεωγραφικής απόστασης. Υπό το φως όλων αυτών των μη δηλωμένων προβληματισμών, η καθυστέρηση των δύο παιδιών στις σπουδές τους φαίνεται να διευκολύνει την αποφυγή και τη μετάθεση δύσκολων αποφάσεων  στο μέλλον.
 

Τα μικτά ζεύγη στη θεραπευτική διαδικασία: η  διαπολυπολιτισμική ευαισθησία του θεραπευτή. 

Στο γνωστό άρθρο του Elkaim (1986) για τη συστημική θεραπεία  ζεύγους, το κλινικό παράδειγμα αφορά ένα μικτό ζεύγος: Ιταλός ο άνδρας, Ολλανδέζα η γυναίκα. Οι δυσκολίες που παρουσίαζε το ζευγάρι εντάσσονται ξεκάθαρα σε ό,τι σήμερα, αποκαλούμε πολιτιστική σύγκρουση, ενώ περιγράφεται από το συγγραφέα ως διαφορά στους «χάρτες του κόσμου» (Bateson, 1972) που έχει ο κάθε σύντροφος. Αυτές οι «χάρτες»  αντικρούουν αναγκαστικά, κατά τη θεραπευτική διαδικασία, και τον προσωπικό «χάρτη» ​​του  θεραπευτή, ο οποίος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προέρχεται και εκείνος από ένα διαπολιτισμικό περιβάλλον.

H συνείδηση και η σαφήνεια του συστημικού θεραπευτή σχετικά με τη δική του εθνική και πολιτισμική ταυτότητα, καθώς και η ξεκάθαρη προσωπική του στάση απέναντι στη διαπολιτισμικότητα, θεωρούνται πλέον απαραίτητες προϋποθέσεις για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα θέματα που προκύπτουν από μικτά ζευγάρια και οικογένειες (Falicov, 1995, 2007, Killian, 2002, Guanipa, 2003, Scheinkman, 2008).

Σε αυτές τις περιπτώσεις, οφείλει ο θεραπευτής, ακόμα περισσότερο συγκριτικά με τη συνεργασία του με ζευγάρια που ανήκουν  στον ίδιο πολιτισμό, να δημιουργήσει για το μικτό ζεύγος ένα «πλαίσιο αποδοχής» (holding environment) (Scheinkman, 2008), μέσα στο οποίο και οι δύο σύντροφοι να αποκτήσουν την άνεση να εκφράσουν τη δική τους οπτική, τη δική τους θέση, τις δικές τους αξίες και συναισθήματα, βρισκόμενοι  σε  ένα πλαίσιο ανοιχτού διαλόγου, με σεβασμό στις όποιες διαφορές και προκαταλήψεις  (Cecchin et al.,1994) οι οποίες οφείλουν να εκφραστούν και να συζητηθούν. Η ίδια η έννοια της οικογένειας σημασιοδοτείται διαφορετικά  σύμφωνα με το πολιτισμικό πλαίσιο (Singh, 2009): στην περίπτωση που ο θεραπευτής έχει προκατασκευασμένη ιδέα για το πώς πρέπει να εννοηθεί η οικογένεια,  ή την θεωρεί ως  δεδομένη και καθολική οντότητα, κινδυνεύει να επιβάλλει το δικό του μοντέλο πολιτισμικής αναφοράς και να αποδειχθεί αναποτελεσματικός ή/και επιβλαβής.

Σε άλλη περίπτωση, κινδυνεύει ο θεραπευτής να υιοθετήσει,  συνειδητά ή μη, μια στάση εξομάλυνσης και επικράτησης  της κυρίαρχης αφήγησης που παρουσιάζει το ζεύγος, για παράδειγμα  αποφεύγοντας, υποτιμώντας ή αγνοώντας τις όποιες  φυλετικές διαφορές ή θεωρώντας τον «ξένο» σύντροφο υπερβολικά «ευαίσθητο» σε συμπεριφορές  διάκρισης  ή/και ρατσιστικές που βιώνει στο περιβάλλον του (Killian, 2002). Οφείλει ο θεραπευτής να αναγνωρίσει και να σεβαστεί την πολυπλοκότητα του μικτού ζεύγους, καθώς και να ενθαρρύνει την αξιοποίηση  των διαφορών ως εφεδρείες για τους ίδιους και την οικογένεια, προωθώντας την εξαποστάσεως επικοινωνία με τους συγγενείς στην χώρα καταγωγής  και υιοθετώντας  ένα οικο-συστημικό μοντέλο που επικεντρώνεται σε  πολλά επίπεδα: στις οικογενειακές σχέσεις , στις σχέσεις με τις κοινότητες καταγωγής,  αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο (Falicov, 2007, Scheinkman, 2008).

Στην εκπαίδευση του συστημικού θεραπευτή δεν μπορεί να λείπουν τα θέματα διαπολιτισμικότητας, και αυτό για να αποφευχθεί,  κατά τη θεραπευτική διαδικασία, η υποτίμηση αυτών των θεμάτων ή και η υπερβολική έμφασή τους. Η συνάντηση με το μικτό ζεύγος ή τη μικτή οικογένεια αποτελεί  μια πολύτιμη ευκαιρία εκμάθησης και διαπολιτισμικού εμπλουτισμού για το θεραπευτή, και, ενδεχομένως,  μπορεί να αποτελέσει μία εμπειρία «διεύρυνσης  του νου» για αυτόν, αλλά και για όσους συμμετέχουν στη θεραπευτική διαδικασία.

Πέρα από τα ειδικά προβλήματα που παρουσιάζει το κάθε ζευγάρι, η πρόκληση του διαπολιτισμικού ζεύγους συνίσταται κυρίως στην προώθηση  μιας πολιτισμικής αλλαγής μέσω της εναρμόνισης δύο διαφορετικών πολιτισμών, μεταδίδοντας στους συγγενείς και στο κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζουν, στοιχεία ανεκτικότητας, απαρτίωσης, δημιουργικότητας και ειρηνικής επίλυσης των όποιων διαφορών. Η διαδικάσία αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως διαδικασία  «συγχώνευσης των οριζόντων» (Gadamer, αναφερόμενος από τον Taylor, 1998),σε διάσταση μικρου-συστήματος. Καθήκοντου θεραπευτήείναι να διευκολύνειαυτήν τη διαδικασία, λαμβάνονταςο ίδιος ενεργά μέρος σε αυτήν.

Μετα-σημείωση          

Στον τοίχο ενός γυμνασίου σε μια επαρχιακή ιταλική πόλη μια επιγραφή στα αραβικά έγραφε "Jessica σ 'αγαπώ." Αναμένεται στην επόμενη γενιά των σημερινών εφήβων, οι γάμοι μεταξύ ατόμων με άλλη εθνικότητα να είναι όλο και περισσότεροι,  με ποικίλους βαθμούς διαφορετικότητας (mixite’)  (Allievi,1996), ακόμη και σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ελλάδα, οι οποίες μόνο τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζουν το μαζικό φαινόμενο της μετανάστευσης αλλοδαπών. Οι αναφερόμενες έρευνες όπως και οι κλινικές βινιέτες που περιγράφονται σε αυτό το άρθρο, αναφέρονται ως επί το πλείστον σε μικτά ζευγάρια που ανήκουν στη μεσαία τάξη, με μεσαίο ή υψηλό εκπαιδευτικό και επαγγελματικό επίπεδο, τα οποία είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση στις ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες, σε περίπτωση που παρουσιαστεί ανάγκη. Είναι απαραίτητη πλέον η έρευνα αυτών των θεμάτων και σε κοινωνικές ομάδες οικονομικά ασθενέστερες ή και περισσότερο εκτεθειμένες στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης,  με στόχο την καλύτερη κατανόηση  των δυσκολιών  αλλά και των εφεδρειών της διαπολιτισμικότητας σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, με στόχο την προσφορά, όπου υπάρχει ανάγκη, στοχευμένης και αποτελεσματικότερης ψυχολογικής στήριξης.

 


Υποσημειώσεις

[3]Οι κλινικές βινιέτες που περιγράφονται στο κείμενο αναφέρονται σε οικογένειες και ζευγάρια με τα οποία συνεργάστηκα ως θεραπεύτρια ή επόπτρια κυρίως στα πλαίσια του Ιατρείου Οικογένειας και Ζεύγους της ‘Α Ψυχιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών – Αιγινήτειο Νοσοκομείο. Τα ονόματα αλλά και άλλα χαρακτηριστικά έχουν αλλαχτεί για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

[4]Δεν θα αναφερθώ εδώ στα σχετικά θέματα σε ομοφυλοφιλικά διαπολιτισμικά ζευγάρια, παρ’ότι έχω συνεργαστεί με ορισμένα.

 

Βιβλιογραφία

Allievi S. (1996). Il ruolo della religione nelle famiglie miste. In:Tognetti Bordogna M. (a cura di). Legami familiari e immigrazione: I matrimoni misti. Torino, L’Harmattan Italia. Pp.  97-126

Bacigalupe G., Lambe S. (2011). Virtualizing intimacy: information communication technologies and transnational families in therapy. Family Process, 50:12-26.

Bateson G. (1972). Steps to an Ecology of Mind. S.Francisco, Chandler Publishing. Trad. it.  (1976) Verso un’Ecologia della Mente. Milano, Adelphi.

Burck C. (2004). Living in several languages: Implications for therapy. Journal of Family Therapy,26:314-339.

Boscolo L., Bertrando P. (1996). Terapia sistemica individuale. Torino, Bollati Boringhieri.

Cecchin G., Lane G., Ray W.L. (1994). The Cybernetics of Prejudices in the Practice of Psychotherapy. London, Karnac

Elkaim, M. (1986). A Systemic Approach to Couple Therapy. Family Process,25:35-42

Falicov C. (1995). Training to think culturally: A multidimensional comparative framework. Family Process, 34, 4:373-388.

Falicov C. (2007). Working with transnational immigrants: Expanding meanings of family, community and culture. Family Process, 46: 157-171.

Fenaroli P., Panari C. (2006) Famiglie “miste” e identita’ culturali. Carocci, Roma.

Guanipa C. (2003). Sharing a multicultural course design for a marriage and family therapy programme: one perspective. Journal of Family Therapy,25:86-106

Hotvedt M. (1999). Il matrimonio interculturale. In” Andolfi M. (a cura di). La crisi della coppia. Una prospettiva sistemico-relazionale. Raffaello Cortina Editore, Milano. Pp.361-380

Inman A.G., Altman A., Kaduvettoor-Davidson A., Carr A., Walker J.A. (2011). Cultural intersections: A qualitative inquiry into the experience of Asian Indian-White interracial couples. Family Process, 50:248-266.

Jenkins H. (2006). Inside out, or outside in: Meeting with couples. Journal of Family Therapy, 28, 113-135.

Karamat R.A. (2004). Bilingualism and systemic psychotherapy: some formulations and explorations.Journal of Family Therapy, 26:340-357.

Keeney B. (1985). L’estetica del cambiamento. (trad. it.) Astrolabio, Roma

Killian K.D. (2002). Dominant and marginalized discourses in interracial couples’ narratives: Implications for family therapists. Family Process, 41:603-618.

Knudson-Martin C., Rankin Mahoney A. (2009). Introduction to the special section -Gendered power in cultural contexts: Capturing the lived experience of couples. Family Process, 48:5-8.

Lombardi M., Ardone R. (2010). Le coppie miste tra risorse e difficolta’. www.aipass.org/paper/lombardi.pdf

Maciel J.A., Van Putten Z., Knudson-Martin C. (2009). Gendered power in cultural contexts: Part I. Immigrant couples. Family Process, 48:9-23

Panari C.  Le famiglie interculturali: identita’, dinamiche personali e sociali. Tesi di Dottorato, Universita’ degli Studi di Parma, Facolta’ di Psicologia, Dipartimento di Psicologia.

http://dspace_unipr.cilea.it/bitstream/1889/795/1/Panari_Chiara_TESI_DOTTORATO.pdf

Pomini V. (2006).La famiglia bilingue: risorse e difficolta’. In Atti del Convegno “Il bilinguismo italo-greco: esperienze interculturali, glottodidattiche e psicopedagogiche”. Atene, 15 Giugno 2006. Pp. 80-100.

Pomini V. (2008). Confusioni e conflitti di ruolo nella coppia contemporanea. In: Tomaras V, Karamanolaki C., Zervas I. (a cura di ). Terapia di coppia. Atene, Kastanioti (in greco). Pp. 211-240

Pomini V. (2011). Intergenerational Transmission of Trauma: Psychodynamic Concepts within a Systemic Perspective. Metalogos, 19:48-62 (in greco)

Sepulveda L. (2001). Le rose di Alcatamo. (trad. It.), Feltrinelli, Milano

Singh R. (2009). Constructing the “family” across culture. Journal of Family Therapy, 31: 359-383.

Stone E., Gomez E., Hotzoglou D., Lipnitsky J. (2005). Transnationalism as a motif in family stories. Family Process, 44:381-398.

Taylor C. (1998). La politica del riconoscimento. In: Habermas J. & Taylor C. Multiculturalismo. Feltrinelli, Milano.

Telfener U., Casadio L. (2005). Sistemica. Voci e percorsi nella complessita’. Bollati Boringhieri, Torino.

Timpano Sportiello M., Pinto M.A., Albanese O. (2002). Il bilinguismo nella comunita’ italo-greca di Atene. Aspetti metalinguistici, socio-linguistici e cognitivi. Societa’ Dante Alighieri, Atene

Tognetti Bordogna M. (a cura di). (1996). Legami familiari e immigrazione: I matrimoni misti. L’Harmattan Italia, Torino.

Zanatta A.L. (2008). Le nuove famiglie. Il Mulino, Bologna