Articles

Κία Θανοπούλου 1Αθανασία Κατή 2Κάτια Χαραλαμπάκη 3 

 
1Ψυχολόγος, Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας ΨΝΑ
2 Ψυχολόγος, Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας ΨΝΑ 
3 Ψυχίατρος, Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας ΨΝΑ
 
Το κείμενο βασίζεται σε παρουσίαση που έγινε στο 7ο Συνέδριο της EFTA στο Παρίσι, τον Οκτώβριο του 2010  

 

Περίληψη

Η σχέση μητέρας-κόρης κατά τη διάρκεια των κοινών ψυχοθεραπευτικών συνεδριών παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μέσα από αυτή αναδύονται μια σειρά από ζητήματα που συνδέονται με τη δυνατότητα διαφοροποίησης των δύο γυναικών, ιδιαίτερα αν απουσιάζει ο πατέρας. Οι κοινές ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες δίνουν τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ο αναγκαίος ψυχικός χώρος μεταξύ τους, προκειμένου να μπορέσει να αναγνωρίσει η κάθε μία την ξεχωριστή ύπαρξη της άλλης. Στο θεραπευτικό σύστημα που δημιουργείται, ο θεραπευτής (ακόμα κι αν είναι γυναίκα) αναλαμβάνει το ρόλο του «συμβολικού πατέρα», διευκολύνοντας τη διεργασία της διαφοροποίησης μέσα από μια νέα νοηματοδότηση της σχέσης τους. Μέσα από το μύθο της Δήμητρας και της Περσεφόνης αναδεικνύονται κάποια σημαντικά γνωρίσματα στη σχέση μητέρας- κόρης. 

 

Λέξεις- κλειδιά: Δήμητρα-Περσεφόνη, μητέρα-κόρη, διαδικασία διαφοροποίησης, διαγενεακή μεταβίβαση, αμφιθυμία, συγχωνευμένες σχέσεις, δυνατότητα συμβολοποίησης, προβολές, ρόλος του θεραπευτή.

 

 
 
 
 
Και τότε ωνειρεύθη… Έβλεπε όχι πλέον ότι επανδρεύετο ή επροικίζετο, αλλά ότι εγέννα,
Και της εφάνη ότι είχε και τας τρεις κόρας της συγχρόνως,
την Δελχαρώ, την Αμέρσαν και την Κρινιώ,
μικράς, σχεδόν ομήλικας, ως να ήσαν τρίδυμοι.   
Ότι αι τρεις, κρατούμεναι εκ των χειρών, ίσταντο έμπροσθέν της 
και εζήτουν θωπείας, ασπασμούς και φιλεύματα.
Αίφνης τα πρόσωπά των, αλλοιωθέντα, δεν ομοίαζαν πλέον ως των τριών θυγατέρων της,
αλλά προσέλαβαν όλους τους χαρακτήρας των τριών εκείνων κορασίων, των πνιγμένων,
και, ως κομβολόγιον, εκρεμάσθησαν, αίφνης, από τον λαιμόν της.  
 
                                                                      Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Η Φόνισσα»
 

Στόχος αυτής της παρουσίασης είναι η επικέντρωση σε κάποια ιδιαίτερα θέματα που ανακύπτουν κατά την οικογενειακή θεραπεία μητέρας-κόρης, σε κοινές συνεδρίες, και η κατανόηση του ρόλου του θεραπευτή, ως ενός τρίτου, του οποίου η συμβολική παρουσία ενθαρρύνει  τη διαδικασία διαφοροποίησης και ενισχύει την αναγνώριση της μητέρας και της κόρης ως ξεχωριστών ατομικοτήτων.

Μέσα από το μύθο της Δήμητρας και της Περσεφόνης δημιουργούνται αναλογίες που αναδεικνύουν σημαντικά ζητήματα για τη σχέση μητέρας-κόρης.

 

Ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης

 (Holtzman and Kulish, 2000)

Σύμφωνα με τον Ομηρικό Ύμνο, η Κόρη/Περσεφόνη, η νεαρή κόρη της Δήμητρας (θεάς της γονιμότητας) και του Δία, μαζεύει λουλούδια μαζί με άλλες κοπέλες. Κάποια στιγμή, η Κόρη βλέπει έναν εξαιρετικά όμορφο νάρκισσο και σκύβει να τον κόψει. Τότε, ξαφνικά, η γη ανοίγει και ο Άδης, θεός του Κάτω Κόσμου την αρπάζει με τη σύμφωνη γνώμη του Δία. Η Κόρη εμφανίζεται ξανά με τον Άδη, στον Κάτω Κόσμο. Η Δήμητρα φεύγει από τον Όλυμπο και ψάχνει μανιωδώς για την κόρη της στη γη. Μέσα στην απόγνωση, το θυμό και τον πόνο της προκαλεί λιμό και ξηρασία σε όλη τη γη. Ο Δίας, λόγω αυτής της καταστροφής αναγκάζεται να πείσει τον Άδη να ελευθερώσει την Περσεφόνη (μετά την κάθοδό της στον Kάτω Kόσμο η Κόρη έχει μετονομαστεί σε Περσεφόνη). Ωστόσο, πριν ανέβει στη γη, η Περσεφόνη έφαγε σπόρους ροδιού και πλέον είναι δεμένη με τον Άδη. Τελικά, μεθοδεύεται ένας συμβιβασμός μεταξύ των θεών σύμφωνα με τον οποίον η Περσεφόνη περνά το ένα τρίτο του χρόνου με τον Άδη και τα δύο τρίτα με τη μητέρα της.           

 Παρουσίαση κλινικής περίπτωσης

Η Δωρέττα, 18 ετών, μένει με τη μητέρα της (οι γονείς έχουν χωρίσει όταν ήταν 3 ετών). Ο πατέρας της ζει σε άλλη πόλη και δεν έχει ξαναδεί την κόρη του μετά το διαζύγιο. Η σχέση με τη μητέρα της είναι στενή, εξ ου και χαρακτηρίζεται από εντάσεις που καταλήγουν συχνά σε αμοιβαίους ξυλοδαρμούς. Η Δωρέττα πηγαίνει στην Γ’ Λυκείου (έχει μείνει αυτή τη χρονιά στην ίδια τάξη). Είναι απομονωμένη, δεν έχει παρέες, δεν βγαίνει, έχει ένα συνεχές, βασανιστικό άγχος. Φοβάται ότι κάτι καταστροφικό θα συμβεί, ότι θα πεθάνει.

Το πιο δύσκολο όμως από τα συμπτώματα της Δωρέττας είναι ο τρόπος που τρώει. Το κάθε γεύμα της μετατρέπεται σε μια τελετουργία αυτο-βασανισμού: παίρνει το πιάτο της και πηγαίνει σε μια γωνία, μόνη. Για να καταπιεί κάθε μπουκιά θα πρέπει να πιέζει το λαιμό της, να τραβάει, μέχρις εκριζώσεως, τούφες από τα μαλλιά της και να τσιμπάει το σώμα της που είναι γεμάτο μελανιές. Ορισμένες φορές η δυσκολία να καταπιεί την οδηγεί να φτύνει τις μπουκιές σε χαρτοπετσέτες και σε συρτάρια. Όταν η «δυσκαταποσία» της Δωρέττας γίνεται αφόρητη ζητάει βοήθεια από τη μητέρα της, φωνάζει να τη σώσει από το μαρτύριο και συχνά της απευθύνει βωμολοχίες ή τη χτυπάει. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι δεν έχει ενασχόληση με το σωματικό της βάρος και, αν κάνει εμέτους, δεν είναι προκλητοί.

Η ιστορία της οικογένειας περιλαμβάνει, αδρά: βιαστικό και απερίσκεπτο γάμο των γονέων, κατά τη μητέρα για να φύγει από την πατρική της οικογένεια και ιδίως την αυστηρή δική της μητέρα. Ο πατέρας μετά το διαζύγιο αν και εύπορος, δεν έχει οικονομική συμμετοχή. Η οικογένεια συντηρείται από την εργασία της μητέρας.

Στη διάρκεια των κοινών συνεδριών Δωρέττας και μητέρας αναδεικνύονται θέματα που έχουν σχέση με τη  λειτουργία του συμπτώματος μέσα στο σύστημα, όπως η  απόσταση ανάμεσά τους, την αντιστροφή της ιεραρχίας (ποιος είναι ο «αρχηγός», ποιος «αρχηγός του εαυτού του»),  τους φόβους για έναν πιθανό αποχωρισμό σε περίπτωση επιτυχίας της Δωρέττας σε σχολή της επαρχίας. Παρά τη σκληρή προσπάθεια και των δύο να επιλυθούν τα προβλήματα, διαφαίνεται μια προσδοκία για μαγικές λύσεις.  Από την πρώτη κιόλας συνεδρία η Δωρέττα ζωγραφίζει έναν παντοδύναμο μάγο, με ένα μακρύ μανδύα και ένα λαμπερό ραβδί, και εναποθέτει σ’ αυτόν την απαλλαγή από τα συμπτώματά της.   

Βασικά θέματα στη θεραπεία μητέρας-κόρης

Η θηλυκότητα και η μητρότητα ως εμπειρία διαγενεακής μεταβίβασης διαμέσου τριών γενεών

Οι διαγενεακές (transgenerational) προσεγγίσεις στην οικογενειακή θεραπεία θεωρούν ότι πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες στο παρόν αντικατοπτρίζουν ανεπίλυτα συναισθηματικά ζητήματα από τις οικογένειες προέλευσής τους, τα οποία περνάνε από γενιά σε γενιά μέσω της διαγενεακής διαδικασίας μεταβίβασης. Συχνά, ο τρόπος που τα μέλη της οικογένειας δημιουργούν σχέσεις, διαχειρίζονται την οικειότητα, επιλύουν τη σύγκρουση ή την αποφεύγουν, κρατούν ή όχι αποστάσεις και όρια, μπορεί να αντανακλά, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, παλαιότερα οικογενειακά σχήματα. Υπό αυτή την έννοια, για να κατανοηθούν τα προβλήματα του παρόντος χρειάζεται να εξεταστούν μέσα σε ένα διαγενεακό, ιστορικό πλαίσιο (Goldenberg et al., 1999).

Κάθε μητέρα έχει υπάρξει κόρη και κάθε κόρη είναι πιθανόν να γίνει μητέρα. Σύμφωνα με τον Jung κάθε μητέρα εμπεριέχει την κόρη της και κάθε κόρη τη μητέρα της - κάθε γυναίκα επεκτείνεται προς το παρελθόν μέσα στη μητέρα της   και προς στο μέλλον μέσα από την κόρη της (Jung et al., 1969).

Ο Stern (1995) θεωρεί ότι η έγκυος εισάγεται σε μια νέα και μοναδική ψυχική οργάνωση, την οποίαν ονομάζει μητρικό στερέωμα (motherhood constellation). Πρόκειται για τρεις αλληλοδιαπλεκόμενες πτυχές της ύπαρξης της γυναίκας που βρίσκονται σε συνομιλία μεταξύ τους: είναι η συνομιλία της εγκύου γυναίκας με τη μητέρα των παιδικών της χρόνων (το πώς βίωσε τη μητέρα της στο μητρικό της ρόλο), η συνομιλία με τον εαυτό της ως μητέρας του παιδιού της και η συνομιλία με το ίδιο το παιδί της.

Στο μύθο που πραγματευόμαστε, η διαγενεακή μεταβίβαση είναι χαρακτηριστική στη δυσκολία που φαίνεται να υπάρχει σχετικά με την αποδοχή του συζύγου και της έννοιας του γάμου στις τρεις γενεές. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι η Ρέα (μητέρα της Δήμητρας και γιαγιά της Περσεφόνης) δεν ήθελε να παντρευτεί τον Κρόνο, γιατί προτιμούσε να κρατά συντροφιά στις αδερφές της και να περιποιείται τη μητέρα της, δηλαδή δεν ήθελε να χάσει την «κοριτσίστικη» ευτυχία της· ήθελε να χαρεί το φως της Ημέρας που στερήθηκε τόσα χρόνια εξαιτίας του σκληρόκαρδου πατέρα της, (συνθήκη που επαναλαμβάνεται αργότερα και με την κάθοδο της Περσεφόνης στον Κάτω Κόσμο). Πείθεται τελικά να παντρευτεί, από τη μητέρα της τη Γαία, η οποία προκειμένου να παρηγορήσει τον αγαπημένο της γιο, τον Κρόνο, που είχε ερωτευτεί παράφορα τη Ρέα, του υποσχέθηκε ότι θα την κάνει δική του. Κάλεσε λοιπόν την κόρη της και της είπε ότι ήτανε γραφτό να παντρευτεί τον Κρόνο και να γίνει δίπλα του η πρώτη από τις Τιτανίδες, η βασίλισσα του Κόσμου. Η Ρέα, η οποία ήταν πάντα υπάκουη στη μητέρα της δέχεται με δάκρυα να παντρευτεί. 

Η Δήμητρα, κόρη του Κρόνου και της Ρέας, είχε την ίδια μοίρα με τα αδέλφια της καταλήγοντας στο στομάχι του πατέρα της μέχρι ο Δίας να τους απελευθερώσει (στερούμενη επίσης το φως της Ημέρας όπως η μητέρα της και η κόρη της). Έγινε στόχος για πολλούς θεούς από νωρίς, για την ομορφιά και τα γενικότερα προσόντα της, όμως η Δήμητρα αντιστεκόταν σε κάθε επίδοξο και φιλόδοξο που προσπαθούσε να την αποπλανήσει. Τελικά ο Δίας, μεταμορφωμένος σε ταύρο, κατάφερε με τέχνασμα να την εξαπατήσει και να σμίξει μαζί της. Από την ένωσή τους προέκυψε η Περσεφόνη, η πολυαγαπημένη κόρη της Δήμητρας στην οποία αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά.

Τέλος, η Περσεφόνη, φέρεται να πέφτει θύμα απαγωγής από τον Άδη, δηλαδή η ίδια δεν έχει καμία επιθυμία ούτε και ευθύνη για τη συνεύρεση της με τον μελλοντικό της σύζυγο. Ωστόσο, όταν βρίσκεται μαζί του «ξεχνιέται» και τρώει τους σπόρους του ροδιού που της επιτρέπει και συνάμα επιβάλλει να επιστρέψει στον κάτω κόσμο, δηλαδή στο σύζυγό της.

Αν επιστρέψουμε στην ιστορίας της Δωρέττας βρίσκουμε αρκετές αναφορές στην αφήγηση της οικογενειακής ιστορίας που σχετίζονται με την έννοια της τροφής, διαμέσου τριών γενεών. Φαίνεται ότι η εμπειρία της μητρότητας, άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια της τροφής, μεταβιβάζεται από τη μητέρα της μητέρας στη μητέρα, και από τη μητέρα στην κόρη και  ανακινεί φόβους, αγωνίες και συγκρούσεις που συνδέονται με την πρωταρχική αίσθηση φροντίδας από τη μητέρα της μητέρας.

Σε κάποια συνεδρία η μητέρα μιλάει για τον πατέρα της Δωρέττας:

Μ: «Όταν χωρίσαμε, επειδή πίστευε ότι το παιδί δεν είναι δικό του, σταμάτησε να δίνει διατροφή και, μάλιστα, καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Έχει μεγάλη περιουσία, αν η Δωρέττα τον γηροκομήσει θα την “κεράσει” κάτι». 

Περιγράφοντας τα δικά της παιδικά χρόνια η μητέρα αναφέρει:

Μ: «Έτρωγα πολύ ξύλο από τη μητέρα μου. Και το φαί  μου το έτρωγα με ξύλο. Μια μέρα ο παππούς μου είπε στη μάνα μου: “Τι της το δίνεις το ψωμί, είναι πικρό αυτό το ψωμί που την ταΐζεις”».

Δ: «Αν κάποτε άνοιγε η πόρτα και έβλεπα μπροστά μου τον πατέρα μου θα του έλεγα για όλα αυτά που τόσα χρόνια δεν μπορούσα να καταπιώ».

Το θέμα της «τροφής» και της συνεχούς διασύνδεσής της με τις σχέσεις μητέρας- κόρης διαπερνά όλο τον μύθο Δήμητρας και Περσεφόνης. Κατ’ αρχήν, η ίδια η Δήμητρα είναι η θεά της καρποφορίας της γης. «Θνητών θρέπτειρα προπάντων» την αποκαλεί ο Ορφικός Ύμνος «Δήμητρος Ελευσινίας θυμίαμα». Αλλά και ο Ορφικός ΄Υμνος για την Περσεφόνη αποκαλεί τη θυγατέρα της «κόρη καρποίσι βρύουσα». Στην ίδια όμως την εξέλιξη της πλοκής του μύθου, όπως μας δίνεται στον Ομηρικό Ύμνο «Εις Δήμητραν», που είναι η κύρια πηγή του μύθου, οι «διατροφικές διαταραχές» επανέρχονται συνεχώς. Όταν η Δήμητρα, αφού πληροφορηθεί την απαγωγή της κόρης της, μετά από μεγάλη περιπλάνηση καταλήξει στην Ελευσίνα, «αγέλαστη δεν ήθελε να πιεί, να φάει κάτι» (στίχος 200). Όταν φιλοξενείται μεταμφιεσμένη σε τροφό στο σπίτι της Μετανείρας, μόνο «κριθάλευρο ζητούσε να αναμείξουν με νερό, με μαλακό φλισκούνι (στίχος 209-10). Με τον εκβιασμό μιας γης που δεν θα καρπίζει, θα είναι έρημη και στέρφα, η Δήμητρα πείθει τον Δία να γυρίσει κοντά της η Περσεφόνη: «Δεν θα αφήσει τους καρπούς στη γη να ξεφυτρώσουν/ προτού την ομορφότατη την κόρη δει η ίδια» (στίχος 317-8). Με το ίδιο ακριβώς επιχείρημα ο Ερμής, αγγελιοφόρος του Δία, αναγκάζει τον Άδη να την ελευθερώσει: «Έχει βάλει στο νου της/ τη φύτρα των αδύναμων χαμόζωων ανθρώπων/ να αφανίσει κρύβοντας μέσα στη γη τους σπόρους/ χαλώντας των θεών τιμές» (στίχος 351-4). Με ένα «διατροφικό» τέχνασμα καταφέρνει ο Άδης να μην αποχωρισθεί εντελώς από το βασίλειό του η γυναίκα του: «Αυτός της έδωσε όμως/ κρυφά να φάει από ροδιά γλυκό σα μέλι σπόρο,/ για να μη μένει πάντοτε κοντά εκεί και δίπλα/  στη σεβαστή τη Δήμητρα τη μαυροφορεμένη» (στίχος 371-4). Και η λύση –δύο τρίτα του χρόνου με τη μάνα, ένα τρίτο με τον άνδρα της– επιβραβεύεται με τη «θεραπεία» της ανθρώπινης τροφοδοσίας: «Ζωοδότη καρπό δώσε αμέσως στους ανθρώπους./ Έτσι είπε. Κι η Δήμητρα υπάκουσε στο λόγο./ Από χωράφια εύφορα έβγαλε τους καρπούς της» (στίχος 469-71).

Είναι φανερό, τόσο από το μύθο, όσο και από την κλινική περίπτωση, ότι ο τρόπος που βιώθηκε ο πρωταρχικός συναισθηματικός δεσμός της μητέρας με τη δική της μητέρα, επηρεάζει και διαμορφώνει τη σχέση της με την κόρη της. Η μητέρα λειτουργεί ως «θεματοφύλακας» μιας παράδοσης την οποία μεταδίδει εν αγνοία της (Cramer, 1999). Επειδή η εμπειρία αυτή περιγράφεται ως τραυματική, φαίνεται ότι το σύμπτωμα και η θεραπεία της Δωρέττας μπορεί να αποτελέσει και μια ευκαιρία για την ίδια να επαναδιαπραγματευθεί άλυτα ζητήματα στη σχέση της με τη δική της μητέρα.

Καθώς η μητρότητα συνδέεται με την πρωταρχική ιστορία που κουβαλάει κάθε γυναίκα, είναι φορέας ανεκπλήρωτων επιθυμιών, εξιδανικεύσεων, απογοητεύσεων, διεκδικήσεων, προσπάθειας επανόρθωσης αλλά και επαναλήψεων. Μια βαθιά επικοινωνία περνά από τη μητέρα στην κόρη, εξασφαλίζοντας τη μετάδοση παλαιών διδαχών που επεξεργάστηκαν οι προηγούμενες γενιές. Η κόρη με τη σειρά της, καθώς αφομοιώνει και οικειοποιείται την πολιτισμική κληρονομιά των προγόνων της, θα γίνει φορέας της κουλτούρας και της μνήμης της οικογένειας (Cramer, 1999).

Κεντρικό θέμα που αναδεικνύεται είναι αν η ιστορία που μεταφέρεται από τη μητέρα στην κόρη προάγει την αυτονομία και την εξέλιξη ή, σε αντίθετη περίπτωση, τα ανεπίλυτα τραύματα διαιωνίζονται και στις μετέπειτα γενιές.

Αμφιθυμία

Η σχέση μητέρας- κόρης είναι εξαιρετικά σημαντική αλλά και περίπλοκη, καθώς διακινεί έντονα και αντικρουόμενα συναισθήματα. H μητέρα εκπληρώνει μια μοναδική λειτουργία, από τη μια μεριά προσφέροντας την εγγύτητα και από την άλλη καλλιεργώντας την απόσταση, και παράλληλα επωμίζεται ένα επιπλέον φορτίο με το να μπορεί να αντέχει και να εμπεριέχει την αμφιθυμία (Hendrika Freud, 2010). Αντίστοιχα, η αναγνώριση από τη μητέρα των δικών της αμφιθυμικών συναισθημάτων προς το μωρό είναι μια επώδυνη διεργασία που την κάνει να αισθάνεται συνάμα απειλή και ενοχή, καθώς το μωρό βρίσκεται υπό την εξάρτησή της (Parker, 1997).

Ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης πραγματεύεται μεταξύ άλλων τις διχασμένες αφοσιώσεις: η εγγύτητα προς τη μητέρα διακόπτεται από μία σεξουαλική ορμή (drive). Έτσι, η Περσεφόνη από τη μια πλευρά τρώει τους σπόρους του ροδιού (γιατί «ξέχασε» ότι δεν επιτρεπόταν να τους φάει), ενώ από την άλλη πλευρά λέει στη μητέρα της ότι εξαναγκάστηκε να φάει το ρόδι.

Στην αρχή του ταξιδιού η Περσεφόνη, καθώς για πρώτη φορά αποχωρίζεται τη μητέρα της, νιώθει στενοχώρια, λύπη, φόβο, αγωνία ίσως και θυμό για τον άντρα που την απέσπασε παρά τη θέλησή της από την μητρική αγκαλιά και την ανέμελη ζωή της.  Στην πορεία, μοιράζεται ανάμεσα στην αφοσίωση προς τη μητέρα της και στην πρόκληση της γνωριμίας με τον άντρα. Καθώς πενθεί για την απώλεια του παραδείσου της παιδικής ηλικίας ετοιμάζεται να μεταβεί στη νέα της ζωή ως σύζυγος και βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Σε αυτή τη φάση ίσως νιώθει ενοχές προς τη μητέρα γιατί αρχίζει να απολαμβάνει την αγκαλιά του άντρα. Είναι η στιγμή που ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά της και αποδέχεται τη θηλυκότητά της. Μπορεί πια να απολαμβάνει και να ευχαριστιέται τη σχέση με τον άντρα της, έστω κι αν νιώθει πως προδίδει τη μητρική σχέση. Όταν η Περσεφόνη θα επιστρέψει στη μητέρα της δεν είναι το παιδί που ήταν. Έχει πια αποκτήσει νέες εμπειρίες που την έχουν μεταμορφώσει σε γυναίκα.

Ο μύθος της Περσεφόνης, είναι μια συμβολική αναπαράσταση της περιπέτειας της εσωτερικής ζωής που, για να γνωρίσει χρειάζεται να βυθιστεί στο πένθος, ώστε να μπορέσει κατόπιν να ανθοφορήσει (Καλλιτεράκη, 2008).

Στην περίπτωση της Δωρέττας και της μητέρας της είναι ιδιαίτερα αμφιθυμικός-καταναγκαστικός ο τρόπος που διαχειρίζονται θέματα φροντίδας. Η τροφή, πηγή ευχαρίστησης και ζωής ενέχει βασανισμό, παίδεμα, τιμωρία: δεν «τρέφει» αλλά «καταστρέφει». Η κόρη, έχοντας ανάμικτα συναισθήματα για το πρόσωπο της μητέρας της, εξαιτίας, ανάμεσα στα άλλα, και της έντονης εξάρτησης που υπάρχει στη σχέση τους (Hendrika, 2010) βιώνει μια εσωτερική σύγκρουση, καθώς αγαπάει και μισεί ταυτόχρονα τη μητέρας της, ένα πρόσωπο με το οποίο είναι στενά συνδεδεμένη, αλλά και από το οποίο προσπαθεί να διαφοροποιηθεί. Η κόρη χρειάζεται τη μητέρα της, αλλά και παλεύει να την ξεπεράσει. 

Αλλά και η μητέρα, στερημένη και κακοποιημένη από τη δική της μητέρα αδυνατεί να ανταποκριθεί στις συναισθηματικές ανάγκες της κόρης της, καθώς υπάρχει ανεπούλωτο ένα διαγενεακό τραύμα: όσο πιο απογοητευμένη είναι η μητέρα από τη σχέση με τη δική της μητέρα, τόσο πιθανότερο είναι να επενδυθεί με αμφιθυμία η σχέση με την κόρη της, γεγονός που φαίνεται και από το σύμπτωμα της κόρης. Η Δωρέττα παλεύει να καταπιεί. Προσπαθεί, και την ίδια στιγμή αντιστέκεται στη λήψη της τροφής.

Ερχόμαστε εδώ σε νοήματα του συμπώματος.

Η δυσκαταποσία της Δωρέττας, σημασιοδοτεί το ότι μητέρα και κόρη είναι καταδικασμένες, μέχρι τώρα, να τρώνε «πικρό ψωμί», αυτό που η Δωρέττα δυσκολεύεται να καταπιεί. Την ίδια στιγμή η δυσκαταποσία είναι και μια έκκληση της Δωρέττας προς τη μάνα της για βοήθεια, προκειμένου να την ανακουφίσει από τα σωματικά της άγχη και να μεταβολίσει τον πόνο, μια έκκληση προς τη μητέρα να γίνει τροφός-προστάτιδα, απελευθερώνοντας τη σχέση τους από τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Αλλά ίσως δεν είναι τυχαίος ο χρόνος που συμβαίνουν όλα αυτά: η Δωρέττα βρίσκεται στο κατώφλι της ενηλικίωσης και με τη μητέρα της πραγματεύονται θέματα αποχωρισμού.  Στη σχέση μιας μητέρας με την έφηβη κόρη της, η αμφιθυμία μεγαλώνει ακόμα περισσότερο, καθώς η κάθε μια από την πλευρά της αντιμετωπίζει τις δικές της αναπτυξιακές ανάγκες και συγκρούσεις (Hershberg, 2006). Η μητέρα, συχνά αναζητά να χαρεί μια στενή σύνδεση με την κόρη της καθώς εκείνη μεταβαίνει σταδιακά προς την ενηλικίωση. Η κόρη, από την άλλη, ακολουθεί τα χνάρια της μητέρας της, υιοθετεί τα πρότυπά της μέσω ταυτίσεων, αλλά και την ίδια στιγμή αναζητά ατραπούς προς τη διαφορετικότητα. Η μητέρα μπορεί να απειλείται καθώς νιώθει ότι η κόρη της τη χρειάζεται όλο και λιγότερο. Η κόρη μπορεί να νιώθει τον εαυτό της διχασμένο: από τη μια λαχταρά τη φροντίδα και τις νουθεσίες της μητέρας της και από την άλλη σαγηνεύεται από την ελευθερία και την επιθυμία για μια πιο ανεξάρτητη ζωή.

Στη συγκεκριμένη οικογένεια, το βάρος των συναισθημάτων που ανακινούνται από μια τέτοια προοπτική είναι τόσο μεγάλο, που έχει ως συνέπεια ένα εξίσου έντονο και βασανιστικό σύμπτωμα της Δωρέττας.

Με την έννοια αυτή, η μητρότητα εμπεριέχει το πένθος (Berstein, 2004). Είναι μια ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στην εμπλοκή και την αποδέσμευση, ανάμεσα στο να κρατάς και να αφήνεις. Η μητέρα είναι το πρόσωπο εκείνο που πρέπει να είναι «πάντα εκεί» (να ταΐσει, να νταντέψει, να συμβουλέψει, να ακούσει, να παρηγορήσει) αλλά και την ίδια στιγμή εκείνη που θα αντέξει να την «εγκαταλείψουν». Η διεργασία του «να είσαι εκεί για να εγκαταλειφθείς» ίσως είναι η πιο δύσκολη πλευρά της μητρότητας, καθώς, μάλιστα, επαναλαμβάνεται με το κάθε παιδί (Furman,1996). Κι εδώ, η δυνατότητα της μητέρας να αντέχει την επιθετικότητα της κόρης της (η οποία είναι συχνά άμυνα απέναντι στις δικές της εξαρτητικές ανάγκες) χωρίς να αισθάνεται κίνδυνο της εγκατάλειψης λόγω απόρριψης, είναι μια σημαντική πλευρά της συμβολικής «μητρικής αγκαλιάς».

Τύποι συγχώνευσης

Ο Bowen (1996) είχε περιγράψει την οικογένεια ως ένα συναισθηματικό σύστημα με σχέσεις μεταξύ των μελών που μπορεί να κυμαίνονται από την πλήρη συγχώνευση ως την διαφοροποίηση. Μάλιστα, είχε προτείνει τον όρο «αδιαφοροποίητη μάζα του οικογενειακού εγώ» για να περιγράψει τη συναισθηματική εκείνη κατάσταση όπου κυριαρχούν συγχωνευτικές σχέσεις. Το συγχωνευμένο άτομο ζει και προσδιορίζεται μέσα από τους άλλους και βιώνει σύγχυση ως προς τα όρια εαυτού του. Η συμπεριφορά του καθοδηγείται από «αντανακλαστικές» συναισθηματικές αντιδράσεις, με αποτέλεσμα να λειτουργεί αναποτελεσματικά ακόμη και σε συνθήκες χαμηλού άγχους. Στις σχέσεις αυτές καταναλώνεται μεγάλη προσπάθεια στην αναζήτηση αγάπης και επιβεβαίωσης από τον άλλον ή στην επίθεση προς τον άλλον επειδή δεν τα παρέχει, ώστε  να μην απομένει πολλή ενέργεια για αυτοκαθοριζόμενη δραστηριότητα ( Fleming & Anderson, 1986).

Έχουν περιγραφεί δυο διαφορετικά είδη συγχωνευμένων σχέσεων.

Πρώτον, η συμβιωτική ψευδαίσθηση: ένας ναρκισσιστικός δεσμός που αναπτύσσεται ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη, και που η λειτουργία του είναι η αμετάβλητη διατήρηση της εύθραυστης αίσθησης εαυτού της μητέρας (Hendrika, 2010). Στα πλαίσια αυτού του δεσμού εμποδίζεται η διαδικασία αυτονόμησης της κόρης, εφόσον δεν υπάρχει χώρος για την ανάπτυξη ενός ξεχωριστού εαυτού. Μητέρα και κόρη δεν υπάρχουν παρά καθρεφτιζόμενες η μια μέσα στην άλλη προκειμένου να ορίσουν την εικόνα του εαυτού τους. Πρόκειται για ένα είδος ναρκισσιστικού καθρεφτίσματος, σε αντιδιαστολή με το μητρικό καθρέφτισμα του Winnicott στο οποίο θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Η μητέρα δημιουργεί μια ειδυλλιακή σχέση με την κόρη της, η οποία στην ουσία εξυπηρετεί την παράκαμψη των αρνητικά φορτισμένων συναισθημάτων (Hendrika, 2010). Τα οποιαδήποτε αρνητικά συναισθήματα της μητέρας προς το παιδί τής διακινούν την τρομακτική αίσθηση πως δεν είναι καλή μητέρα, άρα δεν επιτρέπει στον εαυτό της να αναγνωρίσει παρά μόνο τα θετικά συναισθήματα και ως εκ τούτου έχει την τάση να εξιδανικεύει, αντιμετωπίζοντας οτιδήποτε αφορά στο παιδί της μέσα από μια ειδυλλιακή οπτική. Επιπλέον, δυσκολεύεται να αποχωριστεί συναισθηματικά το παιδί της, αφού το χρειάζεται για να της ικανοποιεί δικές της ανάγκες εξάρτησης, κάτι που επιτείνει τη συγχώνευση. Κάποιες φορές τα επιθετικά συναισθήματα προβάλλονται σε ένα τρίτο πρόσωπο, συχνά στον πατέρα, οπότε η δυάδα μητέρας-κόρης παραμένει «προστατευμένη» από οποιαδήποτε εκδήλωση διαφορετικότητας (Hendrika, 2010). Η κόρη, στην προσπάθεια της να προσαρμοστεί στις συναισθηματικές απαιτήσεις της μητέρας της, εκχωρεί τις δικές της επιθυμίες, τείνοντας έτσι να αναπτύξει έναν ψευδή εαυτό. Αλλά με αυτό τον τρόπο συμμετέχει και στην αντιστροφή του ρόλου των γενεών, γίνεται η ίδια «μητέρα της μητέρας της».

Δεύτερον,συγκρουσιακές σχέσεις4: Όσο πιο συγχωνευμένη και αδιαφοροποίητη είναι η σχέση μητέρας-κόρης, τόσο πιθανότερο είναι να εμπλέκονται σε ανεξέλεγκτες συναισθηματικές αντιδράσεις και συγκρούσεις, που, εντέλει, επιτείνουν τη συναισθηματική τους εξάρτηση.

Στο μύθο, η Δήμητρα και η Περσεφόνη παρουσιάζονται σε μια ειδυλλιακή σχέση: η μητέρα προστατεύει την κόρη της από άλλους θεούς που επιθυμούν ερωτικά την όμορφη Κόρη και προσπαθεί να διατηρήσει την αθωότητά της. Στην ουσία αυτό σημαίνει ότι η μητέρα προσπαθεί να διατηρήσει αμετάβλητο το είδος της σχέσης που έχει με την κόρη της.

Η νεαρή Κόρη -Περσεφόνη ονομάζεται μετά την απαγωγή της από τον Άδη- περιγράφεται ως μια αθώα ανέμελη και άπειρη κοπέλα που μαζεύει λουλούδια και ζει υπό την προστασία της μητέρας της. Με συστημικούς όρους θα μπορούσαμε να πούμε πως η Κόρη, πλήρως συγχωνευμένη με τη μητέρα της και αδιαφοροποίητη, δεν έχει ακόμη διαμορφώσει τη δική της ταυτότητα εαυτού. Δεν έχει ακόμη όνομα, προσδιορίζεται σε σχέση με τη μητέρα της, τη Δήμητρα. Όπως μας λέει ο μύθος, ο χωρισμός της Περσεφόνης από τη μητέρα γίνεται με βίαιο, απότομο τρόπο. Οδηγείται από τον Άδη στον Κάτω Κόσμο -ένα άγνωστο, σκοτεινό και απειλητικό μέρος. Ο Κάτω Κόσμος θα μπορούσαμε να πούμε πως συμβολίζει το εσωτερικό ταξίδι της Κόρης προκειμένου να ανακαλύψει τον εαυτό της, μακριά από την επίδραση και καθοδήγηση της μητέρας της. Η κάθοδος στον Κάτω Κόσμο εκφράζει τη δυνατότητα διείσδυσης στα εσώτερα του εαυτού της, την επαφή της με τους κόμπους και τα μπερδέματά της. Είναι η στιγμή που καλείται να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές της συγκρούσεις και τις σκοτεινές πλευρές του εαυτού της.

Στην περίπτωση της Δωρέττας και της μητέρας της, η σχέση τους είναι στενή και καταλήγει συχνά σε χρήση σωματικής βίας.

Ένα στοιχείο που συνηγορεί στην ύπαρξη μιας στενά συμβιωτικής σχέσης των δύο είναι το γεγονός πως η μητέρα «ζει» τις ερωτικές ιστορίες της κόρης της σαν δικές της, γι αυτό και περιγράφει κάποια στιγμή τον σύντροφο της κόρης της με έναν εξιδανικευτικό τρόπο. Αντιθέτως, όταν η Δωρέττα δημιουργεί σχέση με μια συνομήλικη κοπέλα, η μητέρα φαίνεται εξαιρετικά απειλημένη από αυτήν την εγγύτητα και τσακώνεται διαρκώς με την κόρη της προκειμένου να σταματήσει αυτή τη φιλία.

Μ: «Πείτε με τρελή, πείτε με περίεργη, δεν ξέρω…. Δεν μου έχει κάνει τίποτα η κοπέλα αυτή αλλά δεν τη θέλω, δεν την μπορώ, δεν ξέρω γιατί…. Δεν θέλω η κόρη μου να είναι μαζί της»

 

 Η δυνατότητα συμβολοποίησης και η ανάγκη δημιουργίας ψυχικού χώρου

Η ικανότητα για αναπαράσταση και συμβολισμό, όπως και η έλλειψή της, που εκφράζεται με εκδραματίσεις («acting out»), διαμορφώνεται από το περιβάλλον στο οποίο ζει κανείς. Γονείς που μπορούν να εμπεριέξουν τα παιδιά τους και να εναρμονιστούν μαζί τους, τους δίνουν τη δυνατότητα να περιγράφουν τα συναισθήματά τους με λέξεις και να είναι ικανά να επιλύουν συγκρούσεις  (Holmes, 2009).

O  Winnicott (1967) μίλησε για τη σημασία του μητρικού καθρεφτίσματος. H ικανότητα της μητέρας να λειτουργεί ως καθρέφτης, δηλαδή να αντικατοπτρίζει αυτό που είναι το βρέφος, το βοηθάει να αποκτήσει μια συμβολική αναπαράσταση της δικής του ψυχικής κατάστασης, καθώς και των άλλων. Το βρέφος, καθώς καθρεφτίζεται στο πρόσωπο της μητέρας του, αποκτά μια εικόνα του εαυτού του και  σταδιακά μαθαίνει να κατανοεί και να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του, μια εξέλιξη που βάζει τα θεμέλια για την ανάπτυξη της ικανότητας  για συναισθηματική ρύθμιση και έλεγχο των παρορμήσεών του (Allen & Fonagy, 2002). Προκειμένου να αναπτυχθεί η ικανότητα κατανόησης και ρύθμισης των συναισθημάτων χρειάζεται να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: πρώτον, σχετικά επιτυχής εναρμόνιση, συμβατότητα ή συνάφεια  (congruency,  contingency) του καθρεφτίσματος της μητέρας με αυτό που νιώθει το παιδί, και δεύτερον,επισήμανση (markedness) του συναισθήματος (συχνά μέσω της υπερβολής στην έκφραση), έτσι ώστε η μητέρα να μπορεί να εκφράσει ένα συναίσθημα του παιδιού και την ίδια στιγμή να γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για δικό της συναίσθημα ( Gergely & Watson, 1999). Μέσω αυτής της διαδικασίας η μητέρα εισάγει το παιδί στην «ως εάν» θέση, στον τρόπο του «υποδύεσθαι»  (pretend mode), με άλλα λόγια στον κόσμο της συμβολοποίησης (Gergely & Watson, 1999). Καθώς το παιδί εξελίσσεται,  μέσα από τη διάδραση με τη  μητέρα και τα άλλα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του, είναι σε θέση να μεταμορφώνει τα ακατέργαστα συναισθήματά του σε σύμβολα (Holmes, 2001).  Έτσι, καταφέρνει σταδιακά να αφηγείται μια ιστορία για τον εαυτό του που συνδέει την εσωτερική και εξωτερική του εμπειρία .

Για τον Wright (Holmes, 2009) το πρόσωπο της μητέρας είναι το πρώτο σύμβολο. Το πρόσωπό της δεν αποτελεί μέρος του εαυτού του παιδιού  ωστόσο, επειδή ανταποκρίνεται, γεννά την αίσθηση ότι συνδέεται στενά με αυτό, οπότε στα μάτια της μητέρας το βρέφος αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του και αναπτύσσει τον εσωτερικό του κόσμο. Η μητέρα, όπως αναφέρει ο Μανωλόπουλος (2011) είναι «η πρώτη ποιήτρια που με τους χειρισμούς της, τη φωνή της, τα τραγούδια της, παρέχει μεταφορές στο βρέφος, συνδέοντας τα αισθητά του σώματος με τα αναδυόμενα νοητά του ψυχισμού».

Κατά τον Bion (1962), η μητέρα είναι συστατικό στοιχείο στην εξέλιξη της ικανότητας του παιδιού για ψυχικοποίηση, και επομένως για σκέψη, μέσω της δικής της ικανότητας για ονειροπόληση (reverie). Η μητέρα είναι εκείνη που «φιλοξενεί», «περιέχει» ή «συνδέει» τις βρεφικές αισθητηριακές εμπειρίες, δίνοντάς τους νόημα  (Bion, 1978),  και παράλληλα παρέχει την αίσθηση μιας άρρηκτης γραμμής (Stern,1985). Αυτή η δραστηριότητα της μητέρας εισάγει το παιδί στη διαδικασία εσωτερίκευσης.

Η ευαίσθητη κι εναρμονισμένη ανταπόκριση της μητέρας εσωτερικεύεται από το παιδί ως αναστοχαστική λειτουργία  (reflective function),  (Fonagy et al., 1991),  η οποία δηλώνει τη δυνατότητα του να αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη συμπεριφορά με όρους  αναγκών, αισθημάτων, πεποιθήσεων, στόχων, σκοπών και αιτίων (Allen et al. 2008 ). Μια άλλη συγγενής έννοια για την οποία επίσης μίλησε ο Fonagy, είναι αυτή τηςεν-νόησης (mentalization). Καθώς οι άλλοι ανταποκρίνονται στο παιδί και το κατανοούν, εκείνο με τη σειρά του μπορεί να κατανοεί και να δέχεται την άποψη κάποιου άλλου, ως «άποψη κάποιου άλλου»,   και είναι σε θέση να τα βγάλει πέρα με τον εαυτό του και τις σχέσεις. Η εννόηση είναι η θεμελιώδης ανθρώπινη ικανότητα που επιτρέπει σε ένα νου να είναι φορέας ενός άλλου νου (Αllen et al., 2008). Μας βοηθάει να διακρίνουμε την εσωτερική από την εξωτερική πραγματικότητα, τις ενδοπροσωπικές διεργασίες από τις διαπροσωπικές και μας επιτρέπει να νοηματοδοτούμε και να διαχειριζόμαστε  την πραγματικότητα. Συνοψίζει την ικανότητα μετασχηματισμού των ενορμήσεων σε αισθήματα, το στοχασμό και τη δημιουργία νοήματος από αυτά (Fonagy & Βρούβα, 2010).

Στην περίπτωση απουσίας μιας περιεκτικής μητέρας, το αποτέλεσμα θα είναι υπερβάλλουσα προβλητική ταύτιση ή και σχάση  από την πλευρά του παιδιού, καθώς και μια αίσθηση κενότητας και έλλειψης νοήματος,  με συνέπεια αργότερα την εκδήλωση  ψυχοπαθολογίας (Holmes, 2009). Όταν το καθρέφτισμα της μητέρας δεν αντιστοιχεί σε αυτό που αισθάνεται το παιδί, τότε εκείνο νιώθει κενό, κάτι που μπορεί να οδηγήσει, αργότερα, στην ανάπτυξη ναρκισσιστικού τύπου προσωπικότητας. Εάν το καθρέφτισμα δεν είναι αρκετά σημασμένο (marked), τότε η μητέρα απορροφά και εξωτερικεύει το συναίσθημα του παιδιού (χωρίς να είναι σε θέση να το μεταβολίσει) και το παιδί μοιάζει να  βιώνει υπερχείλιση συναισθήματος, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ξεχωρίσει τον εσωτερικό από τον εξωτερικό κόσμο. Αυτό είναι πιθανό να οδηγήσει στην ανάπτυξη οριακής προσωπικότητας. (Fonagy et al. 2002).

Τα άτομα που έχουν υποστεί τραυματισμό στερούνται μιας θεωρίας του νου  (theory of mind), οπότε έχουν δυσκολία να δουν τους άλλους ως ξεχωριστά όντα  με συναισθήματα, προθέσεις και επιθυμίες, καθώς και να προσδιορίσουν τη δική τους ψυχική κατάσταση. Η ικανότητά τους να σκέπτονται στοχαστικά για τον εαυτό τους και για τις εμπειρίες που αποκομίζουν από τις σχέσεις είναι μειωμένη (Fonagy, 1991). Η έλλειψη δυνατότητας συμβολοποίησης και η αδυναμία χρήσης της φαντασίας τα οδηγεί συχνά σε παρορμητικές εκδραματίσεις (Zulueta, 2006). Καθώς στερούνται της δυνατότητας για συναισθηματική επεξεργασία των εμπειριών τους, αδυνατούν  να νοηματοδοτήσουν την πραγματικότητα μέσα και γύρω τους, με τρόπο συνεκτικό και συγκροτημένο.

Αν επιστρέψουμε στο μύθο της Δήμητρας και της Περσεφόνης θα λέγαμε πως η Δήμητρα, αρχικά φαίνεται να μην έχει τη δυνατότητα να εσωτερικεύσει την απώλεια της κόρης της και να θρηνήσει.  Η ζωή της αλλάζει, χάνει το σκοπό και λόγο ύπαρξής της. Η θλίψη και η οργή της για την βίαιη αρπαγή της κόρης της από τον Άδη την οδηγεί σε πράξη, δηλαδή στην καταστροφή της γης, μέσω του λιμού και της ξηρασίας. Λειτουργεί πρωτόγονα, παρορμητικά και καταστροφικά καταδικάζοντας τη γη σε φτώχεια και στειρότητα.

Στην περίπτωση της Δωρέττας τα συμπτώματα γύρω από τη «δυσκαταποσία» είναι τόσο έντονα, που η θεραπευτική ομάδα αποφασίζει να δοθεί φαρμακευτική αγωγή. Στην πέμπτη συνεδρία χορηγείται συνταγή για αντικαταθλιπτικό και, παρόλο που δεν υπάρχει εκτίμηση ότι πρόκειται για διαταραχή πρόσληψης τροφής, προτείνεται θεραπευτικό γεύμα (αν και στην πρακτική μας ούτε στις διαταραχές πρόσληψης τροφής χρησιμοποιούμε την τεχνική του θεραπευτικού γεύματος του Minuchin, πλέον).

Είναι μια στιγμή που οι οικογενειακοί θεραπευτές ενδύονται τον μανδύα του κλινικού «ψυχίατρου-μάγου» και χορηγούν μια διαφορετική «τροφή» από αυτήν που επιβάλλει το θεραπευτικό τους πλαίσιο.

Η λήψη του πρώτου αντικαταθλιπτικού χαπιού γίνεται με τρόπο χαρακτηριστικό της οικογενειακής μυθολογίας περί τροφής. Η Δωρέττα, ενώ βρίσκεται στο σχολείο, προσπαθεί να καταπιεί το χάπι αλλά είναι αδύνατον, αφού βρίσκεται σε κατάσταση έντονου άγχους, έχει «κλείσει ο λαιμός της». Μια καθηγήτριά της ειδοποιεί τη μητέρα να πάρει την κόρη της διότι δεν είναι καλά. Στο σπίτι γίνεται μια έντονη σκηνή καθώς η μητέρα προσπαθεί με το ζόρι να της δώσει το φάρμακο. Όταν το καταφέρνει τελικά, ξαναφεύγει για τη δουλειά της. Η Δωρέττα περιγράφει την επίδραση που είχε πάνω της το φάρμακο, δηλαδή η αποφασιστική στάση της μητέρας της:

Δ: «Μόλις έμεινα μόνη πήγα και αγκάλιασα το καλοριφέρ και έμεινα πολλή ώρα μέχρι να ηρεμήσω. Ήθελα να είμαι κάπου ζεστά».

Αλλά το «μαγικό» έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Την ίδια μέρα, και ενώ αισθάνεται κάποιο μούδιασμα και υπνηλία αγκαλιασμένη με το καλοριφέρ, τα συμπτώματα της «δυσκαταποσίας» εξαφανίζονται, αρχίζει να τρώει κανονικά. Πηγαίνει με συμμαθητές στην καφετέρια, γράφεται σε σχολή χορού.

Το θεραπευτικό γεύμα, στην επόμενη συνεδρία, είναι σαν μια τελετή επανασίτισης. Η Δωρέττα τρώει αργά, με μηρυκαστικό τρόπο, και ταυτόχρονα συμμετέχει στη συζήτηση γύρω από το φαγητό:

Δ: «Προχθές στο σχολείο έφαγα μια σοκολάτα και μου άρεσε τόσο πολύ που από τότε τρώω κάθε μέρα».

Η μητέρα αναφέρει ότι δύο αδέλφια της δικής της μητέρας δεν μπορούσαν να φάνε αν ήταν άλλος μπροστά:

Μ: «Είναι γονίδια ίσως. Πάντως χαίρομαι που κατάφερα να βοηθήσω την κόρη μου».

Το επόμενο διάστημα η Δωρέττα ανθίζει σαν χρυσαλλίδα. Όμορφη, ήρεμη, τελειώνει το σχολείο, γράφεται σε μια Σχολή και κάνει σχέση με έναν νέο. Αποφασίζεται να αποχαιρετήσει τις κοινές οικογενειακές συνεδρίες και να παραδώσει τη μητέρα της σε ατομική θεραπεία. Τους επόμενους μήνες στέλνει με τη μητέρα της περιγραφές για το πόσο καλά είναι, πώς για πρώτη φορά απολαμβάνει τόσα πράγματα. Μετά από οκτώ μήνες διακόπτεται η αγωγή.

Πολύ αργότερα, σε επόμενη φάση της θεραπείας, όταν έχουν ξανάρθει από κοινού, χωρίς συμπτώματα αυτή τη φορά, αλλά για να διεργαστούν τα θέματα του «leaving home» της Δωρέττας, τίθεται εκ νέου το ζήτημα της δημιουργίας και διατήρησης ψυχικού χώρου στη σχέση τους, ώστε να μπορέσει η Δωρέττα να ενσωματώσει το θηλυκό κομμάτι της ύπαρξής της, δηλαδή να «προικιστεί» από τη μητέρα της με τη θηλυκότητα. Η μητέρα μιλάει για το πώς η κόρη της τής ζήτησε χρήματα για να βγάλει τα φρύδια της, αλλά εκείνη αρνήθηκε να της τα δώσει.

Η μητέρα αναφέρει: «Να της δώσω για κάτι άλλο, ναι..…αλλά για τα φρύδια; το θεωρώ περιττό… ». Η Δωρέττα απαντάει πως αισθάνεται ντροπή για τη συζήτηση που γίνεται «για τρίχες θα μιλάμε τώρα;». Η θεραπεύτρια σχολιάζει πως αυτό που συζητείται είναι η θηλυκότητα της Δωρέττας και πόσο είναι επιτρεπτή και αποδεκτή από τη μητέρα της. Η μητέρα θυμάται πως η δική της μητέρα δεν της επέτρεπε να καλλωπίζεται, να φοράει παντελόνι, και πως την είδε ως γυναίκα μόνο αφότου χώρισε με τον άντρα της και μόνο μέσα από μεσολάβηση του πατέρα της. Στο σημείο αυτό η Δωρέττα σχολιάζει πως η γιαγιά τής έχει πει πως θα της δίνει η ίδια χρήματα για ό, τι έχει σχέση με τον καλλωπισμό και την ομορφιά της. Με τον τρόπο αυτό η γιαγιά ακυρώνει τη μητέρα στο ρόλο της, «κλέβοντας» την κόρη της και στην ουσία μην επιτρέποντας να «προικοδοτηθεί» η Δωρέττα από τη μάνα της αφού αναλαμβάνει το ρόλο αυτό η γιαγιά.  

Η θεραπεύτρια αναπλαισιώνει λέγοντας πως στη μητέρα επετράπη να αποκτήσει θηλυκότητα με τη μεσολάβηση του πατέρα, ενώ η Δωρέττα είναι σε πιο δυσχερή θέση αφού ο αποχωρισμός της μητέρας και της κόρης (που μεταξύ άλλων σημαίνει να γίνει γυναίκα η Δωρέττα) θα πρέπει να γίνει εν απουσία του πατέρα. Άρα, μόνο με τη μεσολάβηση της θεραπεύτριας, «στο όνομά του». Σε αυτό, μητέρα και κόρη συμφωνούν απολύτως.

Προβολές

Οι γονείς δεν ανταποκρίνονται σε όλα τα παιδιά τους με τον ίδιο τρόπο, παρόλο που δεν το αναγνωρίζουν. Ο Bowen (Goldenberg et al., 1999)  χρησιμοποίησε τον όρο «διαδικασία οικογενειακής προβολής», σύμφωνα με την οποία η συναισθηματικότητα και το άγχος του αδιαφοροποίητου γονέα προβάλλονται σε ένα παιδί, εκείνο που είναι περισσότερο συναισθηματικά προσκολλημένο στο γονέα, είναι ευάλωτο στις συναισθηματικές εντάσεις της οικογένειας και κατά συνέπεια έχει το χαμηλότερο επίπεδο διαφοροποίησης και τη μεγαλύτερη δυσκολία να αποχωριστεί την οικογένεια. Η διαδικασία της προβολής ως ένα βαθμό εμφανίζεται σε όλες τις οικογένειες, λειτουργεί κυρίως στα πλαίσια του τριγώνου πατέρας-μητέρα-παιδί και συνδέεται, επίσης, με εκείνην της μεταβίβασης διαμέσου των γενεών. Η ένταση της διαδικασίας οικογενειακής προβολής σχετίζεται με δύο βασικούς παράγοντες: το βαθμό μη- διαφοροποίησης των γονέων και το επίπεδο άγχους που βιώνει η οικογένεια (Goldenberg et al., 1999).

Μέσω των ασυνείδητων προβολών οι γονείς εναποθέτουν στο παιδί ακατέργαστο συναισθηματικό υλικό της δικής τους ζωής, με αποτέλεσμα το παιδί να συμπεριφέρεται με έναν τρόπο που ταιριάζει στις προβολές τους.

Σύμφωνα με την Fraiberg (Fraiberg et al, 1975) «σε κάθε παιδικό δωμάτιο υπάρχουν φαντάσματα. Είναι οι επισκέπτες από το λησμονημένο παρελθόν των γονιών, οι απρόσκλητοι της βάφτισης». Αυτά τα φαντάσματα, που αντιπροσωπεύουν ανεπίλυτα συναισθηματικά ζητήματα προηγούμενων γενεών, παρεμβάλλονται στη σχέση γονιού-παιδιού. Το παιδί, μοιάζει, έτσι, να κατοικείται από έναν πρόγονο, όπως ένα κάστρο στοιχειωμένο από φάντασμα και αδυνατεί να υπάρξει έξω από αυτό που του προβάλλουν οι γονείς (Λαζαράτου, 2008 ).

Οι Steele & Pollock (Mohler .et al. 2001) ήταν από τους πρώτους που παρατήρησαν τη σημασία των προβλητικών μηχανισμών στην αλληλεπίδραση των κακοποιημένων γονιών και των παιδιών τους. Μέσω της προβολής των αρνητικών αναπαραστάσεων του εαυτού τους στο παιδί τους, διαιωνίζεται ο κύκλος της απόρριψης και η κακοποίηση.

Το όνομα Περσεφόνη από την επική ποίηση (Περσέφασσα στους τραγικούς), ξενικής προέλευσης μάλλον λέξη, ετυμολογικά ερμηνεύτηκε από τους αρχαίους σχολιαστές ως προερχόμενο από τις λέξεις «φέρω και φόνος» ή από τις λέξεις «πτέρσις (καταστροφή) και εφάπτω». Και οι δύο απόψεις σημαίνουν «αυτή που προκαλεί τον θάνατο, την καταστροφή». Το όνομα της νεαρής γυναίκας αρχικά ήταν Κόρη, όμως μετά την κάθοδό της στον Κάτω Κόσμο με τον Άδη, το όνομά της γίνεται Περσεφόνη, δηλαδή συνώνυμο με την καταστροφή. Είναι ενδιαφέρον το ερώτημα πώς ή ποιός αλλάζει το όνομα της νεαρής γυναίκας, αφού η καταστροφή στη γη δεν προκλήθηκε από την ίδια αλλά από τη μητέρα της.

Στη θεραπεία μας γίνονται συχνά φανερές οι προβολές της μητέρας στην κόρη της. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα όπου η μητέρα μέμφεται την κόρη:

Μ: «Δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, δεν τολμάει να πάρει τη ζωή της στα χέρια της, ούτε τηλεφωνικά δεν μπορεί να αναλάβει να διεκπεραιώσει τις υποθέσεις της».

Δ: «Ακόμα κι όταν πρόκειται για προσωπικές μου υποθέσεις, όπως η ανανέωση της εγγραφής στη σχολή μου, δεν αισθάνομαι καλά όταν είμαι μόνη μου. Προτιμώ να έχω μαζί μου και τη μητέρα μου. Έτσι αισθάνομαι πιο δυνατή».

Θ: (στη μητέρα) «Πώς αντιλαμβάνεστε τον εαυτό σας και ποια είναι τα αδύναμα σημεία σας, στα οποία θα μπορούσατε να αντλήσετε στήριξη από την κόρη σας;

Μ: «Εγώ είμαι δυνατή, δεν το βάζω ποτέ κάτω και κοιτάω πάντα μπροστά. Ό, τι έγινε στο παρελθόν είναι παρελθόν».

Το αδύναμο μέρος της μητέρας, που δεν έχει χώρο στην περιγραφή του εαυτού της, προβάλλεται στην κόρη της, η οποία το κάνει πράξη, γι αυτό άλλωστε και η Δωρέττα δεν μπορεί να δώσει καμιά εξήγηση για το τι είναι αυτό που την κάνει να αισθάνεται τόσο αδύναμη χωρίς την παρουσία της μητέρας της.

Από την άλλη πλευρά, η παντοδυναμία της μητέρας δεν φαίνεται να είναι τόσο βέβαιη όσο περιγράφεται από την ίδια, αφού επί σειρά ετών η μητέρα δουλεύει πολύ σκληρά για έναν εργοδότη ο οποίος την αμείβει ελάχιστα για τα όσα προσφέρει. Παρόλο που η ίδια αναφέρει πως έχει εναλλακτικές προτάσεις δεν αποφασίζει ούτε να φύγει ούτε να διεκδικήσει αυτά που δικαιούται.

Η Δωρέττα, σε κάποια στιγμή της θεραπείας αποκαλύπτει πως, μια μέρα, μέσα από μια «ακατανίκητη παρόρμηση», έκλεψε χρήματα από τον εργοδότη της μητέρας της. Αυτό το γεγονός είναι εντελώς αντίθετο με το προφίλ και τις αξίες της Δωρέττας η οποία, άλλοτε, έχει υποστηρίξει με υλικό και ψυχικό κόστος την αφοσίωσή της σε θέματα εντιμότητας. Για άλλη μια φορά η μητέρα προβάλλει στη Δωρέττα τη δική της ανάγκη να πάρει όσα δικαιούται, και η κόρη της εκδραματίζει αυτήν την ανάγκη μέσω μιας παρορμητικής-καταναγκαστικής κλοπής, παίρνοντας τα «χρωστούμενα για λογαριασμό της μητέρας της».

Ο ρόλος του πατέρα: ο ρόλος του/της θεραπευτή/ας

Η μητέρα της Δωρέττας φιλοξενεί στο σπίτι της τον αδελφό της ο οποίος χώρισε από τη γυναίκα του. Δείχνει να δυσανασχετεί με αυτήν την αναγκαστική φιλοξενία αλλά δεν μπορεί να πει στον αδελφό της να φύγει. Όμως η Δωρέττα έχει ξεκινήσει μια περίεργη συμπεριφορά. Είναι κατηφής, ευερέθιστη, και έχει αρχίσει ένα καταναγκαστικό ξόδεμα χρημάτων, με χρέωση καρτών της μητέρας.

Η Δωρέττα τηλεφωνεί στη θεραπεύτρια και αναφέρει ότι νοιώθει άγχος, τα συμπτώματα επανήλθαν, δεν μπορεί να φάει και ζητάει επαναφορά στη φαρμακευτική αγωγή. «Κάντε κάτι, θα πεθάνω. Η μητέρα μου θυμώνει μαζί μου γιατί νομίζει ότι το κάνω επίτηδες. Κανείς δεν με πιστεύει πόσο υποφέρω».

Της δίνεται ατομική συνεδρία.

Δ: «Από τότε που ο θείος ήρθε στο σπίτι, κοιμάται στο δικό μου δωμάτιο».

Θ: «Γιατί ο θείος δεν κοιμάται με τη μητέρα σου;»

Δ: «Γιατί δεν θέλει».

Θ: «Γιατί δεν κοιμάσαι εσύ με τη μητέρα σου;»

Δ: «Γιατί δεν θέλω να αφήσω το κρεβάτι μου. Η μητέρα μου με νευριάζει, όλο έρχεται και μου στρώνει το κρεβάτι μου και το κολλάει πάνω στο κρεβάτι του θείου. Δεν μπορώ να φάω, έχω αδυνατίσει και γίνομαι άσκημη, δεν θα αρέσω σε κανέναν».

Προτείνεται επόμενη κοινή οικογενειακή συνεδρία. Ούτε η Δωρέττα ούτε η μητέρα αναφέρουν τίποτα για το θείο. Σαν να υπάρχει συνενοχή για τη διαφύλαξη ενός οικογενειακού μυστικού. Όμως, περιγράφουν ένα επεισόδιο όπου, με παρορμητικό τρόπο, η Δωρέττα άρχισε να χτυπάει το κεφάλι της μητέρας της φωνάζοντας: «Κάνε κάτι να παχύνω, να μην είμαι τόσο άσκημη, πήγαινε με σε ένα γιατρό, κάνε κάτι για να φάω, για να μπορώ να καταπιώ! ».

Η θεραπεύτρια αναγκάζεται να ανοίξει η ίδια το θέμα του θείου. Η Δωρέττα μιλάει για το θείο και το κρεβάτι της. Η μητέρα κωφεύει: στάση Πόντιου Πιλάτου.

Γίνεται μια «επιθετική» αναπλαισίωση.

Θ: «Μια κοπέλα 20 ετών που κοιμάται δίπλα σε ένα θείο 42, μήπως για να γλυτώσει, θα πρέπει να είναι αδύνατη, άσκημη και λίγο τρελή; » 

Η Δωρέττα κλαίει.

Στην επόμενη συνεδρία η Δωρέττα αναφέρει ότι με δική της απόφαση έφυγε από το δωμάτιο του θείου. Όμως δεν είναι ακόμη καλά. Έχει έντονα σωματικά συμπτώματα.

Δ: «Από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε, είπα να πάω στο δωμάτιο της μητέρας μου. Ήθελα να αλλάξω κάτι, εγώ το ήθελα. Αλλά δεν λύθηκε κάτι από τα σωματικά. Με στενοχωρεί ότι χάνω τη ζωή μου. Και δεν θέλω να στενοχωρώ και τη μητέρα μου».

Μ: «Κι εγώ νοιώθω χαμένη, δεν ξέρω τι να κάνω για να τη βοηθήσω».

Θ: «Λέτε λοιπόν ότι κάτι γίνεται στο σπίτι σας χωρίς τη θέλησή σας. Τι είναι αυτό; ».

Μ: «Πολλά. Το ότι έχω φορτωθεί όλες τις δουλειές. Ότι η κόρη μου είναι άσκημα. Ότι έχω μοναξιά.  Και ότι ο αδερφός μου είναι στο σπίτι και δεν φεύγει».

Δ: «Πάντως η θυσία που γίνεται για το θείο είναι στο αίμα μας. Είναι συναισθηματική δέσμευση». Συμφωνεί και η μητέρα.

Μ: «Για συναισθηματικούς λόγους το κάνω για τον αδελφό μου. Είναι πολύ μόνος, δεν έχει κανέναν να τον νοιαστεί».

Θ: «Είναι και για σας μια συντροφιά ο αδελφός σας; »

 Μ: «Τώρα που τον έχω συνηθίσει, είναι».

Δ: «Κι εγώ τον έχω συνηθίσει, μια φορά που έλειπε για Σαββατοκύριακο το δωμάτιο ήταν “κάπως”, σαν άδειο. Και για μένα είναι δίλημμα».

Θ: «Αναρωτιέμαι, στην κοντινότητα που υπάρχει ανάμεσα σε σένα και τη μαμά σου, τι εξυπηρετούσε η παρουσία του θείου».

Δ: «Ίσως ήταν το τρίτο πρόσωπο που μπήκε ανάμεσα μας».

 Επομένως, τώρα που κοιμάται στο δωμάτιο της μητέρας, μητέρα και Δωρέττα ξανάρθαν πάλι πολύ κοντά.

Σχολιάζοντας τη συνεδρία θα λέγαμε πως η παρουσία του θείου, ως τρίτου πρόσωπου, παραδόξως (και προφανώς λόγω της «εισβολής» του στο δωμάτιο της Δωρέττας), αντί να λυτρώσει, εντείνει τη συγχωνευτική σχέση μητέρας-κόρης. Από την άλλη, ο θεραπευτής, ως τρίτο πρόσωπο, καλείται να βοηθήσει να δημιουργηθεί ψυχικός χώρος μεταξύ μητέρας και κόρης, ώστε να επιτραπούν διαδικασίες συναισθηματικού αποχωρισμού. Το θεραπευτικό σύστημα αποτελείται από ένα τρίγωνο όπου ο θεραπευτής, ακόμη κι αν είναι γυναίκα, τοποθετείται στον επανορθωτικό ρόλο του πατέρα, του οποίου η συμβολική παρουσία αποσκοπεί στο να ενισχύσει την αναγνώριση των ατόμων της δυάδας μητέρας-κόρης ως ξεχωριστών οντοτήτων. Γι αυτό, άλλωστε, κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πολλές φορές ο θεραπευτής κλήθηκε να μπει στο ρόλο του πατέρα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα μια συνεδρία όπου η Δωρέττα ζήτησε από τη θεραπεύτρια να κάνει μια επόμενη συνεδρία μόνο με τη μητέρα της, για «να τα πουν μεταξύ τους», παραπέμποντας στην ανάγκη που έχουν τα παιδιά να αισθάνονται τους γονείς τους να συνεννοούνται για τα ζητήματα που τα αφορούν.

O θεραπευτής θα προσφέρει ένα ασφαλές πλαίσιο, που θα διευκολύνει μια νέα κατανόηση, ενδυναμώνοντας την ικανότητα της μητέρας και της κόρης για συναισθηματική επεξεργασία και νοηματοδότηση (ενώ προηγουμένως λειτουργούσαν μέσω προβολών και εκδραματίσεων). Συμβολικά μπαίνει στη θέση ενός «επαρκώς καλού πατέρα» (για να παραφράσουμε τον Winnicot), ο οποίος συνδυάζει τη συναισθηματική διαθεσιμότητα με τα όρια.

Η παρουσία του πατέρα έχει μια σειρά από σημαντικές επιπτώσεις για τη δυάδα μητέρας–παιδιού (Marks, 2002). Παρέχει ένα είδος ανακούφισης, τόσο στη μητέρα όσο και στο παιδί, ενισχύει την ξεχωριστή ύπαρξη του παιδιού και, επιπλέον, μπορεί να επηρεάσει θετικά την ικανότητά του για συμβολοποίηση. Δεν είναι μόνον ένα πρόσωπο, αλλά αντιπροσωπεύει και μια θέση, μια λειτουργία, είναι ο τρίτος που διαμεσολαβεί στη σχέση μητέρας-κόρης, διευκολύνοντας τη διεργασία αποχωρισμού τους.

Ο πατέρας είναι ένα αντίδοτο στην υπερβολική έκθεση στη μητέρα και,συγχρόνως,αποτελεί για το ίδιο το παιδί μια εμπειρία ότι κατέχει μια σημαντική θέση και στο μυαλό κάποιου άλλου πλην της μητέρας(Raphael –Lef,1991).

Ο πατέρας μπορεί, ακόμα, εν μέρει, να αναπληρώσει ή και να επανορθώσει τα συναισθηματικά κενά της μητέρας σε σχέση με την κόρη της. Αποτελεί μια δεύτερη ευκαιρία για τη συναισθηματική ανάπτυξη της κόρης του.

Όταν τα γονικά καθήκοντα μοιράζονται ανάμεσα στη μητέρα και στον πατέρα, ο καθένας συνεισφέροντας μέσα από τις ιδιαιτερότητες του φύλου του και του χαρακτήρα του, το παιδί ωφελείται από αυτή τη συμπληρωματικότητα.

Όπως αναφέρει ο Skynner (1987), ο ορισμός του εαυτού με βάση τα δυο διαφορετικά πρόσωπα, της μητέρας και του πατέρα, γίνεται, με τον ίδιο τρόπο που ένα καράβι, όταν γνωρίζει δυο σημεία του ορίζοντα, μπορεί να ορίσει τη θέση στην οποία βρίσκεται μέσα στον ωκεανό.

Το παιδί, καθώς εσωτερικεύει και τους δυο διαθέσιμους γονείς του, παύει να είναι εγκλωβισμένο σε μια σχέση για δύο, που απειλεί να του προκαλέσει ασφυξία. Το πρωταρχικό οικογενειακό τρίγωνο εφοδιάζει το παιδί με δυο συνδέσμους που το συνδέουν με τον κάθε γονιό ξεχωριστά και το φέρνουν αντιμέτωπο με τον σύνδεσμο μεταξύ τους που το αφήνει απέξω. Αυτό παρέχει ένα πρότυπο μιας σχέσης «τρίτου είδους», στην οποία το παιδί είναι μάρτυρας και όχι συμμετέχων και έτσι δημιουργείται μια τρίτη θέση από όπου μπορεί κανείς να παρατηρεί τις σχέσεις, ενώ μπορεί να φανταστεί και τον εαυτό του να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης.Ο Britton ονόμασε την ψυχική ελευθερία που δίνει αυτή η διαδικασία «τριγωνικό χώρο» (Britton, 1989).

Το παιδί, καθώς μαθαίνει πως οι γονείς του έχουν τη δική τους συναισθηματική ζωή από την οποία το ίδιο αποκλείεται, συνειδητοποιεί τον διαχωρισμό των γενιών στην οικογένειά του και αντιλαμβάνεται πως σε σχέση με τους γονείς του θα είναι πάντα παιδί (Heineman, 2006). Είναι μια ιδιαίτερα σημαντική αλλά και οδυνηρή θέση το να παρατηρεί και να αντέχει τον ειδικό δεσμό μεταξύ των γονιών του, να αντέχει τη ζήλεια και το φόβο του αποκλεισμού, ενώ συνεχίζει να αισθάνεται ότι αγαπιέται από τους γονείς του. Αργότερα καθώς ενηλικιώνεται θα αποκλείσει το ίδιο τον εαυτό του από το γονικό ζεύγος προκειμένου να αναπτύξει τη δική του ταυτότητα και να δημιουργήσει στενές σχέσεις έξω από την οικογένειά του (Χαραλαμπάκη 2008).

Ο θεραπευτής, από την άλλη, μέσα στην οικογενειακή συνεδρία μητέρας-κόρης, άλλοτε λειτουργεί ως σύζυγος της μητέρας και άλλοτε ως πατέρας της κόρης, ανάλογα με τις συνθήκες, χωρίς το ένα να ακυρώνει το άλλο.

Σε ειδικές στιγμές της θεραπευτικής διεργασίας ο θεραπευτής χρειάζεται να αποτελέσει ένα συμβολικό ζευγάρι με τη μητέρα, από το  οποίο θα αποκλειστεί η κόρη.

Άλλες φορές πάλι ο θεραπευτής χρειάζεται να δημιουργήσει χώρο, ώστε να ακουστεί η εκδοχή του απόντα πατέρα, προκειμένου η κόρη να αποκτήσει πρόσβαση και σε πλευρές της ιστορίας του πατέρα της που έμεναν αποσιωπημένες από τη μητέρα ή χρωματίζονταν μόνο από τη δική της οπτική.

Όπως αναφέρει η Κρίστεβα (2011),«ο θεραπευτής τοποθετείται σε μια κορυφογραμμή όπου αφενός η "μητρική θέση" -ως ικανοποίηση των αναγκών- holding(Winnicott) -και αφετέρου η "πατρική θέση"- ως διαφοροποίηση, απόσταση και απαγόρευση που παράγει νόημα αλλά και παράλογο- αναμειγνύονται και αποσυνδέονται επ' άπειρον και επ' αόριστον».

Στην περίπτωση που ο πατέρας απουσιάζει, είναι πιθανόν η κόρη, αν λάβει το μήνυμα από τη μητέρα της ότι νιώθει ευάλωτη και μόνη, να προσπαθήσει να αναπληρώσει το κενό της απουσίας του αναλαμβάνοντας μεγάλο μέρος της συναισθηματικής ευθύνης της μητέρας της. Όπως είναι αναμενόμενο, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο σχετίζεσθαι, όπου κυριαρχεί η αντιστροφή ρόλων και η υπερεμπλοκή, ο συναισθηματικός αποχωρισμός και η διαφοροποίηση της κόρης αναβάλλεται διαρκώς. Όσο πιο ανώριμη, συναισθηματικά, και ευάλωτη, ναρκισσιστικά, είναι η μητέρα, τόσο περισσότερο θα δυσκολευτεί να επιτρέψει στο παιδί της να εξελιχθεί πέρα από τις προσωπικές της ανάγκες και προσδοκίες, για να αναπτύξει τη δική του αυτόνομη ταυτότητα. 

Αξίζει να σημειώσουμε πως όταν αναφερόμαστε στην απουσία του πατέρα δεν εννοούμε τη φυσική του απουσία, αλλά την έλλειψη της συμβολικής λειτουργίας του πατέρα μέσα στην οικογένεια, η οποία θα μπορούσε να διευκολύνει τη διαφοροποίηση του παιδιού.

Στο μύθο της Δήμητρας και Περσεφόνης, ο Δίας, πατέρας της Περσεφόνης, φαίνεται να επιθυμεί τον αποχωρισμό μητέρας-κόρης, αφού επιτρέπει στον Άδη να αποπλανήσει την κόρη του. Εκτός αυτού, ο Δίας (μαζί με τους άλλους θεούς), είναι αυτός που επεξεργάζεται και προτείνει την τελική συμβιβαστική λύση στη σχέση της Δήμητρας με την Περσεφόνη. Στην ουσία αντιπροσωπεύει την ικανότητα της Περσεφόνης να εσωτερικεύσει τη σχέση με τη μητέρα της, ενώ την ίδια στιγμή διατηρεί τη σχέση με τον άντρα της. Η εγγύτητα με τη μητέρα παραμένει και η σχέση με τον Άδη στον Κάτω Κόσμο μπορεί να βιώνεται ως πηγή ευχαρίστησης, αν και μακριά από το βλέμμα της μητέρας.

Η Δήμητρα, μετά την παρέμβαση του Δία και την τελική λύση που δόθηκε, σύμφωνα με την οποία ένα μέρος του χρόνου η Περσεφόνη θα μένει με τον άντρα της και τον υπόλοιπο χρόνο θα τον μοιράζεται με τη μητέρα της, δείχνει να είναι  σε θέση  να διαχειριστεί το πένθος για την απώλεια της κόρης της πιο δημιουργικά. Καθώς αποδέχεται και νοηματοδοτεί τη θλίψη της για τις αλλαγές που έφερε η απαγωγή της κόρης της από τον Άδη, επιτρέπει στη σχέση τους να εμπεριέξει την απόσταση, τη διαφορετικότητα, τον αποχωρισμό.

Όπως η Περσεφόνη, όλες οι κόρες, κάθε φορά που διαπραγματεύονται μεταβάσεις στον κύκλο της ζωής τους γυρνούν πίσω στη σχέση με τη μητέρα τους, προκειμένου να επεξεργαστούν πλευρές του εαυτού τους που μοιάζουν με τη μητέρα τους και ταυτόχρονα είναι διαφορετικές από εκείνη (Berstein, 2004). Τέτοιες στιγμές μπορεί να αφορούν καταστάσεις-ορόσημα όπως είναι ο γάμος, η εγκυμοσύνη, η γέννηση ενός παιδιού, η εμμηνόπαυση, τα γηρατειά και ο θάνατος. Ακόμη και οι πιο χαρούμενες στιγμές μπορεί να φέρουν την απώλεια. Κάθε καινούργια φάση στον κύκλο της ζωής απαιτεί την εγκατάλειψη μιας προηγούμενης. Έτσι και η Περσεφόνη χρειάζεται να αποχωριστεί την όμορφη, αμέριμνη, συμβιωτική σχέση με τη μητέρα της, για να μπορέσει να γίνει γυναίκα, να αποκτήσει όνομα και να συνδεθεί με τον άνδρα. 

Κλείσιμο

Η οικογενειακή θεραπεία της Δωρέττας και της μητέρας της συνεχίζεται. Η Δωρέττα, σε κάποιες δύσκολες καμπές της ζωής της, όπως η λήψη του πτυχίου της, δυσκολίες σε σχέσεις με το άλλο φύλο, παρουσίασε σύντομες υποτροπές καταθλιπτικής διάθεσης και συγκρούσεων με τη μητέρα της. Ουδέποτε όμως εμφανίστηκαν τα αρχικά συμπτώματα σχετικά με τη λήψη της τροφής, και πάντα οι υποτροπές είχαν μικρότερη ένταση και διάρκεια.

Μέσα από τα θέματα που αναδύθηκαν στη θεραπεία αυτή, είχαμε την ευκαιρία να διερευνήσουμε και να επεξεργαστούμε θεωρητικές έννοιες γύρω από τη «θηλυκή μητρική σχέση» και να τις συνδέσουμε με  την κλινική μας εμπειρία.

Κλείνουμε με μια εικόνα (Leslie Dick, 1995). Στη βρετανική εφημερίδα The Independent, υπήρχε, τον Μάη του 1992, μια φωτογραφία: ήταν μια φωτογραφία από τη Σομαλία, πριν από την αμερικανική επέμβαση, εποχή εμφυλίου και μαζικής λιμοκτονίας. Η φωτογραφία έδειχνε μια λιμοκτονούσα μητέρα έξω από τα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού. Το ετοιμοθάνατο από την πείνα μωρό της είχε μόλις ζυγιστεί. Η γυναίκα γύρισε, στιγμιαία, το κεφάλι της στο φωτογραφικό φακό και χαμογέλασε. Αυτό το χαμόγελο υποδήλωνε πως το πιο όμορφο πράγμα που μπορεί κανείς να φανταστεί έχει μόλις συμβεί στη ζωή της. Και η λεζάντα εξηγούσε ποιο ήταν αυτό: η γυναίκα χαμογελούσε, επειδή το βάρος του παιδιού της ήταν λίγα γραμμάρια κάτω από το όριο, κι έτσι ο Ερυθρός Σταυρός θα της το έπαιρνε. Χαμογελούσε, γιατί το παιδί της θα ζούσε, ακόμα κι αν εκείνη δεν το ξανάβλεπε ποτέ.

«Πάρτε την από μένα, σώστε την, κι ας μην την ξαναδώ ποτέ, κι ας φύγω μακριά από κείνην, σώστε την από μένα. Γιατί θα της κάνω κακό, είμαι η μητέρα της.

Κάνει νόημα αυτό; Χτυπάει κανένα καμπανάκι; Όλες αυτές οι μητέρες που απεγνωσμένα προσπαθούν να προστατέψουν τα παιδιά τους- μήπως είναι σαν και μένα, τρομοκρατημένες από αυτό μέσα τους που είναι ικανό να καταστρέψει καθετί καλό, που αφανίζει, που επιβάλλει ανυπολόγιστη ζημιά, που αφήνει ερήμωση πίσω; » (Leslie Dick, 1995).


4 Η βιβλιογραφία αναφέρει, αλλά και μέσα από την κλινική μας εμπειρία  έχουμε διαπιστώσει ότι οι οικογένειες που συνήθως αναζητούν ψυχοθεραπευτική βοήθεια  είναι εκείνες στις οποίες κυριαρχούν συγκρουσιακές σχέσεις.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
Allen, J., G., & Fonagy, P. (2002). The development of mentalizing and its role in psychopathology and psychotherapy. Technical Report No.02-0048). Topeka., KS: Menninger Clinic, Research Department.
 
Allen, J., G., Fonagy, P., & Bateman, A. (2008). Mentalizing in Clinical Practice. Washington:  American Psychiatric Press. 
 
Bernstein, P., B. (2005). Mothers and Daughters from Today's Psychoanalytic Perspective. Psychoanalytic Inquiry, 24: 601-628.
 
Bion, W., R. (1962). Learning from experience. London: Heinemann.
 
Bion, W., R. (1978). Second Thoughts. London: Heinemann.
 
Bowen, M. (1996). Τρίγωνα στην Οικογένεια. Ανωνύμου. Για τη διαφοροποίηση του εαυτού. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 
 
Britton, R. (1989). The missing link: parental sexuality in the Oedipus Complex. In J. Steiner (Ed.), The Oedipus Complex Today: Clinical Implications. London: Karnac. 
 
Cramer, Μ. (1999). Μυστικά γυναικών. Από μητέρα σε κόρη. Αθήνα: Καστανιώτης. 
 
Fleming M. & Anderson S. (1986). Individuation from the family of origin and personal adjustment in late adolescence. Journal of Marital and Family Therapy. 12: 311-315.
 
Fonagy, P., Steele, M., Steele, H., Moran, G., & Higgins, A. (1991). The capacity for understanding mental states: the reflective self in parent and child and its significance for security of attachment. Infant Mental Health Journal, 12: 201-18. 
 
Fonagy, P. & Βρούβα, I. (2010). Eν-νόηση και Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας ένα Ψυχοδυναμικό Μοντέλο Παθολογίας της Προσωπικότητας εμπνευσμένο από τη Θεωρία της Προσκόλλησης. Οιδίπους 04: 349-391.
 
Fonagy, P., Gergeley, G., Jurist, E. J. &Target M.I. (2002). Affect Regulation, Metallization and the Development of the Self.  New York: Other Press.
 
Fonagy, P. (1991). Thinking about thinking: some clinical and theoretical considerations in the treatment of a borderline patient. International Journal of Psychoanalysis, 72: 639-56.
 
Fraiberg, S., Adelson, E., & Shapiro, V. (1975). Ghosts in the nursery: A psychoanalytic approach to the problem of impaired infant–mother relationships. Journal of the American Academy of Child Psychiatry, 14: 387–422.
 
Furman. E. (1996).  On motherhood. Journal of the American Psychoanalytic Association, 44 Suppl.: 429-447.
 
Gergely, G. & Watson, J. (1999). Early social-emotional development: Contingency perception and the social biofeedback model. In P. Rochat (Ed.), Early social cognition: Understanding others in the first months of life. Hillsdale, NJ: Erlbaum. 
 
Goldenberg, I. & Goldenberg, H. (1999). Family Therapy: An Overview. Belmont, CA: Brooks/Cole. 
 
Heineman, T. V. (2006). Reconstructing Oedipus? Considerations of the psychosexual development of boys of lesbian parents. In A.M. Alizade (Εd.), Motherhood in the Twenty- First Century. Karnac Books.
 
Hendrika, C. F. (2010). Electra vs. Oedipus: The drama of the Mother- Daughter Relationship. United Kingdom: Routledge.
 
Hershberg, S. G. (2006). Pathways of Growth in the Mother Daughter Relationship. Psychoanalytic Inquiry, 26: 56-69.
 
Holmes, J. (2009). O John Bowlby & η θεωρία του δεσμού. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
 
Ηolmes, J. (2001). The search for the Secure Base. Attachment Theory and Psychotherapy. East Sussex: Brunner- Routledge.
 
Holtzman, D. & Kulish, N. (2000). The feminization of the female oedipal complex, Part I: A reconsideration of the significance of separation issues. J. Amer. Psychoanal. Assn., 48:1413–1437.
 
Jung, C, G. and Kerenyi, C. (1969). The Psychological Aspects of the Kore. Essays on a Science of Mythology: The Myths of the Divine Child and the Mysteries of Eleusis. Princeton, N.J.: Princeton University Press.
 
Καλλιτεράκη, Ε. (2008). Δήμητρα και Περσεφόνη, ένας μύθος για τη ζωή και το θάνατο. Στο Α. Βασιλιάς - Ν. Παναγιωτόπουλου (επ.), Οι γυναικείες μορφές στο μύθο. Αθήνα: Παπαζήση.
 
Κristeva, J. (2011). Ιστορίες Αγάπης. Αθήνα : Κέδρος. 
 
Λαζαράτου, Ε. (2008). Οικογενειακοί Μύθοι: Η συμμετοχή του διαγενεαλογικού στην ψυχοπαθολογία του εφήβου. Στο Α. Βασιλιάς-Ν.Παναγιωτόπουλου (επ.), Οι γυναικείες μορφές στο μύθο. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
 
Leslie Dick (1995). The Skull of Charlotte Corday, and other stories, S & W. London.
 
Μανωλόπουλος, Σ. (2011). Ψυχικοί δεσμοί, Κοινωνικοί Θεσμοί. Αθήνα: Γαβριηλίδης.
 
Marks, M. (2002) Letting fathers in, in J. Trowell & A. Etchegoyen (Eds), The Importance of Fathers. London: The New Library of Psychoanalysis.
Mohler, E., Resch, F., Cierpka A., & Cierpka M. (2001). The early appearance and intergenerational transmission of maternal traumatic experiences in the context of mother-infant interaction. Journal of Child Psychotherapy, Vol.27, no 3, 257-271.
 
Ομηρικοί Ύμνοι, τομ. Α’, μετ. Θ. Γ. Μαυρόπουλου, εκδ. ΖΗΤΡΟΣ. Orphica (1850), Lipsia.
 
The Hymns of Orpheus. Translated by Taylor, Thomas (1792). University of Pennsylvania Press, 1999. 
 
Parker, R. (1997) The production and purposes of maternal ambivalence. In: W. Hollway & B. Featherstone (Eds.). Mothering and Ambivalence. London: Routledge.
 
Raphael - Leff, J. (1991). Psychological Processes of Childbearing. London: Chapman and Hall.
 
Skynner, R. (1987). Explorations with families. London: Tavistock/Routledge.
 
Stern, D., N. (1995) The motherhood constellation. A unified view of parent-infant psychotherapy. New York: Basic Books.
 
Stern, D., N. (1985). The Interpersonal World of the Infant. New York: Basic Books.
 
Winnicott, D. (1967). Mirror-role of mother and family in child development. In P. Lomas (ed.), The Predicament of the family. London: Hogarth Press.
 
Winnicott, D. (1986). Home is Where We Start From, Harmondsworth: Penguin.
 
Zulueta, F. (2006). From pain to violence. The traumatic roots of destructiveness. New York: John Wiley & Sons, Ltd. 
 
Χαραλαμπάκη, Κ. (2008).  Το θεραπευτικό τρίγωνο. Στο Β. Τομαράς, Χ. Καραμανωλάκη, Ι Ζέρβας (επιμ.), Θεραπεία Ζεύγους. Ψυχοθεραπευτικές Προσεγγίσεις από την Ψυχαναλυτική, τη Συμπεριφορική και τη Συστημική Οπτική. Αθήνα: Καστανιώτης.