Articles

Σωτήρης Μανωλόπουλος  1


1 Ψυχίατρος-Παιδοψυχίατρος, Ψυχαναλυτής

 

Το άρθρο βασίζεται σε παρουσίαση που έγινε σε ημερίδα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής τον Οκτώβριο του 2012

 
 
Περίληψη
Υπάρχουν γεγονότα που εντοπίζονται σε μια πλοκή όπου οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη, όπου υφίσταται μια διαδικασία με έκβαση. Υποθέτουμε ότι ένας οργανισμός που επιδέχεται πολλές ποικίλες και πολύπλοκες επι μέρους μονάδες νοήματος (ιστορίες, αφηγήσεις) που διαρκώς αλλάζουν είναι αρκετά δυνατός και ανθεκτικός και δεν κινδυνεύει να καταρρεύσει ολόκληρος. Υπάρχουν όμως γεγονότα που οι δεσμοί νοήματος μεταξύ τους έχουν κοπεί. Υποθέτουμε ότι ένας τέτοιος οργανισμός είναι «ολοκληρωτικός», βασίζεται σε καταστολές, εσωτερικές και εξωτερικές, ατομικές και διαπροσωπικές, και ως εκ τούτου κινδυνεύει να γίνει κομμάτια ολόκληρος και να αφανισθεί με ένα τραύμα. Ένας τέτοιος οργανισμός παράγει επίπεδα γραμμικά «γεγονότα» χωρίς βάθος και πολυπλοκότητα. Οι ολοκληρωτικές μορφές της ψυχικής λειτουργίας υπάρχουν εν δυνάμει σε όλους μας. Ακυρώνουμε το ξένο. Ακυρώνουμε τη σημασία του, δεν αναζητάμε τις συνδέσεις του. Σταματάμε την επιθυμία να γνωρίσουμε το νέο. Καταργούμε το πολύπλοκο, κάνουμε τα πράγματα απλά, απτά, συγκεκριμένα, με συνοπτικές διαδικασίες βίας. Η βία του φασισμού είναι ελκυστική. Το τραύμα έλκει. Ο θαυμασμός χαρακτηρίζει τον φασισμό. Βασίζεται σε εξιδανικεύσεις απένθητων σχέσεων.

Λέξεις κλειδιά: διεργασίες επανάλληψης, καταστάσεις-ελκυστές, μεταβίβαση, ολοκληρωτικές (φασιστικές) ψυχικές καταστάσεις.

 
 
 
                                                                                       I
 
Ένα ψυχωτικό κορίτσι κρατούσε τα δυο της χέρια στ’ αυτιά της, σαν ασπίδα, μέρα και νύχτα. Οι γονείς της είπαν ότι είχε ακούσει  έναν κρότο βεγγαλικών και τρόμαξε. Όταν στο κέντρο ημέρας μια δασκάλα έφερε γλυκάκια, έδειξε πόσο πολύ τα λαχταρούσε αλλά δεν έπαιρνε τα χέρια της από τ’ αυτιά της, να τα απλώσει, να πάρει αυτό που ήθελε. Όφειλαν να την ταΐσουν, «αλλιώς θα πέθαινε από λιμό». 
 
Αυτοφυλακιζόμενη, έκοβε τους δρόμους που την άνοιγαν προς τον κόσμο και στο σώμα της. Έκοβε τους δεσμούς τής αναζήτησης, της περιέργειας, της αγάπης για το καινούργιο, τις ενορμήσεις της γνώσης. Δεν υλοποιούσε την επιθυμία της να αναπτυχθεί. Αν άπλωνε το χέρι, αν έκανε ένα βήμα, αν έθετε τον εαυτό της στον κόσμο, στον χρόνο, στις σχέσεις και στην πραγματική ζωή, θα έμενε ανυπεράσπιστη απέναντι στον τρόμο της εισβολής. Αν δεν το άπλωνε, θα πέθαινε από λιμό. 
 
Οι δασκάλες που τη φρόντιζαν ζούσαν μια παράδοξη μεταβίβαση (Anzieu, 1986). Αν επέμεναν να την πλησιάσουν, θα παραβίαζαν τα όριά της, θα την αφάνιζαν. Αν δεν επέμεναν, θα συμπεριφέρονταν με αδιαφορία, θα την άφηναν να πεθάνει. Ότι και να έκαναν ήταν λάθος. Έτσι έφερνε από τα παρασκήνια και έθετε επί της σκηνής των σχέσεων την ακινητοποίηση, τον θάνατο, των άλλων, τον διπλό δεσμό. Επαναλάμβανε την κατάσταση που την είχαν θέσει οι γονείς της, όταν ήταν μικρή, με τα μηνύματα του διπλού δεσμού που εξέφραζαν τις επιθυμίες θανάτου της. Σε αυτή την περίπτωση οι δασκάλες στο κέντρο ημέρας όφειλαν να υποχωρήσουν απέναντι στην πραγματικότητα. Αλλιώς δεν καταλάβαινε τι της έλεγαν. 
 
                                                                                       IΙ
 
Δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα αν δεν υπήρχε η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι εξ ορισμού τραυματική. Συχνά είναι αβάσταχτη. Αν κάτι χρειάζεται εξήγηση, είναι το τι μας θέτει στο κόσμο να ζήσουμε. Υποθέτουμε ότι αρχικά το βρέφος είναι ενωμένο ναρκισσιστικά με τη μητέρα του και βαθμιαία αναδύεται από τη συγχώνευση. Τον εαυτόν του θέτει στο κόσμο με τις χειρονομίες του τις οποίες προσλαμβάνει η μητέρα του, τους δίνει νόημα και επομένως αξία επικοινωνίας. Χωρίς αυτή την αρχή της απόκρισης του άλλου το βρέφος πραγματικά θα πεθάνει, γιατί είναι βιολογικά ανώριμο. Από τη βιολογική κατάσταση του αβοήθητου προέρχεται η ικανότητα να επικοινωνεί και να αποσπά από το περιβάλλον του σημασίες με ειδικές αποκρίσεις-πράξεις. Το σώμα με τις ανάγκες του μας θέτει μέσα στον κόσμο και στην ηθική (Freud, 1895). Με αυτήν την έννοια το «ζώον πολιτικόν» ο άνθρωπος και η Πόλις είναι φυσικά φαινόμενα (Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια).  Από τη σωματική φύση των προ-ψυχικών στοιχείων (αισθήσεων, κινήσεων, αντιλήψεων, πρωτοσυγικινήσεων) δημιουργούμε τα ψυχικά στοιχεία (αναπαραστάσεις, συναισθήματα, φαντασιώσεις). Η πρώτη χειρονομία ενός μωρού που νοηματοδοτείται από τη μητέρα του είναι η πρώτη δημόσια τοποθέτησή του. Όπως θα έλεγε ο Ελύτης … ένα μωρό στο στήθος της μητέρας του, μπορεί να σημαίνει ένα μελλοντικό σύνταγμα. 
 
Οι γονείς και οι δάσκαλοι σκοτώνουν την δημιουργικότητα του παιδιού όταν επιλέγουν να αγνοούν ότι αυτή είναι έμφυτη και εκπορεύεται από το σώμα. Αποκρίνονται στις δικές του ιδέες για το πώς πρέπει να είναι τα πράγματα. Δεν επιτρέπουν στην δημιουργικότητα του απιδιού να απλωθεί έξω στον κόσμο, την «διορθώνουν¨» με «περιοριστικά μέτρα», ή την «ενισχύουν» με «συμπληρώματα εμπλουτισμού».
 
Καλώς εχόντων των πραγμάτων οι γονείς βλέπουν αυτό που αντιλαμβάνονται στο παιδί, δεν διχοτομούν, δεν κάνουν σαν να μην είναι αυτοί εκεί, δεν το κάνουν σαν να μην υπάρχει. Αναγνωρίζουν και αποκρίνονται σε αυτό που υπάρχει. Το παιδί παίρνει τις αποκρίσεις τους, στρέφεται στον εαυτό του και δομεί την αίσθηση του εαυτού του. Βλέπει τον εαυτό του στο βλέμμα τους. Ο γονιός είναι αρχικά το διπλό του, ένας άλλος εαυτός. Σταδιακά ο άλλος εαυτός γίνεται ένας άλλος από τον εαυτό.  Οι σχέσεις μεταξύ των στοιχείων της εμπειρίας καθίστανται ικανές μέσω των νοημάτων. Τα στοιχεία αναπαρίστανται, μεταφέρονται, ανταλλάσσονται, δημοσιοποιούνται, όταν σχηματίζουν ένα νόημα, δηλαδή μια θέση στον ανθρώπινο κόσμο. Θέτουμε τον εαυτό στον κόσμο όταν θέτουμε ένα νόημα μέσα σε μια πλοκή. Αυτού του νοήματος είμαστε υποκείμενα. «Φύσει και θέσει» ο άνθρωπος είναι δημιούργημα δυναμικών συστημάτων αυτοοργάνωσης μετασχηματισμών. Η λειτουργία των συστημάτων είναι η ομοιόσταση. Η αποκατάσταση της ισορροπίας είναι η άμυνα στην απειλή επανάληψης τραύματος (διάλυσης συστήματος). Η αλλαγή-ανάπτυξη είναι η ασπίδα στην ευθραυστότητα. Τη πραγματικότητα τη μετασχηματίζουμε μέσω της δημιουργικής φαντασίας (Winnicott, 1988). 
 
Χωρίς νοήματα η πραγματικότητα μας τραυματίζει. Μπορεί λοιπόν να ξυπνήσεις στον κόσμο ένα πρωί και να έχεις μεταμορφωθεί σε ένα αποκρουστικό έντομο, ή μπορεί να ξυπνήσεις με τα δυο σου χέρια στ’ αυτιά, ή με έναν έρπητα στα χείλη, ή με άφθες στο στόμα, ή με φαντασίες εκδίκησης, ή με μια υστερική κώφωση, ή μ’ ένα όνειρο να αφηγηθείς και με χαρά που η μέρα άλλαξε και η ανατολή τελεί την πάροδο του χρόνου.  Με αυτές τις ψυχικές κατασκευές μας προσπαθούμε να δέσουμε με νόημα , να επεξεργασθούμε, τις τραυματικές εμπειρίες της ημέρας. Αυτό που αναδύεται μέσα από τις ψυχικές κατασκευές είναι οι προσπάθειες να μορφοποιήσουμε την πραγματικότητα. Από τις σχισμές του ψυχικού υφαντού αναδύονται θραύσματα ανείπωτων τραυματικών βιωμάτων. Διότι μπορεί να ξυπνήσεις ένα πρωί και να έχεις στην πραγματικότητα  χάσει την δουλειά ή την ελευθερία σου, ή την ασφάλεια για την ζωή σου. 
 
Οι Έλληνες στο χάος του κενού αντιπαρέβαλλαν τον «λόγο» των σχέσεων (Καστοριάδης, 1982-83). Ο άνθρωπος κτίζει τον κόσμο του πάνω σε τραυματικά βιώματα της πραγματικότητας. Στα θεμέλια των ψυχικών σχηματισμών και των θεσμών θα βρούμε ανεπεξέργαστα βιώματα της ιστορίας. Οι τραυματικές απώλειες όμως γίνονται πιο πραγματικές όταν τις αναπαριστούμε στο συνειδητό μας. Όταν τους δίνουμε νόημα, τις βιώνουμε με μια οδυνηρή σαφήνεια. 
 
                                                                                        ΙΙΙ
 
Ο φυσικός Lee Smolin (2000) αντιλαμβάνεται το σύμπαν ως αποτελούμενο από διαδικασίες. Ο κόσμος μάς λέει μια ιστορία. Μια ιστορία συνίσταται από μια σειρά από γεγονότα. Την πληροφορία δεν τη μεταδίδουν τα γεγονότα αλλά η ιστορία, η αλληλουχία των γεγονότων που τη συνιστούν. Η ιστορία (σειρά γεγονότων) γεννά την αλήθεια (νόημα). Καθώς κοιτάζεις γύρω σου, δεν βλέπεις χώρο, αλλά ένα πρόσφατο μέρος της ιστορίας, μια διαδικασία. Ο χώρος αποτελείται από μονάδες αλλαγής: γεγονότα που δημιουργούνται από σχέσεις οι οποίες διαρκώς αλλάζουν. Συλλαμβάνουμε τον κόσμο ως μια δημιουργία που υπόκειται σε συνεχή αναδημιουργία λόγω μιας συνδυασμένης δράσης διαδικασιών. Είναι ένας μοναδικός κόσμος που επιδέχεται την ύπαρξη πολλών ιστοριών οι οποίες πάντα παραμένουν ατελείς. 
 
Μπορούμε να θεωρήσουμε αυτό το μοντέλο ως μεταφορά για να σκεφθούμε έναν κοινωνικό ή γενικά έναν ζώντα οργανισμό; Ναι, ως ένα βαθμό. Μέσω της διαισθητικής αντίληψης, του παιχνιδιού, της δράσης, και μέσω της εξιστόρησης των σχέσεων που συνδέουν τα γεγονότα, πραγματώνουμε τον δημόσιο χώρο. 
Υπάρχουν γεγονότα που εντοπίζονται σε μια πλοκή όπου οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη, όπου υφίσταται μια διαδικασία με έκβαση. Υποθέτουμε ότι ένας οργανισμός που επιδέχεται πολλές ποικίλες και πολύπλοκες επί μέρους μονάδες νοήματος (ιστορίες, αφηγήσεις) που διαρκώς αλλάζουν είναι αρκετά δυνατός και ανθεκτικός και δεν κινδυνεύει να καταρρεύσει ολόκληρος. 
 
Υπάρχουν όμως γεγονότα που οι δεσμοί νοήματος μεταξύ τους έχουν κοπεί. Υποθέτουμε ότι ένας τέτοιος οργανισμός δεν είναι ευέλικτος, είναι «ολοκληρωτικός», βασίζεται σε καταστολές, εσωτερικές και εξωτερικές, ατομικές και διαπροσωπικές, και ως εκ τούτου κινδυνεύει να γίνει κομμάτια ολόκληρος και να αφανισθεί με ένα τραύμα. Ένας τέτοιος οργανισμός παράγει επίπεδα γραμμικά «γεγονότα» χωρίς βάθος και πολυπλοκότητα. 
 
Σε μια τέτοια αντι-διαδικασία τα γεγονότα δεν μπορούν να τοποθετηθούν μέσα σε μια ιστορία. Πρόκειται για απένθητα τραύματα που εγκυστώνονται και περιχαρακώνονται με διχοτομήσεις και θάβονται σαν πυρηνικά απόβλητα εντός του ψυχισμού και ανθίστανται στη δημοσιοποίηση, στη δραματοποίηση, ενώπιον των άλλων υπό τύπον αλλεπάλληλων σκηνών. 
 
Η έννοια της δημόσιας σφαίρας είναι βασική ανθρώπινη κατάκτηση. Είναι η νοητή περιοχή όπου καταθέτουμε την ιδιωτική γνώση, την ευθύνη της οποίας αναλαμβάνουμε από κοινού με τους άλλους που μας ακούν και μας ερμηνεύουν. Εντός της προβαίνουμε σε μια αποτελεσματική παρουσίαση του εαυτού μας (μέσω του λόγου και των πράξεων ), που εκθέτουμε στους άλλους για να μας κατανοήσουν. 
 
                                                                                         IV
 
Μέσω μιας διαρκούς κυκλικής σχέσης μεταξύ του ενδοψυχικού και του διυποκειμενικού, μιας συνεχούς ταλάντωσης μεταξύ του εκ των υστέρων και του παρόντος χρόνου, και μιας αέναης εναλλαγής μεταξύ της προσοχής που παλινδρομεί και της προσοχής που προσμένει,  δημιουργούμε από τα σωματικά στοιχεία συναισθηματικές εμπειρίες και από αυτές σχηματίζουμε δίκτυα επανάληψης σε όλο και πιο πολύπλοκα δυναμικά συστήματα αυτοοργάνωσης και μετασχηματισμών. Αυτοί οι δικτυωτοί σχηματισμοί της επανάληψης λειτουργούν ως καταστάσεις-ελκυστές: μόνιμα προγράμματα οργάνωσης των εμπειριών. Στην περίπτωση των ατόμων τα αποκαλούμε στοιχεία του χαρακτήρα. Στην περίπτωση των κοινοτήτων τα ονομάζουμε συνήθειες της κουλτούρας. Οι επαναλήψεις είναι παρουσιάσεις βιωμάτων σε τωρινές σχέσεις. Από τις επαναλήψεις κατασκευάζουμε το παρελθόν και από το νόημα που δίνουμε στο παρελθόν δημιουργούμε την ιστορία μας. 
 
Από τις επαναλήψεις που αναβιώνουμε εξάγουμε τα νοήματα. Εκ των υστέρων με φαντασιώσεις ερμηνεύουμε τις επαναλήψεις μας. Υποκείμενα γινόμαστε των φαντασιώσεων που ερμηνεύουν τις επαναλήψεις. Επαναλαμβάνουμε τις εμπειρίες μας στη μνήμη όταν τις επεξεργαζόμαστε στην ψυχική σφαίρα. Τις εμπειρίες που δεν επεξεργαζόμαστε ψυχικά δεν τις θυμόμαστε: τις επαναλαμβάνουμε σε συμπεριφορές (actings out) και σε σωματικές εκδηλώσεις. 
Η αίσθηση του εαυτού μας συνυφαίνεται με την ποιότητα των επαναλήψεων και των φαντασιακών αφηγήσεών τους. Οι επαναλήψεις –ριζωμένες σε πρώιμες και τραυματικές εμπειρίες– συνυφαίνονται με τις απαρχές του ψυχισμού. Γι’ αυτό βιώνονται ως επιτακτικές, ζωτικές, αναγκαστικές. Συνιστούν την έσχατη πηγή της αίσθησης του εαυτού, της αυθεντικότητάς μας. Τα στοιχεία του χαρακτήρα και οι συνήθεις της κουλτούρας μας στεγάζουν τον «δαίμονα» της επανάληψης (το «ήθος» του ανθρώπου κατά τον Ηράκλειτο): δηλαδή την αέναη επιστροφή μη επεξεργασμένων βιωμάτων.
 
Επαναλαμβάνουμε τα θραύσματα του ψυχικού τοπίου μέσα σε μια σχέση μεταβίβασης με άλλους γύρω μας που αφορούν την ιστορία μας, και άρα ό,τι γίνεται και λέγεται έχει σημασία. Εκεί τα κομμάτια μας αναζητούν έναν συγγραφέα να τους δώσει μια ευκαιρία να εντοπισθούν, να αποκτήσουν πλοκή. Παρουσιάζονται, αναζητούν μια δραματουργική συγκυρία. 
 
Με παροδικές παλινδρομήσεις, με την τέχνη, το τραγούδι, τον χορό, τη θεραπεία, αναβιώνουμε τον πρωτογονισμό των ανεπεξέργαστων στοιχείων μας. Αυτό συμβαίνει σε όλους μας και είναι απαραίτητη διαδικασία στην υπηρεσία της δημιουργικής ζωής μας. Για να μετασχηματίζουμε δημιουργικά την πραγματικότητα αντλούμε υλικό από τις πρωτόγονες ρίζες μας τις οποίες αφήσαμε μεγαλώνοντας και διαφοροποιούμενοι από την πρωταρχική μητέρα. Αυτό γίνεται με τις αυτοερωτικές δραστηριότητες, τις φαντασιώσεις, τα όνειρα, τα μεταβατικά φαινόμενα, τις λέξεις. Όλες οι ψυχικές δραστηριότητες έχουν τις ρίζες τους στο σώμα και στην κουλτούρα μας. 
 
Μπορεί όμως να επαναλαμβάνουμε τυφλά τα τραυματικά θραύσματα του ψυχικού τοπίου, για να έλθουμε σε επαφή με τη βεβαιότητα και τη ζωντάνια του πρωτόγονου εαυτού. Με ακατανόητα βίαια και φασιστικά διαβήματα κρατάμε επαφή με τα πρωτόγονα στοιχεία μας. Αλλιώς χάνουμε την αίσθηση του εαυτού που είναι συνυφασμένη με αυτά. Χωρίς αυτά μαραζώνουμε. 
 
Οι μηχανισμοί επανάληψης δρουν σαν τον «δαίμονα» στα παρασκήνια, κινούν τη σκηνή του συνειδητού και του δημόσιου χώρου. Τι κρατάει τον χωρισμό των παρασκηνίων και σκηνής; Στην ψυχική σκηνή είναι οι λειτουργίες της σκέψης, η απώθηση, η κρίση, το απαρτιωμένο υπερεγώ κ.τ.λ. Στη δημόσια σκηνή είναι οι θεσμοί. Όταν οι μηχανισμοί των παρασκηνίων βγαίνουν στη σκηνή, τότε καθίσταται ανέφικτη η κατανόηση του εαυτού και των άλλων (McDougal, 1985). 
 
Τα συντρίμμια προψυχικών στοιχείων του εαυτού και του αντικειμένου που προέρχονται από διάφορες εποχές τραυμάτων θάβονται βαθιά στην ψυχή. Πρόκειται για ανείπωτα ψυχωτικά στοιχεία που συσσωρεύονται μέσα σε υπερσυμπυκνωμένες τερατώδεις μορφές. Δεν μπορούν να αναπαρασταθούν στο συνειδητό και δημοσίως. Μπορούν όμως να μεταφερθούν σε άλλα συστήματα μη λεκτικής επικοινωνίας (actings out, σωματικές εκδηλώσεις), να βρουν σκηνές να διατυπωθούν, να νοηματοδοτηθούν για να βιωθούν για πρώτη φορά από το υποκείμενο ως δικά του. 
 
                                                                                           V
 
Για να αναπτυχθεί το παιδί, πρέπει να επενδυθεί η ανάπτυξή του. Πρέπει ο γονιός που το μεγαλώνει να αγαπά το νέο, να επενδύει στο άγνωστο που αναμένεται να πραγματοποιηθεί. Επενδύει την ευχαρίστηση στην αναμονή. Δεν βιάζει το παιδί. Δένει τις θετικές με τις οδυνηρές εμπειρίες. Θέτει τον χρόνο, τη καθυστέρηση της ικανοποίησης, που είναι αναγκαία συνθήκη για να αναπτύξει το παιδί τη σκέψη του. Αλλιώς δεν αφήνει το παιδί να εξέλθει από την πρωταρχική ένωση, ακολουθώντας την ενόρμησή του προς τον κόσμο των αντικειμένων, το ταΐζει, του καταστρέφει την ανάπτυξη, το διαφθείρει. Σε ακραίες μορφές το παιδί μαθαίνει να «βάζει το δάκτυλο στο μέλι της ψυχής του», δηλαδή εκμεταλλεύεται τα στοιχεία του πρωτόγονου εαυτού, τα οποία αντλεί με ναρκωτικά, και άλλες μεθόδους, για να υποστηρίξει την κίνηση της ανάπτυξής του προς την αυτονομία που δεν μπορεί να υποστηρίξει με το ψυχικό του έργο.   
 
Ο Bion (1962, σ. 10-11, 1965, σ. 38) εξετάζει το βρέφος που πηγαίνει προς τη μητέρα του για να πάρει γάλα, την πραγματικότητα του οποίου μετασχηματίζει σε ψυχική ικανοποίηση (αγάπη, φροντίδα, σημασία). Η χειρονομία του προς τη μητέρα εμποδίζεται όταν φοβάται τη δική του επιθετικότητα ή του άλλου. Εάν ο φόβος είναι έντονος, τότε αναστέλλει την επιθυμία του να πάρει τροφή… Μετά όμως νιώθει ξανά πείνα και αναγκάζεται να θηλάσει για να μην πεθάνει. Τότε συντελείται μια διχοτόμηση ανάμεσα στην υλική και ψυχική ικανοποίηση. Αυτό οδηγεί στην άπληστη αναζήτηση του χαμένου αντικειμένου και σε μια εξάρτηση από τα υλικά αγαθά, στην ανικανότητα να βιώσει αγάπη για τον εαυτό και τους άλλους, την ολοκληρωτική εξάρτηση από το άψυχο αντικείμενο, που μόνο αυτό μπορεί να του προσφέρει τα μέσα επιβίωσης. 
 
Η ψυχική ανάπτυξη βασίζεται στην αλήθεια (το νόημα) όπως ο ζων οργανισμός βασίζεται στην τροφή.  Όταν η πραγματικότητα δεν ορίζεται από τη σκέψη, το αποτέλεσμα είναι ο ψυχισμός χωρίς νόημα να λιμοκτονεί. Η εξάρτηση της επιβίωσης του βρέφους από το άψυχο γάλα είναι η πρώτη πράξη διαφθοράς του ανθρώπου. Η διαφθορά εξ ορισμού σημαίνει υποβάθμιση -εξαχρείωση- ενός αγαθού σε κάτι κατώτερο.
 
Το «άψυχο» υλικό καταναλωτισμού, του καταναλωτικού φετιχισμού, σήμερα είναι η «πληροφορία». Γυμνή, χωρίς περιέχον νοημάτων, εκτοξεύεται για να καταστρέψει. Το χαρακτηριστικό της είναι η παντοδυναμία: αποφασίζει τι είναι πραγματικό, πέραν κάθε πραγματικότητας και σκέψης. Τη δύναμη της πληροφορίας μπορούμε να τη μοιρασθούμε αν από κοινού της δώσουμε ένα νόημα. Την παντοδυναμία της ως υλικό πράγμα (γυμνό από νόημα) δεν μπορούμε να μοιρασθούμε. Ή δέχεσαι το ψέμα, ή αφανίζεσαι.  
 
Χρειάζεται χρόνο να συσκεφθούμε για μια πληροφορία, να την ερμηνεύσουμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Η πρώτη ηθική δημιουργήθηκε όταν το βρέφος έκανε μια χειρονομία προς τη μητέρα για να της δώσει νόημα και αξία επικοινωνίας. Ηθική σήμαινε την ικανότητα αναμονής -είχε και άλλα να κάνει με άλλους η μητέρα πριν προσλάβει τη δική του επιθυμία. Από την ικανότητα αναμονής και σκέψης εκπορεύεται ένα αξιακό σύστημα. Σήμερα χρόνο δεν έχουμε, γι’ αυτό αγοράζουμε τον χρόνο, βάζοντας άλλους να περιμένουν για μας (Sandel, 2012). Διαφθορά και ολοκληρωτισμός πάνε μαζί: παρακάμπτουν τον χρόνο της αναμονής, της σκέψης, εκτονώνουν την ένταση με βίαιες εκφορτίσεις. 
 
Ο Bollas (1992) τόνισε ότι υπάρχει στον καθένα μας εν δυνάμει μια φασιστική ψυχική κατάσταση. Αυτή βασίζεται στην απαλλαγή από το πολύπλοκο των συμβολικών διεργασιών. Οι ολοκληρωτικές μορφές της ψυχικής λειτουργίας ακυρώνουν την ύπαρξη μιας αναπαράστασης. Το ξένο πρέπει να μην υπάρχει. Ακυρώνουμε τη σημασία του, δεν αναζητάμε τις συνδέσεις του. Σταματάμε την επιθυμία να γνωρίσουμε το νέο. Καταργούμε το πολύπλοκο, κάνουμε τα πράγματα απλά, απτά, συγκεκριμένα, με συνοπτικές διαδικασίες βίας. Η βία του φασισμού είναι ελκυστική. Το τραύμα έλκει. Ο θαυμασμός χαρακτηρίζει τον φασισμό. Βασίζεται σε εξιδανικεύσεις απένθητων σχέσεων. Δεν έχεις δικαίωμα να ομιλείς, να αναζητάς. Η αμφισβήτηση των συνθηκών ζωής, ο θάνατος  του νοήματος χρησιμοποιούνται για να «θεραπεύσουν» από τη ζωή.
 
                                                                                       VI
 
Σε ένα κέντρο ημέρας επικρατούσε γενική ανησυχία. Μια αλληλουχία συμπεριφορών είχε ένα πρόδηλο αποτέλεσμα: τίποτα δεν γινόταν. Ένας αργός θάνατος συντελούνταν. Καμιά συμβολική στρατηγική σκέψη, καμιά κοινή προοπτική. Κι ενώ όλα ήταν φανερά, δεν τα βίωνε κανείς ως πραγματικά. Δεν αφορούσαν κανέναν. Αυτό που τους κατείχε ήταν μια αφανέρωτη απειλή, ένα «φάντασμα» που δρούσε υπόγεια και εξαφάνιζε τους άλλους ως αξιόπιστους παρόντες συνομιλητές-συνεργάτες. Εξαφάνιζε τις συνδέσεις νοήματος που μας θέτουν μέσα στον κόσμο, στις σχέσεις, στην πραγματικότητα, στον χρόνο. 
 
Έμοιαζε με ένα ολοκληρωτικό καθεστώς όπου ξυπνάς ένα πρωί και ο γείτονάς σου έχει αφανισθεί, την νύχτα ήλθαν και τον πήραν, κανείς δεν ξέρει που τον πήγαν, πόσο καιρό θα τον κρατήσουν, αν ποτέ γυρίσει. Το αποτέλεσμα αυτού του αναπάντεχου είναι ο εκφοβισμός. Τίποτα δεν μπορείς να προβλέψεις. Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Δεν έχεις δικαίωμα στην πραγματικότητα.  Χωρίς αξιόπιστους κανόνες τίποτα δεν μπορείς να πιστέψεις. Δεν έχεις έναν άλλο εαυτό, συνομιλητή-συνεργάτη, να κάνετε κάτι από κοινού, μετά να το επεκτείνετε και σε άλλους, να ανοίγετε την πολλαπλότητα των νοημάτων, να κάνετε τον χρόνο να περνά.  Για να μην αφανισθείς δέχεσαι να σου λένε ψέματα: πληροφορίες χωρίς νόημα.  
 
Κάθε τόσο λοιπόν πρόσκαιρες συμμαχίες δημιουργούσαν μια πλειοψηφία που αποκτούσε την δύναμη να εκβιάσει αποφάσεις χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τις μειοψηφίες. Αυτά που ίσχυαν πριν δεν μετρούσαν πια. Δεν υπήρχε η αίσθηση της νομιμοποίησης, της γνησιότητας της καταγωγής.  Οι θεσμοί υποχωρούσαν και έβγαιναν στη φόρα τα παρασκήνια. Με άγρια χαρά ανέσυραν πρωτόγονους μηχανισμούς («αντεκδίκησης») δημιουργώντας «γεγονότα». Αυτά τα γεγονότα δεν έλεγαν μια ιστορία. Ήταν τετελεσμένα. Δεν υπήρχε η αίσθηση της διάρκειας του χρόνου. Το τέλος δεν ήταν σε αναμονή. Όπως η Μήδεια εκτελούσαν έναν μελαγχολικό φόνο. Σκότωναν κάθε τι νέο που πήγαινε να γίνει. Σκότωναν την διαδικασία. Αγωνία θανάτου σημαίνει ότι είμαστε παρόντες στον θάνατό μας. Αυτό συμβαίνει όταν οι βασικοί σωματικοί μηχανισμοί της επανάληψης (σε άτομα, οικογένειες και κοινότητες) δεν αποκτούν διαμεσολάβηση (ψυχικού χρόνου και χώρου) με τις φαντασιώσεις-ερμηνείες τους αλλά βγαίνουν ωμοί και ακατέργαστοι στη πραγματικότητα. Τότε επικρατεί η απειλή: οι δεσμοί θα αφανισθούν και αυτός που είναι δίπλα σου δεν θα σε θυμάται.  
 
Στο κέντρο ημέρας που αναφέρομαι κατέστρεφαν το νόημα που έκανε τις σχέσεις πραγματικές Αν το αναπαριστούσαν, θα το έκαναν αληθινό, θα τους αφορούσε πλήρως, η οδύνη του δεν θα αντεχόταν. Για να μην αισθανθούν την οδύνη, δεν κατανοούσαν, δεν γίνονταν κατανοητοί. Δεν πίστευαν την πραγματικότητα. Δεν ήθελαν την πληροφορία για να καταλάβουν αλλά για να κορέσουν μια πείνα. Ήταν εθισμένοι σε ειδήσεις-μηνύματα υπνωτισμού, με αποτέλεσμα να επικρατεί ένας κορεσμός σημείων χωρίς αυτά να ευνοούν την κατανόηση. Ζητούσαν από την κοινότητα να τους δίνει έτοιμη τροφή όπως οι μελισσοκόμοι που διαφθείρουν τις μέλισσες ταϊζοντάς τις με ζάχαρη.    
 
Μιλάμε στις επιστημονικές και διοικητικές συναντήσεις μας για να δομούμε έναν τρόπο σκέπτεσθαι. Ας μη ξεχνάμε όμως ότι με τη φωνή επίσης μπορεί να εκτοξεύουμε και ακατέργαστα στοιχεία με τα οποία καταστρέφουμε το νόημα που μας συνδέει με τους άλλους. Τότε χρησιμοποιούμε τη δημόσια σφαίρα όχι ως χώρο εργασίας, αλλά σαν χωματερή απόρριψης προσωπικών βιωμάτων. Παρακάμπτουμε τα όρια. Εκτονώνουμε εντάσεις. Ταΐζουμε με ψέματα, πληροφορίες χωρίς νόημα ο ένας τον άλλο. Σκοτώνουμε την περιέργεια. 
 
Ο δημόσιος χώρος πραγματώνεται όταν τον χρησιμοποιούμε με ειδικό τρόπο. Είναι ο χώρος όπου συναντούμε τον ξένο γεμάτοι περιέργεια να τον γνωρίσουμε. Περιμένουμε να μας απευθύνει μια χειρονομία. Αν ο αληθινός εαυτός του είναι θαμμένος μέσα σε μια έρημο κατάθλιψης, τότε γινόμαστε πιο ενεργητικοί. Του δανείζουμε τη φωνή μας. 
 
 
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
 
Anzieu, D. (1986). The paradoxical transference. From paradoxical communication to negative therapeutic reaction. Contemporary Psychoanalysis, 22: 520-547.
 
Bion, W. R. (1962). Learning From Experience. London: Tavistock. 
 
Bion, W.R. (1965). Transformations: Change From Learning to Growth. London: Tavistock. 
 
Bollas, C. (1992). The fascist state of mind. Στο: Being a Character. London: Routledge. 
 
Καστοριάδης, Κ., Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα, Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο, Σεμινάρια 1982-1983, επιμέλεια Γαλλικής Έκδοσης E. Escobar, M. Gonticas, P. Vernay, μετάφραση Ξ. Γιαταγάνας, επιμέλεια Ελληνικής Έκδοσης Ζ. Καστοριάδη, 2007, Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική. 
 
McDougall, J.  (1985): Theaters of the mind. New York: Basic Books.
 
Sandel, M. (2012). What Money Can’t Buy. The Moral Limits of markets. London: Allen Lane, an inprint of Penguin Books. 
 
Smolin L. (2000). Three Roads to Quantum Gravity. London: Weidenfeld & Nicolson.
 
Winnicott, D.W. (1988). Human Nature. London: Free Association Books.