Articles

 

Κία Θανοπούλου 1


Ψυχολόγος (MSc), Μονάδα Οικογενεικής Θεραπείας,Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, e-mail: This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Ένα μέρος του άρθρου παρουσιάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο: Σύγκρουση και Συμφιλίωση στις ομάδες, στα ζεύγη, στις οικογένειες και στην κοινωνία που διοργανώθηκε από την Ευρωπαική Ομοσπονδία Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας και την Ελληνική Εταιρεία Ομαδικής Ανάλυσης και Οικογενειακής Θεραπείας, Αθήνα, 24-27 Mαίου 2012.

 

Περίληψη

  Ένας φόνος μέσα στην οικογένεια, όπως όταν για παράδειγμα ο πατέρας σκοτώνει τη μητέρα μπροστά στα παιδιά τους, είναι για τα παιδιά μια εξαιρετικά τραυματική και συγκλονιστική εμπειρία με συντριπτικές επιπτώσεις. Η παρουσίαση ενός κλινικού περιστατικού θα επισημάνει μερικά από τα ζητήματα που αναδύονται. Οι πρωταρχικές φιγούρες πρόσδεσης γίνονται πηγή βίας τρόμου, φόβου, άγχους και πένθους και κατά συνέπεια τα παιδιά απομένουν μόνα βιώνοντας πολλαπλές απώλειες και συγκρούσεις αφοσίωσης που συνοδεύονται από αντιφατικά συναισθήματα, όπως ντροπή, ενοχή θυμό, πόνο, φρίκη, αγάπη, μίσος, αίσθημα αβοήθητου κτλ. Όλα τα ζητήματα αυτά παραμένουν συνήθως κρυμμένα και άρρητα λόγω της τραυματικής τους φύσης και της απουσίας ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος.

   Το πένθος που προέρχεται από μια τραυματική απώλεια είναι ιδιαίτερα δύσκολο στην αντιμετώπιση και συνήθως μετατρέπεται σε ανεπίλυτο και ανεπεξέργαστο, παρεμποδίζοντας την επεξεργασία και την ενσωμάτωση του τραύματος και μην επιτρέποντας στο άτομο που πενθεί να φτάσει σε μια συμφιλίωση με την απώλειά του.

Λέξεις κλειδιά: πρόσδεση,απώλεια, πένθος, τραύμα, διαγενεακή μετάδοση.

 

Εισαγωγή

   Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας διακρίνονται από πολύ μεγάλες συναισθηματικές εντάσεις και ενέχουν υψηλότατα επίπεδα πρόσδεσης, στοργής και αφοσίωσης. Στο πλαίσιο ωστόσο της οικογενειακής ζωής ενδέχεται να προκύψουν πολύ σοβαρά τραύματα, τα οποία διαταράσσουν την κανονική ζωή και προκαλούν στα μέλη της οικογένειας εξαιρετικά μεγάλο πόνο, αταξία και χάος, υποσκάπτοντας τις μέχρι τότε πεποιθήσεις τους περί ασφάλειας και γκρεμίζοντας τις υποθέσεις τους περί εμπιστοσύνης. Έχει αναγνωριστεί ευρέως ότι τα παιδιά διατρέχουν δυστυχώς τον μεγαλύτερο κίνδυνο να υποστούν ψυχική βλάβη μέσα στην ίδια τους την οικογενειακή εστία, είτε στα χέρια των γονέων τους ή άλλων φροντιστών, είτε μέσω της επίγνωσης ή της παρατήρησης της βίαιης συμπεριφοράς άλλων μελών της οικογένειας (Vetere et al., 2010). Ένα ακραίο παράδειγμα τέτοιας βίας είναι ο φόνος του ενός γονέα από τον άλλο μπροστά στα μάτια του παιδιού του, όπως στο κλινικό παράδειγμα που παρουσιάζεται εδώ.

Η ιστορία της Άννας

   Η Άννα, 43 ετών, παντρεμένη, ήρθε στη Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας, όταν η 23χρονη κόρη της διαγνώστηκε με μηνιγγίτιδα και μπήκε στο νοσοκομείο. Το πρόβλημα υγείας της κόρης της διακίνησε στην Άννα μεγάλη ταραχή, την έκανε να αισθανθεί ευάλωτη και της ξύπνησε φόβους θανάτου. Λίγο διάστημα μετά την έναρξη της θεραπείας η Άννα ανέφερε πως στα 11 της χρόνια είχε βιώσει μια πολύ τραγική, βίαιη, απώλεια. Ο πατέρας της σκότωσε τη μητέρα της με μαχαίρι μπροστά στην ίδια και στα μικρότερα αδέλφια της. Η μητέρα της ήταν εκείνη την εποχή 32 χρονών και έγκυος στον 6ο μήνα. Οι γονείς της τσακώνονταν πολύ συχνά, γιατί ο πατέρας ζήλευε και ήταν πολύ κτητικός με τη γυναίκα του. Την υποπτευόταν συνεχώς ότι είχε εξωσυζυγική σχέση και την παρακολουθούσε ή έψαχνε τα πράγματά της αλλά ποτέ δεν είχε ανακαλύψει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την απιστία της. Αμέσως πριν τον φόνο οι γονείς της είχαν αρχίσει να διαπληκτίζονται και εντελώς απροσδόκητα ο πατέρας της έβγαλε ένα κουζινομάχαιρο και μαχαίρωσε τη γυναίκα του στην πλάτη κι έπειτα στο στήθος. Η Άννα προσπάθησε να σταματήσει τον διαπληκτισμό των γονιών της και μπήκε στη μέση, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί κι η ίδια στο χέρι. Μετά τον φόνο ο πατέρας της κάλεσε την αστυνομία, συνελήφθη και οδηγήθηκε στη φυλακή. Η Άννα και τα αδέλφια της χωρίστηκαν και οδηγήθηκαν σε διαφορετικά ορφανοτροφεία.

     Η Άννα γεννήθηκε σε μια πόλη της Αλβανίας και ήταν το πρώτο από πέντε παιδιά. Επόμενη στη σειρά είναι η αδελφή της Μαρία, 39 ετών, η οποία έχει εγκαταλείψει τον άντρα και τον γιο της και ζει απομονωμένη και αρνούμενη να πάρει φαρμακευτική αγωγή, ενώ έχει διαγνωστεί με σχιζοφρένεια. Στη συνέχεια είναι ο αδελφός της Κώστας, 38 ετών, ο οποίος είναι παντρεμένος με δύο παιδιά και υποφέρει από παράνοια, έπειτα ο αδελφός της Άρης, 36 ετών, που ζει μόνος και υποφέρει από κατάθλιψη και η μικρότερη αδελφή της Έλενα, 35 ετών, παντρεμένη με μια 4χρονη κόρη, η οποία επίσης έχει διαγνωστεί με κατάθλιψη. Η Άννα ανησυχεί πολύ για τα αδέλφια της, έχει πολύ στενή σχέση μαζί τους και τα φροντίζει.

   Στο τέλος της πρώτης μας συνάντησης μου πρόσφερε ένα κουτί σοκολατάκια. Είπε ότι ήθελε να με ευχαριστήσει που την άκουσα. Ένιωσα ότι δεν ήταν σωστό να δεχτώ την προσφορά της. Ακούγοντας την ιστορία της συνειδητοποίησα ότι την απασχολούσαν πολύ οι ανάγκες των άλλων. Η προσφορά της αυτή έμοιαζε σα μια ασπίδα προστασίας που την έκανε να αισθάνεται ότι είναι δυνατή και έχει τον έλεγχο, πίσω της όμως έδειχνε να κρύβει ανομολόγητες και ανικανοποίητες ανάγκες ή πιο ευάλωτα κομμάτια του εαυτού της. Της είπα: «Εκτιμώ πραγματικά την ευγενική σας προσφορά, αλλά έχω την αίσθηση πως θα ήταν καλύτερα να μην πάρω τα σοκολατάκια, έτσι ώστε να μπορέσετε να τα προσφέρετε στον εαυτό σας. Πιστεύω ότι το να προσφέρουμε στους άλλους έχει εξαιρετικά μεγάλη αξία, με την προϋπόθεση να μην ξεχνάμε τον εαυτό μας». Η Άννα με κοίταξε με μεγάλη έκπληξη, μου χαμογέλασε με αβεβαιότητα και βγήκε από τον χώρο της θεραπείας.

Πρόσδεση, πένθος και τραύμα

   Ο Βρετανός ψυχίατρος και ψυχαναλυτής John Bowlby ανέπτυξε τη θεωρία του δεσμού ενσωματώνοντας στην ψυχαναλυτική του δουλειά παράλληλες μελέτες από την ηθολογία, τη θεωρία συστημάτων, την κυβερνητική και τη γνωστική ψυχολογία. Στην αρχή της καριέρας του μελέτησε τον αποχωρισμό από τη μητέρα και τη μητρική αποστέρηση, καθώς και τις επιπτώσεις που έχουν στα παιδιά. Χρησιμοποίησε τον όρο δεσμός για να περιγράψει τον συναισθηματικό σύνδεσμο που αναπτύσσεται ανάμεσα στο νεογέννητο και στον πρωταρχικό φροντιστή του. Η παρουσία μιας φιγούρας πρόσδεσης παρέχει μια ασφαλή βάση, ξεκινώντας από την οποία το παιδί θα μπορέσει να εξερευνήσει τον κόσμο με την ασφάλεια της γνώσης ότι ο γονέας είναι διαθέσιμος και θα προσφέρει προστασία, όποτε είναι αναγκαίο. Σύμφωνα με τον Bowlby (1969, 1973, 1980) ο δεσμός έχει τέσσερα προσδιοριστικά γνωρίσματα: τη διατήρηση της εγγύτητας (την επιθυμία να βρεθείς σωματικά κοντά στη φιγούρα πρόσδεσης, ιδίως σε στιγμές στρες ή ανάγκης), τη δυσφορία του αποχωρισμού (ο ανεπιθύμητος αποχωρισμός από τη φιγούρα πρόσδεσης γεννά δυσφορία, διαμαρτυρία και απόπειρες να επιτευχθεί η επανασύνδεση), το ασφαλές λιμάνι (το πλησίασμα προς τον φροντιστή, όταν το παιδί διαισθάνεται κίνδυνο ή νιώθει άγχος) και την ασφαλή βάση (την εξερεύνηση του κόσμου με τη γνώση ότι η φιγούρα πρόσδεσης θα προστατέψει το παιδί από τον κίνδυνο). Κατά την άποψη του Bowlby τα ανθρώπινα όντα διαθέτουν μια γενετική προδιάθεση να επιθυμούν την πρόσβαση ή την εγγύτητα προς μια φιγούρα πρόσδεσης για λόγους επιβίωσης. Δημιουργούν ισχυρούς συναισθηματικούς συνδέσμους με τους άλλους ανθρώπους για να συντηρηθούν τόσο από άποψη φυσιολογίας όσο και από συναισθηματική άποψη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η θεωρία του δεσμού και η αντίστοιχη έρευνα παρέχουν ένα χρήσιμο ψυχοβιολογικό πλαίσιο για να κατανοήσουμε τόσο την προέλευση όσο και τα συμπτώματα του τραύματος, του πένθους και της απώλειας. Ο Bowlby ήταν ο πρώτος που συνέδεσε την έννοια του δεσμού με τις έννοιες πένθος και τραύμα παρέχοντάς μας έναν τρόπο για να κατανοήσουμε τη συναισθηματική αντίδραση που εκδηλώνεται, όταν τέτοιοι δεσμοί απειλούνται ή διαρρηγνύονται.

Σχετικά με το τραύμα
   

     Όπως περιέγραψε πολύ παραστατικά η Garland (1991), ένα τραυματικό γεγονός προκαλεί ρήγμα στη δομή της ψυχικής ικανότητας για περίεξη και την καταπνίγει.

 


«Η λέξη τραύμα είναι ελληνική [από το ρήμα τιτρώσκω που] σημαίνει διαπερνώ [...] Υπαινίσσεται ότι το γεγονός που προκαλεί την τρώση χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη ένταση ή βιαιότητα και ότι οι συνέπειες για τον οργανισμό έχουν μακρά διάρκεια. Από το σημείο αυτό μικρή απόσταση μας χωρίζει ως τη μεταφορική χρήση της έννοιας, δηλαδή τη δήλωση ενός γεγονότος, το οποίο διαρρηγνύει με τρόπο εξίσου έντονο και βίαιο το προστατευτικό στρώμα που περιβάλλει την ψυχή, με εξίσου μεγάλης διάρκειας συνέπειες για τον ψυχικό οργανισμό» (σ. 509)


   Σύμφωνα με τον Van der Kolk (1987) τραύμα υφίσταται όταν ένας άνθρωπος χάνει το αίσθημα ότι διαθέτει έναν ασφαλή τόπο, στον οποίο μπορεί να καταφεύγει για να επεξεργαστεί τα συναισθήματα και τα βιώματά του και κατά συνέπεια αισθάνεται αβοήθητος.

   Η τέταρτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM-IV, Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, 1994) περιγράφει το τραυματικό γεγονός ως ένα συμβάν, στο οποίο α) το άτομο βιώνει, παρακολουθεί ως μάρτυρας ή έρχεται αντιμέτωπος με ένα ή περισσότερα γεγονότα που ενέχουν είτε θάνατο (συντελεσμένο ή επαπειλούμενο) είτε βαρύ τραυματισμό είτε μια απειλή στη σωματική ακεραιότητα του ίδιου ή άλλων και β) η αντίδραση του ατόμου περιλαμβάνει έντονο φόβο, αίσθημα αβοήθητου, φρίκη και αποδιοργανωμένη ή διαταραγμένη συμπεριφορά.

   Είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι το τραυματικό βίωμα δεν εξαρτάται μόνο από την έκθεση του ατόμου σε ένα τραυματικό γεγονός αλλά και από την ανταπόκριση του ατόμου στο γεγονός αυτό. Υπάρχουν μελέτες που υποδεικνύουν ότι ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό ανθρώπων, οι οποίοι υπέστησαν τραυματικό στρες κατά την παιδική τους ηλικία, έχουν πιθανότητες να εκδηλώσουν ψυχοπαθολογία (Lundin, 1984, Murphy, 1996). Ωστόσο πολλές μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις τέτοια άτομα εμφανίζονται ανθεκτικά, δεν αναπτύσσουν τραυματικά συμπτώματα μεγάλης διάρκειας και επιπλέον βιώνουν μια μεταμόρφωση και μια θετική ανάπτυξη. Διάφοροι παράγοντες, μεταξύ των οποίων το επίπεδο ανάπτυξης, η εγγενής ή επίκτητη ανθεκτικότητα και οι εξωτερικές πηγές στήριξης μπορούν να επηρεάσουν την πορεία, την οποία θα ακολουθήσει ένα άτομο. Μελέτες μετατραυματικής ανάπτυξης έχουν διαπιστώσει θετικές ατομικές μεταβολές σε πέντε τομείς: 1) ανάδυση νέων ευκαιριών και δυνατοτήτων, 2) δημιουργία βαθύτερων σχέσεων και μεγαλύτερης συμπόνοιας για τους άλλους, 3) αίσθημα ενδυνάμωσης απέναντι στις μελλοντικές δυσκολίες της ζωής, 4) αναδιάταξη των προτεραιοτήτων και πληρέστερη αξιολόγηση της ζωής και 5) βαθύτερη πνευματικότητα (Tedeschi & Calhoun, 1996, Calhoun & Tedeschi, 1999, 2006).

Η ιστορία της Άννας

   Σε ηλικία 10 μηνών η Άννα υπέφερε από άσθμα και στους γονείς της δόθηκε η σύσταση να τη μεταφέρουν σε καλύτερο κλίμα με λιγότερη υγρασία. Αποφάσισαν λοιπόν πως η Άννα θα έπρεπε να ζήσει στο χωριό της οικογένειας του πατέρα της. Η Άννα έμεινε εκεί ως τα 8 της χρόνια και το άσθμα της βελτιώθηκε. Οι γονείς της την επισκέπτονταν συχνά αλλά εκείνη τους νοσταλγούσε πάρα πολύ. Όταν επέστρεψε στο σπίτι της, η οικογένεια είχε αποκτήσει άλλα δύο παιδιά και η μητέρα της ήταν έγκυος στο τέταρτο παιδί. Η περίοδος ανάμεσα στα 8 και στα 11 χρόνια της, πριν από τον φόνο της μητέρας, φαίνεται πως ήταν το πιο ευτυχισμένο διάστημα στην παιδική ηλικία της Άννας. Ζούσε μαζί με τους αγαπημένους της γονείς που ήταν πολύ τρυφεροί και πολύ γενναιόδωροι μαζί της. Από την άλλη κατέβαλλε κι η ίδια μεγάλη προσπάθεια να τους ευχαριστήσει και βοηθούσε τη μητέρα της στο σπίτι και στο μεγάλωμα των αδελφών της. Έχει καλές αναμνήσεις κι από τους δύο γονείς της, κι αυτά ήταν τα δυνατά σημεία της που τη βοήθησαν να διαχειριστεί τα πολύ δύσκολα χρόνια, τα οποία ακολούθησαν την τραυματική απώλεια της μητέρας της. Οι μόνες κακές αναμνήσεις αυτής της περιόδου ήταν οι στιγμές, όπου ο πατέρας της ζήλευε τη μητέρα της.

   Έπειτα από τον φόνο της μητέρας της η ζωή της Άννας άλλαξε δραματικά. Έχασε τους γονείς της, το σπίτι της, το σχολείο της, την καθημερινή επαφή με τα αδέλφια της, την αίσθηση της οικογένειας που της είχε λείψει τόσο πολύ στο παρελθόν λόγω του άσθματος, το οποίο κατά περίεργο τρόπο εξαφανίστηκε μετά την τραγωδία. Της ήταν αδύνατο να αντέξει τη σκέψη ότι ο πατέρας της, τον οποίο ως παιδί θαύμαζε και αγαπούσε τόσο πολύ, αφαίρεσε τη ζωή τής μητέρας της με τόσο βίαιο τρόπο. Ο ίδιος άνθρωπος που της παρείχε ασφάλεια και ευημερία έγινε αιτία φρίκης και τρόμου. Η Άννα ένιωθε χαμένη και σε σύγχυση, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί συνέβη μια τέτοια τραγωδία στη ζωή της. Την ίδια στιγμή η πράξη του φόνου προκάλεσε αποξένωση και σύγκρουση ανάμεσα στις δύο οικογένειες, στην οικογένεια του δολοφόνου και στην οικογένεια των οργισμένων και πενθούντων συγγενών από τη μεριά της μητέρας της. Η Άννα ένιωθε διχασμένη. Πριν τον φόνο ήταν περισσότερο συνδεδεμένη με την οικογένεια του πατέρα της, καθώς είχε ζήσει τα πρώτα χρόνια της ζωής της μαζί τους, και είχε μια τρυφερή σχέση με τον παππού της. Μετά τον φόνο ένιωθε σύγχυση και τα αισθήματά της προς αυτή την οικογένεια μούδιασαν. Στη θεραπεία θυμήθηκε ότι ο παππούς της την επισκεπτόταν στο ορφανοτροφείο. Παρόλο που ένιωθε λαχτάρα για κείνον, κατέστελλε τα συναισθήματά της, γιατί ένα μέρος της ένιωθε ότι πρόδιδε τη μητέρα της. Για την οικογένεια της μητέρας, η οικογένεια του πατέρα ήταν η οικογένεια του φονιά.

Όταν ο πατέρας σκοτώνει τη μητέρα

   Ο ενδο-οικογενειακός φόνος λαβαίνει συχνά χώρα σε ένα περιβάλλον οικογενειακής βίας, όπου κοινά μοτίβα είναι τα οικογενειακά δυναμικά της σύγκρουσης, του ελέγχου και της κακοποίησης (Salloum and Renearson, 2006). Όταν ένας πατέρας σκοτώνει τη μητέρα μπροστά στα παιδιά του, η εμπειρία είναι ακραία τραυματική, συγκλονιστική και ακατανόητη με συντριπτικές συνέπειες για τα παιδιά. Ο φόνος είναι ένας θάνατος αφύσικος, αιφνίδιος, βίαιος, στιγματισμένος και ακατανόητος, μπορεί όμως να συνοδεύεται και από ένα αίσθημα ενοχής που το παιδί δεν μπόρεσε να τον αποτρέψει. Οι πρωταρχικές φιγούρες πρόσδεσης γίνονται πηγές βίας, τρόμου, φόβου, άγχους και πένθους και κατά συνέπεια τα παιδιά καταλήγουν μόνα, μπερδεμένα, εγκαταλελειμμένα σ’ έναν κόσμο επικίνδυνο, ανασφαλή, χαοτικό και χωρίς νόημα, ο οποίος μεταβλήθηκε αιφνιδιαστικά και για πάντα. Ο Harris-Hendrinks και οι συνεργάτες του, οι οποίοι διαθέτουν μεγάλη πείρα στον σχεδιασμό και στην παροχή υπηρεσιών για παιδιά που είτε υφίστανται βία είτε γίνονται μάρτυρες βίας, αναφέρουν ότι για τα παιδιά αυτά το μέγεθος των δευτερογενών απωλειών είναι τεράστιο. Οι απώλειες που υφίστανται είναι πολλαπλές, γιατί στην πραγματικότητα χάνουν και τους δύο γονείς, καθώς ο ένας είναι νεκρός και ο άλλος βρίσκεται στη φυλακή. Ταυτόχρονα είναι πολύ πιθανό να χάσουν το σπίτι τους, τα υπάρχοντά τους, τους φίλους, το περιβάλλον και τις συνήθειες της οικογένειας. Μερικά παιδιά καταλήγουν να ζουν με συγγενείς ή αναδόχους ή σε ορφανοτροφεία. Τα παιδιά αυτά βιώνουν επίσης πολλές συμβολικές απώλειες, όπως την απώλεια του ελέγχου, της αυτοεκτίμησης, της προβλεψιμότητας, της ασφάλειας και ούτω καθεξής. Είναι πιθανό επίσης να βιώσουν συγκρούσεις αφοσίωσης: πολύ συχνά, ενώ μισούν τον δολοφόνο, είναι συγχρόνως δεμένα μαζί του. Η αμφιθυμία αυτή μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολο να διευθετηθεί. Τα μέλη της οικογένειας που επιβιώνουν ενδέχεται να αισθάνονται αντικρουόμενα συναισθήματα όπως ντροπή, ενοχή, θυμό, σύγχυση, πόνο, φρίκη, αγάπη, μίσος, αίσθημα αβοήθητου, προδοσία, και μπορεί να συντάσσονται είτε με το μέρος του θύματος είτε με το μέρος του δράστη είτε ενάντιά τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη θραύση των οικογενειακών δεσμών και μπορεί τελικά να οδηγήσει στη διάλυση της οικογένειας (Harris- Hendrinks et al, 1993).

Σχετικά με το θρήνο και την απώλεια

Ο θρήνος μάς επιτρέπει να αναρρώσουμε, να θυμόμαστε με αγάπη αντί για πόνο. Είναι μια διαδικασία ταξινόμησης. Απαγκιστρώνεσαι από τα πράγματα που χάθηκαν, ένα προς ένα, και θρηνείς γι’ αυτά. Έπειτα πιάνεσαι από τα πράγματα που έγιναν μέρος αυτού που είσαι, ένα προς ένα, και ξαναχτίζεις. 

Rachael Naomi Remen

   Η διαχείριση της απώλειας ενός αγαπημένου θεωρείται ένα από τα πιο απαιτητικά, οδυνηρά, τρομακτικά, κατακλυσμικά αλλά και αναπόφευκτα ανθρώπινα βιώματα. Ο όρος θρήνος συμπεριλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα αντιδράσεων που κυριαρχούν μετά την απώλεια και που αντανακλούν τον αποχωρισμό από τη φιγούρα πρόσδεσης (Bowlby, 1980). Μια αντίδραση θρήνου περιλαμβάνει συναισθηματικά, συμπεριφορικά, γνωσιακά και σωματικά συστατικά, όπως η θλίψη και η νοσταλγία, η επίμονη ενασχόληση με τον νεκρό, η απόσυρση από κοινωνικές δραστηριότητες, καθώς και διαταρχές ύπνου και όρεξης (Worden, 1991). Ο θρήνος είναι η αναπόφευκτη σκληρή δουλειά που πρέπει να γίνει, για να αποδεχτούμε την απώλεια, για να επεξεργαστούμε τη σημασία της για τη ζωή μας και για να μπορέσουμε να συνδεθούμε ξανά με τον κόσμο. Για τους Fleming and Robinson (1991) ο θρήνος δεν είναι μια νόσος που χρειάζεται θεραπεία ούτε ένα παθολογικό ή κλινικό πρόβλημα – παρότι ενδέχεται να μετατραπεί σε τέτοιο. Είναι απλώς το τίμημα που πληρώνουμε για την αγάπη. Ενώ γενικά θεωρείται πως δυνητικά κάθε θάνατος μπορεί να γίνει αντιληπτός από τον άνθρωπο που επιβιώνει ως προσωπικά τραυματικός, υπάρχουν μεταβλητές που προσδιορίζουν αν κάτι είναι για τους περισσότερους ανθρώπους τραυματικό. Μια χρήσιμη οπτική θα ήταν να εξετάσει κανείς τους θανάτους σε μια κλίμακα από τον ελάχιστα τραυματικό στο ένα άκρο ως τον εξαιρετικά τραυματικό στο άλλο ( Weeks, 1996). Ας δούμε όμως τα εξής:

Τι είναι η τραυματική απώλεια;

   Τραυματική απώλεια είναι η απώλεια ενός αγαπημένου κάτω από τραυματικές συνθήκες. Μια απώλεια ξαφνική, απροσδόκητη, έξω από το σύνηθες φάσμα εμπειριών (Gilbert, 2009). Μπορεί να είναι βίαιη ή καταστροφική (όπως στο κλινικό παράδειγμα που παρουσιάζω) και είναι κατανοητό ότι γεννά ειδικά προβλήματα σε όσους επέζησαν. Ανάμεσα στα πιο συνηθισμένα απ’ αυτά είναι η πολύ μεγάλη ένταση του θρήνου, η κατακρήμνιση του κόσμου, όπως τον έχει γνωρίσει το άτομο, και η ύπαρξη μιας σειράς από παράλληλες κρίσεις και δευτερογενείς απώλειες (Doka, 1996). Οι απώλειες αυτές κατακλύζουν τα ψυχικά αποθέματα του πενθούντος και είναι πολύ πιθανό να περιπλέξουν τη διαδικασία του θρήνου.

   Ο θρήνος που προκύπτει από την τραυματική απώλεια διαφέρει από το «φυσιολογικό» θρήνο από πολλές απόψεις: δεν υπάρχει επαρκής χρόνος για να αναπτυχθεί προσδοκία του θανάτου, για να πει κανείς αντίο ή για να ολοκληρώσει θέματα που έχουν μείνει στη μέση. Ένα γενικευμένο αίσθημα φρίκης, αβοήθητου και απώλειας ελέγχου χαρακτηρίζει τον πενθούντα. Αισθάνεται τη ζωή του αποδιοργανωμένη και χωρίς συγκρότηση, τίποτα δεν του φαίνεται πλέον ασφαλές και βλέπει πια τον κόσμο σαν έναν τόπο επικίνδυνο (Gilbert, 2009).

   Μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να μετατρέψουν ένα θάνατο σε τραυματικό γεγονός (και κατά συνέπεια να περιπλέξουν τη διαδικασία του πένθους) είναι οι εξής: α) το αιφνίδιο και απροσδόκητο του θανάτου, β) η βία, ο τραυματισμός και η καταστροφή, γ) η δυνατότητα αποτροπής ή/και η τυχαιότητά του, δ) η απώλεια ενός παιδιού, ε) οι πολλαπλοί θάνατοι και στ) η προσωπική επαφή του ανθρώπου που επιβίωσε με τον θάνατο, όπου υπάρχει είτε αξιοσημείωτη απειλή για την επιβίωσή του είτε μαζική ή/και σοκαριστική επαφή με τον θάνατο και τον τραυματισμό άλλων ατόμων (Rando, 1994).

   Το ιστορικό των απωλειών του ανθρώπου που πενθεί, το είδος της προσωπικότητάς του, η προνοσηρή ψυχική του προσαρμογή, η φύση της σχέσης του με τον νεκρό και ο βαθμός σημαντικότητας της σχέσης αυτής για τη ζωή του, οι συνθήκες του θανάτου και οι κοινωνικές μεταβλητές (για παράδειγμα, η απουσία κοινωνικής υποστήριξης) είναι παράγοντες που επιδρούν στη διαδικασία του πένθους και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι πενθούντες προσαρμόζονται στην απώλεια (Rando, 1993, Mc Kissock and Mc Kissock, 1991).

Η ιστορία της Άννας

   Η τραγωδία που συνέβη στην οικογένεια της Άννας προκάλεσε μια συντριπτικού μεγέθους οδύνη δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες για μια αργοπορημένη αντίδραση θρήνου. Τα οδυνηρά της συναισθήματα ήταν κάποτε τόσο αφόρητα που «λησμονήθηκαν». Η λησμονιά έγινε για την Άννα ένας τρόπος να προστατεύει τον εαυτό της από την τραγική πραγματικότητα και από τον κίνδυνο που τη συνόδευε. Συγχρόνως όμως η Άννα πλήρωνε ένα τίμημα, επειδή δεν είχε επεξεργαστεί τα οδυνηρά της βιώματα. Κατά συνέπεια το πένθος της παρέμεινε μπλοκαρισμένο και ανεπίλυτο. Η Άννα καταπίεσε τον πόνο της κι έβαλε τα δυνατά της να προσαρμοστεί στην καινούργια της ζωή στο ορφανοτροφείο. Η μητρική της οικογένεια, την οποία η Άννα και τα αδέλφια της επισκέπτονταν στις διακοπές, δεν μιλούσε ποτέ για το τραγικό γεγονός. Ο θάνατος της μητέρας τους έγινε ένα θέμα ταμπού και τον περιέβαλλε μια συνωμοσία σιωπής που προερχόταν από μια λανθασμένη πεποίθηση προστασίας.

   Η Άννα προσπάθησε να αναπληρώσει τις απώλειές της ταυτιζόμενη με τον ρόλο της μητέρας της. Μπήκε στη θέση της και επικεντρώθηκε στη φροντίδα και στην παρηγοριά των μικρότερων αδελφών της, πράγμα το οποίο είχε υποσχεθεί στη μητέρα της πριν πεθάνει. Ήταν σε θέση να αναγνωρίσει ότι μετά την οικογενειακή της τραγωδία άρχισε να αντλεί δύναμη από τη γλώσσα της καλοσύνης. Ήταν ήσυχη, υπάκουη, φιλική με όλους και κατά συνέπεια όλοι τη συμπαθούσαν. Προσφέροντας στους άλλους προσπαθούσε να γιατρέψει την τραυματισμένη της αυτοεκτίμηση, να νιώσει καλά για τον εαυτό της (να μην είναι η κόρη του φονιά) και να επανορθώσει για το έγκλημα του πατέρα της. Η φροντίδα των άλλων ήταν για την Άννα ένας μηχανισμός ανθεκτικότητας, ένα είδος στρατηγικής επιβίωσης, ένας τρόπος να κρύψει τη χαμένη της παιδικότητα και το τραύμα της. Αποκτούσε έτσι μια αίσθηση ελέγχου, μια άμυνα ενάντια στον τρόμο που της γεννούσε το να είναι αβοήθητη και εκμηδενισμένη, τα ευάλωτα συναισθήματα που ένιωσε, όταν αποχωρίστηκε ξαφνικά και βίαια τις δικές της φιγούρες πρόσδεσης. Αποστασιοποιήθηκε από τα ανάμεικτα, περιπεπλεγμένα αισθήματα θλίψης, λύπης, θυμού και οργής, καθώς και από οποιεσδήποτε ενδείξεις αδυναμίας και εκφράσεις εξαρτητικότητας. Αν γινόταν σαν τη μητέρα της, δεν θα ένιωθε την απουσία της. Και μην επιτρέποντας σε κανέναν να φροντίσει την ίδια, παρέμενε πιστή στην αγαπημένη της μητέρα.

   Είχε φτάσει ωστόσο η στιγμή να αναθεωρήσει ορισμένες από αυτές τις πεποιθήσεις που την είχαν βοηθήσει να επιβιώσει, αλλά τις οποίες μπορεί πλέον να μην είχε ανάγκη. Είχε έρθει η ώρα να βρει καλύτερες λύσεις που θα ήταν λιγότερο αυτοθυσιαστικές και θα την βοηθούσαν να φροντίσει καλύτερα τον εαυτό της αναγνωρίζοντας και την προσωπική της οδύνη, αντί να ταυτίζεται με τον πόνο των άλλων. Ήταν πια καιρός να στρέψει τη ματιά της προς τα μέσα και να ασχοληθεί με το προσωπικό της τραύμα, να εξετάσει τους φόβους, τους τρόμους, τα άγχη, τον πόνο, τη μοναξιά της, με άλλα λόγια να αντιμετωπίσει τις τραυματικές της απώλειες.

Η αλληλεπίδραση τραύματος και πένθους

   Στους τομείς του τραύματος και του πένθους υπάρχει μια αυξανόμενη αναγνώριση της διαπλοκής μεταξύ τραύματος, απώλειας και πένθους (Figley, 1998, Litz, 2004, Neimeyer, 2001). Πρόσφατα η έρευνα στράφηκε προς τη διερεύνηση των ομοιοτήτων, των διαφορών και της αλληλοεπικάλυψης πένθους και τραύματος (Fleming and Belanger, 2001). Ο Rando (1997) έχει επισημάνει ότι οι ομοιότητες ανάμεσα στο πένθος και στο τραύμα εντοπίζονται σε τρεις ευρύτερες περιοχές: α) στα χαρακτηριστικά τους συμπτώματα, β) στις εναλλασσόμενες καταστάσεις εισβολής και αποφυγής και γ) στον ουσιαστικό ρόλο της συναισθηματικής απελευθέρωσης σε συνδυασμό με την γνωσιακή ανακατασκευή μέσα στη θεραπευτική διαδικασία.

   Σύμφωνα με τον Simpson (1997) πένθος και τραύμα έχουν πολλά κοινά συμπεριφορικά γνωρίσματα. Το πένθος μοιάζει συχνά με το τραύμα στο ότι και τα δύο μπορεί να ενέχουν μια επαφή με τον θάνατο υπό συνθήκες καταστροφικές ή βίαιες, η οποία μπορεί να διευκολύνει τις τραυματικές αντιδράσεις στρες σε συνδυασμό με μια αντίδραση θρήνου (Tolstikova et al., 2005).

    Ο Lifton (1993) έχει τονίσει τα συστατικά της απώλειας, του πένθους και του θρήνου μέσα στα συμπτώματα τραυματικού στρες και προτείνει ότι πολλά από τα συμπτώματα του τραυματικού συνδρόμου σχετίζονται ακριβώς με έναν εμποδιζόμενο πένθος, όπου ο θρήνος έχει υπάρξει υπερβολικά συντριπτικός για να επιλυθεί. Ο Johnson (1993) θεωρεί τις αντιδράσεις PTSD και τις αντιδράσεις θρήνου «δύο αξεδιάλυτα πλεγμένα νήματα [...] εντέλει αδιαχώριστα, καθώς το ίδιο το βίωμα της απώλειας είναι μέρος του τραύματος (σ. 482).

    Ο συνδυασμός τραύματος και θρήνου μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία του πένθους με διάφορους τρόπους: α) η συνέργεια θρήνου και τραύματος μπορεί να εντείνει τα κοινά τους συμπτώματα (όπως είναι η επαναβίωση, τα συμπτώματα αποφυγής και μουδιάσματος ή διέγερσης), β) οι σκέψεις γύρω από τον νεκρό, αναγκαίο μέρος του πένθους που ακολουθεί έναν τραυματικό θάνατο, ενδέχεται να οδηγήσουν σε τραυματικές μνήμες, για παράδειγμα, σε αναμνήσεις τού τρόπου με τον οποίο επήλθε ο θάνατος, γ) οι τραυματικές πτυχές του θανάτου μπορεί να εμποδίσουν ή να περιπλέξουν ορισμένα ζητήματα του πένθους, όπως είναι, για παράδειγμα, η ικανότητα να συνέλθει το άτομο από το σοκ που συνδέεται με την απώλεια, οι αναμνήσεις, τα όνειρα που συνδέονται με το πένθος, η σχέση με τον νεκρό, ζητήματα ταύτισης και η επεξεργασία του θυμού και της οργής. Τέλος, δ) μια αίσθηση μετατραυματικής αποξένωσης ή μοναξιάς μπορεί να παρεμποδίσει τυχόν ιαματικές διαδράσεις (Nader, 1997).

   Σύμφωνα με τον Redmond (1996) οι κυριότερες επιπτώσεις που βιώνουν όσοι έζησαν μια βίαιη, τραυματική απώλεια είναι:

   1) Η γνωστική δυσαρμονία και η δυσπιστία. Η τραυματική απώλεια σαρώνει την ικανότητα του ατόμου να δώσει νόημα στην απώλεια. Ο θάνατος φαντάζει παράλογος και το μυαλό δεν μπορεί να κατανοήσει τη σημασία του.
   2) Οι δολοφονικές παρορμήσεις και ο θυμός.
  3) Οι συγκρούσεις αξιών και πεποιθήσεων. Τα πολύ οδυνηρά γεγονότα της ζωής, όπως είναι μια βίαιη απώλεια, κατά κανόνα γκρεμίζουν τις θεμελιώδεις υποθέσεις μας για τον κόσμο, οι οποίες αποδίδουν ένα νόημα στην ύπαρξή μας, και θρυμματίζουν τη σημασία που έχει ο εαυτός μέσα στον κόσμο. Ο φόνος είναι μια παραβίαση όλων όσων έχουμε διδαχτεί ως σωστά, έντιμα, ασφαλή ή προσδοκώμενα στη ζωή. Οι πεποιθήσεις για το κατά πόσο ο κόσμος εξακολουθεί να είναι ένας τόπος καλός και ασφαλής, κατά πόσο οι άνθρωποι είναι γενικά αξιόπιστοι, κατά πόσο οι εμπειρίες της ζωής έχουν κάποιο νόημα και το άτομο έχει τιμή και αξία κλονίζονται από τον τραυματικό θάνατο (Janoff-Bulman, 1992). Ο Parkes και οι συνεργάτες του (Parkes et al., 1997) αποκαλούν τη διαδικασία αναθεώρησης «των θεμελιωδών υποθέσεων, των διανοητικών και συμπεριφορικών συνηθειών που έχουν αποκτηθεί σε διάστημα πολλών ετών και που έχουμε την τάση να τις θεωρούμε αυτονόητες» (σ. 246) ψυχοκοινωνική μετάβαση (PST).
   4) Η απόσυρση της υποστήριξης εξαιτίας του στίγματος του φόνου και η συναισθηματική απόσυρση. Ήδη από το 1944 ο Lindemann προσδιόρισε το ψυχολογικό τραύμα ως «την αιφνίδια ανεξέλεγκτη διατάραξη των δεσμών που μας συνδέουν με τον κόσμο μας». Στην τραυματική κατάσταση ο άνθρωπος βρίσκεται μόνος και χάνει όλες τις πηγές από τις οποίες αντλούσε αισθήματα ασφάλειας. Συμβαίνει μία ρήξη με το συνεχές της ζωής, ένας συναισθηματικός αποχωρισμός από όλες τις συναισθηματικές επαφές και τα βιώματα του ανθρώπου που προηγούνταν του τραυματικού γεγονότος. Οι δεσμοί που ενώνουν τους ανθρώπους θρυμματίζονται και χάνεται η αίσθηση ότι μοιράζονται κάτι κοινό. Ο Freitag και οι συνεργάτες του (Freitag et al., 2003) παρατήρησαν ότι, μετά από έναν ξαφνικό θάνατο «... δεν αποκοβόμαστε μόνο από τον άνθρωπο που χάθηκε αλλά και από μέρη του εαυτού μας» (σ. 31). Η ρήξη του δεσμού αφήνει τον εαυτό κατακερματισμένο και αβοήθητο.

   Η αναζήτηση νοήματος και οι απαιτήσεις της ανασύνθεσης της θρυμματισμένης κοσμοθεωρίας μας αποτελεί ένα από τα κοινά φαινόμενα που συνδέονται τόσο με το πένθος όσο και με το τραύμα και αντιπροσωπεύουν τις πυρηνικές δυσκολίες στο ζήτημα της προσαρμογής στην απώλεια και στο τραύμα (Fleming and Belanger, 2001). Η θεραπεία του τραυματικού πένθους ή της τραυματικής απώλειας απαιτεί μια κατανόηση του τραύματος, του πένθους και της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης. Η φυσιολογική επίλυση του πένθους μπορεί να παρακωλυθεί, αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα η τραυματική φύση του θανάτου. Καθώς φαίνεται, όταν συνυπάρχουν συμπτώματα τραύματος και πένθους, συνιστάται και συχνά είναι απόλυτα αναγκαίο να ασχοληθεί κανείς πρώτα με τα ζητήματα του τραύματος και να τα επιλύσει τουλάχιστον εν μέρει, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει στη συνέχεια με επιτυχία τα ζητήματα του πένθους (Nader, 1997).

   Σε γενικές γραμμές πρέπει να έχουμε στον νου μας ότι ενδέχεται να υπάρχει πένθος χωρίς έντονο τραύμα, αλλά ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει έντονο τραύμα χωρίς πένθος. «Το να αγνοήσουμε το τραυματικό συστατικό του πένθους αλλά και το πένθος ως συστατικό του τραύματος αποτελεί ασφαλώς παραμέληση» (Simpson, 1997, p. 6). Επιπλέον, όπως υπογραμμίζουν οι Briere and Scott (2006): «Ένας κατάλογος συμπτωμάτων ή διαταραχών δεν μπορεί να περικλείσει το σύνολο του ψυχολογικού τραυματισμού. Το τραύμα μπορεί να μεταβάλει το ίδιο το νόημα που δίνουμε στη ζωή μας και μπορεί να γεννήσει αισθήματα και βιώματα που δεν είναι εύκολο να κατηγοριοποιηθούν στα διαγνωστικά εγχειρίδια» (σ. 17).

Περιπεπλεγμένο ή τραυματικό πένθος

   Τα φαινομενολογικά χαρακτηριστικά τόσο του πένθους όσο και του τραύματος έχουν οδηγήσει στη σύνθετη έννοια που έχει προταθεί με τον όρο περιπεπλεγμένο πένθος. Αναφορικά με τους ενηλίκους ο όρος αυτός χρησιμοποιείται εναλλακτικά με τον όρο τραυματικό πένθος (Prigerson et al., 1997), ο οποίος μοιάζει να συλλαμβάνει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις δύο διαστάσεις που κρύβονται πίσω από το σύνδρομο (δηλ. το τραύμα και την οδύνη του αποχωρισμού). Έχει επίσης ονομαστεί μεταξύ άλλων αφύσικο, ατυπικό, ανεπίλυτο, δυσλειτουργικό, μη υγιές και, πιο συχνά, παθολογικό πένθος.

   Ο Prigerson και οι συνεργάτες του (Prigerson et al., 1999) ανέπτυξαν ορισμένα διαγνωστικά κριτήρια, σύμφωνα με τα οποία το Σύνδρομο Περιπεπλεγμένου Πένθους αποτελείται τόσο από συμπτώματα οδύνης αποχωρισμού όσο και από συμπτώματα τραυματικής οδύνης. Στην πιο πρόσφατη θεωρητική μελέτη οι Boelen και Prigerson (2007) αναθεώρησαν τα διαγνωστικά κριτήρια για το περιπεπλεγμένο πένθος και το μετονόμασαν Διαταραχή Παρατεταμένου Πένθους (Prolonged Grief Disorder PGD) προτείνοντας την ένταξή του στην Πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών.
Το περιπεπλεγμένο πένθος συνδέεται στους ενήλικες με αυξημένο κίνδυνο ψυχιατρικής συννοσηρότητας και σωματικής ασθένειας. Οποιαδήποτε συντριπτική απώλεια μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα περιπεπλεγμένου πένθους.

   Ο Rando αναφέρει ότι σε όλες τις μορφές περιπεπλεγμένου πένθους παρατηρούνται απόπειρες προς δύο κατευθύνσεις: 1) προς την άρνηση, την απώθηση ή την αποφυγή ορισμένων πτυχών της απώλειας, της οδύνης της και της πλήρους συνειδητοποίησης των συνεπειών τής απώλειας για τον πενθούντα και 2) προς την προσκόλληση και την απροθυμία να παραιτηθεί κανείς από τον αγαπημένο που χάθηκε (Rando, 1993). Ο πενθών φαίνεται να μην μπορεί να ενσωματώσει τον θάνατο στη ζωή του.

Η ιστορία της Άννας

   Η Άννα ήταν πολύ προστατευτική απέναντι στην κόρη της, Μαρίνα, κάτι που είναι κατανοητό, αισθανόταν όμως επίσης ένοχη, επειδή την απασχολούσαν πάρα πολύ τα προβλήματα των αδελφών της και δεν περνούσε αρκετό χρόνο μαζί της. Μια πολύ σημαντική στιγμή που ανακίνησε θέματα αποχωρισμού ήταν όταν η κόρη της έφυγε από το σπίτι για να σπουδάσει σε μιαν άλλη πόλη. Η Άννα και ο σύζυγός της τη συνόδεψαν στο καινούργιο της σπίτι, πολλά χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, και είχαν και οι δύο (γονείς) πολύ έντονα συναισθήματα τη στιγμή του αποχωρισμού. Και οι δύο γονείς ήταν θλιμμένοι και πολύ συγκινημένοι. Η Άννα σκεφτόταν πως στη δική της ζωή δεν της δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να έχει τη μητέρα της κοντά της, να αισθανθεί προστατευμένη από εκείνην και να την νιώθει δίπλα της στις μεταβάσεις της ζωής της. Η Μαρίνα φάνηκε να προσαρμόζεται καλά στη νέα φοιτητική της ζωή και να κάνει καινούργιους φίλους. Ακουγόταν ευτυχισμένη. Ωστόσο λίγους μήνες αργότερα μια φίλη της είδε κατά σύμπτωση το διαβατήριό της και ανακάλυψε πως καταγόταν από την Αλβανία, κάτι που η Μαρίνα δεν το είχε αποκαλύψει στους νέους της φίλους. Το νέο κυκλοφόρησε στην υπόλοιπη παρέα που θύμωσε και την απέρριψε. Η Μαρίνα δεν μπόρεσε να το αντέξει και αποφάσισε να εγκαταλείψει τις σπουδές της και να επιστρέψει στο σπίτι της.

   Η Άννα δυσκολεύτηκε πολύ να αποδεχτεί ότι η κόρη της δεν έδειξε την απαραίτητη δύναμη για να αντιμετωπίσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε. Ένιωσε θυμό απέναντί της που το έβαλε κάτω στην πρώτη δυσκολία. Περίμενε από την κόρη της να είναι δυνατή και απογοητεύτηκε από την αδυναμία της και την ανικανότητά της να βρει λύση. Ήταν τόσο εκνευρισμένη μαζί της, που αρνήθηκε να τη βοηθήσει με τη μετακόμιση της επιστροφής. Επιστρέφοντας στο σπίτι η Μαρίνα ανέβαλε τη διαφοροποίησή της και τον αποχωρισμό της από τους γονείς της. Στη διάρκεια της θεραπείας τής Άννας προσπαθήσαμε να προσδιορίσουμε σε ποια σημεία συνδέεται η δική της τραυματική ιστορία με τις αντιδράσεις της στην ιστορία της κόρης της. Η κόρη της βίωσε ένα είδος κοινοτικού τραύματος, υπέστη μια διάκριση από το δίκτυο των συμφοιτητών της. Για την Άννα ήταν πολύ σημαντικό να συνειδητοποιήσει ότι της ήταν αδύνατο να αναγνωρίσει το οδυνηρό κομμάτι στην ιστορία της κόρης της και μ’ αυτό τον τρόπο δε μπορούσε να βρίσκεται κοντά στις ανάγκες της.  Συγκλονίστηκε όταν κατάλαβε πως η ίδια δεν βοηθούσε τη Μαρίνα, όπως κανείς δεν είχε σταθεί στο δικό της πλάι, όταν ήρθε αντιμέτωπη με την τραυματική απώλεια της μητέρας της. Η Άννα μάλιστα έδειχνε να απορρίπτει και να τιμωρεί την κόρη της που ένιωθε αβοήθητη, ακριβώς εκείνο που η ίδια πάσχιζε ποτέ να μην νιώσει.

Η αλληλεπίδραση παρελθόντος και παρόντος: η διαγενεακή μετάδοση του τραύματος

     «Εκείνοι που δεν μπορούν να θυμηθούν το παρελθόν είναι καταδικασμένοι                                                                                    να το επαναλάβουν»
                                                                                                 Santayana


   Η κλινική παρατήρηση και η εμπειρική έρευνα έχουν δείξει ότι οι συνέπειες των τραυματικών γεγονότων δεν περιορίζονται στα πρόσωπα που βιώνουν άμεσα το γεγονός. Είναι ευρεία η παραδοχή ότι το ανεπεξέργαστο και ανέκφραστο τραύμα μπορεί να μεταδοθεί στην επόμενη γενιά. Οι γονείς έχουν την τάση να προβάλλουν ασυνείδητο υλικό του δικού τους παρελθόντος στο βρέφος τους. Το περιεχόμενο αυτών των γονεϊκών προβολών εξαρτάται από την ιστορία του γονέα. Σύμφωνα με την Möhler και τους συνεργάτες της (Möhler et al., 2001) το βρέφος αντιπροσωπεύει ένα μέρος του γονεϊκού ασυνειδήτου. Μη διαθέτοντας έκδηλα προσωπικά χαρακτηριστικά ή διαφοροποιημένες προθέσεις το νεογέννητο μπορεί να διαμορφωθεί και να πλαστεί από τη φαντασίωση του γονέα. Η Fraiberg και οι συνεργάτες της (Fraiberg et al.,1980) πρότειναν τη μεταφορά «φαντάσματα στο βρεφικό δωμάτιο» για να περιγράψουν πώς τα τραυματικά βιώματα του παρελθόντος μπορεί να υπονομεύσουν την ικανότητα ενός γονέα να προσφέρει επαρκή σωματική και συναισθηματική φροντίδα, με αποτέλεσμα την επανάληψη του οδυνηρού παρελθόντος. Τα φαντάσματα που διαταράσσουν το παρόν είναι «οι επισκέπτες του λησμονημένου παρελθόντος των γονέων», οι φορείς του παλαιού τραύματος που ζητούν ν’ αποκτήσουν φωνή. Η συναισθηματική σύνδεση – η αναγνώριση και η ανάμνηση των συναισθημάτων που βίωσε ο γονέας ως παιδί – θα βοηθήσει τον γονέα να αποφύγει να επαναλάβει το παρελθόν στο παρόν: «...εκείνος που έχει ανάγκη να επιβάλλει τον δικό του πόνο στο παιδί του, είναι ο γονέας που δεν μπορεί να θυμηθεί τα δικά του παιδικά συναισθήματα πόνου και άγχους»(Fraiberg et al., 1980, σ. 182).

   Σύμφωνα με τον Russel (βλ. Πομίνι, 2011) το τραυματικό βίωμα που παρεμποδίζει την ανάπτυξη της συναισθηματικής ικανότητας συνδέεται με το φαινόμενο της καταναγκαστικής επανάληψης. Κάτι που γίνεται αντιληπτό ως οδυνηρό και τρομακτικό επαναλαμβάνεται ασυνείδητα σε μια απόπειρα να βρεθεί λύση. Ο μηχανισμός της καταναγκαστικής επανάληψης μεταδίδεται στην επόμενη γενιά. Φαίνεται ότι τα παιδιά άθελά τους αναπαράγουν ένα σενάριο παρόμοιο με εκείνο των γονέων τους, και η επανάληψη αυτή από τη μια μπορεί να θεωρηθεί μια πράξη συγκαλυμμένης διαγενεακής αφοσίωσης, από την άλλη μπορεί να ιδωθεί και να προσδιοριστεί ως μια απόπειρα επίλυσης, ως ένας τρόπος να αγγίξει κανείς και να επεξεργαστεί ξανά τις οδυνηρές πτυχές του τραυματικού βιώματος.

    Έχει γραφτεί ότι μεταφορικά η μετάδοση του τραύματος μπορεί να συγκριθεί με τη μετάδοση της θερμότητας, του φωτός, του ήχου και του ηλεκτρισμού. Ενώ τα μοντέλα αυτά δεν είναι ορατά, υπάρχουν, η παρουσία τους είναι εμφανής και τα διακρίνουμε μέσα από τις πράξεις του υποκειμένου (Kellerman, 2001). Ο ίδιος συγγραφέας επισημαίνει ότι τα παιδιά που μεγάλωσαν σε οικογένειας όπου δεν υπήρχε ανοιχτή επικοινωνία ως προς το τραύμα των γονέων, αλλά το τραύμα ήταν σιωπηρά παρόν μέσα στο σπίτι (μέσω δηλ. μη λεκτικής επικοινωνίας), φαίνεται επίσης ότι είναι πιο ευάλωτα στη διαγενεακή μετάδοση του τραύματος.

   Η θεωρία του δεσμού μάς προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες, όταν δουλεύουμε με διαγενεακά ζητήματα και ζητήματα που αφορούν την οικογένεια καταγωγής. Στο πλαίσιο της οικογενειακής ζωής υπάρχει μια συνεχιζόμενη διεργασία διαφόρων προτύπων πρόσδεσης που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά και έχουν την τάση να επαναλαμβάνονται. Τα πρότυπα πρόσδεσης των γονέων από τις οικογένειες καταγωγής τους έχουν την τάση να αναπαράγονται στις οικογενειακές σχέσεις που δημιουργούν στην επόμενη γενιά. Η έρευνα στον τομέα της πρόσδεσης έχει δείξει ότι τα ενήλικα πρότυπα συσχετίζονται εμπειρικά με τα βρεφικά πρότυπα (για παράδειγμα, ένας ασφαλής γονέας έχει την τάση να παράγει ένα ασφαλές βρέφος, ή ένας απορριπτικός γονέας έχει την τάση να αποκτά ένα αποφευκτικό βρέφος). Αναγνωρίζεται επομένως ότι η θεωρία του δεσμού παρέχει ένα πολύ χρήσιμο νοητικό σχήμα για να διερευνηθεί η συνεχιζόμενη επίδραση σχέσεων του παρελθόντος και δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τα ζητήματα της ανεπίλυτης απώλειας ή του τραύματος (Akister et al., 2004). O Lieberman (1979) επισημαίνει ότι, αν τα μέλη της οικογένειας είναι ανίκανα να πενθήσουν, είτε χωριστά είτε συλλογικά, αναπτύσσεται ένα οικογενειακό πρότυπο με ροπή προς τη διαγενεακή μετάδοση. Το νοσηρό πένθος ως πρότυπο οικογενειακής αντίδρασης κληροδοτείται από τη μια γενιά στην άλλη και διαιωνίζει τη δυσκολία να παραιτηθεί το άτομο από τους συναισθηματικούς δεσμούς του. Οι αναπόφευκτες απώλειες, όπως είναι ο αποχωρισμός των νεότερων γενεών και οι θάνατοι μέσα στην οικογένεια, αντιμετωπίζονται με αντιδραστικό τρόπο. Η αλλαγή στη δομή της οικογένειας ακυρώνεται και η γενεακή ιεραρχία της οικογένειας παγώνει απέναντι στο πέρασμα του χρόνου εμποδίζοντας την εξέλιξη της οικογένειας.  Σύμφωνα με τον Lieberman (1979) αυτή η στάση της οικογένειας επιτυγχάνεται με τη μετατόπιση του δεσμού από τον θανόντα σε ένα άλλο μέλος της οικογένειας που δρα ως υποκατάστατο. Επιπρόσθετα ο Bowen (1991) περιέγραψε τη διαγενεακή επίπτωση του θανάτου και της απώλειας ως ένα συναισθηματικό ωστικό κύμα. Είναι ένα δίκτυο υπόγειων μετασεισμών σοβαρών γεγονότων ζωής που μπορεί να συμβούν οπουδήποτε στο εκτεταμένο οικογενειακό σύστημα μέσα στους μήνες ή στα χρόνια που ακολουθούν τον θάνατο ενός σημαντικού μέλους της οικογένειας. Λειτουργεί με βάση ένα υπόγειο πλέγμα συναισθηματικής εξάρτησης του κάθε μέλους της οικογένειας από τα άλλα και εμφανίζεται συχνότερα σε οικογένειες που παρουσιάζουν σημαντικό βαθμό ανομολόγητης συναισθηματικής συγχώνευσης.

Η ιστορία της Άννας

   Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που συζήτησε η Άννα στη θεραπεία της ήταν η απόφασή της να επικοινωνήσει με τον πατέρα της, όταν εκείνος βγήκε πια από τη φυλακή, περίπου δέκα χρόνια μετά την τραγωδία. Ήταν μια πολύ ευάλωτη περίοδος στη ζωή της, αφού είχε μόλις αποκτήσει τη δική της κόρη. Ο πατέρας της, ο οποίος της έγραφε από τη φυλακή γράμματα που η Άννα ποτέ δεν τα διάβαζε, προσπάθησε να την προσεγγίσει. Αρχικά εκείνη δοκίμασε να τον αποφύγει. Αργότερα, καθώς ήταν πια κι εκείνη γονέας, σκέφτηκε ότι, παρόλο που ο πατέρας της είχε καταστρέψει τη μητέρα της, δεν γινόταν να μη νιώθει αγάπη και νοιάξιμο για τα παιδιά του. Κατάλαβε ότι ήταν μια ευκαιρία για την ίδια και για τα αδέλφια της ν’ αποκτήσουν ξανά μια αίσθηση οικογένειας. Και, το σημαντικότερο, αισθανόταν η ίδια μια έντονη ανάγκη να ξαναχτίσει τη σχέση της με τον πατέρα της. Η επανασύνδεση με τον πατέρα της είχε σαν αποτέλεσμα να διαταραχτεί η σχέση της με την οικογένεια της μητέρας της, πράγμα που της προκάλεσε ενοχές. Η Άννα ένιωθε πάντα διχασμένη ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Ήταν σαν να πρόδινε τη μητέρα της από την ανάγκη της να αποδεχτεί τον πατέρα της.

   Στο μεταξύ ανακάλυψε ότι η συμπεριφορά του πατέρα της ήταν ορισμένες φορές προβληματική, παρότι υπήρχαν φορές που έβαζε τα δυνατά του να βοηθήσει. Το μεγαλύτερό του πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τα παιδιά του, ήταν συνεχώς καχύποπτος και δημιουργούσε φανταστικά σενάρια. Η Άννα αισθανόταν υποχρεωμένη να παρέμβει παίρνοντας πότε το μέρος του ενός πότε του άλλου και προσπαθώντας να εξισορροπήσει τις διαφορές τους. Μερικά χρόνια αργότερα ο πατέρας της αρρώστησε από καρκίνο και στην αρχή έμοιαζε να έχει μεγαλύτερη συναισθηματική κατανόηση και ευαισθησία. Η Άννα θυμάται μια πολύ συγκινητική στιγμή, όπου εκείνος της μίλησε πιο προσωπικά για το παρελθόν, της είπε πόσο είχε αγαπήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του και πόσο είχε μετανιώσει για την οδύνη που είχε προκαλέσει στην οικογένειά του. Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή – η πρώτη φορά που ο πατέρας της μιλούσε εξομολογητικά. Ωστόσο σε λίγο η διάθεσή του άλλαξε κι άρχισε να κατηγορεί τα παιδιά του ότι ήθελαν να του πάρουν τα λεφτά του. Έφυγε για την Αλβανία να βρει κάποιους συγγενείς αλλά έπειτα από λίγες ημέρες η υγεία του επιδεινώθηκε και επέστρεψε στην Ελλάδα για να νοσηλευθεί. Τηλεφώνησε στην Άννα αλλά αυτή τη φορά η Άννα αρνήθηκε να τον δει. Ήταν θυμωμένη μαζί του και, όταν εκείνος πέθανε, δεν πήγε καν στην κηδεία του. Κατά την έκφρασή της ο πατέρας της «κατάφερε να 'σκοτώσει' όλους εκείνους που τον αγάπησαν. Δεν μπορώ να τον ξεχάσω, λόγω του τρομερού πόνου που προκάλεσε στην οικογένειά μας. Του έδωσα μια δεύτερη ευκαιρία πιστεύοντας ότι θα μπορούσαμε να φτιάξουμε τη σχέση μας, αλλά ένιωσα για άλλη μια φορά προδομένη, παρόλο που προσπάθησα να έρθω κοντά του, ιδίως όταν ήταν άρρωστος. Η μόνη σκέψη που ανακουφίζει κατά κάποιο τρόπο τον θυμό μου είναι ότι ήταν ψυχικά άρρωστος κι ότι δεν πήρε ποτέ βοήθεια για το πρόβλημά του. Μερικές φορές νιώθω ότι τον μισώ, άλλες φορές λέω στον εαυτό μου ότι ήταν άρρωστος».

Από τη σιωπή στον λόγο

                   Βάζοντάς το σε λέξεις μπορώ να το ολοκληρώσω· η ολοκλήρωση                               αυτή σημαίνει πως έχει χάσει τη δύναμη να με πληγώνει.

                                              Virginia Woolf, Σκαρίφημα του παρελθόντος
 

   Όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, οι οικογένειες έχουν να διηγηθούν μια ιστορία για τα γεγονότα που περιβάλλουν τον θάνατό του, και οι ιστορίες αυτές που λέγονται και ξαναλέγονται από τα μέλη της οικογένειας αντικατοπτρίζουν τις προσπάθειές τους να ανακαλύψουν ένα νόημα στην απώλεια του αγαπημένου τους και να κατακτήσουν κάποια αίσθηση ελέγχου πάνω στο ανεξέλεγκτο. Οι αιφνίδιες και οι τραυματικές απώλειες συνήθως παραμένουν σιωπηρές. Οι Walsh & McGoldrick (1991) παρατήρησαν ότι η μυστικότητα, η απομόνωση και οι κλειστοί δίαυλοι επικοινωνίας ενδέχεται να ακολουθήσουν το στίγμα της απώλειας από ανθρωποκτονία και να οξύνουν ακόμα περισσότερο τις τραυματικές επιπτώσεις της απώλειας. Οι οικογένειες συχνά αποφεύγουν να συζητήσουν τον θάνατο λόγω των τραυματικών του συνθηκών και συνήθως υιοθετούν μια αμυντική στάση «μη ρωτάτε, μη μιλάτε γι’ αυτό» σε μια προσπάθεια να προστατευτούν οι ίδιες ή να προστατέψουν και άλλους από την επαφή με συναισθήματα συντριπτικά, ευάλωτα, τρομακτικά και οδυνηρά και με αναπάντητα ερωτήματα. Πολλά σημαντικά ζητήματα παραμένουν κρυμμένα και άρρητα, ακόμα και μη αναγνωρίσιμα, και κατά συνέπεια δεν υπάρχει χώρος για επανόρθωση. Αυτή η στρατηγική επιβίωσης μέσα από τη σιωπή αφήνει τους ανθρώπους ανάπηρους από την άποψη της ίασης, καθώς δεν έχουν την ευκαιρία να συνδεθούν και να συζητήσουν μεταξύ τους, μια διαδικασία που διευκολύνει την αναζήτηση νοήματος και την κατανόηση. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες οι ιαματικές διεργασίες που λαβαίνουν χώρα στις στενές οικογενειακές σχέσεις μέσα από την υποστηρικτική διάδραση μπλοκάρονται σε πολύ μεγάλο βαθμό.

   Το πένθος που προέρχεται από μια τραυματική απώλεια είναι ιδιαίτερα δύσκολο να το διαχειριστεί κανείς και συνήθως μετατρέπεται σε ανεπίλυτο και αδιέργαστο πένθος παρεμποδίζοντας τη διεργασία και την ενσωμάτωση του τραύματος και αποτρέποντας τον άνθρωπο που πενθεί από το να αναζητήσει και να βρει έναν τρόπο να συμφιλιωθεί με την απώλειά του.

   Για την Άννα η αφήγηση για πρώτη φορά της τραυματικής ιστορίας της στο ασφαλές περιβάλλον της ψυχοθεραπείας ήταν μια αφετηρία για τη διεργασία του πένθους. Στην αρχή έκλαιγε πολύ και δεν ήταν σε θέση να αρθρώσει λέξη. Αργότερα, μιλώντας με περισσότερες λεπτομέρειες για τη βραδιά που συνέβη το τραγικό γεγονός και νιώθοντας ότι η θεραπεύτριά της ήταν σε θέση να αντέξει και να περιέξει τα αβάσταχτα και τρομακτικά συναισθήματα που είχε βιώσει, άρχισε να απελευθερώνεται. Γυρνώντας πίσω στην οικογενειακή τραγωδία, άρχισε να συνειδητοποιεί πόσο τρομαγμένη και αδύναμη είχε νιώσει. Θυμήθηκε την πρώτη της μέρα στο ορφανοτροφείο. Έκλαιγε και λαχταρούσε απελπισμένα την αγαπημένη της μητέρα. Ένιωθε τρομερά μόνη. Αγκάλιαζε το μαξιλάρι της και περίμενε να εμφανιστεί η μητέρα της. Σταδιακά επέτρεψε στον εαυτό της να πενθήσει τον θάνατό της. Με δάκρυα στα μάτια είπε : «Μου λείπει τόσο πολύ η μητέρα μου, δεν τη χόρτασα, μου λείπει η αγκαλιά της, το άγγιγμά της και ο τρόπος που με φρόντιζε, ο ήχος της φωνής της. Η οδύνη για το χαμό της είναι τόσο έντονη, σαν να πέθανε χθες. Έχει πολύ ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου, βρίσκεται πάντα στη σκέψη μου, κι ο ξαφνικός τραυματικός θάνατός της μου έχει αφήσει ένα φόβο ότι θα χάσω ό,τι αγαπάω. Λυπάμαι τόσο πολύ που δεν γνώρισε την κόρη μου. Νιώθω τύψεις που δεν μιλούσα για κείνην, αλλά ο πόνος στην καρδιά μου ήταν αφόρητος. Θέλω επίσης να της ζητήσω να με συγχωρέσει που δεν έχω πάει στον τάφο της. Ήταν κάτι που αρνιόμουν να το κάνω, γιατί ένα μέρος μου συνέχιζε να την περιμένει».

   Ένας κεντρικός στόχος της ψυχοθεραπείας με ανθρώπους που έχουν ζήσει μια βίαιη τραυματική απώλεια είναι να τους βοηθήσει να ανοίξουν ένα χώρο για να μιλήσουν για ό,τι δεν είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν, να βάλουν σε λέξεις ό,τι ως τώρα ήταν ανέκφραστο και να αναγνωρίσουν και να εκφράσουν συναισθήματα που τους τρόμαζαν ή που δεν τα αναγνώριζαν. Δίνοντας φωνή στα βιώματα του τραύματός τους δημιουργούν βήμα-βήμα μια ιστορία που ενσωματώνει επαρκέστερα τα κατατμημένα τραυματικά βιώματα. Η ιστορία αυτή τακτοποιεί την θρυμματισμένη κοσμοθεωρία τους σε μια νέα άποψη για τον κόσμο που ενσωματώνει την απώλεια και τον θάνατο, τους βοηθάει να δώσουν ένα νόημα στην απώλεια αυτή και να ανακτήσουν μια αίσθηση οργάνωσης, ελέγχου και σκοπού στη ζωή. Η ικανότητα να συλλογιστούν τον πόνο του παρελθόντος, να μιλήσουν γι’ αυτόν και να προσπαθήσουν να αποδώσουν ένα νόημα σε αυτό που έχει συμβεί, δίνει στα άτομα που έχουν βιώσει τραυματικές απώλειες την ευκαιρία να εγκαταστήσουν μια πιο απαρτιωμένη, πιο συνεκτική ιστορία για τον πόνο τους, η οποία διευρύνει το βίωμά τους (Neimeyer, 1995b) και διευκολύνει την ανάπτυξη και την ίαση. Για να περιγράψει τη διεργασία του πένθους ο Thomas Attig (1996) χρησιμοποιεί τη μεταφορά «ξαναμαθαίνοντας τον κόσμο». Γράφει ότι στον θάνατο ενός προσώπου κοντινού και αγαπημένου η αυτοβιογραφία μας φτάνει σε αδιέξοδο, καθώς «αγωνιζόμαστε να δώσουμε νέο νόημα και νέα κατεύθυνση στην ιστορία της ζωής μας που συνεχίζεται».    Επίσης ο Neimeyer (2001) αναφέρει ότι, όπως ένα μυθιστόρημα που χάνει έναν κεντρικό του χαρακτήρα στα μεσαία κεφάλαια, η ιστορία της ζωής που διαταράσσεται από μια απώλεια πρέπει να αναδιοργανωθεί, να ξαναγραφτεί, να ανακαλύψει ένα νέο νήμα συνέχειας που θα γεφυρώνει το παρελθόν με το μέλλον με τρόπο ευανάγνωστο. Στην περίπτωση του τραυματικού πένθους το άτομο που πενθεί έχει πολύ μεγαλύτερη δυσκολία να συμφιλιωθεί με την απώλειά του, γιατί, όπως αναφέραμε ήδη, η βίωση μιας τραυματικής απώλειας ενδέχεται να συντρίψει θεμελιώδεις πεποιθήσεις που δίνουν νόημα στην ύπαρξή μας. Η ίαση από το πένθος που προέρχεται από ανθρωποκτονία φέρνει τους ανθρώπους αντιμέτωπους με το πολύ απαιτητικό έργο να αναδημιουργήσουν ένα νόημα έχοντας υποστεί γεγονότα που η απουσία νοήματός τους είναι άφατη (Currier & Neimeyer, 2006). Η αναζήτηση νοήματος μέσα στην οδύνη και η μορφοποίηση της συγκινησιακής εμπειρίας είναι εξαιρετικά σημαντικές για να μπορέσει να ξεκινήσει η διαδικασία της ίασης. Σύμφωνα με τους Flemming και Robinson (1991) ο άνθρωπος ανακαλύπτει την κληρονομιά και τη μεταμόρφωση μέσα στην επίγνωση και στη βίωση του πόνου – και από εκεί αντλεί νόημα και ωρίμανση.

Η ιστορία της Άννας

   Μια πολύ σημαντική και συγκινητική στιγμή στη θεραπεία της Άννας ήταν όταν πήρε την απόφαση να επισκεφτεί τον τάφο της μητέρας της στην Αλβανία, έπειτα από τριάντα σχεδόν χρόνια. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε. Ένιωσε ένα κάψιμο στην καρδιά. Επέτρεψε στον εαυτό της να κλάψει γοερά. Ήταν σαν να γύρισε πίσω ο χρόνος και να έγινε ξανά το κοριτσάκι που είχε χάσει τη μητέρα του. Φρόντισε τον τάφο και μίλησε στη μητέρα της για τη ζωή της και για τις ζωές των αδελφών της.

   Όταν επέστρεψε από το ταξίδι της μου πρόσφερε ένα δώρο που είχε πραγματικά αυθεντική σημασία. Μου έφερε προϊόντα του χωριού της, ρίγανη, μέλι, αμύγδαλα. Τα δέχτηκα με μεγάλη ευχαρίστηση. Η Άννα ήταν πολύ χαρούμενη, γιατί, πέρα από την επίσκεψη στο νεκροταφείο, όπου ήταν θαμμένη η μητέρα της, της είχε δοθεί η ευκαιρία να αποκαταστήσει τη σχέση με το θείο της (τον αδελφό της μητέρας της) που ήταν θυμωμένος μαζί της, επειδή ήρθε σ’ επαφή με τον πατέρα της μετά την αποφυλάκισή του. Η σχέση τους είχε διακοπεί σχεδόν για 22 χρόνια. Το ταξίδι στην Αλβανία ήταν πολύ συναισθηματικό και επανορθωτικό. Η Άννα ένιωσε αγάπη και ζεστασιά για τους συγγενείς της μητέρας της και μεγάλη ανακούφιση που μπόρεσε να αποχαιρετήσει τη μητέρα της.

Συμπέρασμα

Συμπερασματικά, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι δεν είμαστε σε θέση να θεραπεύσουμε όλες τις πληγές που έχουν προκληθεί από μια τραγική, τραυματική απώλεια. Εκείνο που ίσως έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε, είναι να δημιουργήσουμε ένα ασφαλές πλαίσιο για την εγκατάσταση μιας επανορθωτικής συγκινησιακής εμπειρίας και για την διεργασία και την ενσωμάτωση του τραύματος. Η συμπονετική παρακολούθηση (Weingarten, 2004) της οδύνης και του αγώνα των ανθρώπων αυτών, ο θαυμασμός μας για τα δυνατά τους σημεία και η ανοχή μας έχουν πολύ μεγάλη αξία. Αυτό το απλό μοίρασμα του πόνου του άλλου σημαίνει ότι είσαι μαζί του, ότι δεν τον αφήνεις μόνο (de Hennezel, 2007). Το έργο του θεραπευτή είναι να λειτουργήσει ως συνταξιδιώτης στη διαδρομή του πένθους και του τραύματος περπατώντας στο πλάι του ατόμου που πενθεί και όχι καθοδηγώντας το, στον απρόβλεπτο δρόμο προς μια νέα προσαρμογή (Neimeyer, 1998).


   Θα ήθελα κλείνοντας το άρθρο να αναφερθώ στους τελευταίους στίχους από το ποίημα της Mary Oliver «Στο δάσος του Μπλακγουότερ» που συλλαμβάνουν την ουσία του πένθους:

Για να ζεις σ’ αυτό τον κόσμο
χρειάζεται να μπορείς
να κάνεις τρία πράγματα:
ν’ αγαπάς ό,τι είναι θνητό
·
να το σφίγγεις
πάνω στη σάρκα σου ξέροντας
πως η ζωή σου κρέμεται απ’ αυτό
·
κι όταν έρχεται η ώρα να τ’ αφήσεις
να φύγει,
να τ’ αφήνεις.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Akister, J. and Reibstein, J. (2004). Links between attachment theory and systemic practice : some proposals. Journal of Family Therapy, 26 : 2-16.

Attig, T. (1996). How We Grief – Relearning the World. New York: Oxford University Press.

Biere, J., Scott, C . (2006) . Principles of Trauma Therapy: A Guide to Symptoms, Evaluation, and Treatment. Sage Publications

Boelen P., A, Prigerson H., G. (2007). The influence of symptoms of prolonged grief disorder, depression, and anxiety on quality of life among bereaved adults: a prospective study. Eur. Arch. Psychiatry Clin. Neurosci., 257(8):444-452.

Bowen, M. (1991). “Family Reaction to Death,” In F. Walsh and M. McGoldrick (Eds.), Living Beyond Loss : Death in the Family. New York: W.W Norton and Company.

Bowlby, J.(1969). Attachment and loss, Vol. 1: Attachment. New York: Basic Books & Hogarth Press.

Bowlby, J. (1973). Attachment and loss, Vol. 2: Separation: Anxiety & anger. New York: Basic Books.

Bowlby, J.(1980).Attachment and loss, Vol. 3: Loss: Sadness & depression. New York: Basic Books.

Calhoun, L.G., & Tedeschi, R.G. (1999). Facilitating posttraumatic growth: A clinician’s guide. Mahwah, NJ: Erlbaum.

Calhoun, L.G., & Tedeschi, R.G. (Eds.) (2006).Handbook of posttraumatic growth: Research and practice. Mahwah, NJ: Erlbaum.

Currier, M. and Neimeyer, R.A. (2006 ). Fragmented Stories: The Narrative Integration of Violent Loss. In E.K. Rynearson(Ed.), Violent death: Resilience and Intervention Beyond the Crisis (pp.85-100) New York : Routledge,Taylor & Francis Group.

Doka, K. (1996) Living with grief after sudden loss. New York : Routledge.

Fleming, S.J.,& Robinson, P.J.(1991). The application of cognitive therapy to the bereaved. In T.M. Vallis, J.L. Howes, &P.C. Miller (Eds.), The challenge of cognitive therapy : Applications to nontraditional populations (p.p 135-158). New York: Plenum.

Fleming, S. and Belanger, K.(2001). Trauma, grief and surviving childhood sexual abuse. In R. Nemeyer (Ed.), Meaning reconstruction and the experience of loss(pp.311-329). Washington DC: American Psychological Association.

Freitag, Carrie M., & Kerouac, Margaret J. (2003). Aftermath: In the Wake of Murder. Chevron Publishing.

Figley, C.R. (1998).The traumatology of grieving. San Francisco: Jossey-Bass.

Fraiberg, S., Adelson, E. & Shapiro, V. (1980). Ghosts in the nursery: a psychoanalytic approach to the problems of impaired infant-mother relationships. In S.H. Fraiberg (Ed.), Clinical studies in infant mental health. The first year of life (pp. 164-196). London: Tavistock.

Garland, C. (1991). External disasters and the internal world: an approach to the psychotherapeutic understanding of survivors , In J. Holmes (ed.), Textbook of psychotherapy in Psychiatric Practice. Edinburgh: Churchill Livingstone.

Gilbert,K. (2009) Grief in a Family Context , a course offered over the internet.

Harris -Hendricks, J, H, Black, D. and Kaplan, T. (1993 ) . When father kills mother: Quiding children through trauma and grief. London and New York : Routledge

de Hennezel, M. (2007). O μύχιος θάνατος. Αθήνα: Koan-Synergie.

Janoff-Bulman, R.(1992). Shattered assumptions: Toward a new psychology of trauma. New York: Free Press.

Johnson, S.J.(1993). Traumatic stress reactions in the crew of the Herald of Free Enterprise,In J. Wilson &B. Raphael (Eds.),International Handbook of traumatic stress syndromes(pp.479-485). New York: Plenum Press.

Kellermann, N. P. F. (2001). Transmission of Holocaust trauma – An integrative view.Israel Journal of Psychiatry, 64(3), 256-267.

Lifton, R.J.(1993). From Hiroshima to nazi doctors. In J. Wilson &B. Raphael (Eds.),International Handbook of traumatic stress syndromes(pp.11-23). New York: Plenum Press.

Lieberman, S. (1979). A transgenerational theory. Journal of Family Therapy, 1: 347-360.

Lindemann, E. (1944) Symptomatology and management of acute grief. American Journal of Psychiatry, 101: 141–149.

Litz, B. (2004). Early intervention for trauma and traumatic loss. New York: Guilford Press.

Lundin, T. (1984). Morbidity following sudden and unexpected bereavement . British Journal of Psychiatry, 144, 84-88.

Mc Kissock and Mc Kissock (1991)Bereavement: a "natural disaster". Responses and adaptations.Med. J. Aust.,154(10):677-81.

Möhler, E., Resch F., Cierpka, A. and Cierpka M. (2001). The early appearance and intergenerational transmission of maternal traumatic experiences in the context of mother-infant interaction. Journal of Child Psychotherapy , Vol. 27, no 3, 257-271.

Murphy, S.A.(1996). Parent Bereavement stress and preventive intervention following the violent deaths of adolescent or young adult children .Death Studies, 20, 441-452.

Nader, K. (1997). Childhood Traumatic Loss: The Interaction of Trauma and Grief. In C.R. Figley, B.E. Bride, & N. Mazza(Eds.), Death and Trauma : Τhe Traumatology of Grieving. New York : Routledge.

Neimeyer, R.A. (1995b).Client generated narratives . In R.A. Neymeyer & M.J. Mahoney (Eds.), Constructivism in Psychotherapy . Washington , DC: American Psychological Association.

Neimeyer, R.A. (2001). The language of loss : Grief Therapy as a process of meaning reconstruction. In R. A. Neimeyer (Ed.),Meaning reconstruction and the experience of loss. Washington,DC: American Psychological Association.

Neimeyer , R.(1998) . Lessons of loss: A guide to coping. New York: Mc Graw Hill.

Parkes, C. M., Laungani, P., & Young, B. (1997). Death and bereavement across cultures. London: Routledge.

Πομίνι, Β. (2011). Διαγενεακή Μετάδοση του Τραύματος: Ψυχοδυναμικές Έννοιες σε Συστημικό Πλαίσιο. Μετάλογος, 19 : 48-62.

Prigerson, H. G., Shear, M. K., Frank, E., Beery, L. C., Silberman, R., Prigerson, J. (1997). Traumatic grief: A case of loss-induced trauma.American Journal of Psychiatry, 154(7), 1003–1009.

Prigerson, H. G., Shear, M. K., Jacobs, S. C., Reynolds, C. F.,III, Maciejewski, P. K., Davidson,J.R.T.,Rosenheck, R., Pilkonis, P. A., Wortman, C. B., Williams, J. B. W., Widiger, T. A., Frank, E., Kupfer,D. J.,Zisook, S. (1999). Consensus criteria for traumatic grief: A preliminary empirical test.The British Journal of Psychiatry, 174, 67-73.

Rando, T. (1997). Forward In C.R. Figley, B.E. Bride, & N. Mazza(Eds.), Death and Trauma : Τhe Traumatology of Grieving. Washington ,D.C: Taylor & Francis.

Rando, T.(1993). Treatment of complicated mourning. Illinois : Research Press.

Redmond L., M.(1996). Sudden Violent Death. In K.J. Doka (Ed.),Living with grief after sudden loss. New York : Routledge.

Rynearson, E.,K. (2006) "Violent Death,Resilience and Intervention Beyond the Crisis" . New York : Routledge,Taylor & Francis Group.

Salloum, A. and Renearson E.K. (2006),In E. K. Rynearson, "Violent Death,Resilience and Intervention Beyond the Crisis" . New York : Routledge,Taylor & Francis Group.

Simpson, M. A. (1997). Traumatic bereavements and death-related PTSD. In C. R. Figley, B. E. Bride, & N. Mazza (Eds.), Death and trauma: The traumatology of grieving (pp. 3–16). Washington, DC: Taylor & Francis.

Tedeschi, R.G., & Calhoun, L.G. (1996). The Posttraumatic Growth Inventory: Measuring the positive legacy of trauma. Journal of Traumatic Stress, 9, 455–471.

Van der Kolk, B. A. (1987). Psychological Trauma.Washington,DC: American Psychiatric Press.

Vetere, A., and Cooper, J. (2010). Children who wittness violence at home, In A. Dyregrov (Ed.) Supporting traumatized children and teenagers. London: Jessica Kingsley Publishers.

Weingarten, K. (2004). Witnessing the effects of political violence in families: Mechanisms ofintergenerational transmission of trauma and clinical interventions. Journal of Marital and Family Therapy, 30, 45–59.

Weeks, O.,D. (1996).Using Funeral Rituals to Help Survivors In K.J. Doka (ed.) , Living with grief after sudden loss. New York : Routledge.

Worden , W. (1991). Grief counseling and grief therapy: A handbook for the mental health practitioner (2nd ed.). NewYork: SpringerPublishingCompany