Articles

Maria Borcsa & Kάτια Χαραλαμπάκη

Μετάφραση: Εύη Μπασιώτη1

 


 1Ψυχολόγος, MSc Συμβουλευτική Ψυχολογία
 
 
 

Ich habe manchmal Heimweh. Ich weiß nur nicht, wonach.

Mascha Kaléko

                              

                            Μερικές φορές με πιάνει νοσταλγία. Μονάχα που δεν ξέρω για ποιον τόπο ακριβώς.

Mascha Kaléko

 

 

 

Θέση (ΜΒ) – Στην εναρκτήρια ομιλία της, τον Σεπτέμβριο του 2016 στο 9ο Συνέδριο, η πρόεδρος της EFTA Maria Borcsa, καλωσόρισε όλους τους συναδέλφους στην Ελλάδα, στην Αθήνα. Είπε:

«Πριν τρία χρόνια, το 8ο Συνέδριο της EFTA πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται ότι όχι μόνο η Τουρκία, αλλά και όλος ο κόσμος μας έχει αλλάξει πολύ από τότε. Όλη η Ευρώπη έχει περάσει μια σημαντική μεταμόρφωση τα τελευταία τρία χρόνια με την τρομοκρατία, την επονομαζόμενη προσφυγική και τη συνεχή κοινωνικοοικονομική κρίση, καθώς και την αυξανόμενη δύναμη των ακροδεξιών πολιτικών κομμάτων, νομιμοποιούμενα από τους ψηφοφόρους.

Μοιάζει να περπατάμε σε τεντωμένο σκοινί. Σε τι στηριζόμαστε; Θεωρούμε ότι οι κακουχίες και η φτώχεια των προσφύγων είναι μεταδοτικές; Ή υποθέτουμε ότι προερχόμαστε όλοι από το ίδιο ανθρώπινο είδος και ο τόπος και οι περιστάσεις, στις οποίες γεννιόμαστε, είναι αυθαίρετες;

“Όταν ο Δίας, μεταμφιεσμένος ταύρος, απήγαγε την Πριγκίπισσα Ευρώπη, ο πατέρας της, ο Αγήνωρ, Βασιλιάς της Τύρου, έστειλε τους γιους του προς αναζήτηση της χαμένης κόρης του. Ένας από αυτούς, ο Κάδμος, ταξίδεψε στη Ρόδο, έφτασε στη Θράκη, και ξεκίνησε να εξερευνά τα εδάφη που προορίζονταν να πάρουν αργότερα το όνομα της άτυχης αδερφής του. Στους Δελφούς, ρώτησε το Μαντείο για το πού μπορεί να βρίσκεται η αδερφή του. Σε αυτό το σημείο, η Πυθία, πιστή στη συνήθειά της, ήταν ασαφής – αλλά βοήθησε τον Κάδμο με μια πρακτική συμβουλή: “Δεν θα τη βρεις. Καλύτερα πάρε μια αγελάδα, ακολούθησέ την και σπρώξε την μπροστά, μην της επιτρέψεις να ξεκουραστεί· στο σημείο που θα πέσει από την εξάντληση, χτίσε μια πόλη” (Baumann 2004, p.1). Με αυτόν τον μύθο, ο κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Zygmunt Baumann, αρχίζει το βιβλίο του “Ευρώπη – Μια ημιτελής περιπέτεια”. Η πεποίθησή του μπορεί να ακουστεί παράδοξη όταν λέει, αναφερόμενος στον ελληνικό μύθο: “Να αναζητάς την Ευρώπη είναι να τη φτιάχνεις”. Υποστηρίζει, παραθέτω:

“Η Ευρώπη δεν είναι κάτι που ανακαλύπτεις· η Ευρώπη είναι μια αποστολή – κάτι που είναι να φτιαχτεί, να δημιουργηθεί, να χτιστεί. Και χρειάζεται πολύ επινοητικότητα, αίσθηση ενός σκοπού και σκληρή δουλειά για να επιτευχθεί αυτή η αποστολή. Ίσως μια δουλειά που ποτέ δεν σταματά, πάντα μια πρόκληση που ακόμα δεν έχει επιτευχθεί πλήρως, μια προοπτική για πάντα σε εκκρεμότητα” (ibid, p.2).

Κατά τη διάρκεια των τριών χρόνων της Προεδρίας μου στην Ευρωπαϊκή Εταιρεία, συχνά αναρωτιόμουν: Περί τίνος πρόκειται η Ευρώπη – σε μικρή και μεγάλη κλίμακα; Πώς μπορούμε να ζήσουμε την πίεση του συστημικού “μαζί – και”; Από την μια μεριά, αισθανόμαστε έναν δεσμό με κάτι με το οποίο ταυτιζόμαστε – μια γεωγραφική περιοχή, μια συγκεκριμένη γλώσσα ή μερικές συλλογικές μνήμες – καθένας από εσάς μπορεί να επιλέξει ένα διαφορετικό σημείο αναφοράς… από την άλλη μεριά: αντιλαμβανόμαστε ότι, για αυτό το κοινό έργο που ονομάσαμε Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αξίζει να αγωνιστούμε.

Αξίζει να αγωνιστούμε; Αξίζει να χτίσουμε μια πόλη, όπως είπε η Πυθία;

Εκτός από την ανάγκη να χτιστεί μια πόλη με την όποια έννοια της λέξης, μια ΠΟΛΙΣ – φιλοσοφεί ο Αριστοτέλης και επεκτείνεται, ξεπερνά το Μαντείο – υπάρχει η ανάγκη να γίνει με έναν συγκεκριμένο τρόπο: με ΛΟΓΟ, ΗΘΟΣ και ΤΕΧΝΗ. Εμείς, ως ανθρώπινα όντα, μπορούμε να αναστοχαζόμαστε, όχι μόνο για τα πράγματα γύρω μας, αλλά ακόμη και για εμάς τους ίδιους, για τον τρόπο που σκεφτόμαστε, ενεργούμε και σχετιζόμαστε.  

Τι μπορεί να μας πει αυτή η φιλοσοφία σήμερα, σε έναν κόσμο όπου η δυτική μας ύπαρξη συνίσταται ολοένα και περισσότερο στο να είμαστε “καταναλωτές”, “χρήστες”, “αυτοί που τους αρέσει” και “αυτοί που δεν τους αρέσει”; Σε έναν κόσμο στον οποίο παρέχουμε τις επονομαζόμενες “υπηρεσίες” και έχουμε τους επονομαζόμενους “πελάτες”, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ίδια στιγμή τον πόλεμο και τον θάνατο στη γειτονιά μας και τις επιπτώσεις τους στις αντίστοιχες κοινωνίες μας;

Οι αριστοτελικοί εννοιολογικοί πυλώνες μας συνόδευσαν ενώ οικοδομούσαμε το συνέδριο, ενθαρρύνοντας και νομιμοποιώντας μια μετατόπιση στις απόψεις μας και στη συνολική μας προσέγγιση. Αναρωτηθήκαμε για την ικανότητά μας ως θεραπευτές – πολίτες: πώς μπορούμε να ενεργήσουμε συστημικά σε διαφορετικά επίπεδα, σε τόσο δύσκολους καιρούς; Φαίνεται ότι έχουμε αναλάβει ένα σχετικό με πολλούς από εμάς ζήτημα, καθώς διάφορες παρουσιάσεις, κατά τη διάρκεια αυτού του συνεδρίου, σχετίζονται με αυτό το ερώτημα».

Αντίθεση (ΚΧ) – Κάτια Χαραλαμπάκη, πρόεδρος της ΕΕΣΣΚΕΨΟ και μέλος της επιστημονικής επιτροπής του συνεδρίου, σχολιάζει:

«Είτε λέγοντας “Europa” ή “Evropa” ή “Eurooppa”, όλοι οι όροι προέρχονται από την ελληνική λέξη “Ευρώπη”. Υπάρχουν δύο προτάσεις για την ετυμολογία της λέξης. Η μία είναι ότι έχει σημιτική προέλευση από το ακκαδικό “erebu” “erebus”, που σημαίνει “κατεβαίνω”(ο ήλιος), βυθίζομαι, σκοτεινιάζω, η δύση. Η δεύτερη άποψη είναι ότι προέρχεται από τη σύνθεση δύο ελληνικών λέξεων: “ευρύς”, που σημαίνει μεγάλος, με ανοιχτούς ορίζοντες και τη λέξη “όψις”, που σημαίνει έκφραση, πρόσωπο, μάτι.

Και οι δύο θέσεις μας δίνουν τη δυνατότητα να σχηματίσουμε δύο σκέψεις για την Ευρώπη του σήμερα. Η μία είναι ότι η Ευρώπη βυθίζεται, βρίσκεται σε μια πολυεπίπεδη κρίση –οικονομική, κοινωνική, πολιτική- με την άνοδο της ακροδεξιάς, τους πρόσφυγες, την ανασφάλεια λόγω της ισλαμικής τρομοκρατίας, τη γεωπολιτική ρευστότητα, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μεσογείου. Ο ίδιος ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, J. Cl. Junker, στην ομιλία του πριν κάποιον καιρό, σχετικά με την “Κατάσταση της Ένωσης” ανέφερε χαρακτηριστικά ότι βιώνουμε μια “Υπαρξιακή Κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης”. Η Ευρώπη βυθίζεται, καταρρέει, ζει σε μια σκοτεινή εποχή, την εποχή της δύσης της· αυτή είναι η πρώτη διαπίστωση που προέρχεται από την ετυμολογία.

Η δεύτερη είναι ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να σφυρίζουμε ανέμελα, να παραμένουμε αδρανείς στη ρουτίνα των δεκαετιών, να είμαστε κολλημένοι στις παλιές, εύκολες παραδόσεις, αλλά θα πρέπει να γίνουμε “Ευρωπαίοι”με την ελληνική σημασία της λέξης: με μεγάλα, ανοιχτά μάτια, ανοιχτόμυαλοι.

Αυτές οι δύο διαστάσεις ­­αντικατοπτρίζονται έντονα στην Ελλάδα του σήμερα, όπου ένα κοινωνικοοικονομικό πείραμα à la Frankenstein λαμβάνει χώρα από το 2009, όταν ξεκίνησε η παγκόσμια ύφεση. Πώς είναι η Ελλάδα κοινωνικοοικονομικά σήμερα; Οικονομική ύφεση (και ψυχική ύφεση, ως επακόλουθο), ανεργία, κρατική διάλυση, μαζική ανέχεια, για κάποιους ανθρώπους υποσιτισμός και σπίτι χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα.

Όμως αυτή η Ελλάδα, όπου το τελευταίο συνέδριο της EFTA συγκλήθηκε πριν από λίγο, δεν είναι η εξαίρεση μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι η ακραία έκφραση ενός γενικού φαινομένου, της γενικής δυστυχίας, των δυσκολιών, του θυμού, του στρες σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τις συναντήσεις μας στην Αθήνα, είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε διεξοδικά αυτά τα φαινόμενα.

Πώς αυτά τα φαινόμενα εκφράζονται σε σχέση με το αντικείμενο της συστημικής ψυχοθεραπείας: Δυσλειτουργία των οικογενειών, γενικός θυμός, γενική κατάθλιψη, απελευθέρωση του φθόνου κ.λπ.;

Από την άλλη πλευρά, ακόμη και όταν οι άνθρωποι ή οι οικογένειες δεν αντιμετωπίζουν άμεσα οικονομικά προβλήματα (και εδώ συμπεριλαμβάνονται κάποιοι ψυχοθεραπευτές), αντιμετωπίζουν μια σκληρή αποτυχία στη συναισθηματική πρόσδεση με την κοινωνία και τους θεσμούς. Βιώνουν μια κατάρρευση κάθε είδους “εμπερίεξης”,κατάρρευση των σχέσεων ζωής (με τα μέλη των οικογενειών, τους συναδέλφους ή τους φίλους). Ως αποτέλεσμα, αναπτύσσονται διαφορετικά είδη αμυνών: Κάποιοι άνθρωποι “τρέχουν”(από τη μια εκδήλωση στην άλλη, από τη μια ομάδα στην άλλη), άλλοι καταφεύγουν στην εσωστρέφεια, έναν μη – κλινικό (αλλά μερικές φορές και κλινικό) τύπο κατάθλιψης.

Ακόμα, μια σημαντική πλευρά της κατάστασης είναι η κατάρρευση των (ή όποιων) εννοιών της “λογικής”και του “λόγου” (ΛΟΓΟΣ). Ο ΛΟΓΟΣ, με την αριστοτελική έννοια, δεν υπάρχει ως κεντρικό στοιχείο στη σημερινή κοινωνική ζωή, στην πολιτική, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στους θεσμούς. Αυτό που κυριαρχεί (με λίγες εξαιρέσεις) είναι η έλλειψη συνοχής και συνέπειας, τα διπλά μηνύματα. Κι αυτό συνοδεύεται πολύ συχνά από επιθετικότητα, η οποία συχνά δεν μπορεί να γίνει κατανοητή (επιθετικότητα για την επιθετικότητα ή η συστημική έννοια της “ψευδοεχθρικότητας”).

Και ως φυσικό επακόλουθο (αλλά όχι μόνο ως επακόλουθο) σε αυτές τις καταστάσεις, το ΗΘΟΣ και η ΤΕΧΝΗ, επίσης τραυματίζονται σκληρά. Το ΗΘΟΣ γιατί δεν υπάρχει πια ειλικρίνεια κι εμπιστοσύνη και η ΤΕΧΝΗ γιατί αυτό που κυριαρχεί στην πολιτική και κοινωνική ζωή είναι μια χυδαία, δραματική, ιστορική σαπουνόπερα.

Και τότε εμφανίζεται η μη – αριστοτελική έννοια της ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ. Δεν έχω μιλήσει με τη συνάδελφό μου (στο ίδιο νοσοκομείο επί 25 χρόνια) από το 2009. Και ξαφνικά, μου τηλεφωνεί για να με ρωτήσει κάτι “ασήμαντο”, αλλά τελικά να μοιραστεί βαθύτερες ανησυχίες και να ολοκληρώσει με ένα “Πώς είναι η οικογένειά σου; Θυμάμαι πριν 15 χρόνια όταν συναντηθήκαμε και…”. Ή, ο ξάδερφός μου, ο οποίος εργάζεται στο εξωτερικό και δεν έχει επικοινωνήσει μαζί μου επί δύο χρόνια, ξαφνικά μου τηλεφωνεί από μια χώρα της Ασίας, λέγοντας “Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι ένας ψυχίατρος, σε χρειαζόμαστε!”.. Και όταν τρέχω από τη μια ομάδα στην άλλη, “ξεχνώ”, καθώς “περνάω καλά”, ξαφνικά “θυμάμαι” και γνέφω θλιμμένα ή βουρκώνω. Και όταν λύνω σταυρόλεξα (εσωστρέφεια), κοιτάω γύρω στο σαλόνι μας και σκέφτομαι: “Αυτή η λάμπα ήταν της γιαγιάς μου… αγοράσαμε αυτόν τον μπουφέ από ένα μαγαζί με αντίκες… αχ, τόσα πολλά χρόνια συνηθίζαμε να πηγαίνουμε σε αντικάδικα σχεδόν κάθε εβδομάδα….”.

Η “νοσταλγία”, στην πραγματικότητα, δεν είναι ελληνική λέξη. “Νόστος”, επιστροφή στην πατρίδα (αυτό που ο Οδυσσέας έκανε ταξιδεύοντας επί δέκα χρόνια) και  “Άλγος” (πόνος, αναστάτωση – αυτό είναι πολύ καλά κατανοητό από τους Γερμανούς με τον όρο “Ost-algie”) είναι ελληνικές λέξεις. Η “Νοσταλγία” ως όρος, δημιουργήθηκε στο τέλος του 17ου αιώνα σε μια διπλωματική εργασία στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, από τον φοιτητή Johannes Hofer, ως απόδοση της γερμανικής λέξης “Heim-weh” και αναφερόταν σε μια ψυχική ασθένεια, η οποία εκείνη την εποχή θεωρείτο τόσο επικίνδυνη, που θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και στον θάνατο. Η λέξη “νοσταλγία” περιλαμβάνει ένα λίγο πιο βαθύ πένθος, ως έννοια, σε σχέση με το αγγλικό συνώνυμο “home-sickness”.  Παρατηρήθηκε σε πολλούς ανθρώπους που ζούσαν αναγκαστικά μακριά από την πατρίδα τους (μισθοφόροι, υπηρέτες κ.λπ.): παρουσίαζαν σοβαρά ψυχικά προβλήματα (βαριά μελαγχολία), λόγω ενός φόβου ότι ίσως δεν θα μπορούσαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους.

Πώς εμείς, σήμερα, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στις Η.Π.Α., σε όλον τον κόσμο, προσδοκούμε “να γυρίσουμε στις πατρίδες μας, στη λάμπα της γιαγιάς μας, στα μαγαζιά με τις αντίκες, στα ξαδέλφια μας και τους συναδέλφους μας;”.

Και, φυσικά, κάποιος μπορεί να σχολιάσει ότι τα παραπάνω είναι μόνο μερικοί από τους τύπους της “Νοσταλγίας”(ακόμη κι αν κουβαλούν πολύ “Άλγος”, πόνο), καθώς περιέχουν νοσταλγία για τον ΛΟΓΟ, το ΗΘΟΣ και την ΤΕΧΝΗ, και όχι μόνο για τα υλικά αγαθά, το φαγητό ή το ηλεκτρικό ρεύμα».

Σύνθεση (ΜΒ και ΚΧ)– Επομένως, τι είδους αλλαγές πρέπει εμείς οι ψυχοθεραπευτές να κάνουμε στη δουλειά μας και στις ζωές μας, στη βάση αυτών των επικίνδυνων και επίπονων καταστάσεων; Τι αλλαγές πρέπει να κάνουν οι θεσμοί μας (συμπεριλαμβανομένης της EFTA και άλλων εταιρειών), έτσι ώστε να ανταποκριθούν στις αποσταθεροποιητικές διαδικασίες και στον συναγερμό που εδώ και κάποια χρόνια σημαίνει; Θεωρούμε ότι χρειαζόμαστε περισσότερο και βαθύτερο στοχασμό, επικοινωνία, διάλογο, επικέντρωση στα δύσκολα θέματα της εργασίας μας και της ζωής μας, αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας και φροντίδα για τη δημοκρατία… Μοιάζει να χρειαζόμαστε περισσότερη ΠΟΛΙΣ, μεγαλύτερη προσδοκία και δυνατότητα να χτίσουμε “πόλεις”. Πόλεις, στις οποίες οι πολίτες συνειδητοποιούν ότι το νέο νόημα του “Άλγος”, ο νοσταλγικός πόνος που αισθανόμαστε και αντιμετωπίζουμε, τελικά φαίνεται να είναι μια λαχτάρα για ανθρωπιά. Μια λαχτάρα που σίγουρα μοιραζόμαστε με πολλούς ανθρώπους σε όλη τη γη, συμπεριλαμβανομένων των προσφύγων και των ανθρώπων σε εξορία, αυτών που κάθονται μπροστά μας, αυτών που έχουν “Heim-weh”.

Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι σε αυτή τη στιγμή, ακόμη και στη λυπημένη Ελλάδα του σήμερα, κάποιος μπορεί να νιώσει δημιουργικότητα και χαρά όπως στο 9ο Συνέδριο της EFTA στην Αθήνα. Από την άλλη μεριά, μπορούμε ίσως να σκεφτούμε ότι πολλά από τα καινούρια φαινόμενα στη ζωή μας τώρα, μας είχαν προειδοποιήσει χρόνια πριν, καθώς τα παρατηρούσαμε στους θεσμούς μας, χωρίς τη δυνατότητα να τους δώσουμε νόημα. Η σύνθεση μπορεί να είναι να πηγαίνουμε πίσω και μπρος στον χρόνο, να αναστοχαζόμαστε και να δίνουμε νόημα στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον, στις προσωπικές και κοινωνικές μας εμπειρίες: Να μεταμορφώσουμε τη νοσταλγία σε δημιουργικότητα, να χτίσουμε εσωτερικούς και διαπροσωπικούς διαλόγους, αλληλεπιδράσεις και πρακτικές όπως οι φιλόσοφοι, συγγραφείς και διανοούμενοι μας έχουν διδάξει.

 

Emigranten-Monolog (1945)

Ich hatte einst ein schönes Vaterland - so sang schon der Flüchtling Heine. Das seine stand am Rheine, das meine auf märkischem Sand. Wir alle hatten einst ein (siehe oben!). Das fraß die Pest, das ist im Sturm zerstoben. O Röslein auf der Heide, dich brach die Kraftdurchfreude. Die Nachtigallen wurden stumm, sahn sich nach sicherm Wohnsitz um, und nur die Geier schreien hoch über Gräberreihen. Das wird nie wieder, wie es war, wenn es auch anders wird. Auch wenn das liebe Glöcklein tönt, auch wenn kein Schwert mehr klirrt. Mir ist zuweilen so, als ob das Herz in mir zerbrach. Ich habe manchmal Heimweh. Ich weiß nur nicht, wonach.

Mascha Kaléko

 

Μετανάστες – Μονόλογος 

Είχα κάποτε κάποια όμορφη πατρίδα – έτσι την τραγούδησε ο πρόσφυγας Χάινε. Η δική του βρισκόταν στον Ρήνο, η δική μου στις αμμουδερές εκτάσεις του Μερκ. Κάποτε όλοι είχαμε κάποια (όπως πιο πάνω σημειώθηκε!). Αυτήν την έφαγε η χολέρα, αυτή γκρεμίστηκε και ισοπεδώθηκε. Ω μικρό τριαντάφυλλο στον κάμπο, εσένα σε συνέθλιψε η Κράφτντουρσφρόιντε[1]. Τα αηδόνια βουβάθηκαν κι αναζήτησαν κατοικία πιο ασφαλή, και μόνο οι γύπες κραυγάζουν από ψηλά, πάνω από τις σειρές με τα μνήματα. Αυτή η πατρίδα, δεν θα ξαναϋπάρξει, όπως ήταν, ακόμα και αν γίνει κάτι άλλο. Ακόμα και αν ηχήσει η αγαπημένη καμπανούλα, ακόμα κι αν σταματήσει πια η κλαγγή των όπλων. Είναι στιγμές που νομίζω, ότι η καρδιά, μέσα μου έχει σπάσει. Μερικές φορές με πιάνει νοσταλγία. Μονάχα που δεν ξέρω για ποιο τόπον ακριβώς.

Mascha Kaléko

 

        


[1] Ναζιστική Πολιτική Οργάνωση με αντικείμενο την διαχείριση του ελεύθερου χρόνου των πολιτών

 

Βιβλιογραφία:

Bauman, Z. Europe: An Unfinished Adventure. Polity Press, 2004.

Kaléko, M. Emigranten-Monolog (1945). In: Verse für Zeitgenossen, Reinbek/

Hamburg 1978, S. 53.

Δες επισης: https://wn.com/betrifft_erster_schnee_heinrich_heine

Kaléko, M. "'No matter where I travel, I come to Nowhereland' - The Poetry of Mascha Kaléko." Translated and introduced by Andreas Nolte. Burlington/VT: The University of Vermont, 2010

 

.