Articles

Titus Milech1

 

Ένα σχόλιο με αναφορά την "Αντιγόνη" του Σοφοκλή

Κατερίνα Θεοδωράκη

 


1Ψυχίατρος - Ψυχαναλυτής 
 
 
Μετάφραση απο τα γαλλικά: Κάτια Χαραλαμπάκη
 
 
Κείμενο με βάση την ομιλία του στην ημερίδα της ΕΕΣΣΚΕΨΟ με θέμα "Συλλογική και Ατομική Ταυτότητα σε Περιόδους Αποσταθεροποίησης" που έγινε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2016
 
Conférence tenue le 22 janvier 2016 à Athènes, lors d’une journée d’étude, organisée par la Société Grecque de Théorie Systémique et Thérapie Familiale. Elle sera publiée en grec et anglais, courant avril 2016 sur le site de la société: The electronic journal of Hellenic Systemic Thinking and Family Therapy Association  "Systemic Thinking & Psychotherapy."
 
 

 

 

Το θέμα είναι συναρπαστικό και διεγείρει αμέτρητες αντανακλάσεις. Οποιαδήποτε προσέγγιση θα είναι αναγκαστικά περιορισμένη και ελλειπής. Η δική μου, προτιμά να στραφεί το βλέμμα στην κοινή συλλογική μας ταυτότητα, εκείνη της ανθρώπινης ύπαρξής μας. Είναι χωρισμένη σε δύο μέρη, το πρώτο από τα οποία θα μπορούσε να ονομαστεί, «Τι είναι αυτό που μας κάνει να είμαστε, αυτό που είμαστε;» Και το δεύτερο, «Τι είναι αυτό που μας κάνει να είμαστε, αυτό που δεν θέλουμε να είμαστε;»

Στην πρώτη προσπαθώ να κάνω μια σύντομη περίληψη της προϊστορίας, πρώτα της ανθρωπότητας (η συλλογική μας ταυτότητα), και μετά του κάθε ανθρώπου (η ατομική μας ταυτότητα). Στο δεύτερο μέρος θα προσπαθήσω να αναλύσω τους πιθανούς κινδύνους πάνω στην ισορροπία μεταξύ συλλογικών ταυτοτήτων και ατομικών ταυτοτήτων σε περιόδους αποσταθεροποίησης από το παράδειγμα της ναζιστικής Γερμανίας.

 

Πρώτο μέρος: Τι είναι αυτό που μας κάνει να είμαστε, αυτό που είμαστε;

Προτείνω να ξεκινήσουμε από την αρχή, από τη συλλογική μας προϊστορία, εκείνη του είδους μας, και θα βασιστώ στο εξαιρετικό βιβλίο του Josef H. REICHHOLF, Το αίνιγμα της ανθρωποποίησης. Η δημιουργία του ανθρώπου μέσω της διαντίδρασης με τη φύση [3].

Γιατί αποσταθεροποιούμαι; Επειδή σήκωσα το ένα πόδι.

Γιατί σήκωσα το ένα πόδι; Διότι θέλω να κάνω ένα βήμα.

Γιατί θέλω να κάνω ένα βήμα; Διότι θέλω να περπατήσω και να τρέξω.

Γιατί θα πρέπει να τρέξω; Επειδή πρέπει να ζήσω.

Είμαι εγώ που περπατώ και που τρέχω. Αλλά δεν είμαι ο μόνος που το κάνει. Είμαστε πολλοί. Περπατάμε και κυρίως τρέχουμε.

Γιατί τρέχουμε;

Επειδή πρέπει να φτάσουμε πρώτοι στο μεγάλο νεκρό ζώο που πρόκειται να γίνει η τροφή μας. Πρέπει να έχουμε κόψει μερικά κομμάτια αυτού του μεγάλου θηρίου, πριν η αγέλη των τσακαλιών μάς κυνηγήσει και πριν μας επιτεθούν οι γύπες που καραδοκούν στον ουρανό.

Πρέπει να επιβιώσουμε, όπως κάθε άλλο ζωντανό πλάσμα. Και βέβαια όσο περισσότεροι είμαστε τόσο περισσότερο κρέας θα προσφέρουμε στους υπόλοιπους από τη φυλή μας, που μας περιμένουν φροντίζοντας τα μικρά και τη φωτιά.

Αυτές ήταν οι συνθήκες ζωής του προγόνου μας, όπως εξελίχτηκε στη σαβάνα της Ανατολικής Αφρικής, πριν από περίπου τέσσερα εκατομμύρια χρόνια.

Ξεκίνησα μιλώντας για το περπάτημα και το τρέξιμο -σε δύο πόδια- των προγόνων μας, αλλά αυτά δεν θα ήταν δυνατά χωρίς την όρθια στάση, τη δυνατότητα μιας ανθεκτικής όρθιας στάσης, σχεδόν μόνιμης. Είναι αυτή που μας επέτρεψε να είμαστε ψηλότεροι από το γρασίδι γύρω μας για να μπορούμε να ανακαλύψουμε την τροφή μας, και είναι η ταχύτητα των ποδιών μας, που μας επιτρέπει να αρπάξουμε την ποσότητα που χρειάζεται πριν ξεκινήσει ο ανταγωνισμός. Επιπλέον, η όρθια στάση απελευθέρωσε τα χέρια μας και ως εκ τούτου μας επέτρεψε να τρέχουμε κρατώντας κάτι.

Όλα οδήγησαν να πιστεύουμε, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, ότι αυτό ήταν αρχικά ένα «λάθος» της φύσης, ή - για να το θέσω πιο επιστημονικά - μια γενετική ανωμαλία («ατυχής» ίσως), που θα προκαλούσε ανάπτυξη του ύψους της λεκάνης μας, η οποία επέτρεψε, στη συνέχεια, τη δίποδη βάδισή μας.[4]

Από εκεί, ολόκληρη η αρχιτεκτονική μας έχει αλλάξει: ο άξονας του κεφαλιού μας τέθηκε στη δεξιά γωνία από αυτήν του σώματός μας και η λεκάνη στένεψε και καθετοποιήθηκε ακόμη περισσότερο. Φαίνεται λοιπόν το κρίσιμο πρόβλημα μας: το κεφάλι μας ως εμβρύου έγινε πολύ πιο μεγάλο σε σχέση με τη λεκάνη της μητέρας μας. Δεν μπορούμε πια, όπως τα άλλα θηλαστικά, να τελειώσουμε ήσυχα την ανάπτυξή μας μέσα στην ασφάλεια της μήτρας. Θα πρέπει να αποβληθούμε ενώ ακόμα χρειαζόμαστε άλλο τόσο χρόνο μέχρι να αποκτήσουμε την ελάχιστη κινητική αυτονομία.

Μία συνέπεια αυτής της πρόωρης απομάκρυνσης είναι ότι ογδόντα τοις εκατό της κατασκευής και της διάρθρωσης του εγκεφάλου μας, η βάση της ατομικής μας ταυτότητας, θα πρέπει να γίνει, εν μέσω άλλων, μέσα στη συλλογικότητα. Κι αυτή η συλλογικότητα, η πρώτη ομάδα ανθρώπων, είναι απολύτως απαραίτητη για να επιτρέψει την επιβίωσή μας όπως και της μητέρας μας. Με αυτό το «έμβρυο» στην αγκαλιά της, που είναι ακόμα τόσο ατελές, τι μπορεί να κάνει χωρίς τα αγαπημένα της πρόσωπα γύρω; Χωρίς το συλλογικό, δεν θα μπορούσε να υπάρχει ατομική ζωή. Αυτή η ζωτική ανάγκη της ομάδας για την επιβίωση του ανθρώπου θα μπορούσε να εξηγήσει τη δύναμη και την επιμονή του αγελαίου μας ενστίκτου. Ήδη τα πλήθη μάς προσελκύουν ενστικτωδώς και όταν γίνουμε δεκτοί σε ένα πλήθος κάπως οργανωμένο, ιδιαίτερα όταν αυτό βρίσκεται υπό την καθοδήγηση ενός χαρισματικού ηγέτη, παρατηρείται ότι οι πνευματικές μας ικανότητες μειώνονται υπέρ της αύξησης του συναισθηματικού μας βιώματος, το οποίο επικοινωνείται μέσω ενός είδους «συναισθηματικής μετάδοσης».[5] Αυτό το ψυχο-φυσιολογικό φαινόμενο μπορεί εύκολα να μας παγιδέψει, ακόμη και σήμερα, και παρά τα επιτεύγματα του πολιτισμού μας.

Αυτό θα συζητηθεί περισσότερο στο δεύτερο μέρος, αλλά ήρθε η ώρα να αναγνωρίσουμε, πόσο δίκιο είχε ο Αριστοτέλης, όταν ταυτοποιεί το είδος μας με αυτόν τον περίφημο όρο ζῷον πολιτικόν (κοινωνικό ζώο).

 

Ατομική προϊστορία, εκείνη του καθενός

Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτά που ακολουθούν, θα σταματήσουμε λίγο στη δική μας προσωπική προϊστορία, τα πρώτα μας βιώματα. Αυτήν, όπως και την προϊστορία του είδους μας, δεν μπορούμε παρά να την «αναδομήσουμε» καθώς οι πρώτες εμπειρίες μας, αν και ουσιαστικά καθορίζουν την υπόλοιπη ζωή μας, διαφεύγουν από την πνευματική μας μνήμη. Ωστόσο αυτές οι εμπειρίες «εγγράφονται» στο σώμα μας και στη συναισθηματική μας κληρονομιά.

Κατά κάποιο τρόπο είναι περίεργο το ότι μετράμε τις ηλικίες μας από τη γέννησή μας! Βέβαια αυτό συμβαίνει επειδή η στιγμή της γέννησης είναι απόλυτα καθορισμένη, ωστόσο δεν είναι χωρίς νόημα να πω, ότι κατά τη γέννησή μας έχουμε ήδη στην εμπειρία μας μια ολόκληρη αιωνιότητα πίσω μας. Η αίσθηση της προσωρινότητας αναπτύσσεται σταδιακά μετά τη γέννηση. Όσον αφορά την ενδομήτρια ζωή μας, η αντίληψη του χρόνου είναι απόλυτα διαφορετική ανάμεσα στο «έξω» και το «μέσα». Εξωτερικά, όλα πάνε πολύ γρήγορα: μέσα σε τρεις μήνες τα όργανά μας έχουν κατά βάση διαμορφωθεί. Μετά από τρεις ακόμα μήνες η αίσθηση της ακοής μας είναι ήδη τόσο προχωρημένη που είμαστε σε θέση να διακρίνουμε, ανάμεσα σε κάθε άλλη φωνή, εκείνη της μητέρας μας - χωρίς, βέβαια, να έχουμε την παραμικρή ιδέα τι είναι «η μητέρα μας». Από το εσωτερικό, «αυτή» είναι ίσως το μόνο μας σύμπαν. -Πάνω σ’αυτό θυμάμαι τη φράση ενός ποιητή από την Μασσαλία, «Η μητέρα είναι το σύμπαν και ο άνθρωπος ειναι ο ποιητής». [6].

Από τότε, η έννοια της αιωνιότητας παραμένει μέσα μας καθώς κατά τη διάρκεια αυτών των «εννέα μηνών της ενδομήτριας ζωής» διασχίζουμε, με αρκετές λεπτομέρειες, ολόκληρη τη φυλογένεση της ζωής. Τονίζω αυτή την αίσθηση της αιωνιότητας για να προετοιμάσουμε την ευαισθησία μας για την πρώτη, ίσως την πιο «τρομερή», αλλά και την πιο αναπόφευκτη «αποσταθεροποίηση» ή «κρίση» στη ζωή του καθένα, και αυτή είναι η γέννηση.

Κολυμπάμε λοιπόν στήν αιωνιότητα. Έχουμε ζήσει στο καταφύγιο που όλοι χρειάζονται, σε ένα υγρό σύμπαν, ζεστό και ζωντανό, με τους οικείους ήχους του μητρικού σώματος, και όλες τις άλλες τονικότητες. Παρά το γεγονός ότι μοιραζόμαστε, σε αυτή την πρώτη «δυαδική κολεκτίβα», τη συναισθηματική κατάσταση και τις κινήσεις εκείνου που μας κουβαλάει, έχουμε ακόμα γλυτώσει από τους τρόμους της παράλυσης και του αποχωρισμού.

Αλλά έρχεται μια μέρα που αρχίζουμε να αισθανόμαστε στριμωγμένοι. Πιθανόν τότε να ευχόμαστε να αλλάξουμε «περιβάλλον»; Εν πάση περιπτώσει, ούτε εμείς ούτε η μητέρα μας έχουμε άλλη επιλογή. «Έξω!» διατάζει η ζωή. Αν δεν βγείς έξω θα είναι το τέλος σου!

Το τι θα ακολουθήσει, αυτό που αποκαλούμε «γέννηση», ταιριάζει απόλυτα σε μια κρίση, δεδομένου πως ότι υπήρξε δεν μπορεί να υπάρξει πια, και αυτό που θα έρθει είναι περισσότερο κι από αβέβαιο... Αλλά «κρίση» είναι μια λέξη, αυτό που έχει σημασία για μας είναι πάντα η πρώτη μας εμπειρία. Και για την εμπειρία μας το γεγονός της γέννησης είναι μια τρομερή καταστροφή.

Όλα μετά είναι ξένα και δύσκολα. Στο εσωτερικό, δεν είχαμε καμμία ανάγκη και μπορούσαμε να κινούμαστε άνετα. Τώρα, έξω, άγνωστες ανάγκες εισβάλλουν μέσα μας ξαφνικά, χωρίς να έχουμε κανένα μέσο για να τις ικανοποιήσουμε. Είμαστε υποβιβασμένοι στο να στέλνουμε σήματα απόγνωσης, κραυγές. Αλλά οι κραυγές μας, που και για μας ακόμη γίνονται ανυπόφορες, προκειμένου να κινητοποιήσουν τους άλλους με την ισχυρή διαταρακτική ψυχοσωματική επίδρασή τους, μπορούν εύκολα να «παρεξηγηθούν» και παρερμηνευθούν. Έτσι, όλη αυτή η αδυναμία μας μπορεί τραγικά να εμφανιστεί ως «απόλυτη δύναμη» και να προκαλέσει σε κάποιες περιπτώσεις την οργή και το μίσος μέχρι φόνου.[7]

Από την πληθώρα των ερευνητών που μελετούν τις τελευταίες δεκαετίες την ατομική μας προϊστορία, θέλω να αναφέρω μόνο έναν, τον Jean Marie DELASSUS, ο οποίος δίνει έμφαση όχι μόνο στη βία των εμπειριών μας ως βρεφών, αλλά και στην ατέλειωτη σπουδαιότητα της μητρότητας. Ήταν αυτός που ίδρυσε έναν νέο ιατρικό-ψυχολογικό επιστημονικό κλάδο, τη «ματερνολογία». Παραθέτω ένα απόσπασμα από το άρθρο του, η πρώτη βία:[8]

«Τι είναι αυτό που οδηγεί αυτό το πλάσμα στο να καρφωθεί στο έδαφος, στο να γεννηθεί και να μην μπορεί να κινηθεί; Κατ’ αρχήν δεν μπορεί να καλύψει μόνο του τις ανάγκες του, να μπει σε κίνηση για να τις ικανοποιήσει. Αυτό αντιπροσωπεύει μια σημαντική ματαίωση γιατί τα πάντα που βιώνει -πείνα, δίψα, δυσφορία, φόβος κ.λπ - αντί να μετατρέπονται σε κίνηση και να διαλύονται στη δράση, παραμένουν μέσα του, συσσωρεύονται, παίρνουν ανησυχητικές διαστάσεις μέχρι να ξεσπάσει σε κραυγή, να ριχτεί σ’ έναν αγώνα, αδύνατο να κάνει κάτι άλλο. Έχει λοιπόν κατακλεισθεί από τον πόνο, την αγωνία και την εξέγερση. Έχει παραδοθεί στο απόλυτο κακό. Η ανικανότητα κίνησης είναι ένας παράγοντας βασανισμού [...] Η πρώτη αυτή βία δεν περιορίζεται στις πρώτες ώρες της ζωής, επαναλαμβάνεται μέρα με τη μέρα, ενώ οι κινητικές δεξιότητες και η συνολική ικανότητα για δράση δεν έχουν ακόμα αναπτυχθεί. Έτσι, το ανθρώπινο μωρό υποβάλλεται, για μήνες, σε ένα καθεστώς ματαίωσης η οποία συνιστά την πρώτη πραγματική εμπειρία απο τη γέννηση και το πιο ριζικό φόντο της ύπαρξής του.»

Θα πρέπει να προστεθεί ότι την ίδια περίοδο οι αισθήσεις και η ευαισθησία μας είναι αρκετά δραστήριες και είναι πιθανό ότι μπορούμε ήδη εκείνη την εποχή, όταν τα δεινά μας γίνονται αφόρητα, να «αποσυνδεθούμε», ίσως όχι από όλη μας την ευαισθησία, αλλά τουλάχιστον από τη σχεσιακή ευαισθησία, (σκέφτομαι το σύνδρομο του «ιδρυματισμού» που περιγράφηκε από τον René SPITZ).

Αργότερα στη ζωή, ανάλογα με τις συνθήκες, αυτή η ικανότητα μπορεί να μας σώσει τη ζωή, αλλά και να καταστρέψει τη ζωή χιλιάδων - ακόμη και εκατομμυρίων - άλλων.

Η καλύτερη προσοχή και φροντίδα της μητέρας, αλλά και άλλων οικείων, δεν μπορεί να διαγράψει πλήρως αυτές τις τρομερές εμπειρίες, αλλά μπορεί σίγουρα να τις αντισταθμίσει και να τις καταπραϋνει.

Πιστεύω ότι όλοι έχουμε μια σχεδόν αυτόματη προστατευτική τάση που μας αποτρέπει από το να συνειδητοποιούμε την απίστευτη διάσταση των βασανιστικών εμπειριών που κουβαλάμε, με τεράστιες βέβαια ατομικές διαφορές.

Πώς να μετρηθούν οι εντάσεις που υπάρχουν, ειδικά κατά το πρώτο έτος μας, έξω από το σώμα- σύμπαν της μητέρας; Δεν μπορούν, παρά μόνο από τις ωμότητες και τις αγριότητες, ατομικές και συλλογικές, για τις οποίες μόνο το είδος μας είναι ικανό. Οι «κτηνωδίες» μας, κατά τη γνώμη μου, δεν προέρχονται από το γεγονός ότι είμαστε «ζώα» ή «βάρβαροι», αλλά άνθρωποι. Άνθρωποι πολύ «ανθρώπινοι» ...

Προτείνω να απεικονίσουμε λίγο αυτή την έννοια της έντασης, μέσω του στοχασμού πάνω στην υποκειμενική εμπειρία του χρόνου, ανάλογα με τη συνολική διάρκεια της εμπειρίας μας:[9]

Αν έχουμε την ηλικία των 2 μηνών και έχουμε περάσει 15 ημέρες χωρισμένοι από τη μητέρα μας (για νοσηλεία π.χ.) αυτό αντιπροσωπεύει το ένα τέταρτο της ζωής μας. Στα 40 χρόνια, θα αντιπροσώπευε 10 χρόνια αποχωρισμού από μια ύπαρξη ζωτικής σημασίας. Ή, αν σε ηλικία 2 μηνών η μητέρα μας μάς αναθέτει στη γιαγιά μας και υπόσχεται να μας ξαναπάρει όταν είμαστε 2 ετών (πράγμα που συμβαίνει), αυτό αντιπροσωπεύει 12 φορές τον χρόνο της ζωής μας. Έτσι είναι σαν, στην ηλικία των 40 ετών, η ερωμένη μας να μας υπόσχεται ότι θα επιστρέψει σε 480 χρόνια !!

Ας φαντασθούμε ότι οι τρομακτικές δοκιμασίες της βρεφικής μας ζωής παρέμειναν κυρίαρχες, ή ότι συμβαίνουν αργότερα στη ζωή μας, δοκιμασίες εντελώς ασυνήθιστες και πολύ βαριές. Τότε, δεν έχουμε, παρά μια μόνο επιθυμία: να επιστρέψουμε σε αυτό το παρήγορο προγεννητικό σύμπαν όπου δεν υπάρχουν όλα αυτά τα βάσανα. Αυτή η επιθυμία μεταφράζεται σε μια ανάγκη, συχνά παρορμητική, για παλινδρόμηση και απλοποίηση. Ανεξάρτητα από ποιον όρο θα χρησιμοποιήσουμε, πρόκειται για τις ανάγκες, τις πιο ανθρώπινες, που ωστόσο μπορούν να μας κάνουν τέρατα απολύτως απάνθρωπα.

Μ’αυτές τις παρατηρήσεις οδηγούμαστε στο δεύτερο μέρος της παρουσίασης, στην κατεύθυνση του ερωτήματος: Τι μας κάνει να είμαστε, αυτό που (κατ 'αρχήν) δεν θέλουμε να είμαστε;

 

Το παράδειγμα της ναζιστικής Γερμανίας.

Αντικρίσαμε τα ανθρωπολογικά θεμέλια της ατομικής μας ευαλωτότητας και ευθραυστότητας που είναι χωρίς αμφιβολία σε μεγάλο μέρος υπεύθυνες για την ατέλεια των κοινωνιών μας που, αυτές, υποτίθεται είναι ταγμένες να αντισταθμίσουν τα ατομικά λάθη και τις αδυναμίες μας, μέσα από την αλληλεγγύη, την προστασία και τη δικαιοσύνη.

Επιστρέφοντας στο σημερινό μας θέμα: Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στη συλλογική και την ατομική ταυτότητα σε περιόδους αποσταθεροποίησης. Υποθέτω ότι αυτό το θέμα επελέγη επειδή είναι επίκαιρο και αισθανόμαστε κίνδυνο, ακόμη και μέσα στη σχετικά άνετη Ευρώπη μας. Αναρωτιόμαστε πώς θα εξελιχθούμε συλλογικά και ατομικά, αν η τρέχουσα περίοδος αποσταθεροποίησης συνεχίζεται;

Δεν είμαι ειδικός στην κοινωνιολογία, την οικονομία ή την πολιτική, αλλά μπορώ να μιλήσω για ένα «ιστορικό» παράδειγμα μιας «πτώσης», συλλογικής και ατομικής, που συνέβη σε μια περίοδο αποσταθεροποίησης σχετικά πρόσφατης (83 χρόνια μετά τον ερχομό στην εξουσία του ναζιστικού κόμματος στα τέλη Ιανουαρίου του 1933). Αυτή η «πτώση», όπως όλοι γνωρίζουμε, προκάλεσε τα πιο τερατώδη εγκλήματα της γνωστής ανθρώπινης ιστορίας.

Ως κληρονόμος του ψυχικού και πολιτισμικού υπόβαθρου του λαού που είτε προκάλεσε είτε απέτυχε να αποτρέψει αυτή τη μοναδική και χωρίς όνομα τραγωδία, αισθάνομαι πάντα μια βαθιά δυσφορία, ανάμεικτη με ντροπή και ενοχή. Δεν είναι μόνο η γερμανική κληρονομιά μου και το γεγονός της μελέτης, εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα, του φαινομένου του γερμανικού ναζισμού που με οδηγεί να παρουσιάσω αυτό το παράδειγμα, αλλά επίσης, επειδή σήμερα ίσως μπορούμε να πάρουμε μια ορισμένη απόσταση από εκείνα τα γεγονότα. Στην παρουσίασή μου θα προσπαθήσω να τονισθούν καθολικές πλευρές του θέματος, για να μπορέσει το παράδειγμα να υπηρετήσει τα τρέχοντα ερωτήματά μας.

Προσπαθώ να αναλύσω μία προς μία τις τρεις αναφερόμενες έννοιες, συλλογική ταυτότητα, ατομική ταυτότητα και περίοδος αποσταθεροποίησης, ευνοώντας μια ψυχολογική προσέγγιση.

Κατ' αναλογία με τη μελέτη μιας «κλινικής περίπτωσης» αρχίζω από την περίοδο πριν από την εμφάνιση της νόσου, αυτή της περιόδου αποσταθεροποίησης.

Στην περίπτωση της Γερμανίας, από τη γέννησή της ως ενιαίου έθνους το 1871, υπήρξαν δύο διαδοχικές αποσταθεροποιητικές περίοδοι: η συμμετοχή της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και οι καταστροφικές συνέπειες που είχε, και στη συνέχεια η πρόκληση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Χωρίς να χαθώ σε ιστορικές εκτιμήσεις, μου φαίνεται ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι αυτές οι δύο αποσταθεροποιήσεις προκλήθηκαν από ένα φαινόμενο στο οποίο φαίνεται ότι ανταποκρίνεται καλύτερα ο ελληνικός όρος ύβρις, που περιγράφει μια κατάσταση υπέρβασης του μέτρου, υπερβολής, αλαζονείας.

Το νεαρό έθνος του 1871 είχε βρει σταθερότητα και η πλειοψηφία του λαού φαινόταν να είναι μάλλον περήφανα ταυτισμένη με το νέο της έθνος. Αλλά στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και της αντιπαλότητας μεταξύ των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών της εποχής, η όρεξη για «περισσότερα» νίκησε την επιθυμία για σταθερότητα.

Στην συνέχεια η τιμωρία της «υπερβολής» ήταν επίσης υπερβολική. Οι ηττημένοι όχι μόνο δεν πέτυχαν τον στόχο τους - την αύξηση του ζωτικού τους χώρου, την ενίσχυση της δύναμής τους στον κόσμο και μια εκθαμβωτική δόξα - αλλά έχασαν πολύ περισσότερα από όσα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς στη χειρότερη των περιπτώσεων.

Η συνέπεια αυτής της συντριπτικής απώλειας ήταν ότι το βίωμα της ταπείνωσης δεν θα μπορούσε παρά μόνο να προκαλέσει την επιθυμία για εκδίκηση και αποκατάσταση. Δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι μια συλλογική ταυτότητα, η οποία εμφανίστηκε τόσο περήφανη πριν από την πρώτη πτώση, απέφυγε τελείως την αυτοκριτική και βάλθηκε να ψάχνει για άλλους ενόχους.

Η αποτυχία της πρώτης γερμανικής Δημοκρατίας , της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», έδειξε ότι το έθνος δεν ήταν διατεθειμένο να ζήσει σε δημοκρατία. Δεν μπορούσε να βρει ικανοποίηση και σταθερότητα, παρά μόνο χάρη στην αναβίωση ενός αυταρχικού συστήματος και μέσα σε μια λαϊκίστικη «επανάσταση», η οποία θα ίδρυε το Τρίτο Ράιχ.

«Ο λαός» θα αποτελεί στο εξής την απόλυτη αξία, πέρα από τις διαφορές των κοινωνικών τάξεων.[10]Το σύνθημα «ένας λαός, μια αυτοκρατορία, ένας ηγέτης» ήταν πανταχού παρόν και η αθεϊστική πολιτική ήταν «θρησκευτικά» φορτισμένη.[11]

Τέλος, μια νέα σταθερότητα είχε τελικά επιτευχθεί, αλλά με το κόστος μιας πολιτιστικής και πολιτισμικής παλινδρόμησης, που υπερέβη κυριολεκτικά όλες τις ακρότητες που ήταν γνωστές στην ιστορία της ανθρωπότητας. - Οπότε το παράδειγμα αυτό μάς κάνει να σκεφθούμε: μήπως θα πρέπει κάποτε να φοβόμαστε τη «σταθερότητα» περισσότερο από την αποσταθεροποίηση; Με άλλα λόγια, πώς να αποφευχθεί να γίνει η σταθεροποίηση με όρους μιας πολιτισμικής παλινδρόμησης, δηλαδή με επιστροφή σε μια προϊστορική λειτουργία;

Για να μιλήσουμε για σταθερότητα, ακόμη κι αν το ναζιστικό κόμμα δεν είχε την απόλυτη πλειοψηφία όταν ο ηγέτης του διορίστηκε καγκελάριος, χάρη στις επιδόσεις στην εσωτερική πολιτική και την επιτυχία στην εξωτερική πολιτική, στο τέλος του 1938, περισσότερο από το 90% του πληθυσμού ήταν αρκετά ικανοποιημένο και πίστευε σ’ αυτόν.[12]. - Σήμερα πια, γνωρίζοντας τη συνέχεια, το στοιχείο αυτό είναι ακόμα πιο τρομαχτικό, και για πολλούς Γερμανούς ακόμα και τώρα είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό. Αλλά δείχνει ότι μπορεί πράγματι να συμβεί μια συγχώνευση των ατομικών ταυτοτήτων σε μια συλλογική ταυτότητα.

Η δεύτερη περίοδος αποσταθεροποίησης προκλήθηκε, και πάλι από την υπέρβαση του μέτρου (démesure) που, αυτή τη φορά, ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή και τερατώδης καθώς βασίστηκε σε μια «υπερβολή» ήδη εγκαθιδρυμένη στο κράτος. Η σχεδόν ολοκληρωτική συγχώνευση μεταξύ ατομικού και συλλογικού και το ολοκληρωτικό τού καθεστώτος με τις αδικίες και τα εγκλήματά του, αποτελούν τα συμπτώματα αυτής της αλαζονείας. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια υπερτροφία της εξουσίας και της σωματικής δύναμης, που πνίγει κάθε κριτικό και δημιουργικό πνεύμα, κάτι που θυμίζει έναν «bodybuilder» ο οποίος κάνει να συρρικνωθεί και να εξαφανισθεί το κεφάλι του στον σωρό των μυών του.

Αφού ασχοληθήκαμε με την αποσταθεροποίηση και τις συνέπειές της στην πρόσφατη ιστορία της Γερμανίας, ας ρίξουμε μια (σύντομη) ματιά πάνω στην επίδραση που μπορεί να έχει αυτή στο ατομικό και στο συλλογικό, ειδικά αν εγκαθίσταται και αποκτά κάποια διάρκεια.

Χωρίς απαραίτητα να αναζητούμε μια ιεράρχηση, μπορούμε να παρατηρήσουμε πάνω απ’όλα την απογοήτευση, την ανασφάλεια, που μπορούν να προκαλέσουν επίμονα άγχη, μετά την ψυχική φθορά, την κόπωση, την εξάντληση, την απόγνωση, την αδράνεια, την κατάθλιψη και απόσυρση στον εαυτό.[13] Όσο περισσότερο η κατάστασή μας γίνεται ανυπόφορη, τόσο περισσότερο αισθανόμαστε την ανάγκη για ψυχική ανακούφιση και την επιτυγχάνουμε με την απλοποίηση. Έτσι μπορούμε τουλάχιστον να απαλλαγούμε από το βάρος που μάς επιβάλλει η ανθρώπινη κατάσταση, δηλαδή το να είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε επιλογές, να αντέξουμε την αναποφασιστικότητα, την αμφιθυμία κ.λπ. Το να υπάρξουμε ως ανθρώπινο ον είναι από μόνο του ήδη κουραστικό. Τίποτα πιο «φυσικό» για μας από το να επιθυμούμε να απαντηθεί μια για πάντα, το ερώτημα, «τι να κάνω».[14] Τι ανακούφιση, το να πιστεύεις σε έναν ηγέτη που σκέφτεται και αποφασίζει για όλους μας! Τι ανακούφιση, το να συγχωνευόμαστε με μια μάζα όπου «όλα μάς επιτρέπονται», χωρίς γι’ αυτό να αισθανόμαστε υπεύθυνοι! Τι συναισθηματική άνεση, το να μοιραζόμαστε με τόσους πολλούς την ίδια συγκίνηση!

Το άλλο τεράστιο βάρος που επιβάλλει σ’ εμάς το γεγονός ότι είμαστε άνθρωποι σχετίζεται με τη συνεχή αναρώτηση γύρω από την ατομική μας ταυτότητα. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε ποτέ να αποφασίσουμε ακριβώς, μια για πάντα, ποιοι είμαστε εμείς και οι άλλοι. Εάν αυτό το ερώτημα είναι τελεσίδικα απαντημένο σε ένα άτομο, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε έναν παθολογικό τρόπο αντίληψης της πραγματικότητας που σχετίζεται με την παράνοια. «Ο παρανοϊκός [...] είναι σίγουρος για το τι είναι ο ίδιος και ταυτόχρονα για το τι είναι οι άλλοι».[15] Με άλλα λόγια, ο ίδιος απορρίπτει οποιαδήποτε αμφισβήτηση και κατηγορεί τους άλλους για κάθε δυσφορία που βιώνει ή για οποιαδήποτε ενόχληση αντιμετωπίζει. Τι ανακούφιση για το άτομο, το να απελευθερωθεί «μια για πάντα» από το βάρος της εγωτικής αβεβαιότητας και της διαρκούς αμφισβήτησης, αλλά πόσο τρομαχτικό για τους άλλους!

Ένα άλλο συνηθισμένο αποτέλεσμα κάθε περιόδου αποσταθεροποίησης είναι η ενίσχυση των πολιτικών κομμάτων, που προτείνουν όχι μόνο εύκολες και γρήγορες λύσεις, αλλά και θεωρίες αιτιότητας σχετικές με το παρόν κακό. Αυτά τα κόμματα παίρνουν, όπως είδαμε, εύκολα μια θρησκευτική δομή με την κυριαρχία ενός «μεσσιανικού» ηγέτη που υπόσχεται τη λύτρωση. Συλλογικές κινήσεις, που στοχεύουν αποκλειστικά στα συναισθήματα και την πίστη, επωφελούνται από τα αγελαία ένστικτα του ανθρώπου και από την εγκαθίδρυση ισχυρών συναισθηματικών δεσμών μεταξύ όλων των οπαδών και του ηγέτη, καθώς και μεταξύ των μελών μεταξύ τους.[16]

Ας εξετάσουμε τώρα πιο προσεκτικά την έννοια της ατομικής ταυτότητας.

Είδαμε ότι μπορεί να είναι χρήσιμο, για την καλύτερη κατανόηση της αλληλεπίδρασης της ατομικής με τη συλλογική ταυτότητα, να εντοπίσουμε σ’αυτήν δύο μέρη. Αυτό που έκανε ο Georgeς Herbert MEAD[17] να διακρίνει το «I» (το «εγώ»), την πιο προσωπική συνιστώσα, από το «me» (το «εμένα»), την κοινωνιολογική συνιστώσα. Το «εγώ», φορέας των πιο ειδικών χαρακτηριστικών του ατόμου, πρέπει συνεχώς να επανορίζεται (όπως έχουμε ήδη συζητήσει παραπάνω). Το «εμένα», ορίζεται από τους κοινωνικούς μας ρόλους, από το ότι ανήκουμε σε συλλογικές ομάδες και από τα υλικά μας αποκτήματα (την ιδιοκτησία μας π.χ.). Για να καθοριθεί ο κοινωνικός ρόλος κάποιου και η ψυχική επένδυση του ατόμου στον ρόλο του, υπάρχει ο όρος «ταυτότητα ρόλου». Ο Alfred KRAUS (Γερμανός ψυχίατρος και φαινομενολόγος) δημιούργησε τον όρο «υπερνομία» (hypernomie) για να χαρακτηρίσει ένα είδος κοινωνικής συμπεριφοράς που προδιαθέτει σε μελαγχολία.[18] Ένα άτομο του τύπου του υπερνομικού «σέβεται σχολαστικά τις κοινωνικές νόρμες και κανονιστικές προσδοκίες που αντιστοιχούν στον ρόλο του [...] και εκτελεί τα καθήκοντά του με ζήλο, με ένα πνεύμα υπερβολικής τάξης και με επιμέλεια»[19] , αλλά στερείται αυτοπεποίθησης και αυτονομίας, εκδηλώνει κομφορμιστικές συμπεριφορές και δείχνει μια ροπή να προσαρμόζεται με έναν τρόπο υπερβολικό. Για να αισθάνεται οτι «η ζωή του έχει νόημα» χρειάζεται μια υπερ-ταύτιση με τον ρόλο του και με την ομάδα στην οποία ανήκει.

Εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής συμπεριφοράς του υπερνομικού, μας βοηθάει καλύτερα να φωτίσουμε το ερώτημα, πώς ένα πολύ ευσυνείδητο άτομο μπορεί να πέσει στην παγίδα της εθνικιστικής προπαγάνδας. Θα μπορούσε ποτέ να προκύψει η δημιουργία ενός τόσο μαζικού κινήματος, όπως αυτό του γερμανικού λαού υπό τον εθνικοσοσιαλισμό, χωρίς έναν σημαντικό αριθμό ανθρώπων με συμπεριφορές του τύπου του υπερνομικού;

Μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε κάπως καλύτερα, πώς άνθρωποι καλά εκπαιδευμένοι, μορφωμένοι, ευγενικοί και τίμιοι δεν μπορούσαν να αντισταθούν στην υπαρξιακή τους ανάγκη να μείνουν μέσα στη νόρμα, παρόλο που η νόρμα έδειξε περισσότερο δυσάρεστες πλευρές ή ακόμα και αντίθετες με τις ηθικές τους αξίες. Αντιμέτωποι με την ανικανότητα του εγώ τους, την αδυναμία τους να «βγουν από τη γραμμή» και να έχουν το «θάρρος του πολίτη», απλώς ακολουθούσαν. Η μόνη «ελευθερία» που τους είχε απομείνει ήταν να βλέπουν τις «καλές πλευρές» όπως π. χ. η «κινητοποίηση» [20] του γερμανικού λαού ή η «αναστήλωση»[21] της εθνικής υπερηφάνειας, ώστε να απωθούν τις κακές πλευρές.

Και βέβαια είναι εύκολα κατανοητό ότι ο περιβόητος «διοικητικός μηχανισμός» της Γερμανίας είχε απόλυτα τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει όλα τα ναζιστικά σχέδια, της «τελικής λύσης» συμπεριλαμβανόμενης, επειδή αποτελούνταν από τέτοιες προσωπικότητες. Αυτό το είδος της συμπεριφοράς ταίριαζε, τουλάχιστον εκείνη την εποχή, στις αξίες αναφοράς στη Γερμανία. Σύμφωνα με τις έρευνες του Γάλλου ιστορικού Philippe BURRIN, ειδικού στον ναζισμό και το Ολοκαύτωμα, οι αξίες αυτές, που ανήκουν στη γερμανική συλλογική ταυτότητα είναι: «η υπακοή, η πειθαρχία, η υποταγή στις διαταγές των ιεραρχικά ανωτέρων, η τάξη, ο έλεγχος των συναισθημάτων, η ακρίβεια, η καθαριότητα και η επίδοση, ειδικά στο τεχνικό, στρατιωτικό και αθλητικό επίπεδο».[22]

Φυσικά κάθε συλλογικότητα επιδιώκει να μεταδώσει και να προωθήσει τις αξίες με τις οποίες ταυτίζεται. Το κάνει μέσα από την ενδο-οικογενειακή αλλά και τη θεσμική εκπαίδευση. Όμως μια εκπαίδευση, που εμπνέεται από τις παραπάνω αρχές, δεν έχει στόχο να δημιουργήσει άτομα αυτόνομα, ελεύθερα και σίγουρα για τον εαυτό τους. Μάλιστα, συμβαίνει το αντίθετο, δεν μπορεί παρά να προκύπτουν συνήθως αδύναμοι, κατά βάθος, άνθρωποι.

Μια εκπαίδευση τόσο προσανατολισμένη στην υπακοή και την υποταγή αποκτά εύκολα ταπεινωτικούς βηματισμούς. Το άτομο που είναι ταπεινωμένο κατ’ επανάληψη και που του απαγορεύεται να εκφράσει τα συναισθήματά του, θα καταστείλει τον θυμό του και θα συσσωρεύσει ένα δυναμικό ανύποπτης βίας, συνήθως κρυμμένο από τον εαυτό του και τους άλλους. Εδώ έχουμε μια πιθανή εξήγηση για την τέλεση τόσο σκληρών πράξεων που διαπράχθηκαν σε ένα πλαίσιο όπου αυτές είτε διατάχθηκαν είτε επιτράπηκαν.[23]

Μια άλλη αναπόφευκτη συνέπεια της έλλειψης προσωπικής ταυτότητας, είναι η επιθυμία ταύτισης με τις «υψηλές ιδέες» του έθνους, ιδιαίτερα εκείνων του «Μεγάλου», του «Αγνού» και του «Καθαρού». Ένα άτομο χωρίς αυτοπεποίθηση, και με μεγάλη ανάγκη για καταξίωση, πιθανότατα θα δυσκολευτεί να αντισταθεί σε μια συλλογική «μεγαλομανία». Όσο για την ιδέα της «αγνότητας», μια αδύναμη προσωπική ταυτότητα θα αναζητήσει εύκολα υποστήριξη μέσα σε μια συλλογική ιδεολογία της «καθαρής φυλής» και της «ανώτερης φυλής». Στη συνέχεια, η ιδέα της «καθαρότητας» μπορεί να γίνει έμμονη ιδέα για το άτομο που, καθώς δεν έχει καλό έλεγχο του εαυτού του, προσπαθεί να ελέγξει (καθαρίσει) το περιβάλλον του. Επεκτεινόμενη στη συλλογικότητα, η ιδεοληψία αυτή μπορεί να οδηγήσει ένα έθνος να θέλει να καθαριστεί από όλα αυτά που πιστεύει οτι το νοθεύουν, άρα κατά κύριο λόγο από εκείνους που δεν θεωρούνται καθαροί για το έθνος, δηλαδή τους ξένους. Και, σύμφωνα με τα κριτήρια της «καθαρότητας» πάνω στα οποία ορίζεται η συλλογική ταυτότητα, η χώρα θα πρέπει απαλλαγεί από τους «ακάθαρτους»: τους ομοφυλόφιλους, τους αλλόθρησκους, κ.λπ. κ.λπ ...

Όπως βλέπουμε, η έννοια της ατομικής ταυτότητας μας οδηγεί αναπόφευκτα στην έννοια της συλλογικής ταυτότητας, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους με ασθενική προσωπικότητα.

Ας ξαναπιάσουμε αυτό το βασικό ερώτημα: πώς μια συλλογικότητα μπόρεσε να διαπράξει εγκλήματα αυτού του μεγέθους και ειδικότερα το ολοκαύτωμα; Μεταξύ των αμέτρητων ανθρώπων που έχουν συμβάλει σε μια απάντηση, ξεχωρίζει ο Henri TAJFEL. Ξεκινώντας από το ερώτημα, γιατί ένας τόσο μεγάλος αριθμός «συνηθισμένων» Γερμανών μπόρεσαν να δώσουν την υποστήριξή τους στον ναζισμό και ειδικότερα σε μια τόσο παράλογη εχθρότητα εναντίον των Εβραίων, μελετά τα φαινόμενα της κατηγοριοποίησης και των διακρίσεων. Έτσι, άνοιξε μια προσέγγιση που σκοπός της ήταν μια εξήγηση του φαινομένου ανεξάρτητη από την έννοια της «προνοσηρής» προσωπικότητας, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω.

Η ουσία των πειραμάτων του ήταν να ξεχωρίσει με έναν αυθαίρετο τρόπο τα υποκείμενα (του πειράματος) σε δύο ομάδες. Καθώς τα υποκείμενα δεν γνωρίζονταν από πριν, αλλά και δεν είχαν καμμία επαφή κατά τη διάρκεια του πειράματος, άρχιζαν παρόλα αυτά να ταυτοποιούνται με την ομάδα τους και να δείχνουν σαφή προτίμηση προς τα μέλη της ομάδας τους (για το in-group). «Οι δικοί μας» θεωρήθηκαν πιο συμπαθητικοί και έπαιρναν καλύτερους βαθμούς (σε διαγωνισμούς π.χ.) ενώ «οι άλλοι» (το out-group) αντιμετωπίστηκαν με εχθρότητα και με έναν μάλλον ανηλεή τρόπο.

Ο TΑJFEL και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι το φαινόμενο της αυθόρμητης ταυτοποίησης με το in-group είναι ανεξάρτητο από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του υποκειμένου, όπως η ηλικία, το φύλο, η θρησκεία ή η εθνικότητα. Συμπέρασμα: από τη στιγμή που είμαστε μέλος μιας ομάδας που ορίζεται σε σχέση με μια άλλη ομάδα, ταυτιζόμαστε αυτόματα με το «δικό μας» και είμαστε πολύ εύκολα παγιδευμένοι από τα γνωστικά αντανακλαστικά της κατηγοριοποίησης, των προκαταλήψεων και της διάκρισης. Μπορούμε να φανταστούμε πόσο αυτές τις «συλλογικές τάσεις» μπορεί να τις εκμεταλλευτεί και να τις ενισχύσει μια προπαγάνδα.

Αν και το φαινόμενο της ταύτισης με τη δική μας ομάδα περιγράφεται ως ένας γνωστικός αυτοματισμός, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι προκαλεί αισθήματα εχθρότητας και έλλειψη συμπόνιας, τα οποία, αν τα δούμε απ’ έξω, φαίνονται εντελώς άδικα. Στην περίπτωση αυτών των πειραμάτων, μόλις σταματήσουν, τα πάντα είναι αναστρέψιμα. Αμέσως μετά, οι συμμετέχοντες γελάνε και δηλώνουν ότι όλα αυτά «δεν ήταν παρά ένα παιγνίδι». Άραγε τι θα συμβεί αν αυτές οι συμπεριφορές πραγματοποιηθούν κάτω απο φυσικές συνθήκες; Όταν η εχθρότητα γίνεται μίσος και η αναισθησία έλλειψη ενοχών; Οπωσδήποτε ο ναζισμός υπήρξε η τραγική εκδήλωση του τι αποτέλεσμα είχε η «κατασκευή» μιας υπερτροφικής παραληρηματικής συλλογικής ταυτότητας η οποία μεταχειρίσθηκε όλους τους Εβραίους σαν μισητούς εχθρούς. Πώς μια συλλογική ταυτότητα μπορεί να πάρει μια τόσο παθολογική μορφή ώστε να οδηγήσει την πλειοψηφία των μελών της να βυθιστεί σε ένα παραλήρημα μίσους;

Οι διευκρινίσεις που θα παρουσιάσω στη συνέχεια είναι εμπνευσμένες κυρίως από τον Michael MULLER-CLAUDIUS. Γεννημένος το 1888, αυτός ο Γερμανός ψυχολόγος, εκπαιδευτικός και ιστορικός, προτεστάντης στο θρήσκευμα, υπήρξε ένας αυτόπτης μάρτυρας της ανόδου και της πτώσης του εθνικοσοσιαλιστικού τέρατος. Αναγνωρίζοντας τον αντισημιτισμό σαν τον ουσιαστικό κίνδυνο για τη Γερμανία τον μελέτησε μέσα από τις ψυχολογικές, ιστορικές και κοινωνικές του πτυχές και πρωτοστάτησε σε έναν αποφασιστικό αγώνα εναντίον του.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την ιδιαιτερότητα του «γερμανικού χαρακτήρα» σε σύγκριση με άλλες δυτικές ευρωπαϊκές χώρες, θα αναφερθούμε με λίγα λόγια σ’αυτόν. Η γερμανική συλλογική ταυτότητα υπήρξε τουλάχιστον μέχρι το 1945 καθορισμένη από την απολυταρχία. Από την άλλη πλευρά, οι ατομικές ταυτότητες σημαδεύτηκαν από την εθελοντική παραίτηση από κάθε έννοια προσωπικής ανεξαρτησίας. Το ουσιαστικό για το άτομο ήταν να είναι υποδειγματικό για τον μονάρχη του. Το καμάρι του ατόμου τρεφόταν από την τέλεια εκπλήρωση των καθηκόντων του. Και το αίσθημα τιμής του από την υπακοή, την πειθαρχία και την αφοσίωση. Είναι κυρίως μέσα στη λειτουργία του στρατιώτη το πεδίο όπου το υποκείμενο θα μπορούσε να αποδείξει αυτές τις αρετές - και ο στρατιώτης μόνο στον πόλεμο θα μπορούσε να αυτοπραγματωθεί. Το Κράτος της Πρωσίας με τον διάσημο μιλιταρισμό του αντιπροσωπεύει ένα τέλειο παράδειγμα αυτής της μορφής συλλογικής ταυτότητας. Χωρίς αμφιβολία, η πλειοψηφία των ατόμων πρέπει να ένιωθε καθησυχασμένη μέσα σ’αυτή την «πατερναλιστική» κοινωνία και πρέπει να κέρδιζε «εμπιστοσύνη στον εαυτό της» με το να «οικειοποιείται» το μεγαλείο και τα επιτεύγματα της χώρας. Όσο για τους κυβερνώντες, έπρεπε να λειτουργούν με έναν τρόπο αντάξιο της αποστολής τους, ώστε να μην προκαλούν (ιδίως μέσα στην αστική τάξη που αντιπροσώπευε τη ραχοκοκαλιά του Κράτους), επαναστατικές διαμαρτυρίες υπέρ μιας δημοκρατικής αναδιάρθρωσης.

Για να αναλύσουμε καλύτερα τη μετέπειτα εξέλιξη της γερμανικής συλλογικής ταυτότητας και τη μοιραία κατάληξή της χρειάζεται να επιστρέψουμε στην περίοδο της αποσταθεροποίησης από το 1918 και έπειτα. Σύμφωνα με τον MULLER-CLAUDIUS ο Γερμανός στρατιώτης δεν μπορούσε παρά να είναι ο νικητής στρατιώτης.[24]; Το να χάσει τον πόλεμο ήταν αδιανόητο. Έπρεπε να βρεθεί ένας ένοχος. Ο ένοχος βρέθηκε γρήγορα.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αίωνα η εβραϊκή κοινότητα είχε ενσωματωθεί επιτυχημένα στη Γερμανική κοινωνία και είχε σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη, την ευημερία και τη φήμη της χώρας, όμως οι παλιοί δαίμονες της μυθοποίησης «των Εβραίων ως συμβόλου του κακού», δεν είχαν εξαφανιστεί από τα ασυνείδητα, αλλά είχε αρχικά μικρή επίδραση στην κοινωνία. Ταυτόχρονα, ο αντισημιτισμός «εκσυγχρονίστηκε» αντικαθιστώντας τη χριστιανική του «νομιμοποίηση» με επιχειρήματα γύρω από τη «φυλετική καθαρότητα» και την «εθνική ταυτότητα». Η ήττα του 1918 και η γενικευμένη οργή και απόγνωση είχαν κάνει τη γερμανική συλλογική ταυτότητα να χάσει τα στηρίγματα της. Τα άτομα βρισκόντουσαν χωρίς προσανατολισμό, διασκορπισμένα, γεμάτα ανησυχία και επιθετικότητα. Ακόμη και για έναν εμφύλιο πόλεμο μπορούσε να φοβάται κανείς. Αυτή η κατάσταση αποσταθεροποίησης η οποία, επιπλέον, επεκτεινόταν σε διάρκεια δεκαπέντε χρόνων προκάλεσε δύο αντιδράσεις σε έναν αυξανόμενο αριθμό του πληθυσμού: Πρώτον, την επιθυμία για καθησύχαση μέσω της εγκαθίδρυσης ενός ισχυρού Κράτους που θα μπορούσε να βάλει τάξη και να ενώσει τους ανθρώπους και δεύτερον, τη μαζική αφύπνιση τού εθνικού αντισημιτισμού και ρατσισμού.

Τι καλύτερος τρόπος για να ενωθεί μια κοινωνική ομάδα, από το να αντιτεθεί σε μια άλλη! Ιδίως όταν, αυτή η άλλη μπορεί να ενοχοποιηθεί για την ταπεινωτική ήττα της χώρας. Εντελώς φυσικά ο «ένοχος» προκαλεί το μίσος για την τρομερή καταστροφή που προκάλεσε. Ήδη από το 1918 ένα γιγαντωνόμενο μαζικό κίνημα αναδυόταν και εννέα χρόνια αργότερα (το 1927) η μεγάλη πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού, δηλαδή το 80%, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του MULLER-CLAUDIUS, είχε «μολυνθεί από τον αντισημιτισμό».[25] Ήταν ο αντισημιτισμός, και όχι το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα που ανέλαβε την ένωση της «ψυχής της μάζας» (Massenseele) των Γερμανών. Αλλά ο Χίτλερ ήταν σε θέση να το χρησιμοποιήσει και να το οικειοποιηθεί, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τον «υπέρτατο αρχηγό του αντισημιτισμού»[26] και δυναμώνοντας το ήδη υπάρχον μίσος.

Ας δούμε από πιο κοντά πώς περιγράφεται στη χιτλερική κοσμοθεωρία η ατομική και η συλλογική ταυτότητα. Αυτός ο κόσμος, απλοϊκά μοιάζει με εκείνον του κοπαδιού. Δεν υπάρχει εκεί παρά μόνο μία ατομική ταυτότητα, αυτή του ηγέτη. Οποιοδήποτε άλλο άτομο, πρέπει να παραδώσει την προσωπική του συνείδηση και την ατομική του ηθική ευθύνη στη «συνείδηση της φυλής». Θα πρέπει να συγχωνευτεί μέσα σ’ αυτό που ο Χίτλερ ονόμασε «το σώμα του λαού». Αυτή η «νέα» συλλογική ταυτότητα θα πρέπει να αποτελείται αποκλειστικά από άτομα που ανήκουν στην άρια φυλή. «Αποστολή» της είναι η κυριαρχία σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Για να το πετύχει αυτό, θα πρέπει να καθοδηγείται από το « φυσικό ένστικτο της φυλής». Κάθε ατομική ηθική συνείδηση, αν θεωρηθεί εμπόδιο, είναι όχι μόνο απόβλητη, αλλά πρέπει να συνθλίβεται συστηματικά, ιδίως στο εσωτερικό των ομάδων των ελίτ, π.χ. στη «Χιτλερική Νεολαία» ή «την τάξη» (σχεδόν θρησκευτική) των SS.[27].

Για να πετύχει τον στόχο του και να εκπληρώσει την αποστολή του, αυτό το «σώμα» πρέπει πρώτα να εξολοθρέψει τον βασικό αντίπαλο στην αναζήτηση της παγκόσμιας δύναμης, τον ιουδαϊσμό.[28]

-Επιστρέφοντας σε ψυχολογικές εκτιμήσεις, αυτή η θέση του ηγέτη, θυμίζει αρκετά καθαρά την ενστικτώδη επιθυμία για μια επιστροφή σ’αυτήν την «πρώιμη συλλογικότητα» της δυάδας μητέρας-παιδιού, και για την εξουδετέρωση κάθε εχθρού.

Αλλά τι γίνεται με την «ατομικότητα» που βρίσκεται διαλυμένη (χαμένη) σ’αυτήν την «νέα συλλογικότητα»; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας αντισταθμίζεται από τις εμπειρίες της ανωτερότητας και της δύναμης, και με την άσκηση σχεδόν «ελεύθερα» της βίας και της καταστροφής που παρέχουν την ικανοποίηση και την αίσθηση δύναμης. Εκείνο που δεν είχε προβλεφθεί από τον Φύρερ είναι ότι αυτή η άσκηση βίας και καταστροφής, απαιτώντας αναισθησία απέναντι στα θύματα, εξαφανίζει κάποιες φορές μέσα στο άτομο οποιασδήποτε μορφής ευαισθησία, ακόμα και αυτή των καθηκόντων απέναντι στην ομάδα του την ίδια και τον επικεφαλής του. Έτσι, θα μπορούσαμε, σε ακραίες πτεριπτώσεις, να παρακολουθήσουμε τον μετασχηματισμό της «συνολικής υπακοής» σε συνολική ανυπακοή.

Σε αυτό το στάδιο της παλινδρόμησης του ανθρώπινου ψυχισμού -όπου ο «άλλος» δεν είναι παρά ένα αντικείμενο ή ένα παιχνίδι- ο βασανισμός και η δολοφονία απλώς εκφράζουν σαδιστικές απολαύσεις στη μέθη της παντοδυναμίας. Αυτές οι συμπεριφορές, οι πιο τρομαχτικές που ο άνθρωπος μπορεί να εκδηλώσει, δεν μπορούν να «πέσουν από τον ουρανό». Ούτε μπορεί να μειωθεί η σημασία τους θεωρώντας τις «ζωώδη ένστικτα που ξύπνησαν μέσα σε κάποιον». Πρέπει να προέρχονται υποχρεωτικά από μας, από την ιστορία μας και από τις ειδικές ανθρώπινες συνθήκες μας.

Μιλήσαμε στην αρχή για την ακραία βία του βιώματος της αδυναμίας μας πριν να μπορέσουμε να κάνουμε τα πρώτα μας βήματα. – Αντί αυτό να μας κάνει να νιώθουμε απελπισία για τους εαυτούς μας, που εμπεριέχουμε αυτές τις οδυνηρές σωματικές μνήμες, μπορεί να μας δώσει μια πληρέστερη αντίληψη γύρω από την ανεξερεύνητη αυτή περίοδο της ζωής μας, την οποία τόσο πρόθυμα τείνουμε να εξιδανικεύουμε.

Γνωρίζουμε ότι μέσα από την ψυχική οδύνη μας και τα υπερβολικά πάθη μας κάποιες φορές έρχονται στην επιφάνεια βιώματα του παρελθόντος μας, συχνά απροσδόκητα και τρομαχτικά.

Στο όνομα ενός θεραπευτικού προσανατολισμού, μου φαίνεται απαραίτητο να αναγνωρίζουμε τέτοιες πραγματικότητες ως δικές μας και να τις «επανοικειοποιούμαστε» σαν ακραίες πιθανότητες. Αν μπορούμε να αποδεχθούμε αυτές τις πραγματικότητες μέσα μας, ίσως θα αντισταθούμε καλύτερα τη στιγμή που κακοήθεις παγίδες μας προσελκύουν.

Και τώρα, κλείνοντας, θέλω να διατυπώσω κάτι που είναι μεν αυτονόητο, όμως αντιπροσωπεύει μια βαθιά μου ευχή: η αυξανόμενη συνειδητότητα γύρω από τη σημασία της πρώιμης φάσης της ανάπτυξης του ανθρώπου να βοηθήσει τα παιδιά που έρχονται στον κόσμο να δέχονται όλο και περισσότερες και ποιοτικότερες φροντίδες, ώστε σίγουρα να είναι καλύτερα εξοπλισμένα για να αντέξουνε «το άπειρο», με άλλα λόγια, την ατέλεια, την ευαλωτότητα και την αστάθεια της ανθρώπινης κατάστασής μας. Θα τους είναι έτσι περισσότερο δυνατό να διατηρήσουν έναν ζωντανό δυναμισμό, αν κάποια περίοδος αποσταθεροποίησης απειλεί, τόσο την ατομική τους ταυτότητα όσο και τη συλλογική γιατί καί οι δύο έχουν θεμελιώδη αξία για την ύπαρξή μας και τον πολιτισμό μας.

 



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[3]EICHHOLF, Josef H., Das Rätsel der Menschwerdung. Die Entstehung des Menschen im Wechselspiel der Natur, DTV, München 1993. (5. Aufl. 2001)

[4]GRATALOUP, Christian, Faut-il penser autrement l'histoire du monde ? Armand Colin, 2011.

[5]FREUD, Siegmund, Massenpsychologie und Ich-Analyse, S. Fischer, Studienausgabe Band 9, 7. Auflage, 1989.

[6]MILECH, Titus, « L'en-nuit de Christian Gabrielle Guez Ricord », Sorgue, Poésie Art Littérature, n° 2, L'Isle-sur-la Sorgue, 2000. « Il n’y a de mère que l’univers. Et l’homme est son poète ».

[7]Concernant le drame du meurtre d’enfants par leur proches voir le livre, L’Allemagne maltraite ses enfants (non traduit en français) de Michael TSOKOS et Saskia GUDDAT, Deutschland misshandelt seine Kinder, Droemer Verlag, 2014.

[8]DELASSUS, Jean Marie, « Il faut bien que genèse se fasse », Revue Française de Psychiatrie et de Psychologie Médicale, N° 15, février 1998

[9]http://forum.hardware.fr/hfr/Discussions/Sciences/pourquoi-devient-passer-sujet_34474_1.htm#t3773288

[10]FRITZSCHE, Peter, Germans into Nazis. Harvard University Press, Cambridge/Mass. 1998

[11]VONDUNG, Klaus, Deutsche Wege zur Erlösung. Formen des Religiösen im Nationalsozialismus, Wilhelm Fink Verlag, München 2013.

[12]HAFFNER, Sebastian, Anmerkungen zu Hitler, Fischer, Frankfurt am Main 1978 (p. 42/43). Voir aussi : ROHKRÄMER, Thomas, Die fatale Attraktion des Nationalsozialismus. Über die Popularität eines Unrechts-regimes, Verlag Ferdinand Schöningh GmbH2013 (p. 317).

[13]LAZAROU, Margarita et Titus MILECH, « La contradiction au cœur du peuple grec », Approches. Revue trimestrielle. Littérature et sciences humaines, N° 163, septembre 2015, Dacres éditions, 33, rue Galilée 75116 Paris.

[14]MELMAN, Charles, La psychanalyse explique-t-elle pourquoi le nazisme a été populaire ? Éditions de l’Association Lacanienne Internationale (ALI), 2012. http://www.freud-lacan.com/fr/dossier-lire-freud-lire-lacan/5348-la- psychanalyse-explique-t-elle-pourquoi-le-nazisme-a-ete-populaire

[15]Ibidem

[16]FREUD, Sigmund, Massenpsychologie und Ich-Analyse, S. Fischer, Studienausgabe Bd. 9, 7.Auflage, 1989.

[17]MEAD, George Herbert, Mind, Self, and Society, ed. Charles W. Morris, University of Chicago Press, 1934

[18]KRAUS, Alfred, Identitätstherapie Melancholischer, in: Christoph MUNDT et al., Psychotherapie in der Psychiatrie, Springer Taschenbuch, 2013

[19]Ibidem.

[20]Die Bewegung“, la « mise en mouvement » du peuple allemand dans le sens de l’idéologie nazie.

[21]„Die Erhebung“, le « le réveil et soulèvement » de la nation afin de rétablir son honneur.

[22]BURRIN, Philippe, Ressentiment et apocalypse. Essai sur l’antisémitisme nazi, Seuil, 2005.

[23]Voir les excellentes études et analyses d’Alice MILLER, notamment : Am Anfang war Erziehung, Suhrkamp, Frankfurt/Main, 1983.

[24]MÜLLER-CLAUDIUS, Michael, Der Antisemitismus und das deutsche Verhängnis, Haus Verlag, Frankfurt/Main 1948. (p. 48).

[25]Ibidem (p. 73).

[26]Ibidem (p. 108).

[27]Schutzstaffel

[28]MÜLLER-CLAUDIUS, Michael, Der Antisemitismus und das deutsche Verhängnis. (p. 108)

 

 

 


Ένα σχόλιο με αναφορά στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή

Γράφει η Κατερίνα Θεοδωράκη, Παιδοψυχίατρος, Θεραπεύτρια Oικογένειας

email : This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη», διαπραγματεύεται το θέμα της υπερνομίας, αντιδιαμετρικά.

Η Αντιγόνη, σε αντίθεση με την προσωπικότητα του υπερνομικού, αψηφώντας τους νόμους της εξουσίας του Κρέοντα, δρώντας με ελεύθερη βούληση, αυτόνομα, δρα με πολιτική ανυπακοή. Θάβει τον αδελφό της Πολυνείκη, υπακούοντας στους νόμους των θεών και ειδικά, του Δία, του θεού της δικαιοσύνης, με το επιχείρημα ότι οι νόμοι της δικαιοσύνης υπήρχαν από πάντα (καταστάλαγμα της μακρόχρονης πορείας του ανθρώπου προς τον εξανθρωπισμό του) και δεν μπορεί ένας τύραννος να τους καταργεί.

Στην ίδια τραγωδία, ο Χορός εξυμνεί τον αγώνα του ανθρώπου για επιβίωση, τον σχηματισμό κοινωνιών και τον εξανθρωπισμό του. Επίσης, εξυμνεί  την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, να κατευθύνει τις πράξεις του προς το καλό ή το κακό (ανωτροπικά, ή εντροπικά). Η Αντιγόνη, υπηρετώντας στην ουσία αυτό τον αγώνα, αντιστέκεται στην εντολή του τυράννου, δρα με σιγουριά για την απόφασή της και είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις συνέπειές της.