Articles

Θεοδώρα Σκαλή1

 

1Ψυχολόγος, MSc, PhD, Ψυχοθεραπεύτρια  

This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

 

 

 

Περίληψη
 To κλινικό υλικό που θα παρουσιαστεί αφορά στις συνεδρίες ενός Large Group που έλαβε χώρα στα πλαίσια ενός μονοετούς μετεκπαιδευτικού προγράμματος, στα δυναμικά ομάδας που υλοποιήθηκε την περίοδο 2012-2013. Η μελέτη του υλικού αυτού του θεραπευτικού πλαισίου (large group) σχετίζεται με το πέρασμα από την επίδραση της ενδοψυχικής οργάνωσης του ατόμου, στις σχέσεις που αυτό εγκαθιδρύει, και στην αλληλεπίδραση, ως ένα πεδίο μελέτης «αφ’ εαυτού»: Σε κάθε large group υπάρχει in vivo, στο «εδώ και τώρα», ένα πεδίο, όπου το ενδοψυχικό, το διυποκειμενικό και το κοινωνικό συνυπάρχουν, σε μεγαλύτερο μέγεθος, στη συναλλαγή των ατόμων με την έννοια τόσο της σύγκρουσης όσο και της συμφιλίωσης συνεχώς, δηλαδή ένα πεδίο διερεύνησης του εαυτού υπό αυτές τις συνθήκες, που ωθεί το υποκείμενο σε επαφή με προσωπικές του πλευρές, που ίσως μένουν αφανείς σε μια ατομική θεραπευτική διαδικασία.


Λέξεις Κλειδιά: large group, πεδίο αλληλεπίδρασης, συνύπαρξη ενδοψυχικού, διυποκειμενικού και κοινωνικού

 



Πρόλογος
To κλινικό υλικό που θα παρουσιαστεί αφορά σε ένα large group που έλαβε χώρα στα πλαίσια ενός μονοετούς μετεκπαιδευτικού προγράμματος στα δυναμικά ομάδας, κατά την περίοδο 2012-2013, στο οποίο συμμετείχε ως εκπαιδευόμενη και η συγγραφέας αυτού του άρθρου. Σε αυτό συμμετείχαν ψυχίατροι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, κ.τλ., επαγγελματίες με εμπειρία εργασίας, κυρίως σε ψυχιατρικά πλαίσια, και αναπτύχθηκε σε επτά τριήμερα, τα οποία δομούνταν ως εξής: Διαλέξεις, θεωρητικές εισηγήσεις, συνεδρίες ομαδικής εποπτείας, συνεδρίες μικρής ομάδας, συνεδρίες μεγάλης ομάδας και συνεδρίες θεωρητικής επεξεργασίας. Συνολικά συμμετείχαν περίπου 50 άτομα. Στο Large Group οι συντονιστές ήταν δύο και, εκτός από όλους τους εκπαιδευόμενους, συμμετείχαν και όλοι οι συντονιστές των υπολοίπων εκπαιδευτικών δομών/ομάδων ως απλά μέλη.
Σε αυτό το εκπαιδευτικό πλαίσιο αναπτύχθηκαν πολλά και άκρως ενδιαφέροντα ομαδικά ψυχικά φαινόμενα. Η οπτική αυτού του άρθρου όμως εστιάζει μόνο στις συνεδρίες της μεγάλης ομάδας (Large Group), που στην περίπτωση αυτού του εκπαιδευτικού σεμιναρίου μάλλον περισσότερο αποτελούσε μεσαία ομάδα (Median Group).
Η μελέτη αυτού του θεραπευτικού πλαισίου (large group) σχετίζεται με το πέρασμα από την επίδραση της ενδοψυχικής οργάνωσης του ατόμου στις σχέσεις που αυτό εγκαθιδρύει, και στην αλληλεπίδραση, ως ένα πεδίο μελέτης «αφ’ εαυτού». Το large group αποτελεί ένα πεδίο όπου τα άτομα ως αντικείμενο-υποκείμενο, εσωτερική-εξωτερική πραγματικότητα, συνειδητές-ασυνείδητες διεργασίες αλληλεπιδρούν και διαμορφώνουν σχέσεις. Στο large group υπάρχει in vivo, στο «εδώ και τώρα», ένα πεδίο όπου το ενδοψυχικό, το διυποκειμενικό και το κοινωνικό συνυπάρχουν, σε μεγαλύτερο μέγεθος, στη συναλλαγή των ατόμων με την έννοια τόσο της σύγκρουσης όσο και της συμφιλίωσης συνεχώς, δηλαδή ένα πεδίο διερεύνησης εαυτού υπό αυτές τις συνθήκες, που συχνά μπορεί να σε φέρει σε επαφή με πλευρές της προσωπικής σου εξέλιξης που έχουν μείνει ίσως αφανείς στην ατομική θεραπεία.
Η σκέψη μου για το large group τα τελευταία χρόνια, ίσως και με αφορμή την μεγάλη οικονομική, κοινωνική και ευρύτερη πολιτική κρίση που διάγουμε, επικεντρώθηκε στην έννοια της μεγάλης ομάδας ως πεδίου κοινωνικής αναπαράστασης και ως χώρου εκδήλωσης του κοινωνικού ασυνειδήτου. Στο παρόν εκπαιδευτικό πρόγραμμα είχα ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το large group – και, επιπλέον, έχοντας ως υπόθεση την έλλειψη εμπειρίας των συναδέλφων σε τέτοιου τύπου διεργασίες, λόγω του ότι τα εκπαιδευτικά ψυχοθεραπευτικά προγράμματα στην Ελλάδα ως τώρα δεν εμπεριέχουν και εκπαίδευση σε large group - ως πεδίου κοινωνικών συγκρούσεων και διαλόγου, σε μια χρονική στιγμή που οι περισσότεροι συνάδελφοι δούλευαν σε ψυχιατρικά πλαίσια ή/και δομές που απειλούνταν με κλείσιμο, καθώς και σε μια περιρρέουσα ελληνική ατμόσφαιρα εντονότατης κρίσης, οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής.
Η πρώτη μου επαφή με τέτοιου είδους ομάδα ήταν το 2008 στις Η.Π.Α., κατά τη διάρκεια της ετήσιας συνάντησης τού American Group Psychotherapy Association (AGPA) και έκτοτε δεν έπαψε να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικού ενδιαφέροντος, σκέψης και παρατήρησής μου. Βέβαια, η εκεί εκπαιδευτική μου εμπειρία, που συνεχίζεται έκτοτε, όχι μόνο ως μέλους και ως συντονίστριας σε διάφορα επιστημονικά πλαίσια, αφορούσε Large Group μεγέθους άνω των διακοσίων ατόμων. Στο παρόν πρόγραμμα ήταν ένα πολύ μικρότερο Large Group.

No man is an island...
John Donne (1572-1631)

Εισαγωγή
Πλευρές σε μια ομαδική διεργασία
Όταν όλα «τα παίρνουμε προσωπικά», το μόνο για το οποίο γινόμαστε ενήμεροι, αν γινόμαστε, είναι ο εαυτός μας. Σε αυτήν την περίπτωση όλα μάς αφορούν. Σαν να παρατηρείς τις κούκλες-μπαμπούσκες και σε κάθε κούκλα να βλέπεις μόνο τον εαυτό σου ή μια μόνο πλευρά αυτού, που σου είναι ήδη γνωστή και οικεία. Αν όμως παρατηρήσεις αυτές τις εναλλασσόμενες σε μέγεθος μικρές κούκλες πιο προσεκτικά, θα παρατηρήσεις ότι αποτελούν μια σειρά από εσωτερικά συνδεόμενα συστήματα, όπου το καθένα εμπεριέχει και εμπεριέχεται, κάτι σαν «ισομορφικά ιεραρχημένα συστήματα». Για να μπορεί όμως κάποιος να αναπτύξει αυτήν την οπτική, θα πρέπει να είναι σε διαρκή συναλλαγή με τον εξωτερικό κόσμο.
Όμως, σύμφωνα με την Αgazarian (2009), αποτελούμε ψυχικά συστήματα, με όρια κλειστά στη συναλλαγή μεταξύ του εαυτού μας και του εξωτερικού κόσμου, εκτός κι αν ο εξωτερικός κόσμος ταιριάζει με ό,τι ήδη ξέρουμε. Πολλές από τις αγωνίες μας προέρχονται από το ότι βλέπουμε τους εαυτούς μας ως «το κέντρο του κόσμου». Κανένας άνθρωπος, όμως, «δεν είναι νησί». Αν σκεφτούμε τον εαυτό μας ως υποκείμενο αλλά και ως μέλος ενός συστήματος, ταυτόχρονα, μπορεί να γίνουμε ενήμεροι για τις πολλές και διαφορετικές όψεις του κόσμου και να κατανοήσουμε – ίσως πώς εμείς επηρεάζουμε τον κόσμο και πώς ο κόσμος επηρεάζει εμάς. Έτσι, θα κατανοήσουμε ότι δεν υπάρχουμε μόνο ως υποκείμενα, ως ενδοψυχική οργάνωση, υπάρχουμε και ως μέρος μιας μικρής ομάδας, ότι αυτή η μικρή ομάδα αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης, κ.τ.λ.
To ζήτημα που τίθεται σε κάθε μεγάλη ομάδα είναι το πώς μπορούν οι διαφορές να γίνουν πηγή δύναμης αντί αιτία σύγκρουσης. Πώς κάθε πληροφορία να μπορεί να οργανώνεται από το υποκείμενο με τέτοιο τρόπο, ώστε οι διαφορές να το κάνουν μέρος ομάδας/συστήματος και όχι να το τρέπουν σε φυγή (flight), το οποίο συμβαίνει με πολλούς τρόπους: με επίθεση στις διαφορές, με προσπάθεια οικειοποίησης των άλλων, με την αντίληψη αυτών ως απειλή, με διάθεση «ξεφορτώματος» αυτών, κ.τ.λ.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον R. Kaes (2007), ο οποίος εισάγει τον όρο «ομαδικό ψυχικό όργανο», η ψυχική ομαδικότητα δεν είναι απλώς τα διαφορετικά κομμάτια του εαυτού μας, που ενεργοποιούνται σε μια ομαδική διεργασία. Είναι κάτι που ασυνειδήτως προϋπάρχει, και βάσει αυτής οργανώνεται το ψυχικό όργανο, είναι σαν ένα ομαδικό αποτύπωμα. Έτσι, κατ’ αυτόν, υφίσταται σχέση μεταξύ του υποκειμένου, της ομάδας και της μεταξύ τους σχέσης.
Ως εκ τούτου, σε κάθε ομαδική διεργασία, η ομάδα γίνεται χώρος διαμεσολάβησης και συναλλαγής μέσω του ομαδικού ψυχικού οργάνου, όπου λειτουργεί μια ομαδική συνειρμική διαδικασία και πλήθος μεταβιβαστικών και αντιμεταβιβαστικών φαινομένων. Το σημείο συνάντησης των συνειρμών, ονείρων, σκέψεων και επιθυμιών του κάθε μέλους της ομάδας είναι η εργασία μιας ομαδικής τέτοιας διεργασίας, όπου το κάθε μέλος αποτελεί «φωνή» της ομάδας και επιτελεί και έναν ρόλο για αυτήν σε κάθε χρονική στιγμή της ζωής της κάθε ομάδας, και το ασυνείδητο εδώ, θα μπορούσαμε να πούμε, κατανοείται από τις ασυνείδητες αναπαραστάσεις και μάλιστα αλληλεπιδραστικά (Ναυρίδης, 2011).
Τέλος, η αναγνώριση και κατανόηση του κοινωνικού ασυνειδήτου, υπό την έννοια της κοινωνικής φύσης του νου (Βateson, 1979), που αντιλαμβάνεται τον νου όχι ως μια σχετικά σταθερή εσωτερική δομή, αλλά ως ρευστές, διαρκώς μετατοπιζόμενες αποκρίσεις σε κοινωνικές επιρροές, προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο στην ομαδική συναλλαγή. Σύγχρονες απόψεις μιλούν για την κοινωνική κατασκευή του νου, υπό την έννοια της συνεχούς εξέλιξης και αλλαγής μέσα σε συνεχώς εξελισσόμενες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Σύμφωνα με τον Bakhtin, κανένας νους υποκειμένου δεν μπορεί να διατηρήσει τον εαυτό του εντελώς ανεξάρτητο από τα άλλα υποκείμενα. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τον νου ως σχεσιακό νου και όχι ως μοναδικού εγκέφαλου, υπονοώντας ότι ορίζεται από τα όρια του νου των ατόμων, με τα οποία σχετίζεται ένα υποκείμενο, και ρυθμίζεται από αλλαγές στα κοινωνικά, πολιτισμικά και επικοινωνιακά του δίκτυα. Οι Ηopper & Weinberg (2011) εισάγουν τον όρο «πολιτισμικό ασυνείδητο» (culture unconscious) για να υπογραμμίσουν τη σημασία της εσωτερίκευσης αξιών, κανόνων και άλλων ουσιωδών στοιχείων από αυτά που χαρακτηρίζονται ως κουλτούρα σε μια κοινωνία, στη δεδομένη ιστορική στιγμή και συγκεκριμένο οικονομικο-ιστορικο-πολιτικο- ιδεολογικό πλαίσιο.



Η βιωματική εμπειρία της μεγάλης ομάδας

Από την αρχή, η μεγάλη ομάδα, ως κομμάτι της δομής του εκπαιδευτικού προγράμματος, διακίνησε πολλά και αντικρουόμενα συναισθήματα, υψηλού μεγέθους και έντασης, σε κάθε επίπεδο, ενδοψυχικό, διυποκειμενικό και κοινωνικό. Η πρωτόγνωρη, σχεδόν για όλους τους συμμετέχοντες εκπαιδευόμενους, εμπειρία τέτοιου μεγέθους ομάδας ενίσχυε την ένταση και την αγωνία των ερωτημάτων. Από την αρχή τέθηκε το ζήτημα ταυτότητας της μεγάλης ομάδας: Ποιοι/Τι είμαστε; Τι ομάδα είναι αυτή; Τι σκοπό έχει; Πώς ορίζουμε/προσδιορίζουμε τους εαυτούς μας σε μια τέτοια ομάδα; Ποιοι είναι οι συντονιστές της; Τους ξέρουμε; Είναι φίλοι ή εχθροί; Να βάζουν κανόνες ή όχι; Να μιλάνε ή όχι;
Στη συνέχεια τέθηκε το ζήτημα της ύπαρξής μας στην μεγάλη ομάδα: Τι λέμε; Τι δεν λέμε; Τι κρατάμε για την μικρή ομάδα; Τι για τους εαυτούς μας; Πώς αποχωριζόμαστε την μικρή ομάδα; Πώς ξανασυνδεόμαστε στη μεγάλη ομάδα με έναν άλλο τρόπο; Τι μας χρειάζεται; Τι σημαίνει αυτή η ομάδα σε σχέση με το συνολικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα ως όλον; Ποιοι είναι οι συντονιστές της μεγάλης ομάδας; Τους ξέρουμε; Δεν τους ξέρουμε; Τους θέλουμε και ως τι;
Αμέσως αργότερα τέθηκε και το ζήτημα της προτίμησης: Προτιμάμε τους συντονιστές των μικρών μας ομάδων και φυσικά τις μικρές μας ομάδες, έναντι της μεγάλης ομάδας…
Σαν ξαφνικά στη μεγάλη ομάδα να εκτιμήσαμε την σταθερότητα και την ασφάλεια της μικρής ομάδας, της μικρής μας «οικογένειας».
Οι ερωτήσεις καταιγιστικές και αγωνιώδεις, ειδικά στα δύο πρώτα τριήμερα, που έλαβαν χώρα τέσσερα large groups, και οι απαντήσεις εξίσου γρήγορες, καταιγιστικές και αγωνιώδεις, παρά το επιφανειακό χιούμορ που ενέσκηπτε πολλές φορές, περισσότερο για να εξηγήσουμε και να «κλείσουμε» τα ζητήματα που αναφύονταν, παρά για να αφεθούμε και να εξερευνήσουμε. Γι αυτό και το γέλιο ερχόταν πολύ ανακουφιστικό, τις στιγμές που ερχόταν. Με την εξήγηση (explain) γυρίζαμε πάλι πίσω στο υποκείμενο, στο άτομο, στο προσωπικό μας σύστημα, προφανώς και στην ψυχική μας ασφάλεια και σε επίπεδο ομάδας, πολλοί ήταν αυτοί στην μεγάλη ομάδα που έπαιρναν αυτόν τον ρόλο και «καθησύχαζαν» την ομάδα, επιθετικά ή επεξηγηματικά ή … (Αgazarian, 2004).
Η ανίχνευση-εξερεύνηση του/των συναισθήματος/των που υπήρχαν πίσω από κάθε ερώτηση (exploring), που ίσως μας εισήγαγε σε ό,τι δεν ξέραμε, τόσο σε σχέση με τον εαυτό μας (ενδοψυχική διεργασία) όσο και ως μέλη της μεγάλης ομάδας, ήταν κάτι στο οποίο δυσκολευόμασταν πάρα πολύ να εισέλθουμε και η τάση των μελών του large group ήταν να το αποφεύγουμε ή/και να το σταματάμε μέσα από διάφορους αμυντικούς μηχανισμούς (εξηγήσεις, επιθέσεις, αποπλανήσεις τον ενός προς τον άλλο, επίθεση ή/και καταφυγή στους παρόντες συντονιστές των μικρών ομάδων, κ.τ.λ..
H αγωνία μήπως αφανιστούμε και πάψουμε να είμαστε, μήπως δεν μας «δουν» μέσα στην ομάδα, μας έκανε να ανατρέχουμε γρήγορα στο όμοιο (ιδέες, νοήματα) και να αποκτούμε ρόλο μέσα στην μεγάλη ομάδα, ως μέλη αυτής, πριν ακόμα συνδεθούμε με τον προλαλήσαντα, που συνήθως τον αφήναμε «άδειο», «ερμηνευμένο», «απειλημένο», κ.τ.λ. Το αναμενόμενο αποτέλεσμα: Κύματα απειλής και επιθετικότητας, όχι μόνο στο επίπεδο του περιεχομένου, όσο στο επίπεδο της απέραντης μοναξιάς και του «αόρατου» που βιώνει το άτομο, μεταξύ του «εγώ ως πρόσωπο» και «εγώ ως μέλος αυτής της ομάδας» και του «εγώ ως φωνή της ομάδας». Δεν είναι τυχαίο που κάποιοι που δεν μιλούσαν, όταν μιλούσαν περιέγραφαν την ανακούφισή τους που μίλησαν, παρόλο που το να μιλήσουν φάνταζε τρομακτικό όσο δεν το έπρατταν, όπως έλεγαν.

Όλα τα παραπάνω μπορούν επίσης να παραπέμψουν στην έννοια της μεγάλης ομάδας ως διυποκειμενικού χώρου, ως οργάνου μετασχηματισμού της ψυχικής πραγματικότητας των μελών, την ίδια στιγμή που ο ψυχισμός κάθε μέλους συνεισφέρει στη δημιουργία και λειτουργία της ψυχικής πραγματικότητας της ομάδας.
Σχετικά με αυτό συνδέω τα όνειρα που έρχονταν πολύ συχνά στις μεγάλες ομάδες των δύο πρώτων τριημέρων, όπου ο ονειρικός χώρος συνδεόταν με τον σωματικό, ενδοψυχικό και διυποκειμενικό, και έμοιαζαν να αφορούν πάρα πολύ όλη την μεγάλη ομάδα, «υπόθεση της πολυφωνίας του ονείρου» (R. Kaes), παράλληλα με το γεγονός ότι αφορούσαν και το υποκείμενο που το έφερνε.
Συχνή επισήμανσή μου όμως αποτελούσε το γεγονός ότι τα όνειρα έρχονταν σε στιγμές μεγάλης δύσκολης σιωπής και αμηχανίας και η μεγάλη ομάδα αρπαζόταν από το «αντικείμενο»-όνειρο για να ασχοληθεί, για να μιλήσει, για να δηλώσει εγκεφαλικά την παρουσία της, και ότι ακολουθούσε πολλή ανακούφιση και ηρεμία στην ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια αναστοχασμού του ονείρου. Σκεφτόμουν ότι, ίσως δεν ήταν τυχαίο που η φωνή Χ, που έφερνε συχνά όνειρα στη μεγάλη ομάδα, δήλωνε, πριν τα αφηγηθεί, πόσο αγχωμένη ήταν με την μεγάλη ομάδα και υπογράμμιζε τα έντονα σωματικά της συμπτώματα (έντονο κοκκίνισμα, εφίδρωση, η φωνή της έτρεμε, κ.τ.λ.) και συχνά, επίσης, εξέφραζε τον προβληματισμό της γιατί τα φέρνει, αφού ίσως ταίριαζαν καλύτερα στο πλαίσιο της μικρής της ομάδας ως υλικό για επεξεργασία.
Σε ένα άλλο επίπεδο ψυχικής πραγματικότητας λειτουργούσε το μέλος Ψ, ένας νεαρός άνδρας που αντιπροσώπευσε με το ρόλο του το ομαδικό φαινόμενο της φορικής λειτουργίας, ή του συμπτώματος: Ο «Ψ», ως εκπρόσωπος της δικής του ιστορίας, και ως εκπρόσωπος αυτού που διαδραματιζόταν εκείνη την στιγμή στη μεγάλη ομάδα (και υπήρξαν πολλές τέτοιες στιγμές, ειδικά στα δύο προτελευταία διήμερα στη μεγάλη ομάδα). Η ανάγνωση που έκανα στον φορέα-ομιλίας «Ψ» με έκανε να σκεφτώ την λειτουργία που του ανατέθηκε, πέρα από την προσωπική του ιστορία, μέσα στη διαδικασία του ομαδικού δεσμού, σε σχέση με την διαφορετικότητα, την αποδοχή και την σύνθεση όλων αυτών των διαφορετικών εμπλεκόμενων, εκπαιδευτών και εκπαιδευόμενων, από διαφορετικά επαγγελματικά πλαίσια, σχεδόν «εχθρικά» και αντίπαλα σε κάποιες περιπτώσεις, από διαφορετικούς θεωρητικούς χώρους, και από διαφορετικές διαδρομές και κίνητρα. Σε αυτό το πλαίσιο εντός των μελών και μεταξύ τους διακινούνταν πολύ δύσκολα συναισθήματα, που παρέμεναν αφανή και ανεπεξέργαστα, που βρήκαν έναν εκφραστή «Ψ» για να υποκινηθούν και να ρηματοποιηθούν, πρόωρα όμως, μιας και η ομάδα δεν ήθελε να ακούσει, δεν ήταν σε αυτή την φάση εξέλιξης ακόμη, και συχνά η επίθεση ή/και η προστασία στον «Ψ» ήταν σφοδρή και ασφυκτική. Συχνά σκεφτόμουν την διαφορετική έννοια του «αποδιοπομπαίου τράγου» που εισάγει η Υvonne Αgazarian (2004), σύμφωνα με την οποία ο αποδιοπομπαίος τράγος δεν αποτελεί παρά έναν «ιχνηλάτη» (path finder), που εισάγει πρόωρα μια αλλαγή, μια μεγάλη διαφορά στην ομάδα, για την οποία αλλαγή το ομαδικό σύστημα δεν είναι έτοιμο ακόμη.


Τέλος, υπήρχε και η εξής ιδιαιτερότητα:
Οι συντονιστές των μικρών ομάδων ή/και οι οργανωτές αυτού του εκπαιδευτικού προγράμματος συμμετείχαν επίσης και στη μεγάλη ομάδα, τυπικά ως μέλη. Ουσιαστικά ως τι, όμως;
Ως ισότιμα μέλη; Πώς τους μιλούσαμε; Στον ενικό; Στον πληθυντικό; Τι έλεγαν; Μιλούσαν ως συντονιστές; Ως οι οργανωτές του προγράμματος; Ως οι συντονιστές-γονείς μας των μικρών ομάδων μας; Ως αυτοί που θα μας «κρίνουν»; Ως άνθρωποι με τις ίδιες αγωνίες με όλους μας ή όχι; Ως πρόσωπα σε θέσεις εξουσίας στα επαγγελματικά μας πλαίσια, από τα οποία πρόσωπα εξαρτόμαστε, κ.τ.λ.
Υπήρχε μεγάλη δυσκολία να τους απευθύνουμε άμεσα τον λόγο, να διαφωνήσουμε μαζί τους, να συγκρουστούμε, να συνδιαλλαγούμε σε ισότιμη σχέση.
Από την άλλη, υπήρχαν και οι συντονιστές της μεγάλης ομάδας, που δεν τους βλέπαμε σε καμία άλλη δραστηριότητα, πλην της μεγάλης ομάδας, και έτσι υπήρχε η φυσική έλλειψη της παρουσίας τους και η μη οικειότητά μας μαζί τους; Συχνά ξεχνούσαμε τα ονόματά τους ή/και αναρωτιόμασταν εκ νέου ποιοι είναι ή απευθυνόμασταν στους συντονιστές των μικρών ομάδων σαν να ήταν οι συντονιστές και της μεγάλης ομάδας, κ.τ.λ. Ήταν διευκολυντικό αυτό; Ήταν αγχογόνο και περιοριστικό; Ήταν ελεύθερο πεδίο διερεύνησης άγνωστων πλευρών του εαυτού μας που αναδύονταν μέσα σε αυτήν την ασάφεια με έντονο τρόπο; Ήταν …
Σύμφωνα με τον Farhad Dalal (1998), το πιο καίριο συστατικό του κοινωνικού ασυνειδήτου είναι η εσωτερίκευση της κοινωνικής εξουσίας, ο τρόπος που αυτή οργανώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, καθώς και τις αμοιβαίες συναλλαγές μας, και διαφοροποιεί το κοινωνικό από το πολιτισμικό ασυνείδητο, θεωρώντας ότι το πολιτισμικό περιέχει τις κανονικότητες, τις συνήθειες και τους τρόπους θέασης ενός συγκεκριμένου πολιτισμού, τόσο βαθιά εγγεγραμμένου, ώστε να είναι ασυνείδητος. Ο ίδιος ορίζει τον εκπολιτισμό ως κάτι που αφορά μια ολοκληρωτική αναδόμηση της προσωπικότητας και της ψυχικής οικονομίας στη διαδικασία της ιστορικής μεταβολής
Πέρα όμως από τις δύσκολες πλευρές της μεγάλης ομάδας υπήρχε, έστω και αν δεν το πετυχαίναμε πάντα, η πρωτόγνωρη εμπειρία τού να συντροφευόμαστε παράλογα και απρόσωπα, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι δεν γνωριζόμασταν και στη μεγάλη ομάδα ήταν συχνό το φαινόμενο να μην θυμόμαστε ποιος είναι τι αλλά να νιώθουμε ευγνωμοσύνη για το μοίρασμα και το συντρόφευμα του «άγνωστου» μέλους. Έτσι, συχνά ακούγονταν φωνές μελών που εξέφραζαν έκπληξη και δέος για καλά συναισθήματα που συνειδητοποιούσαν ότι ανέπτυσσαν μέσα σε αυτό το χάος. Συχνά, αυτήν την σύνδεση την υπογράμμιζε και ο ένας από τους δύο συντονιστές, που παρενέβαινε σε αυτό το χάος για να μας υπενθυμίσει την πλευρά της μεγάλης ομάδας ως «Δημοκρατίας», ή άλλως ως «ΚΟΙΝΟΝΙΑ» σύμφωνα με τον Pat de Mare, ένα είδος «togetherness and amity that brings serendipity of resources… , “Communication” as it is understood in the Greek Orthodox Church” (Agazarian, 2013).
Σκεφτόμουν σε τέτοιες στιγμές ότι αυτό, ίσως, αποτελεί και τη μεγαλύτερη συνεισφορά του πλαισίου ενός large group: Αποτελεί ένα πλαίσιο μελέτης της επιθετικότητας, της οργής, του μίσους και της δυνατότητας περίεξης και μετασχηματισμού αυτών, μέσω του διαλόγου, σε μια αλληλεπίδραση «Κοινωνίας».

 


Το προσωπικό μου βίωμα:
«Θέλω να είμαι αυτή που είμαι και με αυτό το δεδομένο να προχωρήσω στην εξέλιξή μου»
Η αφετηρία της συμμετοχής μου σε αυτό το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και κυρίως στην μεγάλη ομάδα θα μπορούσε να περιγραφεί κατά Winnicott (2003) ως «η μεγάλη ομάδα ως χώρος «από», που δηλώνει αφετηρία και αφετέρου ως χώρος «προς», που δηλώνει μια κατεύθυνση, χωρίς να είναι καθοριστικής σημασίας ούτε το «από» ούτε το «προς», το οποίο δηλώνει έναν σκοπό ή ένα σημείο κατάληξης. Το ενδιάμεσο αυτών των δύο προθέσεων, προθέσεων με τη διπλή έννοια της λέξης, γραμματικώς και με την έννοια του προτίθεμαι, η αοριστία αυτού του ενδιάμεσου χώρου δεν είναι τίποτα άλλο από την ίδια τη διαθεσιμότητά του ως εμπεριέχοντος πλαισίου για οτιδήποτε θα μπορούσε δυνητικά να συμβεί εντός του και να λειτουργήσει ως δημιουργικό ερέθισμα».
Αμέσως όμως με την έναρξη της μεγάλης ομάδας η φυσική - για μια τέτοια ομάδα στην έναρξή της- μη ύπαρξη χώρου για τον καθένα να υπάρξει όπως είναι, με έκανε να οργανώσω όλες τις άμυνές μου, σύμφωνα με τον Foulkes, «…το πλαίσιο του οποίου είσαι μέλος και στο οποίο θα αναδυθούν ρόλοι και λειτουργίες σου στην επικοινωνία…». Στην αρχή εισέπραττα το συναίσθημα μιας «συνδικαλιστικής επαγγελματικής συνάντησης», της γκρίνιας, της τάσης «οι άλλοι περνάνε καλά εμείς όχι», «οι άλλοι ευνοημένοι εμείς αδικημένοι», παράπονα για τις αλλαγές, το πρόγραμμα, τις συνθήκες, κ.τ.λ. Περαιτέρω, στις πρώτες μου απόπειρες να συμμετάσχω ένιωσα μια ατμόσφαιρα περιοριστική, μια υποδοχή «διορθωτική» εμού προς μια μόνη «αλήθεια» και μια λεπτή απόχρωση απαίτησης συμμόρφωσης, υπό το πρίσμα ενός επιστημολογικού λόγου, του ψυχαναλυτικού εν προκειμένω, που διασφάλιζε ασφάλεια μέσω «ορθότητας».
Η πρώτη άμυνα φυσικά που οργάνωσα ήταν η φυγή: Έκανα λάθος!!! Τι ανιστόρητοι, τι αδιάβαστοι, και είναι και επαγγελματίες!, κ.τ.λ.». Μετά κατέφυγα στην εκλογίκευση: Μα έκαναν αίτηση, δεν έκαναν; Δεν τους έφερε κανείς. Επέλεξαν να κάνουν κάτι καλό για αυτούς, δεν το βλέπουν; Δεν το έφεραν μαζί τους; Τότε γιατί έκαναν αίτηση;. Άλλοτε ένιωθα ότι η ομάδα ευχαριστιόταν με τις ωραίες ψυχαναλυτικές λέξεις και ορολογία, σαν εκεί να έβρισκε ασφάλεια αλλά και ως πηγή αυτόνομης ευχαρίστησης. Εκεί οργιζόμουν: Σαν οι λέξεις να γίνονταν ανώτερες από το βίωμα. Και κάθε φορά που μια τέτοια φωνή ακουγόταν και, ενώ η εσωτερική μου τάση ήταν ότι «δεν μπορεί, κάποιος θα το πει αυτό», με έκπληξη έβλεπα την ομάδα να «κουκουλώνεται» με μια επιστημολογική αναλυτική ορολογία με μεγάλη ευχαρίστηση και εγώ παρέμενα «ακατανόητη» και «ερμηνεύσιμη». Τα συναισθήματά μου κινούνταν διαδραστικά από τον θυμό, στην συμπόνοια, στην περιφρόνηση, κ.τ.λ.
Όμως στη λήξη κάθε συνεδρίας large group, στα πεζοδρόμια και στις συζητήσεις που αναπτύσσονταν εκεί, στα ειρωνικά και επιθετικά ανέκδοτα και αστεία, ακόμα και στον τρόπο που φεύγαμε άλλοτε (δεν κοιταζόμασταν, δεν σχολιάζαμε, δεν λέγαμε αστεία, «όπου φύγει φύγει»), ένιωθα συναισθήματα δυσκολίας, ανασφάλειας, οργής, θυμού, που δεν εκφράζονταν όμως, ανοιχτά, εντός ομάδας, παρόμοια με τα δικά μου, αν και με άλλο περιεχόμενο ή/και κριτήριο. Αυτό με βοηθούσε να μετατοπίζομαι από το προσωπικό μου σύστημα και να ξαναγίνομαι «φωνή/μέλος της μεγάλης ομάδας», δηλαδή να μπορώ να παρατηρώ και να βιώνω τα συναισθήματα μου και την συμπεριφορά των άλλων μελών εντός του νοηματοδοτούντος πλαισίου.


Συχνά άκουγα στη μεγάλη ομάδα μέλη να με ρωτούν «Τι εννοείς:» με έναν επιθετικό τρόπο που αυτόματα με τοποθετούσα σε άμυνα, ή/και αμέσως ακουγόταν μια ερμηνεία ή/και προβολή τού μέλους που μιλούσε, που με έβαζε σε μια θέση απέραντης μοναξιάς, σαν να ζούσα μεταξύ «κινέζων» και απορούσα πώς δεν καταλαβαίνουν, πώς δεν «νιώθουν» τι είναι αυτό που λέω, πώς δεν πάνε αυτόματα στο τι τους προκαλεί/ανακινεί εσωτερικά αυτό που λέω εγώ ή ο όποιος, ώστε να εξερευνήσουν τι τους προκαλεί, τι είναι για αυτούς αυτό, ποιο κομμάτι τους τους διακινεί, κ.τ.λ.. Πάντα υπήρχαν τέτοια περιστατικά με διάφορα μέλη και με μένα, φυσικά: Διανοητικοποιείς/δεν σε καταλαβαίνω/ωραιοποιείς/πάντα με το καλό, μα γιατί να με αφορούν οι αποκαλύψεις σου/ θέλεις να προκαλείς. Γιατί νομίζεις ότι πρέπει να μας αφορούν οι σκέψεις σου/παίρνεις χώρο πολύ και δεν μας αφήνεις να μιλήσουμε, κ.τ.λ.
Συχνά, επίσης, με έπιανε και απελπισία νιώθοντας σαν τάξη προνηπίου, υπό την έννοια ότι είναι απέραντα αυτά που πρέπει να συμβούν μέσα στον καθένα από τους συμμετέχοντες, ώστε να φτάσουμε να επικοινωνούμε, με όρους ανθρώπινους, δηλαδή να ακούω, να καταλαβαίνω τον άλλο- στο διπλό επίπεδο του περιεχομένου και του συναισθήματος που αυτός εκφράζει, να περιμένω μέχρι να κατανοήσω, να το ελέγξω μαζί του, ώστε να συγχρονιστούμε στην κατανόηση – που είναι διαφορετικό από την ταύτιση- όπως η μητέρα με το παιδί, και να μοιραστούμε το «ανήκειν», που είναι πολύ διαφορετικό από την ταύτιση απόψεων, και μετά να παραμείνει ο καθένας στο «δικό του», στη διαφωνία του, στο διαφορετικό, κ.τ.λ. Καθώς, συχνά, σκεφτόμουν με όρους πραγματικής κοινωνίας, ένιωθα ότι δεν θα αλλάξει τίποτα στον κόσμο, γιατί τα άτομα, χωρίς αυτό το μοίρασμα «ανήκειν», του συντονισμού δηλαδή στον ρυθμό, δυσκολεύονται πολύ να παραμείνουν στον εαυτό τους, ή τον θυσιάζουν στην ασφάλεια της ταύτισης απόψεων/συγχώνευση ή τον χάνουν γιατί επιδιώκουν σφοδρά να πείσουν τον άλλο για το περιεχόμενο κ.τ.λ. Άλλοτε συμπονούσα εκείνους που «υπέφεραν» και δεν καταλάβαιναν, ποτέ όμως δεν συγχρονίστηκα πλήρως.
Η πρώτη μεγάλη ψυχική έκπληξη ήρθε με την σύγκρουση στη λήξη της τελευταίας συνεδρίας της μεγάλης ομάδας του πρώτου τριήμερου, για το όριο του χρόνου λήξης της, μεταξύ ενός συντονιστή μικρής ομάδας, που ήταν και μέλος της μεγάλης ομάδας, και ενός εκ των δύο συντονιστών της μεγάλης ομάδας. Τα συναισθήματα από τα οποία κατακλύστηκα, καθώς και ο απόηχος της σύγκρουσης αυτής, που απασχόλησε τόσο τα μέλη της μεγάλης ομάδας αλλά και τα μέλη και τον θεραπευτή της δικής μου μικρής ομάδας, ξανά και ξανά, με παραπέμπει στην έννοια εκείνης της ψυχικής πραγματικότητας που είναι οι δεσμοί. Νομίζω ότι στο επίπεδο αυτής της ψυχικής πραγματικότητας των ασυνείδητων συμμαχιών και δεσμών συνέβησαν πολλά: Απωθήσεις, διαψεύσεις, διχοτομήσεις ή/και απορρίψεις. Μα αφορμή την σύγκρουση αυτή, η ιδέα μιας ασυνείδητης συμμαχίας, που συνεπάγεται υποχρέωση και υποταγή για τα μέλη, με έκανε να σκεφτώ με πολύ ενδιαφέρον ζητήματα δυσκολιών στις σχέσεις, που ανακινήθηκαν τόσο σε σχέση και με την προσωπική μου ιστορία, όσο και σε σχέση με τους δύο αυτούς συντονιστές και τους διαφορετικούς τους ρόλους στο εκπαιδευτικό αυτό πρόγραμμα. Σκεφτόμουν ότι η εκδραμάτιση αυτή αποτέλεσε το έναυσμα να ανοίξουν θέματα σε σχέση με την παρουσία των συντονιστών των μικρών ομάδων στην μεγάλη ομάδα, τον ρόλο τους, τις σκέψεις μας και αγωνίες σχετικά με αυτό, καθώς επίσης και σε σχέση με τα ιεραρχικά συστήματα στην κοινωνία, που συχνά μετατρέπονται σε εξουσιαστικά και το άτομο κινδυνεύει ή/και εκμηδενίζεται μέσα σε αυτό.
Μια σημαντική στιγμή ενόρασης ήταν σε μια συνεδρία μεγάλης ομάδας, που, μόλις επισήμανα ότι «ο Ψ είναι μια φωνή μας», η αντίδραση που εισέπραξα ήταν περίπου του τύπου «Πάντα εσύ με το καλό…, τα ωραιοποιείς, ….». Στην αυτόματη, σχεδόν, ανάδυση μιας εσωτερικής διαπραγμάτευσής μου να τους επιτεθώ (fight) ή να αποσυρθώ (flight), δίπλα μου, ένας από τους εκπαιδευτές-συμμετέχοντες στη μεγάλη ομάδα, μίλησε αμέσως μετά από μένα και είπε κάτι περίπου παρόμοιο, που αφενός με έκανε να νιώσω ότι κατάλαβε τι λέω και αφετέρου με έφερε πάλι πίσω στην ομάδα, ώστε να τον παρακολουθήσω στη συνέχεια στο δικό του δρόμο σκέψεων και συναισθημάτων (μίλησε για την πιθανή δυσκολία που κάνει τους ανθρώπους να φέρονται έτσι ή κάτι τέτοιο…), που «πήγε» την ομάδα αλλού. Θυμάμαι ακόμη την αίσθηση του συγχρονισμού που ένιωσα για πάρα πολύ λίγο. Και ενώ θα μπορούσε να γίνει ένα εγκλωβιστικό pairing κατά Bion, δεν συνέβη αυτό. Ήταν μια στιγμή αρκετή για να νιώσω ότι συνυπάρχουμε και αυτό με έκανε και να παρακολουθήσω την συνέχεια της σκέψης του και να μετακινηθώ και στην αίσθησή μου για την συμπεριφορά της μεγάλης ομάδας και να νιώσω πιο κοντά τους. Θυμήθηκα τον «αριθμό δύο εκεί που φαινόταν ένα» κατά Winnicott (2003), αλλά και τις θεωρητικές έννοιες της Agazarian “joing-separation-individuation-to the group”, δηλαδή «σύνδεση με τον προλαλήσαντα, ως συγχρονισμός όμως, ξεχώρισμα, παραμονή στον εαυτό σου και προσφορά του όποιου δικού σου στην ομάδα».


Άλλη τέτοια στιγμή ήταν, όταν δήλωσα ότι οι συντονιστές της μεγάλης ομάδας δημιουργούν, με την επιτρεπτικότητά τους, χώρο περίεξης του καθενός, και με αφετηρία αυτό το συναίσθημα, απευθύνθηκα σε ένα άλλο μέλος, που είχε, αρκετά νωρίτερα, εκφράσει συναισθήματα ασάφειας και αβεβαιότητας που το εμποδίζουν να μιλήσει, και υπογράμμισα πόσο είχα συντονιστεί μαζί του συναισθηματικά αλλά δεν τόλμησα να συντροφεύσω φανερά, εξαιτίας παρόμοιων δικών μου συναισθημάτων ασάφειας και αβεβαιότητας. Ένας εκ των συντονιστών της μεγάλης ομάδας εκείνη τη στιγμή, ανταποκρινόμενος σε ό,τι είπα, σχολίασε κάτι, όπου πάλι ένιωσα το ίδιο συναίσθημα συγχρονισμού. Στη συνέχεια εκείνος, μετά τη σύνδεση μαζί μου, συνέχισε το δικό του ειρμό, που ήταν μάλιστα προς μια εντελώς άλλη κατεύθυνση. Ένιωσα πάλι αυτόν τον συγχρονισμό, αυτό το συντρόφευμα στο περιεχόμενο και στο συναίσθημά μου, και ταυτόχρονα και ότι «η μανούλα έχει και άλλα παιδιά ή/και έχει και άλλες σκέψεις διαφορετικές από τις δικές μου και ότι είμαι καλά με αυτό, πήρα το μερίδιό μου», και μπορώ να μείνω στη σχέση παρά τις διαφορές, γιατί νιώθω συνδεδεμένη και κατανοητή («κανακεμένη»).
Θυμάμαι επίσης πώς συγχρονίστηκα απολύτως στο προτελευταίο τριήμερο, που η μεγάλη ομάδα επιτέθηκε σε έναν από τους διοργανωτές του προγράμματος και μέλος της μεγάλης ομάδας, που, τελικά, «δεν ήταν μεταπτυχιακό, που είχαν πει ότι θα ήταν, κ.τ.λ.». Δεν ταυτίστηκα με αυτό, γιατί ουδέποτε άκουσα κάτι τέτοιο. Αντίθετα, από την αρχή είχε εκφραστεί η πιθανότητα και η επιδίωξη μιας μελλοντικής τέτοιας προοπτικής ως μετεξέλιξης του υπάρχοντος εκπαιδευτικού προγράμματος, και ουδέποτε μου πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, αυτής της κλίμακας, να θεωρηθεί ισότιμο και ακαδημαϊκά ισοβαρές ενός μεταπτυχιακού προγράμματος, ούτε η ανάγκη μου ήταν τέτοια. Όμως, πέρα από το περιεχόμενο, ένιωσα το «μίσος ως την ματαίωση του έρωτα», όπως αναφέρει ο De Mare (Agazarian, 2013) και συγχρονίστηκα απολύτως με την ματαίωση, την απογοήτευση και το κατακρήμνισμα που ένιωσε μια μεγάλη πλευρά της ομάδας και αυτό με έφερε πολύ κοντά και μέσα στην ομάδα. Όπως η μητέρα, που το μωρό είναι απελπισμένο και κλαίει, και εκείνη νιώθει την απελπισία του μεν, και το παρηγορεί, και ταυτόχρονα βρίσκεται στη δική της αλήθεια για αυτό που συμβαίνει και δεν χάνει την θέση της, ώστε να ταυτιστεί με την απελπισία (Winnicot, 2003).
Mετά την επίθεση αυτή η μεγάλη ομάδα δεν το ξανάφερε αυτό το ζήτημα της ματαίωσης. Στην τελευταία ομάδα ένας από τους συντονιστές της μεγάλης ομάδας σχολίασε σε μια δύσκολη στιγμή της ομάδας, που εκφράστηκε πολύς θυμός για ένα επιφανειακά αδιάφορο θέμα «νιώθω τόσο έντονο τον θυμό της ομάδας που με κάνει να αναρωτιέμαι τι περιμένατε από αυτό το πρόγραμμα, τι προσδοκίες είχατε;». Τότε θεώρησα άσχετο το σχόλιο και την ερώτηση. Τώρα σκέφτομαι, πού πήγε όλος αυτός ο θυμός και η ματαίωση πολλών μελών, το βαθύ παράπονο που εκφράστηκε από πολύ δυσκολεμένους ανθρώπους στα επαγγελματικά τους πλαίσια, κυρίως από τις εξουσιαστικές σχέσεις που περιέγραφαν να αναπτύσσονται εκεί, και ταυτόχρονα από ανθρώπους- μέλη της παρούσας κοινωνίας, που ζουν υπό την απειλή της απώλειας της δουλειάς τους, όπου ένα «μεταπτυχιακό» σου προσφέρει άλλο status και καλύτερη εξασφάλιση της εργασιακής σου θέσης.


Φάσεις ανάπτυξης ομάδας
O Bruce Tuckman, ψυχολόγος, πρώτος χρησιμοποίησε τους όρους «forming, storming, norming, and performing», σε άρθρο του το 1965 με τίτλο «Developmental Sequence in Small Groups», για να περιγράψει την πορεία που ακολουθούν οι περισσότερες ομάδες καθώς αναπτύσσονται και παράγουν έργο. Αργότερα, πρόσθεσε και ένα πέμπτο στάδιο που ονόμασε «adjourning», το οποίο είναι γνωστό και ως «mourning».


Μορφοποίηση (Forming)
Σε αυτό το στάδιο, τα περισσότερα μέλη εμφανίζουν θετική και ευγενική στάση. Κάποια εμφανίζουν αγχώδη συμπεριφορά σε σχέση με το έργο της ομάδας, σαν να μην έχουν πλήρως κατανοήσει τον σκοπό της. Άλλα μέλη είναι απλώς ενθουσιασμένα σε σχέση με τη διεργασία που ξεκινά. Ο συντονιστής της ομάδας έχει κυρίαρχο ρόλο σε αυτό το στάδιο, καθώς οι ρόλοι των μελών και οι ευθύνες δεν είναι σαφείς. Αυτό το στάδιο διαρκεί αρκετά, καθώς τα μέλη ξεκινούν να δουλεύουν μαζί και προσπαθούν να γνωριστούν μεταξύ τους.

«Καταιγίδα» (Storming)
Στη συνέχεια, η ομάδα μετακινείται από την προσπάθεια γνωριμίας και ανίχνευσης των στόχων, στη φάση όπου τα μέλη προσπαθούν να δουν πόσο παραβιάσιμα είναι τα όρια που εγκαταστάθηκαν κατά το πρώτο στάδιο. Αυτό είναι ένα στάδιο που συχνά αποτυγχάνουν οι ομάδες. Η φάση αυτή συνήθως έχει την αφετηρία της σε σύγκρουση μεταξύ μελών με διαφορετικό στυλ εργασίας. Οι άνθρωποι έχουν διαφορετικό τρόπο εργασίας για πολλούς και διαφορετικούς λόγους, αλλά αν αυτά τα διαφορετικά στυλ εργασίας δημιουργούν αναπάντεχα/απροσδόκητα προβλήματα (unforeseen problems), τότε ίσως νιώσουν ένα αίσθημα αποτυχίας και απογοήτευσης (they may become frustrated). Επίσης, η φάση αυτή μπορεί να αναπτυχθεί και όταν, για παράδειγμα, τα μέλη προκαλέσουν τον συντονιστή σε ζητήματα εξουσίας του, ή συναγωνιστούν για μια θέση καθώς ξεκαθαρίζουν οι ρόλοι, ή, αν ο συντονιστής δεν έχει πλήρως αποσαφηνίσει πώς θα δουλέψει η ομάδα, τα μέλη μπορεί να κατακλυστούν από άγχος λόγω φόρτου εργασίας ή να νιώσουν άβολα με την «ασαφή» προσέγγιση του συντονιστή. Κάποια μέλη θέτουν εδώ ερωτήσεις σχετικά με τον σκοπό της ομάδας και ίσως αρνηθούν/εναντιωθούν να συμμετάσχουν στο έργο. Τα μέλη αυτά ίσως νιώσουν άγχος , καθώς δεν νιώθουν μέλη της διεργασίας σε στενή σχέση με άλλα μέλη.

Τυποποίηση (Norming)
Προοδευτικά, η ομάδα κινείται προς το επόμενο στάδιο, αυτό της κανονικότητας. Αυτό γίνεται όταν τα μέλη αρχίζουν και επιλύουν τις διαφορές τους, εκτιμούν τις δυνάμεις άλλων μελών και νιώθουν έναν σεβασμό για την «εξουσία» του συντονιστή. Τώρα τα μέλη ξέρουν καλύτερα πώς να συνδέονται μεταξύ τους, πώς να ζητούν βοήθεια και πώς να προσφέρουν μια εποικοδομητική ανατροφοδότηση (constructive feedback). Τα μέλη αναπτύσσουν πιο ισχυρή δέσμευση σε σχέση με τον σκοπό τής ομάδας και αρχίζει να φαίνεται πρόοδος σε αυτή την κατεύθυνση. Συχνά παρατηρείται μια παρατεταμένη επικάλυψη μεταξύ των δύο πρώτων σταδίων, καθώς εμφανίζονται νέες «εργασίες/υποχρεώσεις» για την ομάδα και η ομάδα ίσως παλινδρομήσει σε προηγούμενο στάδιο (storming stage).

Λειτουργία (παράσταση, ερμηνεία, εκτέλεση) (Performing)
Η ομάδα προσεγγίζει το στάδιο αυτό, όταν έχει προηγηθεί σκληρή δουλειά που έχει οδηγήσει προς την επίτευξη του σκοπού της ομάδας. Η δομή και η διεργασία που ως συντονιστής έχεις «εγκαταστήσει» βοηθά προς αυτήν την κατεύθυνση. Σε αυτό το στάδιο φαίνεται να είναι εύκολο να είσαι μέλος της ομάδας και τα μέλη που συμμετέχουν ή δεν συμμετέχουν δεν θα διακόψουν τη διαδικασία/παράσταση (performance).

Διακοπή (Adjourning)
Πολλές ομάδες φτάνουν προοδευτικά σε αυτό το στάδιο. Για παράδειγμα, οι ομάδες έργου συγκροτούνται για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Ακόμα και μόνιμες ομάδες έργου μπορεί να διαλυθούν λόγω δομικής αναδιάρθρωσης ενός οργανισμού. Τα μέλη μιας ομάδας που αρέσκονται στην ρουτίνα ή που έχουν αναπτύξει σχέσεις με τα άλλα μέλη ίσως δυσκολευτούν σε αυτό το στάδιο, ιδιαίτερα αν το μέλλον τους διαγράφεται αβέβαιο.

Φάσεις ανάπτυξης μεγάλης ομάδας
Πολύ λίγα έχουν γραφεί για τις φάσεις ανάπτυξης της μεγάλης ομάδας, τον σκοπό της και τα δυναμικά που αναπτύσσονται σε αυτήν. Σε μια τέτοια προσπάθεια να «ακολουθήσω» και να αποτυπώσω γραπτώς αυτό που έζησα θα επισημάνω τα εξής:
Ο στόχος κάθε ομάδας πόσο μάλλον μιας μεγάλης ομάδας είναι να επιβιώσει (survive) το κάθε μέλος, να αναπτυχθεί (develop) και να μετασχηματισθεί (transform). Στις πολύ μεγάλες διαφορές κλείνουμε τα όρια του συστήματος (άτομο, μικρή ομάδα) για να επιβιώσουμε, γιατί νιώθουμε ότι απειλούμαστε. Η αποσταθεροποίηση που βιώνεται είναι πολύ μεγάλη. Όμως οι διαφορές είναι απαραίτητες για την εξέλιξη. Ζωτικής σημασίας, λοιπόν, είναι το να ανοίγει ένα σύστημα (άτομο ή/και ομάδα) για να παίρνει το σύστημα ύλη/πληροφορία και ενέργεια/συναισθήματα και να κλείνει για να συνεχίσει την αναδόμησή του, τον μετασχηματισμό του.

 

 

Ακολουθώντας την βιβλιογραφία για τις φάσεις ανάπτυξης μιας ομάδας έχω να παρατηρήσω τα εξής σε σχέση με τις φάσεις της δικής μου βιωματικής μεγάλης ομάδας:


Μορφοποίηση (forming): Η μεγάλη ομάδα ξεκίνησε και ήταν φανερό ότι έλειπε η εξοικείωση στους συμμετέχοντες με αυτόν τον τύπο ομάδας. Όλα βιώνονταν ως ρευστά (ο στόχος, ποιοι οι συντονιστές, τι δουλειά κάνουν, κ.τ.λ.) και αυτό εκφραζόταν ξανά και ξανά. Στην πρώτη μεγάλη ομάδα θυμάμαι ότι άργησα να προσέλθω για μερικά λεπτά και, όταν μπήκα, οι συμμετέχοντες μιλούσαν ένας ένας και παρουσίαζαν τον εαυτό τους με το ονοματεπώνυμό τους, την επαγγελματική τους ιδιότητα και το επαγγελματικό τους πλαίσιο. Αμέσως μετά επικράτησε σιωπή. Υπήρχε αμηχανία και αγωνία. Δεν είχαν προσδιοριστεί από την ομάδα οι στόχοι, οι ρόλοι και οι διαδικασίες (μόνο τυπικά). Η συζήτηση για τον χώρο του αμφιθεάτρου, που παρέπεμπε σε γνωστούς παλιούς ρόλους και σε χώρο μαθητείας γέμιζε τον χώρο. Και ανά πάσα στιγμή αναφυόταν το μέλος που ήθελε εξηγήσεις ή που απολογείτο, κ.τ.λ.
H αρχική οδηγία των συντονιστών «Μιλήστε για ό,τι θέλετε» δεν διευκόλυνε τα πράγματα. Η εσωτερική λογοκρισία, η λογοκρισία της ομάδας, χωρίς συνειδητή πρόθεση και επίγνωση, δυσκόλευε την επικοινωνία και τον διάλογο. Το άγχος από την παρουσία του Άλλου, τόσο ασυνείδητο, απωθημένο, άγνωστο και ξένο ήταν έντονο. Καθημερινά, η ετερότητα, όταν δεν απορρίπτεται, καταδιώκεται, αντιμετωπίζεται με την άρνησή της ή με την εσπευσμένη οικειοποίηση του άλλου, η την συν-κατασκευασμένη αυταπάτη ότι «γνωριζόμαστε» ή ότι «γνωριστήκαμε». Ο άλλος για να καταστεί οικείος για τον απέναντι, καθίσταται, τελικά, άλλος έναντι του εαυτού του και αντίστροφα. Και η αγωνία του ατόμου ότι θα χαθεί μέσα σε αυτό τεράστια.


Aγώνας για επικράτηση (storming): Επικράτησε ο ανταγωνισμός. Όλα υπό διαπραγμάτευση, συμμαχίες, διαχωρισμοί, συγκρούσεις… Στη φάση αυτή η μεγάλη ομάδα αποτέλεσε έναν χαώδη τόπο, πολύ απειλητικό και συγκρουσιακό, σχεδόν εφιαλτικό για όποιον δεν μπόρεσε να το περιέξει και να εξερευνήσει αυτήν την εμπειρία και τον εαυτό του μέσα σε αυτήν. Η ομάδα «τα είχε βάλει» με τους υπεύθυνους, που «και αν και περίοδος κρίσης μπορούν και κάνουν εκπαιδευτικά προγράμματα», με τον έναν συντονιστή του Large Group που «δεν μας αρέσει», με τις αλλαγές στο πρόγραμμα και στους χώρους διεξαγωγής του, που «κανείς δεν νοιάζεται», με τον λόγο/ομιλία, που «δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», κ.τ.λ. Ο καθένας προσπαθούσε να βάλει το στίγμα του, από τους ομιλούντες, και να ισορροπήσει στον γνωσιακό του χάρτη. Υπήρξαν όμως και πάρα πολλοί σιωπηλοί και, επίσης, πολλοί δεν ξαναήρθαν στη μεγάλη ομάδα ως το τέλος. Η φάση αυτή κράτησε πολύ και συνηχήσαμε και με την γενικότερη σύγχυση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας (απεργίες, καταλήψεις, πολιτικές κινητοποιήσεις). Μια αίσθηση αβεβαιότητας, ανταγωνισμού, θυμού και εύκολης καταφυγής στις μικρές ομάδες, ως χώρων ασφάλειας, ή/και σε πληροφορίες έξωθεν («τα νέα λένε ότι το πρόγραμμα απέτυχε και θα σταματήσει»). Με κάθε τρόπο τα μέλη έφευγαν από το «εδώ και τώρα» και η αβεβαιότητα ήταν ανυπόφορη.


Ρύθμιση/Τυποποίηση (norming): Προοδευτικά καταλάβαινα ότι γίνονται αντιληπτοί οι ρόλοι, η ομάδα αισθανόταν ότι έχει στόχους και προσβλέπει σε αυτούς, παγιώνονταν διαδικασίες, κ.τ.λ. Νομίζω ότι κάπως η ομάδα ρυθμιζόταν, βέβαια ξανά και ξανά, και σε κάθε συνάντηση αλλά και συνολικά, αν και συχνά παλινδρομούσε- κυρίως μπροστά σε νέα δεδομένα, σε «διαφορετικά άλλα» μέσα στη διεργασία. Θυμάμαι σε κάποια συνάντηση ένα μέλος, που συχνά έθετε ερωτήματα σχετικά με το τι κάνουμε εδώ, βοηθάει, δεν βοηθάει η μεγάλη ομάδα, κ.τ.λ., που είπε περίπου ότι «κατάλαβα ότι ένας στόχος εδώ είναι να με δω μέσα σε μια μεγάλη ομάδα, πώς φέρομαι». Αυτό ήχησε ηχηρά μέσα μου και, με πολλαπλασιαστική δύναμη νομίζω, με έβαλε στην καρδιά της μεγάλης ομάδας ή με έκανε να θυμάμαι συχνά αυτό που ο De Mare ονομάζει «socializing process of impersonal friendship» (Agazarian, 2013).


Aπόδοση/Λειτουργία (performing): Υλοποίηση ομαδικών στόχων ή παλινδρόμηση (Βion, επίθεση- φυγή, εξάρτηση). Δεν ξέρω μέχρι πού φτάσαμε σε αυτό το στάδιο. Δεν νομίζω ότι η ομάδα κατάφερε να συγκροτηθεί σε ομάδα φάσης performing. Υπήρξαν βέβαια κάποιες μικρές αναλαμπές προς αυτήν την κατεύθυνση. Νομίζω ότι δεν βοήθησε ο χώρος συνάντησης της ομάδας – δεν διευκόλυνε τη δομή της- καθώς και τα αραιά διαστήματα συνάντησής της. Φάνηκε εδώ ότι, ενώ για κάποιους ήταν εύκολο να μιλήσουν και να συνδεθούν και να παραμείνουν συνδεδεμένοι στο «εδώ και τώρα», για πολλούς ήταν πολύ δύσκολο. Ένα άλλο μέλος αναρωτήθηκε, πολύ έντονα, στο τέλος για την χρησιμότητα της επιστημολογίας της ψυχανάλυσης και αν «είναι οι αναλυτές καλύτεροι άνθρωποι, αν είναι η ζωή τους καλύτερη;». Το άκουσα αυτό ως τη "βασική υπόθεση" (basic assumption) Μάχη-Φυγή κατά Βion, και ίσως αν ο χρόνος ζωής αυτής της ομάδας ήταν περισσότερος να δουλεύαμε πάνω σε αυτό.

Εν κατακλείδι
Συνολικά, και αναστοχαζόμενη το βίωμά μου, σκέφτομαι διάφορες σχετικές έννοιες, όπως έχουν αναπτυχθεί σε διάφορους ψυχοθεραπευτικούς επιστημολογικούς χώρους.
Πόσες ερμηνείες «έπεφταν στο πεδίο» με ένταση αλήθειας και απόχρωση βεβαιότητας στη μεγάλη ομάδα για αυτόν που τις εξέφραζε. Σκέφτομαι τις ιδέες της Υ. Αgazarian σχετικά με την ερμηνεία που κάνει ο θεραπευτής, όπου αναπτύσσοντας το πώς «κακές» (άκαιρες, αστήριχτες, κ.τ.λ.) ερμηνείες μπορεί να διακόπτουν την διεργασία και να παίρνουν τα άτομα από το «εδώ και τώρα», αναφέρει πώς η ερμηνεία δεν είναι παρά η έκφραση της γνώμης κάποιου και ότι, αν κάνοντας ερμηνεία, ο άλλος σε κοιτάει σαν «έκπληκτο μωρό», τότε έχει ένα νόημα η ερμηνεία. Αλλιώς απλώς εκφράζεις απλώς τη γνώμη σου και αυτό έχει τον κίνδυνο να την ακολουθήσει ο άλλος και πάλι να είναι έξω από τη δική του θέση, έξω από το «εδώ και τώρα» και την παρούσα συναλλαγή (Agazarian & Byram, 2009).
Σκεφτόμουν, επίσης, ότι άντεξα στην αβεβαιότητα της διεργασίας της μεγάλης ομάδας με μεγαλύτερη ευκολία από κάθε άλλη φορά και ότι έμαθα από αυτήν την εμπειρία. Αναλογιζόμενη τη σχέση μάνας-παιδιού και την θεωρία του δεσμού (Αttachement Theory) σκεφτόμουν ότι στην πρωταρχική αυτή σχέση δημιουργείται ένα αποτύπωμα, που άλλους τους προετοιμάζει ή/και τους βοηθά να μένουν στον εαυτό τους και άλλους να «φεύγουν» ποικιλοτρόπως. Οι τελευταίες έρευνες σχετικά με το attachment theory, δίνουν έμφαση στον ασφαλή δεσμό ως καλή βάση που σε βοηθάει να αντιμετωπίζεις την επιθετικότητα στην κοινωνία, αντί του «flight, fight, pairing» (Ηolmes, 2002).
Επίσης σκεφτόμουν το λόγο, ως δομή, και την ομιλία ως διεργασία. Σκεφτόμουν τον De Mare που θεωρεί ότι, ενώ με τον λόγο φτιάχνουμε τη δομή στον κόσμο, η ελπίδα μας είναι η ομιλία, που αφορά την επικοινωνία και τις σχέσεις, και πως το ζητούμενο είναι πώς να περάσουμε από τον λόγο στην ομιλία και έτσι στο «socialization και citizenship».
Περαιτέρω, σκεφτόμουν τη θεωρία του Ανοιχτού Διαλόγου (Seikkula et. al., 2006) στην ψυχοθεραπεία, που θέτει τον εξής αναστοχασμό: «Πώς να βοηθήσεις έναν άνθρωπο με την ορολογία του ειδικού και όχι αυτού που έχεις απέναντί σου. Είσαι ειδικός όσο ο απέναντι σε ορίζει ως τέτοιον. Τι γίνεται αν σου πει δεν σε θέλω. Δεν έχει το δικαίωμα; Δεν είναι η ψυχοθεραπεία κάτι που αναπτύσσεται «ανάμεσα»; Αναπτύσσεται από τον έναν για τον άλλο; Σε σχέση λοιπόν εξουσιαστική, ακόμη και αν γίνεται υπό την ομπρέλα ενός έγκυρου επιστημολογικού λόγου και όχι απλώς σε σχέση ιεραρχική;».
Βέβαια, με παρακολούθησα να μετακινούμαι, όπως και πολλοί άλλοι, και αυτή ήταν και είναι η ομορφιά της διεργασίας του Large Group: Από τον άλλο ως ξένο, διαφορετικό και απειλητικό στην συμμετοχή στο εδώ και τώρα με τον άλλο και το «διαφορετικό» του, με ό,τι... Πολλά από τα αρχικά ερωτήματα απαντήθηκαν, καθώς μορφοποιούνταν από συνάντηση σε συνάντηση της μεγάλης ομάδας και η διεργασία υπεισερχόταν εντός μου στον «μεταξύ χώρο». Από την απόλυτη θέση για τον ένα εκ των δύο συντονιστών ως «κακού συντονιστή» των δύο πρώτων τριημέρων, περάσαμε στην πλήρη αναγνώριση και αποδοχή του στο «εδώ και τώρα». Ως μια προσπάθεια να μην χωρίσουμε, ως μια εξιδανίκευσή του για να αντέξουμε τα άβολα συναισθήματά μας ή ως αποδοχή αυτής της τόσο διαφορετικής παρουσίας διαλόγου;

Πάνω και πέρα από όλα το τεράστιο κέρδος μου ήταν όλα αυτά τα «40 κύματα» με τα αντίστοιχα συναισθήματα και συμπεριφορές που έζησα και τα ερωτήματα σε μια συνεχή διεργασία, που ακόμη με συνοδεύει.

 

 

Βιβλιογραφία


Agazarian, Y. (2013). Pat de Mare’s Small and Median Groups. AGPA: Small & Median Groups: March 1, 2013


Agazarian, Y. & Byram, C. (2009). First build the system: The systems-centered
approach to combined psychotherapy. Group, 33(2), pp.129-148.


Agazarian, Y. & Peters, R. (1981). The Visible and the Invisible Group. Routledge & Kegan Paul, LTD London.
Αnzieu, D. (2003). Το Εγώ-δέρμα. Αθήνα: Καστανιώτης
Bateson, G. (1979). Mind and Nature. A Necessary Unit. Hampton Press and the The Institute for the Intercultural Studies.


Dalal, F. (2007). H ατομική ανάλυση μετά τον S. H. Foulkes. Ας (ξανα)μιλήσουμε σοβαρά για την ομάδα. Αθήνα: Κανάκη.


Freud, S. (2012). Ψυχολογία της μάζας και ανάλυση του εγώ. Αθήνα: Νίκας.


Freud, S. (1922). Group Psychology and the analysis of the Ego. (Trans. & ed. J.
Strachey, 1957). London: Hogarth Press and Institute of Psychoanalysis.


Holmes, J. (2002). The Search for the Secure Base: Attachment Theory and
Psychotherapy.


Hopper, E. & Weinberg, H. (2011). The Social Unconscious in Persons,
Groups and Societies. Karnac.


Kaes, R. (2008) Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες της Ομάδας. Αθήνα: Δαίδαλος


Kaes, R. (2007). Ένας πληθυντικός ενικός. Η ψυχανάλυση στη διαδικασία της ομάδας. Αθήνα: Καστανιώτης


Ναυρίδης Κ., (Ed.) (2011). Ομαδικότητα και διαμεσολάβηση. Αθήνα: Πεδίο.
Ναυρίδης Κ. (2005). Ψυχολογία των ομάδων. Κλινική ψυχοδυναμική προσέγγιση. Αθήνα: Παπαζήση.


Tuckman, B. (1965). Developmental Sequence in Small Groups'.
Psychological Bulletin, 63, 6, 384-99.


Winnicott. D. (2003). Διαδικασίες ωρίμανσης και διευκολυντικό περιβάλλον. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.