Articles

Γράφει ο Δημήτρης Κόκκαλης

 

 

 

Συνάντησα για πρώτη φορά τα γραπτά του Σωτήρη Μανωλόπουλου τη δεκαετία του 1980 στο βασικό βιβλίο Παιδοψυχιατρικής. Έκτοτε τα γραπτά του συνοδεύουν ανελλιπώς την πορεία πολλών συναδέλφων και γενικά ειδικών που δουλεύουν με παιδιά και εφήβους.

Ο Σ.Μ. είναι δάσκαλος αλλά από αυτούς τους δασκάλους που είναι συγχρόνως και μαθητής. Αυτή νομίζω πως είναι και η πεμπτουσία της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Να μπορεί κανείς να εναλλάσσεται σε αυτούς τους ρόλους με ειλικρίνεια. Άλλωστε, νομίζω, αυτό είναι και το κλειδί  για να μπορέσεις να δουλέψεις είτε εκπαιδευτικά, είτε ψυχοθεραπευτικά με εφήβους. Ο έφηβος χρειάζεται να νιώσει πως θέλεις και να μάθεις από αυτόν. Να μάθεις ότι θεωρεί «νέο», «διαφορετικό», «αντί»  ή «ανάξιο λόγου», ενώ συγχρόνως δεν διακινδινεύεται η απώλεια της θέσης σου ως δασκάλου ή ψυχοθεραπευτή. Δάσκαλος είναι αυτός που επιτρέπει στον άλλον να είναι ο εαυτός του χωρίς να χάνονται οι ρόλοι και αυτό επιτυγχάνεται, νομίζω, όταν και ο ίδιος είναι αυθεντικός, ειλικρινής και οριοθετημένος.

Ο Σ.Μ. είναι αυθεντικός και ξέρει τόσα όσο λίγοι γι αυτό το στάδιο ή την κατάσταση ζωής που λέμε εφηβεία. Στο παρόν βιβλίο βλέπω ότι συγκεντρώνει,  ανακεφαλαιώνει και ανανεώνει πολλά από αυτά που προσπάθησε να μας μάθει τις τελευταίες δεκαετίες.

Η εφηβεία προσδιορίζεται ως ο τόπος της μετάβασης, της επανάληψης, της παλινδρόμησης, της απαρτίωσης και εντέλει της δημιουργίας του «νέου» πιο συνεκτικού, νοηματοδοτημένου και «ενήλικου» εαυτού. Πολλές οι φουρτούνες, μεγάλο το ταξίδι. Ταξίδι χωρίς οριστικό τέλος μια και ένα μέρος των ζητουμένων αυτής της φάσης μάς συνοδεύει σε όλη μας τη ζωή. Σαν η εφηβεία να εκπροσωπεί ένα κρίσιμο στάδιο στην ανθρώπινη πορεία μεταξύ των πεδιάδων της προσωρινής σταθερότητας (ομοιόσταση) και των βουνών της κρίσης των μεταβάσεων.

Τα κεφάλαια του βιβλίου λειτουργούν και ως αυτόνομες παρουσιάσεις. Μπορείς να επιλέξεις την ανάγνωση οποιουδήποτε χωρίς να νιώσεις ότι χάνεις το νήμα. Ίσως σε αυτό οφείλεται η διαπίστωση κάποιων επικαλύψεων νοημάτων και ιδεών μεταξύ των κεφαλαίων. Δεν  έχεις όμως ποτέ την αίσθηση της αυτούσιας επανάληψης αφού ο πλούτος της γλώσσας αναδύεται μέσω  διαφορετικών αλληλουχιών των συνδέσεων. Σε ορισμένα κεφάλαια συναντάς μεγάλη συμπύκνωση εννοιών μπροστά στις οποίες καλείσαι να ενισχύσεις την επιθυμία σου για μελέτη. Καλείσαι να τις κατανοήσεις επιμερίζοντας και διαχωρίζοντάς τις. Σε άλλα σημεία– κεφάλαια, το κείμενο ρέει, με τις έννοιες να διαδέχονται ήπια η μία την άλλη.

Είναι, σίγουρα, ένα βιβλίο που σε θέλει μελετητή για να σου προσφέρει την ευχαρίστηση που εμπεριέχει, την ευχαρίστηση της γνώσης και της κατανόησης. Για να σε κάνει συμμέτοχο στην επίγνωση και την εν-νόηση.

Δοξάζει τη γλώσσα ως φορέα του συμβολικού και μέσο της ψυχικής ανάπτυξης και απαρτίωσης. Είναι μια γλώσσα που ενέχει «παιδεία» και με την έννοια του «παιδεύω». Είναι μια κατακτημένη –από τον συγγραφέα– γλώσσα μέσα από πολύ αφοσίωση και φροντίδα. Γι’ αυτό μπορεί και να προσφέρει ικανοποίηση στον μελετητή.

Μιλάμε για μια ψυχαναλυτική γλώσσα. Κατά τη γνώμη μου μέσα από αυτή τη γλώσσα μπορεί κανείς να μιλήσει πιο βαθιά για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Αναμενόμενο, λοιπόν, είναι το ερώτημα: ο συστημικός θεραπευτής θα βρεί κάτι οικείο;

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πόσες φορές ο Σ.Μ. αναφέρει τις λέξεις «αφήγηση», «κατασκευή», «συν-κατασκευή», «διάδραση». Το πώς αυτές οι λέξεις εντάσσονται σε προτάσεις μιας ψυχαναλυτικής γλώσσας  θα μπορούσε να διδάξει πολλά σε έναν συστημικό θεραπευτή. Ειδικότερα αν ανταποκριθεί στην πρόκληση για μια σύγκριση με τον τρόπο που η συστημική γλώσσα τις εντάσσει στις δικές της προτάσεις. Δηλαδή, να στοχαστεί τις νοηματικές συνάφειες και διαφορές των δύο γλωσσών. Από την άλλη, ο Σ.Μ. πάντα φέρνει στο προσκήνιο διαδράσεις μεταξύ των εφήβων και των γονιών τους. Τελικά, ενώ οι όροι αλλάζουν στις γλώσσες, το πεδίο μοιάζει κοινό. Το κρίσιμο ερώτημα περί γλωσσών είναι αν, τελικά, αποτελούν φορείς διαφορετικής κοσμοαντίληψης.

Με αυτό το βιβλίο ο Σ.Μ. δίνει στον ψυχαναλυτή αλλά και σε κάθε ψυχοθεραπευτή ή, γενικότερα  σε κάθε ειδικό ψυχικής υγείας που ασχολείται με την εφηβεία, έναν τρόπο να εμπλουτίσει τους στοχασμούς του, τον προβληματισμό του και τα ερωτηματά του.

Ξέρουμε ότι το να προσπαθήσεις να σταθείς μπροστά σε έναν/μια έφηβο φιλοδοξώντας να λειτουργήσεις υπέρ της ζωής (του/της) είναι μια πρόκληση, κατ’αρχήν, προς τον ίδιο σου τον εαυτό. Η ψυχαναλυτική γλώσσα του Σ.Μ. αναφέρεται, αναπόφευκτα, «σε εμάς τους ίδιους» προκαλώντας μας να σκεφτούμε τη δική μας εφηβεία και τα ίχνη της στο σήμερα. Δεν είναι λοιπόν περίεργη η εμφάνιση πρόσκαιρης αντίστασης στη συνέχιση της μελέτης. Όμως αν συνεχίσεις δεν θα μπορέσεις να μείνεις αποστασιοποιημένος αναγνώστης. Θα κληθείς να μπεις στον ρόλο του μελετητή και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις στον ρόλο του εφήβου και του γονιού του! Γιατί, όπως λέει και στην εισαγωγή του ο συγγραφέας: «Γράφοντας για το κεντρικό θέμα των εφήβων, τη διαμόρφωση της ταυτότητας, έγραφα για τον εαυτό μου.»