Articles

Ειρήνη Τσανίρα1

 

1Ψυχίατρος - Παιδοψυχίατρος

Ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια

 

 

Περίληψη

Αρχικά επιχειρείται ένας ορισμός της κρίσης και της συνάντησης του ατόμου με αυτήν. Επιχειρείται επίσης η σύνδεση της σημερινής κρίσης με κοινωνικές εξελίξεις που προηγήθηκαν και την ανέλιξη πολιτιστικών απαιτήσεων και συγκρούσεων.  Η κρίση των δυτικών κοινωνιών μπορεί να γίνει κατανοητή με βάση την κατάρρευση παλαιών αξιακών συστημάτων και την επικράτηση νέων τάσεων όπως ο άκρατος καταναλωτισμός, η αποφυγή της σκέψης, η άρνηση της φθοράς, της διαφοράς, της έλλειψης. Αποτέλεσμα αυτών η μοναξιά, η αβεβαιότητα, η ανασφάλεια, η έλλειψη ικανοποίησης, σύγχυση πόλων και ταυτότητας.

Λέξεις Κλειδιά: κρίση, κρίση υποκειμένου, ναρκισσιστική κοινωνία, αδυναμία πένθους, παντοδυναμία, καταναλωτισμός, σύγχυση ρόλων, αδυναμία σκέψης

 

 

Με τον όρο «κρίση» δηλώνεται ένας κλονισμός, ένας  κλονισμός ατομικός ή κοινωνικός, ένα ρήγμα μιας κάποιας υφιστάμενης ισορροπίας στο άτομο ή και στην κοινότητα.

Στο κοινωνικό επίπεδο αναφερόμαστε συνήθως σε κρίση πολιτική, σε κρίση θεσμών και ομάδων ενώ στο ατομικό επίπεδο θα ορίσουμε την κρίση ως το βίωμα του υποκειμένου απέναντι σε εσωτερικές αλλά και εξωτερικές διεγέρσεις τις οποίες οι συνήθεις αμυντικοί μηχανισμοί αδυνατούν να διαχειριστούν.

Μιλάμε συχνά για κρίσεις αναπτυξιακές, ωριμοποιητικές, που εκδηλώνονται στην διάρκεια της προσπάθειας του υποκειμένου να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο, να βρει την θέση του σε σχέση με τους άλλους όπως στην εφηβεία, αλλά και για κρίσεις που συνδέονται με καταστάσεις όπου οι απώλειες ή η ένταση βιολογικών ή κοινωνικών αλλαγών αποτελούν την αιτία απορυθμίσεων του ατόμου και προκαλούν μια επίπονη ταλάντευση μεταξύ δυνάμεων που σπρώχνουν τον ψυχισμό προς την αταξία και το χάος και άλλων που προσπαθούν να συγκρατήσουν ή και να επαναφέρουν την ισορροπία.

Μια κρίση εξ ορισμού εμπλέκει κάτι το άγνωστο, το καινούριο, σε όσα το άτομο καλείται να αντιμετωπίσει, εξ ου και τρομάζει. Είτε αναφερόμαστε σε κοινωνική-οικονομική κρίση, είτε σε ψυχική-σωματική θα βρεθούμε αντιμέτωποι με διαδρομές που χαρακτηρίζονται από  –έκδηλες ή λανθάνουσες–  δυσκολίες και πιθανά ρήγματα στις συνέχειες, όρια που καταργούνται, σταθερές που μεταβάλλονται, συστήματα ελέγχου που αδρανοποιούνται, πρακτικές και μηχανισμοί που απέτυχαν.

Μια «κρίση» ενδιαφέρει τον θεραπευτή στον βαθμό που προκαλεί ανακατατάξεις ψυχικές αλλά και κοινωνικές στο άτομο λόγω της εισροής διεγέρσεων που δεν ελέγχονται αλλά κυρίως λόγω των συνεπειών που αυτές συνεπάγονται για το υποκείμενο.

Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι η σημερινή κρίση είχε ουσιαστικά διαμορφωθεί  -ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της- από το τέλος της δεκαετίας του ΄50. Ήδη σε κείμενο του 1959-60 ο Καστοριάδης περιγράφει την είσοδο της κοινωνίας σε φάση απάθειας και ιδιωτικοποίησης των ατόμων, αναδίπλωσης του καθενός στον μικρό προσωπικό του κύκλο και μιας αποπολιτικοποίησης που δεν ήταν συγκυριακή.[1] Είχαμε μια σταδιακή κατάρρευση των προοδευτικών ιδεολογιών, τον θρίαμβο της καταναλωτικής κοινωνίας και την κρίση των φαντασιακών σημασιών της σύγχρονης κοινωνίας (σημασία της έννοιας πρόοδος –επανάστασης..) όλα όσα μαρτυρούσαν ουσιαστικά μια κρίση του νοήματος .

 

Η δυσφορία στον πολιτισμό του σήμερα

Σύμφωνα με τον Freudο σκοπός της ζωής είναι η κατάκτηση της ευτυχίας και αυτό γίνεται είτε με την αναζήτηση της ευχαρίστησης είτε με την αποφυγή της οδύνης. Αλλά όπως ο ίδιος ο Freudλέει: στο πρόγραμμα της Δημιουργίας δεν περιέχεται η πρόθεση να είναι ο άνθρωπος «ευτυχισμένος».  «…Είμαστε έτσι φτιαγμένοι ώστε μπορούμε να απολαμβάνουμε έντονα μόνο στην αντίθεση! Οι δυνατότητες της ευτυχίας μας είναι περιορισμένες από την ιδιοσυστασία μας. Είναι πολύ πιο εύκολο να συναντήσουμε την δυστυχία καθώς η πηγή οδύνης βρίσκεται στο σώμα μας, στο περιβάλλον μας και στις σχέσεις μας με τους άλλους».[2]

Δεν είναι παράξενο που οι άνθρωποι κάτω από την πίεση αυτών των δυνατοτήτων πόνου μειώνουν την απαίτηση για ευτυχία όπως η ίδια η αρχή της ηδονής μεταμορφώθηκε στην αρχή της πραγματικότητας καθώς θεωρούμαστε ήδη ευτυχείς όταν έχουμε αποφύγει την δυστυχία.

Ποιος ή τι φταίει γι΄ αυτό;

Σύμφωνα με τον Freud φταίει ο πολιτισμός, αφού δεν καταφέρνει να προφυλάξει τον άνθρωπο από την οδύνη. Στο ίδιο έργο όμως («Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας») γράφει: Η ανάπτυξη του πολιτισμού δεν μπορεί παρά να μας φανερώσει την πάλη (μάχη γιγάντων) μεταξύ έρωτα–θανάτου, της ενόρμησης ζωής–ενόρμησης θανάτου. Η πάλη αυτή αποτελεί το ουσιαστικό περιεχόμενο της ζωής και επομένως η ανάπτυξη του πολιτισμού πρέπει να θεωρείται –χωρίς περιστροφές –ζωτικός αγώνας για το ανθρώπινο είδος.

Αν ο πολιτισμός λοιπόν πρέπει να θεωρείται ο ζωτικός αγώνας για το ανθρώπινο είδος και συνεπώς και για την ευτυχία του γιατί τον σημερινό άνθρωπο τον καταδιώκει η μελαγχολία, το αίσθημα κενού και μοναξιάς, η αβεβαιότητα;

Ο πολιτισμός –σύμφωνα με τον Freud- χαρακτηρίζει το σύνολο των επιτευγμάτων και των θεσμών με τα οποία η ζωή μας απομακρύνεται από αυτή των ζωωδών προγόνων μας και τα οποία εξυπηρετούν δυο σκοπούς: την προστασία του ανθρώπου απέναντι στην φύση και την ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, έχοντας ήδη ο Freud αρνηθεί το 1927 στο «Μέλλον μιας αυταπάτης», να ξεχωρίσει τον πνευματικό πολιτισμό από τον τεχνικό πολιτισμό.

Σήμερα ορίζουμε γενικά την κουλτούρα ως το σύνολο των διανοητικών όψεων ενός πολιτισμού που συνδέονται με την δημιουργικότητα των ανθρώπων ενώ ως πολιτισμό το σύνολο των κατακτήσεων των ανθρώπινων κοινωνιών (έναντι της φύσης και της βαρβαρότητας).

Άραγε η σύγχυση και η δυσφορία που επικρατούν στην σημερινή κοινωνία είναι απλά μια διαφορετική έκφραση της δυσφορίας που περιέγραψε ο Freud το 1930;

Μια κοινωνία όμως, λέει ο Καστοριάδης στο βιβλίο του «Η άνοδος της ασημαντότητας», δεν είναι ένα άθροισμα από φθαρτά και αντικαταστάσιμα άτομα που ζουν σε κάποιο έδαφος, μιλούν μια γλώσσα, τηρούν εξωτερικά κάποια έθιμα. Αντίθετα τα άτομα ανήκουν σ’ αυτή την κοινωνία επειδή μετέχουν στις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες της, στις νόρμες της, στις αξίες, στους μύθους, στις παραστάσεις, στις παραδόσεις της και επειδή θέλουν και αυτά να ανήκουν σε αυτή την κοινωνία και να την διαιωνίζουν. Τα άτομα είναι οι πραγματικοί φορείς της έτσι όπως διαπλάστηκαν και κατασκευάστηκαν από τους θεσμούς της.    

Η κρίση των σημερινών δυτικών κοινωνιών μπορεί να γίνεται κατανοητή σε σχέση με αυτή την διάσταση με την κατάρρευση των παραστάσεων που μια κοινωνία σχηματίζει για τον εαυτό της. Ο σύγχρονος άνθρωπος αντιδρά σαν να υφίσταται την κοινωνία και δεν επιχειρεί -σαν να μην τον αφορά- τον μετασχηματισμό της. Πως μπορεί όμως να ισχύει αυτό; Κάθε κοινωνία δημιουργεί τον δικό της κόσμο υποστηρίζοντας τις δικές της ιδιαίτερες σημασίες οι οποίες και δομούν τις γενικές παραστάσεις του κόσμου τον οποίο συγκροτεί. Είναι αυτές οι ιδιαίτερες σε κάθε κοινωνία σημασίες και παραστάσεις που θα οδηγήσουν στην δημιουργία μιας συλλογικής οντότητας μέσα στην οποία θα βρεθεί το άτομο και το ατομικό θα συναντηθεί και συνδημιουργηθεί από το κοινωνικό. Έτσι το κάθε άτομο καλείται -μέσα στον κοινωνικό του περίγυρο- να δημιουργήσει το δικό του νόημα του κόσμου, το δικό του νόημα της ζωής και του θανάτου.

Σύμφωνα με τον Freud η καταγωγική αρχή της κοινωνίας βρίσκεται σε δύο θεμελιακές απαγορεύσεις που σχετίζονται με οιδιποδειακές επιθυμίες, την αιμομιξία και την πατροκτονία και η αρχή του κοινωνικού δεσμού ανάγεται στο αίσθημα ενοχής που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.[3] Οι θέσεις αυτές φωτίζουν τις ψυχικές διεργασίες και τις ταυτιστικές διαδικασίες που υποστηρίζουν την ένταξη του ανθρωπίνου όντος στην κοινωνία. Αν και το κοινωνικό όμως δεν ανάγεται τόσο εύκολα στο ψυχικό, αντίθετα φαίνεται η ψυχή να συναντά εξ αρχής το κοινωνικό και την ανθρώπινη πραγματικότητα διαμορφωμένη ως έχει και ερμηνευμένη ως αυτή καθ’ εαυτή μέσα από την συνάντηση με την μητέρα.

Ο ψυχισμός βρισκόμενος στο κοινωνικό πλαίσιο της χρονικής στιγμής της έλευσης του θα συναντηθεί με την επικρατούσα ηθική και πολιτική του χρόνου της ζωής του. Θα συναντηθεί και θα ζυμωθεί/πλαστεί με τις επικρατούσες αξίες-αρχές-νοήματα. Το αβοήθητο ανθρώπινο μωρό θα επικοινωνήσει και θα αποσπάσει από το περιβάλλον του τις απαντήσεις -μέσω της μητέρας- που θα του παρουσιάσει τον κόσμο και θα το ενώσει με χιλιετίες ανθρώπινης κοινωνικής εξέλιξης. Η κοινωνία με την επικρατούσα κουλτούρα της-πολιτισμό θα προσφέρει στο Εγώ δυνατότητες παράστασης και δημιουργίας του δικού του ατομικού κόσμου, δεν παύει όμως να αποτελεί και μια δεδομένη πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που υποχρεωτικά το καθορίζει. Ο προβληματισμός που επικρατεί για την σημερινή κοινωνία είναι πολλαπλός. Μιλάμε για «διάρρηξη» της κοινωνίας των ατόμων (Elias1973), όπου το άτομο αναδιπλώνεται στον εαυτό του ως απόρροια του γεγονότος ότι οι δεσμοί του ανήκειν υποχωρούν ανεξάρτητα αν πρόκειται για ερωτικούς, φιλικούς, οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς. Κατά την Arend μιλάμε για «αποξένωση», που είναι η μοναξιά του ανθρώπου, η κατάθλιψη, η ερήμωση, η απώλεια του εδάφους, του χώρου και του χρόνου, η απώλεια των σχέσεων. Αναφέρεται συχνά η κατάσταση «αβεβαιότητας» και πολλοί κλινικοί μιλάνε για κλινική της αβεβαιότητας και των νέων παθολογιών. Η αβεβαιότητα αναφέρεται στην απώλεια μιας η περισσοτέρων δεδομένων, ασφαλειών (π.χ. απασχόληση) και η οποία δημιουργεί ανασφάλεια, ψυχική οδύνη, ρήξεις κοινωνικών δεσμών.

Υπάρχει άραγε η επικράτηση ενός νέου τύπου ανθρώπου που είναι λιγότερο πολίτης και περισσότερο καταναλωτής, ένας άνθρωπος χωρίς βαρύτητα όπως υποστηρίζει ο Γάλλος ψυχαναλυτής Μελμάν; Ή κατά πόσο αυτό που ζούμε σχετίζεται με την τάση κατάλυσης κάθε ιεραρχίας και την παρακμή της πατρικής εξουσίας, σύμφωνα με τον ψυχαναλυτή Λεμπρούν;[4] Λείπει δηλαδή η παρουσία και η νομιμότητα εκείνου που έχει ως κύριο ρόλο να ενσαρκώνει τον Νόμο και να επιβάλει περιορισμούς στην επιθυμία (πατέρας-δάσκαλος-πρόσωπο κύρους); Τίθεται εδώ και ένα θέμα, που μοιάζει να αγνοείται στον προβληματισμό του σήμερα, η στενή συνάφεια ανάμεσα σ ένα κοινωνικό καθεστώς και στον ανθρωπολογικό τύπο (ή φάσμα τύπων) που είναι αναγκαίος για να λειτουργήσει ή που υπηρετεί το καθεστώς. Τους περισσότερους από τους τύπους που ξέρουμε, π.χ. ο αφοσιωμένος δικαστής-εκπαιδευτικός κ.α., τους κληρονομήσαμε από προγενέστερες περιόδους. Σήμερα είναι φανερό ότι οι πολίτες είναι απροσανατόλιστοι και αυτό οφείλεται στην αποσάθρωση που επικρατεί, στην αποσύνθεση και στην φθορά των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών. Είναι σαφές άραγε σήμερα τι σημαίνει πολίτης, γονιός, άνδρας-γυναίκα; Αντιλαμβάνεται κανείς την πληθώρα των ερωτημάτων που προκύπτουν αλλά και την πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει όλες αυτές τις διαδρομές σκέψης και τις προσπάθειες κατανόησης του τι συμβαίνει στον Δυτικό κόσμο τις τελευταίες 10ετίες. Ας προσπαθήσουμε όμως να δούμε τα διάφορα πρόσωπα με τα οποία εκφράζεται στην καθημερινή αλλά και στην εσωτερική μας ζωή όλη αυτή η «κρίση».      

                                                                                                                               

Η κρίση του υποκειμένου

Η βασική γραμμή οργάνωσης, που επικράτησε τελικά, μοιάζει να είναι αυτή της αποφυγής της ψυχικής οδύνης και του ψυχικού μόχθου. Αποφυγή του ψυχικού κόστους που συνεπάγεται η εγκατάλειψη της παντοδυναμίας, το πένθος των απωλειών, η επεξεργασία των τραυμάτων, η αποδοχή του πρόσκαιρου της ζωής μας με την φθορά και την θνητότητα μας.

Κυριάρχησε η βία και η επιθετικότητα, η θριαμβευτική άρνηση περιορισμών και ορίων, η έντονη αναζήτηση της απόλαυσης, οι εξαρτήσεις, η πληθωρική παρουσία της εικόνας, η εργαλειοποίηση της γνώσης, η άρνηση της πραγματικότητας, της φθοράς και του θανάτου, η κυριαρχία της νεότητας. Επικράτησε ο πολιτισμός του καταναλωτισμού και οδήγησε σε ρηχές επιφανειακές σχέσεις με εξοβελισμό της σκέψης. Ρόλοι ασαφείς και συγκεχυμένοι, υποτίμηση αξιών, αρχών, μαζικές επιλογές, ομοιομορφία συμπεριφορών. Η ατομικότητα και η ιδιαιτερότητα ξενίζουν, βιώνονται ως ύποπτες, απειλητικές και υποτιμώνται. Επικρατεί σύστημα δράσης –πράξης αναζητώντας την άμεση εκφόρτιση και την αποφυγή της όποιας ψυχικής επεξεργασίας. Συχνά λαμπερές εμφανίσεις και εντυπωσιακές παρουσίες επιχειρούν την απόκρυψη του ψυχικού  κενού, καλύπτουν το αδιαφοροποίητο Εγώ και την κάθε μορφής έλλειψη και δυσαρμονία. Αναζητήθηκε η απόλυτη ελευθερία και επιχειρήθηκε η κατάρριψη φραγμών και περιορισμών, η κατάργηση των διαφορών γενεών-φύλων-ετερότητας, η απόρριψη των ελλείψεων. Η πρόσκτηση των υλικών αγαθών υιοθετήθηκε στην αναζήτηση της επιθυμητής πληρότητας μαζί με την θέση του ότι όλα είναι επιτρεπτά και εφικτά. «Απλώνω το χέρι μου και παίρνω», η παντοδυναμία του μικρού παιδιού αλλά και η απληστία του. Η αρχή της επιθυμίας επικράτησε της αρχής της πραγματικότητας και η αναζήτηση ηδονής κυριάρχησε επιδιώκοντας την απαλλαγή από κάθε συναίσθημα άγχους, ενοχής και θλίψης, κλονίζοντας ουσιαστικά τις δευτερογενείς διαδικασίες σκέψης. Στην κλινική πράξη συναντάμε όλο και πιο συχνά ανθρώπους που εκφράζονται μέσω της πράξης, της συμπεριφοράς και των σωματοποιήσεων. Ναρκισσιστικές διαταραχές με την συγκέντρωση των επενδύσεων στον εαυτό και με αισθήματα ανίας, δυσθυμίας, κενού,  έλλειψης νοήματος. Ή αντίθετα, ξέφρενη δραστηριότητα, καθημερινότητα σε κλίμα συναισθηματικής ρηχότητας, υποβαθμίζοντας τις σχέσεις και την επικοινωνία με τους άλλους.                                      

Όταν η ψυχικοποίηση ατονεί – κάμψη της ικανότητας του ψυχικού οργάνου να συνδέει τις ενορμητικές διεγέρσεις με τα δίκτυα αναπαραστάσεων – κάμπτεται η δημιουργική ύπαρξη του υποκειμένου. Αντίθετα μοιάζει να επικρατεί η τάση αποψυχικοποίησης συχνά και ως αντιτραυματική στρατηγική στην υπηρεσία της επιβίωσης. Άμυνα δηλαδή με κάθε κόστος εναντίον της οδύνης και των επώδυνων συναισθημάτων. Επιχειρείται ουσιαστικά η διάψευση της πραγματικότητας.

 Το 1938 ο Freud στο άρθρο για την «Διχοτόμηση του Εγώ» κάνει λόγο για «…μια ρωγμή μέσα στο Εγώ που θα μεγαλώνει με τον καιρό…». Αυτή η ρωγμή στρέφεται ενάντια στην αντίληψη της πραγματικότητας. Υπάρχουν άραγε ρωγμές στο Εγώ του σημερινού ανθρώπου που εμποδίζουν τις δυνατότητες του να αντιληφθεί και να διαχειριστεί βασικά θέματα σύμφυτα με την ύπαρξη του και την ανθρώπινη μοίρα; Τι είδους υποκειμενικότητα μπορεί να διαμορφώνει σήμερα κανείς όταν οι επιταγές προς το άτομο δεν είναι ο δρόμος που οδηγεί στην δόμηση υποκειμένων αλλά όλα σπρώχνουν και οδηγούν στην ομογενοποίηση; και πως μπορεί να αποφύγει κανείς την λύση της υιοθέτησης ενός ψεύτικου εαυτού όταν πιεστικά του προτείνεται η συμμετοχή σ’ έναν κόσμο ενιαίων επιλογών; Και όταν σε διαφορετική επιλογή βιώνει κανείς το κόστος του επιχειρούμενου αποκλεισμού του από τα δρώμενα, τοποθετώντας έτσι τον εαυτό του σ έναν κόσμο μειοψηφίας;

  Ο Ιταλός γλωσσολόγος  Ραφαέλε Σιμόνε στο έργο του «Το μειλίχιο τέρας» αναφέρεται στην διαβρωτική ισχύ ενός διάχυτου συστήματος εξουσιών που επικρατεί και που έχει αντικαταστήσει τις προηγούμενες εκδοχές εξουσίας που ήσαν πιο τραχιές αλλά και πιο φανερές. Υποστηρίζεται ότι η επικρατούσα πολιτική μας πλημμυρίζει με αντικείμενα  κατανάλωσης που αφ’ ενός συντηρούν την τάση για άμεση ικανοποίηση και αφ’ ετέρου υποστηρίζουν την χωρίς όριο απόλαυση. Συνέπεια όλων αυτών είναι η κάθε έλλειψη να θεωρείται παθολογική. Προκύπτει έτσι και ενισχύεται η τάση για αυτονόητη και άμεση πρόσβαση στην κατοχή και την απόλαυση (εξάρτηση από internet, τεχνολογία) άμεση δηλαδή πρόσβαση και κατοχή του  αντικειμένου.

 

Συνοπτικά: Ζούμε σε μια πραγματικότητα στην οποία ο κατακλυσμός των διεγέρσεων φαίνεται να ευνοεί και να υποστηρίζει τάσεις που στρεβλώνουν τα ναρκισσιστικά ρεύματα στον ψυχισμό προκαλώντας κινδύνους στην λειτουργία της εσωτερικής τάξης και στην οργάνωση των ταυτίσεων. Οι εσωτερικεύσεις του Υπερεγώ πάσχουν, άρα οι επιθυμίες δεν ρυθμίζονται από εσωτερικούς οργανωτές. Η απειλή και η φαντασίωση του ευνουχισμού δεν δρουν πλέον οργανωτικά έτσι ώστε να αποδεχθεί κανείς τον εαυτό του σε θέση έλλειψης ή σε θέση μη συμμετοχής (διαφορά φύλου - διαφορά γενεών). Η έξοδος από το οιδιπόδειο είναι ορόσημο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ό,τι θέλει, δεν μπορεί να έχει και να κάνει ό,τι θέλει. Αν αυτοί οι όροι δεν ισχύσουν και επιλεγεί ενδεχομένως μια διαστροφική λύση, δηλαδή  διάψευση της έλλειψης, ο κόσμος γίνεται ένας αδιαφοροποίητος σωρός και στην σχέση με την πραγματικότητα επικρατεί η θέση «…ξέρω, αλλά συμπεριφέρομαι σαν να μη ξέρω».

    Δεν θα επεκταθώ στα θέματα που προκύπτουν από μια τέτοια θέση. Φαίνεται όμως ότι μπορούμε να πούμε πώς οι κοινωνικοί δεσμοί που χαρακτηρίζουν την σημερινή κοινωνία είναι σε σημαντικό βαθμό ναρκισσιστικού και διαστροφικού τύπου. Ο σημερινός άνθρωπος μοιάζει να αιωρείται στο άγνωστο, αρνείται να κοιτάξει εσωτερικά και να αποδεχθεί τα συστατικά του, να αποδεχθεί την αντιφατικότητα του, την συνύπαρξη του έρωτα αλλά και της καταστροφικότητας, της καταστροφικότητας αυτής που τον οδήγησε στον 20ο αιώνα σε δύο παγκόσμιους πολέμους και σε σφαγές και γενοκτονίες απίστευτης βιαιότητας.

Ξέρουμε ότι ο ψυχισμός είναι πολύτροπος με δυνατότητες συνδέσεων και αποσυνδέσεων. Το χάος το έχουμε μέσα μας όπως και την άγνοια ή την δυσκολία αναγνώρισης των ορίων των πράξεων μας.    Ξέρουμε επίσης ότι δεν υπάρχει φυγή από τον θάνατο, ότι ο άνθρωπος είναι φθαρτός και θνητός. Τα όρια λοιπόν σε κάθε δραστηριότητα μας αλλά και η αποδοχή του εφήμερου χαρακτηρίζουν και συγκροτούν την ύπαρξη μας. Η δυσκολία του σύγχρονου ανθρώπου στην αποδοχή όλων αυτών τον έχει οδηγήσει σε οριακές καταστάσεις. Μένει να δούμε αν η καταναλωτική κοινωνία θα μεταλλαγεί σε κοινωνία ολιγάρκειας ή ένδειας και αν ο άνθρωπος –συνειδητοποιώντας την θέση του– θα μπορέσει να προσδιορίσει ατομικά και συλλογικά ένα διαφορετικό μέλλον ή αν θα προχωρήσει προς την απώλεια της ατομικότητας, οδό στην οποία  ήδη πορεύεται.

                                                                    

    


      

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 Καστοριάδης Κ.«Η άνοδος της ασημαντότητας»  σελ 119

 2 Freud S. «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας». “…τρεις πηγές από τις οποίες προέρχεται ο πόνος:  η υπεροχή της φύσης, η αδυναμία του σώματος μας και η ατέλεια των μέτρων που ρυθμίζουν τις σχέσεις των ανθρώπων.”

 3 Freud S. «Τοτέμ και ταμπού». «… εν αρχή ην η πράξη»

 Lebrun J.-P.«Μια κρίση του εξανθρωπισμού»

 

 

Βιβλιογραφία

Arend H.Το ολοκληρωτικό σύστημα, Αθήνα, Ευρύαλος (1988)

Δημητριάδης Γ.Η έννοια της «νέας ψυχικής οικονομίας» του Σ. Μέλμαν Αθήνα, Εκ των υστέρων 24, 2012-13

Elias N. Η εξέλιξη του πολιτισμού, Αθήνα, Νεφέλη (1997)

Καστοριάδης Κ.Ο θρυμματισμένος κόσμος, Αθήνα, Ύψιλον (1992)

Καστοριάδης Κ.Η άνοδος της ασημαντότητας, Αθήνα, Ύψιλον (2000)

Lebrun J.-P. Μια κρίση του εξανθρωπισμού, Αθήνα, Εκ των υστέρων 24, 2012-13

Freud S .(1930). Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας», Αθήνα, Επίκουρος, 1994

Freud S. (1927).  To μέλλον μιας αυταπάτης, Αθήνα, Επίκουρος, 1994

Freud S. (1912). Τοτέμ και ταμπού, Αθήνα, Επίκουρος, 1978  

Freud S.(1938). Splitting of the ego in the process of defence S.E 23

Simone R.Το μειλίχιο τέρας, Αθήνα, Πόλις, 2011