Articles

Κία Θανοπούλου¹

 

 

1.Ψυχολόγος (Msc), ψυχοθεραπεύτρια - συστημική θεραπεύτρια. Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας ΨΝΑ, e-mail: This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

2. Ένα μέρος του κειμένου βασίζεται σε παρουσίαση που έγινε στο επιστημονικό συμπόσιο με θέμα «Ναρκισσισμός 100 χρόνια μετά» που διοργανώθηκε από την Ελληνική Εταιρεία Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας (ΕΕΨΨ) στις 27-29 Μαρτίου 2015.

 

 
 
 
 
         …η ψυχή , όπως και το σώμα έχει ανάγκη από έναν
                                                       ασφαλή τόπο για να αναρρώσει ή να ιαθεί.                                                                                                                                            Havens, 2012

 

Περίληψη

O πρώτος καθρέφτης που αντικρίζει κανείς στη ζωή του είναι το βλέμμα της μητέρας μέσω του οποίου εγκαθίσταται η αίσθηση εαυτού. Τα ανεπαρκώς κατοπτρίζοντα μάτια της μητέρας κληροδοτούν στο παιδί συναισθήματα απόρριψης, εγκατάλειψης καθώς και ντροπής και του μεταβιβάζουν ελλείμματα στον ναρκισσισμό και την ταυτότητά του που αποτυπώνονται  ως τραύμα, κενό, νεκρότητα, απουσία νοήματος. Μέσα από την παρουσίαση κλινικού υλικού θα διερευνήσουμε το συναίσθημα ντροπής, τόσο ως επώδυνο συναίσθημα που συχνά κλονίζει την αίσθηση συνοχής της ταυτότητας του ατόμου αλλά και ως μιας απόπειρας αναπαράστασης και συμβολοποίησης της τραυματικής ιστορίας του. Το συναισθηματικό καθρέφτισμα του θεραπευτή και η θεραπευτική σχέση θα αποτελέσει το διευκολυντικό εκείνο πλαίσιο   -ασφαλή τόπο- που θα επιτρέψει στον θεραπευόμενο να εξερευνήσει και να επεξεργαστεί ευαίσθητα συναισθηματικά θέματα της ιστορίας του και να τα νοηματοδοτήσει, ανακτώντας σταδιακά μια πιο συγκροτημένη εικόνα για τον εαυτό του και τις σχέσεις του. Υπό αυτές τις συνθήκες η ψυχοθεραπεία μπορεί να κατανοηθεί ως μια διυποκειμενική συνάντηση μέσω της οποίας ο θεραπευτής  στοχεύει να δημιουργηθεί ένας ενδιάμεσος, ασφαλής μεταβατικός τόπος που θα δώσει τη δυνατότητα στον θεραπευόμενο να αναπτύξει την αναστοχαστικότητά του, την ικανότητά του, δηλαδή, να παρατηρεί και να σκέφτεται για τον εαυτό του, τη ζωή του και τις σχέσεις του με συνοχή και νόημα.

Λέξεις Κλειδιά: βλέμμα, καθρέφτισμα, αναστοχασμός, αναστοχαστική λειτουργία, εννόηση, ντροπή, νόημα, συνοχή, αναστοχαστική ομάδα, ασφαλής τόπος, διυποκειμενική συνάντηση.

 

Εισαγωγή

Kανένας τόπος δεν μπορεί να γίνει  τόσο φιλόξενος και ασφαλής, όσο  εκείνος των παιδικών μας χρόνων, υπό την προυπόθεση ότι έχουμε  την τύχη να μεγαλώσουμε σε οικογένειες με ζεστούς, αυθεντικούς συναισθηματικούς δεσμούς. Η θετική σύνδεση με αυτούς που αγαπάμε δημιουργεί μια ασπίδα προστασίας, ένα καταφύγιο ασφάλειας, καθώς μας παρέχει την αίσθηση μιας διεργασίας που μας εμπεριέχει  και αυτή η εμπειρία μας θωρακίζει απέναντι στις αντιξοότητες και τις αβεβαιότητες της ζωής και ταυτόχρονα μας παρέχει  ένα πλαίσιο ωρίμανσης και ανάπτυξης του εαυτού μας.

Στην αντίθετη περίπτωση η απουσία συναισθηματικής ανταπόκρισης των γονιών στις ανάγκες του παιδιού τους, το αφήνει εκτεθειμένο σε συναισθήματα αφόρητης μοναξιάς και απόγνωσης. Το παιδί ζει εγκαταλελειμμένο σε κατάσταση απόλυτης ερημιάς, χωρίς την νοητή πσρουσία αγάπης των δικών του, αφού οι γονείς του δεν επένδυσαν στην ανάπτυξή του συναισθηματικά και συμβολικά. Ο ψυχισμός του παιδιού  που μεγαλώνει  σε ένα τέτοιο ανεπαρκές περιβάλλον  τραυματίζεται σοβαρά με συνέπειες την ανεπαρκή δόμηση του εαυτού του,  δυσκολίες στη συναισθηματική σύνδεση με τους άλλους και ελλειπή ικανότητα αναπαράστασης των σκέψεων και συναισθημάτων του. Το τραύμα εισβάλλει στον ψυχικό κόσμο του παιδιού και υποχρεώνει τον τύπο είναι της ύπαρξης να μεταστραφεί στο αρνητικό του, στο μη είναι, οδηγώντας σε μια συνάντηση με τον ψυχικό θάνατο. Η συμβολοποίηση αντικαθίσταται από το «πραγματικό», κάτι που αντιστοιχεί σε παύση της ικανότητας αναπαράστασης (Erlich, 2010). Στην ουσία το παιδί εσωτερικεύει ότι μόνο το αρνητικό είναι πραγματικό και, κατά κάποιον τρόπο, μαθαίνει να αναμένει την αποστέρηση, την απόρριψη, τη μη κάλυψη των αναγκών του .

 

Από τη θεραπευτική μας πρακτική γνωρίζουμε πως η εργασία με πρώιμα τραυματισμένους ενήλικες είναι ιδιαίτερα επίπονη και χρειάζεται αρκετές αντοχές  από την πλευρά του θεραπευτή. Συχνά τα άτομα αυτά έχουν ελλείμματα στον ναρκισσισμό και την ταυτότητά τους δυσκολεύονται να ανεχτούν ματαιώσεις και να να αναγνωρίσουν τα όρια, συγχέουν την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα  και τείνουν να  καταφεύγουν σε συναισθηματικές εκφορτίσεις μέσω πράξεων. Συχνά μέσα στη θεραπευτική διαδικασία μας προσκαλούν να επιβεβαιώσουμε μαζί τους τα πρωταρχικά σχήματα αλληλεπίδρασης, που όσο περισσότερο τραύμα υπάρχει τόσο δυσκολότερα μεταβάλλονται. Οπότε ένα κεντρικό ζήτημα που αναδύεται είναι πώς η ψυχοθεραπεία και η σχέση που θα φτιάξουμε μαζί τους μπορεί να δημιουργήσει τον ασφαλή εκείνο  τόπο, όπου θα βοηθήσει τον θεραπευόμενο να εσωτερικεύσει εμπειρίες κατανόησης, αποδοχής και νοηματοδότησης των εμπειριών του σε αντιστάθμισμα της ανεπάρκειας του πρωταρχικού του περιβάλλοντος.

 

Το βλέμμα, το καθρέφτισμα, ο αναστοχασμός

                    O  πρόδρομος του καθρέφτη είναι το πρόσωπο της μητέρας.                                                                                                                   Winnicott, 1971

 

                    Η μόνη ίσως τελικά πατρίδα μας είναι το πρόσωπο του άλλου.                                                                                                                           Κιουρτσάκης, 2015

 

O πρώτος καθρέφτης που αντικρύζει κανείς στη ζωή του είναι το βλέμμα της μητέρας που αντικατοπτρίζει στο βρέφος τα συναισθήματα της για κείνο, τις προσδοκίες της, τις επιθυμίες της ή και τις φαντασιώσεις της. Η μητέρα, μέσω της βλεμματικής επικοινωνίας με το βρέφος της, αποκαλύπτει σε αυτό το ψυχικό της περιεχόμενο που μειγνύεται με τον αναπτυσσόμενο ψυχισμό του βρέφους (Ζαχαρακοπούλου, 2011). Μέσω του μητρικού καθρεφτίσματος το παιδί  θα χτίσει  τις πρώτες αναπαραστάσεις για τον εαυτό του και σταδιακά θα μάθει να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται τον εσωτερικό του κόσμο και τα συναισθήματά του, με άλλα λόγια θα εγκαταστήσει την αίσθηση εαυτού του.

Η συναισθηματική συνήχηση και ανταπόκριση της μητέρας στην όποια αυθόρμητη χειρονομία του βρέφους της, αυτός ο καταπληκτικός χορός  αμοιβαίας συναισθηματικής εναρμόνισης μέσα από τις εκφράσεις του προσώπου, τα βλέμματα, τις κινήσεις χεριών και τον τόνο της φωνής, όπως εύγλωτα έχει περιγραφεί από τον Trevarthen (1979), ένα είδος πρωταρχικού  διαλόγου ανάμεσα στη μητέρα και το βρέφος,  μυεί  σταδιακά το παιδί στον κόσμο του νοήματος, της σκέψης και της διυποκειμενικής επικοινωνίας. Παραφράζοντας τον Κιουρτσάκη θα λέγαμε ότι το πρόσωπο, το βλέμμα της μητέρας είναι ο τόπος καταγωγής του βρέφους. Η πρώτη πατρίδα που θα κατοικήσει ο εαυτός. Η μητέρα είναι εκείνη που θα φιλοξενήσει και θα μετασχηματίσει τις επώδυνες αισθήσεις του βρέφους σε υποφερτά συναισθήματα, διασφαλίζοντας την αίσθηση της συνέχειας της ύπαρξής του. Το παιδί παίρνει τις αποκρίσεις της μητέρας, τις στρέφει μέσα του, τις εσωτερικεύει και με αυτές δημιουργεί τον ψυχικό του χώρο, δηλαδή μαθαίνει  να περιβάλλει ως υποκείμενο τις εμπειρίες του και να νοηματοδοτεί τον κόσμο γύρω του και μέσα του. Με τη συμβολική λειτουργία το παιδί ανακαλύπτει ότι έχει νου και οι άλλοι έχουν νου και ότι μπορεί να μοιράζεται με τους άλλους πλευρές της υποκειμενικής του εμπειρίας κι έτσι αυξάνονται οι πιθανοί τρόποι του εαυτού να υπάρχει με τον άλλον (Stern,1985 ).

Ουσιαστικά, το καθρέφτισμα λειτουργεί ως ένα όριο ανάμεσα στον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο και εισάγει το παιδί στην ανακάλυψη της πραγματικότητας και στη διαφοροποίηση από τους άλλους, καθώς σταδιακά μαθαίνει να διακρίνει  τη δική του εμπειρία από αυτή των άλλων, οπότε να αναγνωρίζει ομοιότητες και διαφορές μεταξύ του εαυτού και των άλλων. 

Απαραίτητη προυπόθεση του επαρκούς καθρεφτίσματος είναι η ικανότητα της μητέρας να επιστρέφει πίσω στο βρέφος ένα βλέμμα που να περιέχει κάτι δικό του (Winnicot, 1971) και να μη διαστρεβλώνει τα σήματα του βρέφους μέσα από τις δικές της ανάγκες και προβολές, γιατί αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια αίσθηση κενότητας και έλλειψης νοήματος ή και στην διαμόρφωση ενός ψευδούς εαυτού.  Στην ουσία το επαρκές καθρέφτισμα προϋποθέτει: τη σχετικά επιτυχή εναρμόνιση (congruency) της μητέρας με αυτό που νιώθει το παιδί, όπου στην ουσία η μητέρα αναγνωρίζει τι αισθάνεται το μωρό της και ανταποκρίνεται κατάλληλα ακολουθώντας το και όχι επιβάλλοντας το δικό της συναίσθημα και δεύτερον, επισήμανση (markedness) του συναισθήματος, μέσω της υπερβολής στην έκφραση, έτσι ώστε η μητέρα να μπορεί να εκφράσει ένα συναίσθημα του παιδιού και την ίδια στιγμή να γίνεται σαφές ότι δεν εκφράζει τα δικά της συναισθήματα (Gergely & Watson, 1996). Η εναρμόνιση του καθρεφτίσματος εξασφαλίζει στο παιδί την αίσθηση της κατανόησης και της ανακούφισης, ενώ μέσω της σήμανσης η μητέρα εισάγει το παιδί στην «ως εάν» θέση, στον τρόπο του «υποδύεσθαι»  (pretend mode), με άλλα λόγια στον κόσμο της συμβολοποίησης (Gergely & Watson, 1999). Είναι σαν να του λέει αυτό είναι ένα μικρό παιχνίδι για σένα και τα συναισθήματά σου (Holmes, 2001) και μέσω αυτής της λειτουργίας το βοηθά να μεταβολίσει τα συναισθήματα του να μην τα βιώνει τόσο αληθινά και τρομακτικά. Στην ουσία, η συμβολική λειτουργία διαχωρίζει την εμπειρία που ζούμε από την εμπειρία που αναπαριστούμε. Μέσω αυτής της διαδικασίας, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, συνειδητοποιούμε πώς ο νους μας μεσολαβεί ανάμεσα σε μας και την εμπειρία μας.

Η ανάπτυξη του αναστοχαστικού εαυτού προέρχεται από την εμπειρία  καθρεφτίσματος του βρέφους μέσω του βλέμματος της μητέρας του. H ικανότητα της μητέρας να αντικατοπτρίζει αυτό που είναι το βρέφος,  το βοηθάει  να αποκτήσει μια συμβολική αναπαράσταση της δικής του ψυχικής κατάστασης καθώς και των άλλων. Το παιδί σταδιακά θα εσωτερικεύσει τη μητρική ανταπόκριση ως αναστοχαστική λειτουργία (reflective function) (Fonagy et al., 1991). Είναι η ικανότητα του ατόμου να σκέφτεται για τον εαυτό του σε σχέση με τους άλλους. Καθώς οι άλλοι ανταποκρίνονται σε αυτό και το κατανοούν, κι κείνο με τη σειρά του μπορεί να κατανοεί τους άλλους, να δέχεται την άποψη κάποιου άλλου, ως «άποψη κάποιου άλλου», οπότε και είναι σε θέση να τα βγάλει πέρα με τον εαυτό του και τις σχέσεις.

Η αναστοχαστική λειτουργία (reflective function) συγγενεύει με την έννοια της εννόησης (mentalization). Η εννόηση είναι η θεμελιώδης ανθρώπινη ικανότητα που επιτρέπει σε ένα νου να είναι φορέας ενός άλλου νου. Μέσω της εννόησης το άτομο αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη συμπεριφορά με όρους αναγκών, αισθημάτων, πεποιθήσεων, στόχων, σκοπών και αιτίων (Αllen et al., 2008). Με άλλα λόγια, η εννόηση αναφέρεται στην ικανότητά μας να βλέπουμε τον εαυτό μας απ’ έξω, και τους άλλους από μέσα. Μας βοηθάει να διακρίνουμε την εσωτερική από την εξωτερική πραγματικότητα, τις ενδοπροσωπικές διεργασίες από τις διαπροσωπικές, και μας επιτρέπει να νοηματοδοτούμε και να διαχειριζόμαστε  την πραγματικότητα.  Η ανάπτυξη αυτής της ικανότητας δίνει στο άτομο την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι προβλέψιμος και εξηγήσιμος και ότι οι συμπεριφορές των άλλων έχουν νόημα. Μέσω της αναστοχαστικής λειτοργίας και της εννόησης το άτομο αποκτά τη δυνατότητα να γυρίσει και να κοιταχτεί μέσα του, γίνεται ο ίδιος αντικείμενο στοχασμού, όπως εξάλλου και οι σχέσεις, επεξεργάζεται την εμπειρία του και τα βιώματα του μεταδίδοντας μια αίσθηση συνοχής, σκέφτεται γι αυτά που αισθάνεται και αισθάνεται γι αυτά που σκέφτεται, αντί να τα εκδραματίζει, συνειδητοποιεί την πολλαπλότητα των προοπτικών με την οποία μπορεί να αντιληφθεί και να ερμηνεύσει την πραγματικότητα και κατά συνέπεια έρχεται σε επαφή με τη δυνατότητά του για αλλαγή και βελτίωση.  

 

 

Όταν το βλέμμα τραυματίζει: To συναίσθημα της ντροπής μέσα από το βλέμμα των σημαντκών άλλων.

Οι καθρέφτες μπορούν να σκοτώνουν και να μιλούν, είναι τρομακτικά δωμάτια, μέσα στα οποία  εκτυλίσσεται ένα βασανιστήριο, που μόνο να το παρακολουθήσει μπορεί κανείς Το πρόσωπο που έζησε μέσα σε αυτόν τον καθρέφτη είναι το πρόσωπο ενός νεκρού άντρα.                                                                                                                                                                                                                                                                               Sylvia Plath

 

Όταν ο σημαντικός άλλος δεν μας αναγνωρίσει και δεν μας έχει δώσει αξία μέσα από το βλέμμα του, τότε ο ψυχισμός δεν δομείται επαρκώς και η ελλειμματικότητα αυτή αποτυπώνεται ως τραύμα, κενό, νεκρότητα, απουσία νοήματος. O τόπος καταγωγής μας εμφανίζεται αφιλόξενος και  έρημος. Σύμφωνα με τον Winnicott στην περίπτωση  που το βρέφος στο πρόσωπο της μητέρας του, αντί για τον εαυτό του, βλέπει  τις δικές της διαθέσεις ή την ακαμψία των αμυνών της, τότε ο καθρέφτης γίνεται ένα αντικείμενο που το άτομο μπορεί να το κοιτάζει, αλλά δεν μπορεί να κοιτάζεται σε αυτό (Winnicott, 1971). Τα ανεπαρκώς κατοπτρίζοντα μάτια της μητέρας κληροδοτούν στο παιδί συναισθήματα απόρριψης, εγκατάλειψης καθώς και ντροπής και του μεταβιβάζουν μια ευάλωτη ναρκισσιστικά ταυτότητα.

O Morrison (1989) μελέτησε τη διασύνδεση της ντροπής με τον ναρκισσισμό  και υποστήριξε ότι το συναίσθημα ντροπής βρίσκεται πίσω από τον ναρκισσισμό, καθώς αντανακλά την αποτυχία να ανταποκριθεί κανείς σε ιδεώδη, ένα είδος ναρκισσιστικού τραύματος μέσα από τη σύγκριση για το πώς είναι και πώς θα όφειλε να είναι. Το ναρκισσιστικό άτομο βαθιά μέσα του ντρέπεται, καθώς κουβαλά  την πεποίθηση ενός μειονεκτικού, ελαττωματικού, κατώτερου εαυτού και προσπαθεί να αναπληρώσει το κενό αυτό με τη ναρκισσιστική διακήρυξη του εαυτού του.

Η ντροπή σηματιοδοτείται σε επίπεδο φυσιολογίας με κοκκίνισμα, χαμηλωμένα μάτια ή βλέμμα αποφυγής του άλλου και είναι ένα επώδυνο, ανυπόφορο συναίσθημα που δημιουργείται πάντα κάτω από το βλέμμα του σημαντικού άλλου. Όταν ντρεπόμαστε  θέλουμε να κρυφτούμε, να γίνουμε αόρατοι, ώστε να αποφύγουμε την έκθεση (Rizzuto, 1991; Wurmser, 1981). Ο πυρήνας της αγωνίας στο συναίσθημα ντροπής είναι το στοιχείο της έκθεσης. Η ντροπή εμφανίζεται όταν κάτι που όφειλε να παραμείνει κρυμμένο, αιφνίδια γίνεται ορατό. H ιδιωτικότητα του εαυτού μας παραβιάζεται και απογυμνωνόμαστε μπροστά στο βλέμμα του άλλου, που μπορεί να είναι ένα αληθινό πρόσωπo ή και εσωτερικευμένο. Το  υποκείμενο ντρέπεται για τον εαυτό του, όπως εμφανίζεται στον άλλον, ο οποίος τον κάνει να αισθάνεται ανάξιος, αδύναμος, ανεπαρκής και ασήμαντος. Το υποκείμενο που ντρέπεται ταυτίζεται με αυτό το βλέμμα σαν να κατοικεί στο εσωτερικό του εαυτού του και συμμερίζεται την περιφρόνησή του. Το βλέμμα του άλλου βιώνεται ισχυρό, κατακλυσμιαίο, επικριτικό και αλάνθαστο, και αποκαλύπτει την τρομακτική απόσταση ανάμεσα στην ιδεατή εικόνα εαυτού στην οποία όφειλε να ανταποκρίνεται (ιδεώδες του εγώ) και στις ανεπάρκειες της εικόνας του, όπως αναγνωρίζονται στο βλέμμα του άλλου. Συνήθως η ντροπή είναι ένα βουβό, σιωπηλό συναίσθημα, όπου το άτομο που τη βιώνει προτιμά να ανοίξει η γη να το καταπιεί, να εξαφανιστεί παρά να την αναγνωρίσει και να μιλήσει γι αυτή, να ανοίξει διάλογο ή να προσπαθήσει να αποκαταστήσει, να  επιδιορθώσει τη σχέση με το άτομο που το κάνει να ντρέπεται, αφού το να ομολογήσει την αιτία ντροπής σημαίνει να αφεθεί στον άλλον να ξαναθέσει τον εαυτό του στην εξουσία που έχει να τον κρίνει (Cyrulnic, 2012) .

Ο Lacan (1991) τοποθετεί τη ντροπή στο πεδίο του πραγματικού, του μη συμβολοποιήσιμου που συλλαμβάνεται στο βλέμμα του άλλου. Σύμφωνα με τον Tisseron (1992) η ντροπή γεννιέται όταν μια καταστροφή συνθλίψει το αίσθημα εσωτερικής συνέχειας του υποκειμένου. Aν αυτή η ντροπή δεν γίνει αντικείμενο επεξεργασίας, μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφική επιθετικότητα είτε εναντίον του εαυτού είτε των άλλων.

Μέσα από την παρατήρηση βρέφους ο Tompkins (1962) υποστήριξε ότι το συναίσθημα της ντροπής γεννιέται μέσα στη δυάδα μητέρας παιδιού ως προστατευτική αντίδραση, όταν η μητέρα αποτυγχάνει να εναρμονιστεί συναισθηματικά με τις ανάγκες του βρέφους της, οπότε βιώνεται ως μη διαθέσιμη και τελικά γίνεται ξένη προς το παιδί της (Broucek ,1982) .

Ο Shore (2003) προσδιόρισε το συναίσθημα της ντροπής ως πρωταρχικά κοινωνικό συναίσθημα που αναδύεται γύρω στο 14ο και 16ο μήνα του βρέφους, μέσα στα πλαίσια της σχέσης με τον γονέα που το φροντίζει. Περιγράφει πως τo μικρό παιδί κοιτάζει με ενδιαφέρον και έξαψη το γονιό του για να μοιραστεί και να του καθρεπτίσει τη χαρά του και σε περίπτωση που ο γονιός δεν εναρμονιστεί συναισθηματικά μαζί του, εκείνο βιώνει ντροπή. Η αποτυχία του γονέα να παρέχει συναισθηματική εναρμόνιση και καθρέφτισμα στο παιδί του, το οδηγεί να βιώνει τον αληθινό εαυτό ανεπιθύμητο, ασήμαντο και με έναν τρόπο διαταράσσεται η αίσθηση συνέχειάς του. Ντρέπεται για τον εαυτό του, νιώθει απαξιωμένο  και  αποσυνδέεται από τις ανάγκες του και τις επιιθυμίες του.

Αντίστοιχα η  Αyers (2003) ερεύνησε τη ντροπή που προκαλείται από τη βλεμματική επικοινωνία με τη μητέρα, όπου η ντροπή δεν είναι μια στιγμιαία αντίδραση, αλλά εξελλίσεται σε μια αίσθηση εαυτού, όπου σε πολύ βαθύ επίπεδο εμποδίζεται η ικανότητα να παρουσιάσει κάποιος τον εαυτό του, με αποτέλεσμα να νιώθει ένα αίσθημα ανυπαρξίας, αφανισμού. Μια τέτοια μητέρα αδυνατεί να αναγνωρίσει τον συναισθηματικό κόσμο του παιδιού της και καταλήγει να αρνείται και να απαξιώνει την ύπαρξή του. Το παιδί σταδιακά νιώθει μισητό, κακό σαν να όφειλε να μην είχε γεννηθεί, να μην είχε υπάρξει καθόλου. Στην ουσία, το παιδί ενδοβάλλει τα μάτια της μητέρας του ως μερικά αντικείμενα και η ντροπή προστατεύει τον σύνδεσμο με το εσωτερικευμένο κακό αντικείμενο, αφήνοντας τη μητέρα άσπιλη και τέλεια (Ζαχαρακοπούλου, 2011). 

H πηγή της ντροπής, λοιπόν, μπορεί να αφορά σε μια πλευρά του εαυτού ή και σε όλη την ύπαρξη. Σε αυτή την περίπτωση η ντροπή μπορεί να απειλήσει  και τα τρία θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομείται το αίσθημα συνοχής της ταυτότητας του ανθρώπου, δηλαδή την αυτοεκτίμηση, τον συναισθηματικό δεσμό με τα δικά του πρόσωπα και το αίσθημα ότι ο ίδιος ανήκει σε μια κοινότητα ανθρώπων (Μάτσα, 2013). Μέσα από το συναίσθημα της ντροπής η γέφυρα επικοινωνίας με τον σημαντικό άλλο διαρρηγνύεται. Ωστόσο, το συναίσθημα της ντροπής, εκτός από την παθολογική διάσταση, μπορεί να έχει και προστατευτική λειτουργία. H ντροπή δρα ως απροσπέλαστος τοίχος χωρισμού, που προστατεύει ένα εύθραυστο, πραγματικό κομμάτι εαυτού από το βλέμμα της μητέρας που εισβάλλει με φοβερή δύναμη και κρατά το παιδί φυλακισμένο (Ζαχαρακοπούλου, 2011). Ανάλογα, ο Campbell (1994) υποστηρίζει πως η ντροπή  μπορεί να αποτελεί ένα χρήσιμο και απαραίτητο συναίσθημα. H απόκρυψη λόγω ντροπής εμποδίζει την περαιτέρω έκθεση αδυναμιών του υποκειμένου και αποκαθιστά τον εαυτό σε έναν ασφαλή, κρυφό, ιδιωτικό χώρο, στον οποίο μπορεί να ανασυσταθεί ψυχικά, μακριά από το κυρίαρχο βλέμμα του σημαντικού άλλου. Υπό αυτή την έννοια η ντροπή έχει τη λειτουργία μιας προστατευτικής ασπίδας. Η καταστροφή όμως αυτής της ασπίδας, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις της κακοποίησης, μπορεί να οδηγήσει σε διεστραμμένες επιλογές.

Παραδόξως, λοιπόν, την ίδια στιγμή  η ντροπή μπορεί να ειδωθεί ως μία απόπειρα του υποκειμένου να διατηρήσει έναν δεσμό με εκείνον που τον κάνει να ντρέπεται. Όπως αναφέρει η Μάτσα (2013), το αντικείμενο του βλέμματος και της περιφρόνησης του άλλου γίνεται υποκείμενο της ντροπής μέσα από αυτή τη διυποκειμενική σχέση, που εξασφαλίζει την υπαρξιακή του επιβεβαίωση και,  κατ' επέκταση, μέσα από αυτή τη σχέση αισθάνεται ότι ανήκει, έστω και ντροπιασμένο, σε μια κοινότητα, όπου μέσα από τη ντροπή του επιβεβαιώνει τον δεσμό του με τις αξίες και τις ηθικές επιταγές της κοινότητας που το απορρίπτει. Οπότε η ντροπή, στην ουσία, αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια του υποκειμένου (όπως θα δούμε και στην παρουσίαση της κλινικής ιστορίας) να αναπαραστήσει, να συμβολοποιήσει το τραύμα του, να δώσει νόημα στα βιώματα ντροπής του, να τα συνδέσει με την ιστορία του και να ανακτήσει την εκτίμηση και την αξιοπρέπειά του αναδομώντας την ταυτότητά του.

 

 

Η ιστορία του Ορέστη

                                        Τι πιο φοβερή πράξη βίας από το να μην σε αγαπάνε.

                                                        Μ. Καραπάνου

               

Ο Ορέστης είναι ένας άντρας 35 χρονών, ομοφυλόφυλος, πρώην χρήστης που  έρχεται για θεραπεία, αφού έχει ολοκληρώσει θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης. Κουβαλάει μια πολύ ωμή και βίαιη ιστορία και μια ξεχειλωμένη ταυτότητα. Νιώθει σαν άδειο ρούχο, μπουκωμένος από ακατανόητα. Η  ζωή του Ορέστη ξετυλίχτηκε πάνω στην έλλειψη, την απουσία, το κενό.

Ο πατέρας του παρουσιάζεται ως μια ψυχοπαθητική προσωπικότητα, ωμός, βίαιος απορριπτικός και κακοποιητικός με τον γιο του, σεξουαλικά αποπλανητικός ως προς την κόρη του. Δεν αποτέλεσε  μοντέλο ταύτισης για αυτόν αλλά πηγή φόβου και τρόμου. Η μητέρα του Ορέστη παρουσιάζεται μια γυναίκα καταθλιπτική, εξαρτημένη από τον άντρα της, αν και κατά καιρούς έβρισκε παρηγοριά και σε άλλους άντρες. Όταν πέθανε ο άντρας της, εγκατέλειψε τον 12χρονο τότε  Ορέστη στη μητέρα της και έφυγε για δύο χρόνια να ζήσει με έναν άντρα χρήστη.  Όταν επέστρεψε, άρχισε να εκδίδεται. Ο Ορέστης έχει έντονες μνήμες από τη μάνα του, όταν εκείνος ήταν 14 χρόνων, που έφερνε στο σπίτι άντρες και έκανε σεξ επί πληρωμή, στο ίδιο δωμάτιο που κοιμόταν και ο έφηβος γιος της. Θυμάται τον εαυτό του να κρύβεται κάτω από τα σκεπάσματα, να κρατάει την αναπνοή του και να θέλει να εξαφανιστεί από τη ντροπή του. Για να την εκδικηθεί, όσο μεγάλωνε, της ζητούσε χρήματα και υλικά αγαθά.

Η ταυτότητά του Ορέστη χτίστηκε πάνω στη ντροπή. Ως παιδί ζούσε φοβερό στιγματισμό και αποκλεισμό, στον δρόμο τον κορόιδευαν. Στο σχολείο ήταν το μαύρο πρόβατο, τον αποκαλούσαν αδελφή, κουνίστρο κ.λπ. Στο σπίτι ο πατέρας τον έβριζε με χυδαίο τρόπο κι κείνος φοβισμένος και ντροπιασμένος κρυβόταν κάτω από τα έπιπλα. Ήταν ο γιός της πουτάνας και του βιαστή. Στα 10 του χρόνια τον παρενόχλησε σεξουαλικά ένας ξάδελφός του, από την πλευρά της μητέρας. Τους έπιασε η θεία (αδελφή της μητέρας, που κι αυτή εκδιδόταν ) γυμνούς στο κρεββάτι. Δεν είπε τίποτε, δεν έκανε τίποτε. Η ιστορία αποσιωποιήθηκε. Ο ίδιος ένιωσε μεγάλη ντροπή.

Ο Ορέστης κάνει περιστασιακές σχέσεις, συχνά δεν παίρνει προφυλάξεις και δεν έχει καμιά αίσθηση κινδύνου. Στις ερωτικές σχέσεις μπαίνει  πολύ στη ζωή του άλλου συμμορφούμενος. Όπως λέει, το κάνει από το φόβο μην τον εγκαταλείψει ο άλλος. Με το τρόπο που λειτουργεί χάνει τον εαυτό του. Και στο τέλος τη δυσαρέσκεια την εκφράζει με πράξεις (με το να λέει ψέμματα, με το να πηγαίνει με άλλους άντρες, να μην αποκαλύπτει ευαίσθητα κομμάτια του).

Αρχικά στις θεραπευτικές μας συναντήσεις ο Ορέστης φέρνει σκόρπια γεγονότα και μιλάει ασύνδετα, κατακερματισμένα. Δεν ξέρει να προσδιορίσει τι αισθάνεται και μοιάζει να φοβάται να αισθανθεί. Έχει μάθει να αναζητά τη ζωντάνια με τεχνητά μέσα, όπως η έντονη σεξουαλικότητα και οι ριψοκίνδυνες δραστηριότητες (εδώ εντάσσεται και η χρήση ουσιών), ένα είδος αντισταθμιστικής αντίδρασης στη μη ανταπόκριση της μητέρας στις πρωταρχικές ανάγκες του.

Η σεξουαλική πράξη γίνεται η αυτόματη καταφυγή/αντίδοτο σε κάθε δυσκολία (πηγαίνει στο πάρκο και «ψωνίζεται» ή πηγαίνει σε σινεμά για σεξ). Εξ άλλου, ο ίδιος έχει ζήσει μέσα σε διαρκή διέγερση και ένταση. Έχει μεγάλη δυσκολία να θυμάται και να παίρνει μαζί του όσα διαδραματίζονται στο δωμάτιο θεραπείας. Δείχνει αποσυνδεδεμένος. Αποφορτίζει διαρκώς ένταση, συχνά μάλιστα μου επιτίθεται, διαμαρτυρόμενος  πως δεν τον ακούω, πως βαριέμαι, πως κοιτάω το ρολόι μου. Τέτοιες στιγμές νιώθω ότι με προκαλεί, φοβάται να συνδεθεί και να με εμπιστευτεί, και από άμυνα θέλει να κρατά έναν παντοδυναμικό έλεγχο. Κυριευμένος από ναρκισσιστικές ανάγκες επιτίθεται στο πλαίσιο και στη θεραπεύτρια, άλλοτε πάλι ξεχνάει ραντεβού ή έρχεται καθυστερημένος. Μέσα μου νιώθω εξαντλημένη και αποδυναμωμένη, αναρωτιέμαι πραγματικά αν μπορώ να τον βοηθήσω και αποφασίζω να του μιλήσω ανοιχτά. Ήταν μια σημαντική στιγμή που σημασιοδότησε μια πιο αληθινή σύνδεση μεταξύ μας.

Νομίζω ότι ένας ρόλος που είχα στη θεραπεία του Ορέστη ήταν  να φιλοξενώ και να υποδέχομαι συναισθήματά του, και αυτό τον βοηθούσε να τα νιώσει. Αρχικά, όταν μέσα από το βλέμμα μου του καθρέφτιζα νοιάξιμο, συμπόνια ή και συγκίνηση για τα τραυματικά βιώματα που κουβαλούσε, άρχισε να νιώθει ότι κάποιος τον νοιάζεται και τον φροντίζει, και σιγά-σιγά άρχισε να βιώνει λίγο πιο  ζεστά  και συμπονετικά  τον εαυτό του.

Μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή στις συναντήσεις μας ήταν όταν μιλούσε για ένα κλειστό, άδειο δωμάτιο (το μέσα του) και με ένιωσε (ως θεραπεύτριά του) κοντά του, μέσα από το βλέμμα μου. Ένιωσε συγκίνηση στο βλέμμα μου και αυτό τον έκανε να νιώσει ασφάλεια. Του καθρέφτισα τον πόνο και τη μοναξιά του, και βιώνοντας συγκίνηση  δάκρυσε και ένιωσε συμπονετικά για τον εαυτό του. Σαν να ζεστάθηκε το δωμάτιο, κάποιος του γύρισε πίσω ένα συναίσθημα και τον κράτησε, ένιωσε ότι δεν ήταν μόνος. Στην ουσία κάποιος τον αισθάνθηκε και τον κατάλαβε. Σταδιακά, δυνάμωσε εσωτερικά. Όπως λέει χαρακτηριστικά τον μαλακώνει το βλέμμα θεραπεύτριας, τον φέρνει σε επαφή με τις ανάγκες του. O ίδιος λέει: «φοβόμουν να δεθώ συναισθηματικά» , «αυτούς που αγάπησα με γάμησαν».

Όταν μιλήσαμε για την αρχική φάση της θεραπείας του, με αφοπλιστική ειλικρίνεια μου είπε «δεν ήξερα τι να περιμένω από τους ανθρώπους. Σε ήθελα τέλεια για να διασφαλίσω ότι δεν θα υπάρξεις, να ματαιώσω την ύπαρξή σου  Αν δεχόμουν ότι δεν θα ήσουν τέλεια κινδύνευα από μια σχέση μαζί σου. Ως τέλεια, ανύπαρκτη, δε θα με πλήγωνες, δε θα με πόναγες, ούτε θα κινδύνευα από ενδεχόμενη εγκατάλειψη».

Ο φόβος σε σχέση με την κοντινότητα τον οδηγεί στην ψευδοασφάλεια του πάρκου και του σινεμά εκεί που δεν μετράει αν θα ανταποκριθεί, που δεν διακινδυνεύει τίποτε,  οι σχέσεις ειναι εφήμερες, περιστασιακές, ακίνδυνες φαινομενικά,σώματα σε διέγερση.

Η μόνη θετική εμπειρία του Ορέστη από την εφηβική  του ηλικία ήταν η ενασχόλησή του με τον χορό χάρη στην υποστήριξη μιας επαγγελματίας χορεύτριας  που είδε  σε κείνον ταλέντο και του πρόσφερε δωρεάν μαθήματα. Ο χορός στην ουσία ήταν το πρώτο βλέμμα θαυμασμού και αναγνώρισης που τόσο του είχε λείψει στη ζωή του. Έστησε το σωματικό του εγώ, του έδωσε πειθαρχία και δομή, αφού ο ίδιος ζούσε σε ένα περιβάλλον χαοτικό και ανοριοθέτητο. Η κίνηση, σύμφυτη με τον χορό, του έδωσε ροή, ενώ η ζωή του ήταν κατακερματισμένη. Επιπλέον, ήταν πολύ ανακουφιστικό να μπορεί να ανήκει κάπου. Πολύ σύντομα, ωστόσο, ξεκίνησε και η χρήση ουσιών μέσα από μια ανάγκη να ταίσει το κενό και τη μοναξιά μέσα του. Η καταφυγή στις ουσίες ήταν μια ακόμα προσπάθεια να τραβήξει το βλέμμα της μάνας του, ένας τρόπος να της ζητήσει βοήθεια και φροντίδα, να την ενεργοποιήσει ως μάνα, αλλά και την ίδια στιγμή να ξεσπάσει τον θυμό του πάνω της, να την πληγώσει και να τη ντροπιάσει. Όπως λέει «χαιρόμουν που την έβλεπα να πονάει, που έβλεπε το παιδί της να λιώνει, γινόταν η μητέρα του πρεζάκια εκτός από το να ήμουν ο γιός της πουτάνας». Το τραγικό ήταν πως πολύ σύντομα κι κείνη αρρώστησε από καρκίνο στο στήθος και μετά στα οστά, οπότε δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί και πολύ στις ανάγκες του. Κάτι θετικό που κρατάει από μάνα του είναι που κάποια στιγμή που ο ίδιος λιποθύμησε από overdose, εκείνη, αν και άρρωστη και ταλαιπωρημένη, προσπάθησε και τον σήκωσε από το πάτωμα. 

Τα πόδια του ήταν και το πρώτο μέλος του σώματος που πλήγωσε μέσα από τη χρήση. Έπαθε φλεβική ανεπάρκεια. Δεν υπάρχουν φλέβες στο δεξί πόδι. Κατά καιρούς ανοίγει πληγή, πρήζεται, σκάει το δέρμα και βγάζει υγρό. Ντρέπεται να δείξει την πλήγη. Δεν αφήνει κανέναν να τη δει. Όπως λέει δεν θα αντέξει αν δει αποστροφή και σιχασιά  στο βλέμμα των άλλων. Ο ίδιος πάντα προσπαθούσε  για την εικόνα του,  για να κερδίζει τη  ματιά του άλλου. Συχνά, μάλιστα, ξεχείλωνε τα όριά του για να είναι αποδεκτός. Σε κάποια στιγμή τον ρωτώ: «Τι θα γίνει αν δείξεις την πληγή»; Του έρχεται, όπως λέει, η εικόνα μητέρας του, ότι εκδιδόταν και το έκανε και μπροστά στα μάτια του. Ποτέ δεν μιλήθηκε αυτό, δεν τον προστάτευσε. Είναι μια πληγή στην καρδιά του ή πάλι του έρχεται η βιαιότητα του πατέρα. Θυμάται έντονα ένα περιστατικό που τον έδεσε σε κορμό δέντρου και τον έδερνε με λωρίδες.

Η πληγή στο πόδι, λοιπόν, σημασιοδοτεί τραυματικά γεγονότα στη ζωή του Ορέστη. Στην ουσία, μέσα από τη χρήση εκδραμάτισε όσα δεν μπόρεσε να βάλει σε λόγια. Το  πόδι που τραυμάτισε του έδωσε την ευκαιρία, αφού ξεπέρασε τον κίνδυνο των ναρκωτικών, να στραφεί εντός του και να συνδεθεί με τον ψυχικό του πόνο, να δώσει λόγο σε βιώματα  που τον ντρόπιασαν, τον πλήγωσαν, τον πόνεσαν.

Μια άλλη σημαντική στιγμή είναι όταν μου δείχνει το τραυματισμένο πόδι του και μετά από αυτό αποφασίζει να εκθέσει πιο πολύ τον εαυτό του. Έχοντας αποκτήσει σχετική εμπιστοσύνη στη σχέση που έχουμε χτίσει, αρχίζει να φέρνει στη θεραπεία πλευρές του εαυτού του βρώμικες, για τις οποίες ντρέπεται.

Aναφέρει ότι κλέβει μικροποσά από την επιχείρηση όπου δουλεύει, και συνήθως έχει να κάνει με θυμό που δεν τον εκφράζει και τον εκδραματίζει παίρνοντας αυτό που δεν του δίνουν. Τον φοβίζει ο θυμός, βγαίνει συνήθως με πράξη και όχι με λόγια. Είναι ταυτισμένος με επιθετικότητα ανεξέλεγκτη, πρωτόγονη, καταστροφική. Ισοδυναμεί με αφανισμό του άλλου. Στην οικογένειά του υπήρχε πολύ βία, ο πατέρας προς εκείνον, η μητρική γιαγιά είχε πάει να σκοτώσει παιδί της (αδελφή μαμάς του), ο παππούς είχε πει για ίδιον μωρό «αφήστε το να πεθάνει».

Ένα άλλο σημαντικό θέμα που φέρνει στη θεραπεία του και σε αυτό θα επικεντρωθώ περισσότερο, είναι η καταφυγή του στο πάρκο και στο σινεμά, προκειμένου να βρει σεξουαλικό σύντροφο.Το σεξ είναι ταυτισμένο με κάτι σκοτεινό, βρώμικο, απρόσωπο, δεν συνδέεται με σχέση. Το σεξουαλικό κομμάτι είναι μια εκφόρτιση, μια ζωική κατάσταση, σαν να αποφορτίζεται μια εσωτερική ένταση. Σεξ συνδεδεμένο με κίνδυνο, ηδονή, ντροπή, κόμπος στο στομάχι, φόβος μην αποκαλυφτεί, ταχυπαλμία, πάγωμα, γίνεται αρπακτικό, σαν κάτι να ψάχνει, ένα κομμάτι κρέας που περιφέρεται. Το σεξ ήταν το νήμα που συνέδεε την οικογένειά του, ο πατέρας είχε εξωσυζυγικές σχέσεις, η μητέρα το ίδιο και αργότερα και για λεφτά, η θεία του πάλι εκδιδόταν, την αδελφή του την κακοποίησε σεξουαλικά ο πατέρας, ο ίδιος είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον ξάδελφό του.

Το πάρκο και το sex cinema παραπέμπει στην οικογένειά του. Σαν τις σχέσεις με τη  μάνα και τον πατέρα. Νιώθει, όπως λέει : «ένα σώμα που γαμιέται, η πόρνη μάνα του, ο εαυτός μικρό παιδί που περιφέρεται με αγωνία, άγχος και ένταση». Είναι ένα είδος αφοσίωσης στην «κουλτούρα» της οικογένειας, αφοσίωση σε αυτούς που τον πρόδωσαν. Ξαναστήνει το οικογενειακό σκηνικό, ξαναανασταίνει τους γονείς του απένθητους ζωντανούς-νεκρούς, οπότε δεν τους αποχωρίζεται. Είναι σαν ένα μνημείο τραύματος, ο καταναγκασμός της επανάληψης του τραύματος.

Μια άλλη στιγμή στη θεραπεία αναφέρει πως πηγαίνοντας στο  sex cinema  του ήρθε στο νου μια ανάμνηση. Θυμήθηκε που μικρό παιδί άκουγε γονείς του να κάνουν σεξ και το αντιλαμβανόταν ως κακοποίηση. Δηλαδή η ευχαρίστηση συνδεόταν με κακοποίηση. Νόμιζε πως η μητέρα υπέφερε, πως κακοποιείτο  από τον πατέρα του.΄Ηταν τελικά μια διέγερση όλο αυτό. Δεν τον προστάτευαν οι γονείς από τη μεταξύ τους σχέση. Δεν κλείναν οι πόρτες, όλα εκτεθειμένα, η σεξουαλικότητά τους σε πλήρη έκθεση, δεν υπήρχαν όρια και κανόνες.

Ο Ορέστης λέει πως αν δεν υπάρχει βία, δεν υπάρχει διέγερση. Στο σεξ θέλει να είναι εξουσιαστικός, επιθετικός, να βρίζει τον άλλον, να τον υποτάσσει, να τον ταπεινώνει, με αυτό τον τρόπο  διεγείρεται. Με τον φίλο του δεν φιλιέται στο στόμα όταν κάνουν έρωτα. Δεν θέλει τρυφερότητα στο σεξ.

Μια άλλη σύνδεση που γίνεται είναι με την εικόνα πατέρα του που εξαφανιζόταν από το σπίτι μέσω του σεξ (πήγαινε με άλλες γυναίκες). Σαν να ακολουθεί τα χνάρια του, σαν να κρατάει ένα είδος ταύτισης. Σε αυτούς τους χώρους βγάζει ένα βίαιο κομμάτι, του επιβήτορα, που επιλέγει, απορρίπτει, σαν «ταύτιση με τον επιτιθέμενο», έρχεται σε επαφή με ένα κομμάτι του πατέρα του που τον έχει πονέσει, και μέσω αυτού κρατάει τον έλεγχο. Δεν είναι τόσο ανίσχυρος, όσο όταν ήταν παιδί.

Λέει για τον πατέρα του: «Πώς να πονέσεις για κάτι που δεν είχες; Δεν μου επέτρεψε να είμαστε μαζί. Δεν είχα το βλέμμα του, τον λόγο του. Δεν συνθέθηκε μαζί μου, με κακοποίησε». Στο πάρκο και στο sex cinema επαναλαμβάνει αυτό που δεν είχε,  φοβάται να αφήσει το «αρνητικό», τη μη σχέση. Νιώθει διχασμένος, μια πλευρά του θέλει να απαλλαγεί  από αυτή τη σκοτεινή συνήθεια που τον κάνει να ντρέπεται, να θέλει να κρύβεται ή και να λέει ψέματα για να μην τον πάρει είδηση ο άλλος. Αυτή η πλευρά του αναγνωρίζει ότι λειτουργεί υπονομευτικά για τη σταθερή σχέση που έχει με τον σύντροφό του, εξαπατά τον άλλον και ίσως δεν έρχεται σε επαφή με τον φόβο να κινδυνέψει να τον αφήσει ο άλλος.  Μια άλλη πλευρά του πάλι σαν να έχει ανάγκη να είναι εκεί στο sex cinema, ξαναζεί αγωνία, ντροπή, ταχυπαλμία, μοναξιά, ξαναζεί το ότι ήταν ως παιδί κακοποιημένο, τραυματισμένο. Έχει εικόνες, αλλά δεν θυμάται πώς αισθανόταν. Σαν να ξαναζεί άγχος αφανισμού και καθησυχάζει ότι δεν θα εξαφανιστεί. Πόσο έτοιμος είναι να αποχωριστεί τους γονείς κακοποιητές του; Είναι γνωστό ότι η διαδικασία του πένθους είναι πιο δύσκολη, όταν πρέπει κανείς να αφήσει κάτι που δεν είχε ποτέ.

Σε μια από τις τελευταίες μας συναντήσεις ο Ορέστης αναφέρει κάτι που έζησε στο  sex cinema και τον προβλημάτισε. Πήγε να βρεθεί σεξουαλικά με έναν παντρεμένο και όταν είδε τη βέρα του πάγωσε και προς στιγμή  σκέφτηκε «αν είναι ο άντρας της θεραπεύτριάς μου»; «δεν θέλω να την πληγώσω, είναι ένας σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου που με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου». Αποσταθεροποιήθηκε, δεν είχε όρεξη για σεξ. Έφυγε από τον χώρο γεμάτος ενοχή. Παλαιότερα, ενδεικτικό της καταστροφικότητας και του φθόνου μέσα στον οποίο λειτουργούσε, αξίζει να αναφέρουμε πως είχε  βρεθεί σεξουαλικά  με τον πρώην άντρα της αδελφής του. Σε αυτή τη φάση έρχεται η εσωτερίκευση της ενοχής. Για πρώτη ίσως φορά συνειδητοποιεί και βιώνει ότι υπάρχουν κανόνες, απαγορεύσεις που προστατεύουν τους ανθρώπους από τα ένστικτα και τις καταστροφικές παρορμήσεις.  Στο σπίτι του ποτέ δεν υπήρχαν τέτοια όρια και κανόνες. Όλα μπορούσαν να συμβούν και να γίνουν γι' αυτό και η πραγματικότητα  γινόταν τραυματική, συνθλιπτική, αφόρητη.

Η θεραπευτική σχέση που δημιουργήσαμε με τον Ορέστη κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσε το υποκατάστατο της συναισθηματικής στήριξης που είχε στερηθεί στη ζωή του. Σχεδόν επτά χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση ο Ορέστης αναγνωρίζει πλέον καλά και σταθερά κομμάτια στη ζωή του σε σχέση με το παρελθόν, που όλα ήταν ρευστά και ασυνεχή και ο ίδιος είχε μια ξεχειλωμένη ταυτότητα. Έχει αλλάξει το πώς αισθάνεται για τις συναντήσεις μας. Παίρνει μαζί του και σκέφτεται αυτά που λέμε, ενώ παλιά δεν μπορούσε να τα εσωτερικεύσει και τα ξεχνούσε. Νιώθει πιο ήρεμος με τον εαυτό του και τολμά να είναι πιο αληθινός με τα συναισθήματά του. Έχει σταθερή σχέση εδώ και τέσσερα χρόνια, εργασία από την οποία αντλεί αναγνώριση και αποδοχή, σπίτι που το νιώθει πλέον φιλόξενο και ασφαλές (χρειάστηκε βέβαια να κάνει αρκετές μετακομίσεις όλο το διάστημα που συναντιόμαστε θεραπευτικά). Επιπλέον έχει σταματήσει να πηγαίνει στο πάρκο αναγνωρίζοντας την επικινδυνότητα του μέρους, ακόμη βέβαια κρατάει, με μικρή μείωση, τις επισκέψεις στο sex cinema. Το να μην πηγαίνει εκεί είναι ένα είδος απελευθέρωσης από τη σκοτεινή και ντροπιασμένη πλευρά εαυτού του. Όσο πηγαίνει στο sex cinema κρατάει ένα ίχνος ντροπής μέσα σε μια νέα ταυτότητα εαυτού που μπορεί πλέον να νιώθει περηφάνεια για όσα κατάφερε, παρόλες τις στερήσεις και τις εγκαταλήψεις που είχε βιώσει στη ζωή του.

 

 

Αναστοχασμός και θεραπεία

Υπό την επίδραση των μεταμοντέρνων ιδεών το πεδίο της συστημικής θεραπείας εμπλουτίστηκε με έννοιες όπως  ατομική  και κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας, νοήματα, πεποιθήσεις, αφήγηση, γλώσσα, διάλογος, αναστοχασμός. Υπήρξε μια μετακίνηση από την έμφαση στη συμπεριφορές και στις αλληλεπιδράσεις στη γλώσσα, τα νοήματα και τις αφηγήσεις. H Hoffman (1985, 1992) περιγράφει τη στροφή της θεραπείας προς τη δεύτερη κυβερνητική περισσότερο σαν μια διαφορετική στάση παρά σαν μια διαφορετική μέθοδο θεραπείας, μια μετακίνηση προς την αναστοχαστικότητα.

Ο καθρέφτης, βασικό εργαλείο παρέμβασης στην οικογενειακή θεραπεία της πρώτης κυβερνητικής από μονόδρομος (όπου η ομάδα πίσω από τον καθρέφτη, μυστικά συσκέπτεται, στέλνει μηνύματα και προτείνει παρεμβάσεις),  μετατράπηκε σε διπλής όψης με τη λεγόμενη αναστοχαστική ομάδα (reflecting team, Αndersen, 1991). H ομάδα αντανακλά, καθρεφτίζει, αναστοχάζεται καθώς ακούει την οικογένεια και τον θεραπευτή φέρνοντας στο προσκήνιο διαφορετικές οπτικές και εναλλακτικούς τρόπους κατανόησης της πραγματικότητας. Ο διάλογος της ομάδας γίνεται παρουσία της οικογένειας και του θεραπευτή και η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι συνεργατική, συνεκτική, θετική,  που σέβεται και ενισχύει τη διαφορετικότητα και την πολυφωνία και μέσω αυτής ενδέχεται να αναδυθούν νέα νοήματα και δράσεις. Στην ουσία αυτός ο διάλογος της ομάδας, ως συμμετέχουσας σε μια αμοιβαία διαδικασία έκφρασης και ανταπόκρισης, δίνει τη δυνατότητα στα μέλη της οικογένειας να εσωτερικεύσουν ένα διαφορετκό τρόπο συνδιαλλαγής που ανοίγει χώρο σε νέα νοήματα και σημασίες που δεν είχαν πρωτύτερα ειπωθεί. Σύμφωνα με τον Bakhtin (1986) η κατανόηση είναι μια ενεργητική διεργασία ανταπόκρισης, που γεννιέται μέσα από τη συμμετοχή σε συζητήσεις. To νόημα αναδύεται μέσα από τις ιδιαιτερότητες της διαλογικής ανταλλαγής των μελών τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και όχι στο μυαλό του καθενός, αλλά μάλλον στον διαπροσωπικό χώρο ανάμεσά τους (Βakhtin, 1984). Καθώς αυτός ο πολυφωνικός λόγος εσωτερικεύεται πλήρως, δημιουργεί τα θεμέλια της εσωτερικής ομιλίας που είναι βασική για τη ρύθμιση της δράσης και του συναισθήματος (Seikkula and Trimble, 2005). Η ιδέα αυτή συνηχεί με τη λειτουργία του μητρικού καθρεφτίσματος, μέσω του οποίου το βρέφος σταδιακά αποκτά  την ικανότητα για συναισθηματική ρύθμιση και έλεγχο των παρορμήσεών του (Allen & Fonagy, 2002) καθώς και  ικανότητα αναστοχασμού (reflective function), (Fonagy et al., 1991).

Η δημιουργία της αναστοχαστικής ομάδας σημασιοδότησε το πέρασμα από έναν μονολογικό, μονομερή, κατευθυντικό τρόπο  διερεύνησης  σε μια συμμετοχική, διαλογική, πολυφωνική, μη κατευθυντική διεργασία βασιζόμενη στην υποκειμενική και πλουραλιστική άποψη για τη γνώση υπό την επίδραση των ιδεών του κονστρουκτιβισμού και του κονστρουξιονισμού.

Η αναστοχαστική διερεύνηση  μπορεί να διευκολύνεται όταν ο θεραπευτής δουλεύει με ομάδα, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και όταν δουλεύει μόνος του με την οικογένεια ή και το άτομο. Ο Tomm (1987, 1988) είχε αναπτύξει έναν τύπο ερωτήσεων που τις ονόμαζε αναστοχαστικές, μέσω των οποίων διερευνούσε εναλλακτικές ή διαφορετικές πιθανότητες, αναζητώντας συνδέσεις ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα νοημάτων στο οικογενειακό σύστημα οδηγώντας σταδιακά το άτομο ή την οικογένειά που είχε απέναντί του στην αυτοίαση. Αντίστοιχα ο Byng-Hall (1995) υποστήριζε τη σημασία, όταν δούλευε μόνος του, της επικοινωνίας και του μοιράσματος με τα μέλη της οικογένειας των συναισθημάτων που μπορεί να ένιωθε μαζί τους κατά τη διάρκεια των συνεδριών, οπότε η οικογένεια κατά κάποιον τρόπο γινόταν η ομάδα του.

Επιπλέον, μια σειρά από αναστοχαστικές πρακτικές  αναδύθηκαν  μέσα από την ανάπτυξη της αφηγηματικής και της διαλογικής θεραπείας (White, 2000, 2007; White and Epston, 1990, Anderson, 1997, Seikkula, 1993, 2008; Seikkula & Olson, 2003, Seikkula and Arnkil, 2006; Seikkula and Trimble, 2005, Βertrando, 2007, Rober, 2002, 2005, Andersen, 1995; etc).

Μέσα σε αυτές τις θεωρητικές εξελίξεις αναδύθηκε η εικόνα ενός θεραπευτή μη αντικειμενικού παρατηρητή, που συμμετέχει με την αυτοαναφορά του, τις σκέψεις και  και τα συναισθήματά του στο σύστημα που παρατηρεί, συγκατασκευάζοντας με τους θεραπευόμενούς του νοήματα που δημιουργούν δυνατότητες για νέες  διευρυμένες επιλογές. Ο θεραπευτής είναι λιγότερο παρεμβατικός και περισσότερο αναστοχαστικός, σε επαφή με τις εσωτερικές φωνές του, κάνει τον εσωτερικό του διάλογο (Rober,  1999),  σκέφτεται γι αυτά που αισθάνεται σε σχέση με τα θέματα  που φέρνουν οι θεραπευόμενοι και προσπαθεί να ανταποκριθεί με τρόπο  που θα ανοίξει χώρο σε νέα νοημάτα και ιστορίες που δεν έχουν ειπωθεί (Rober, 2011).

Εν γένει, η αναστοχαστική μέθοδος είναι μια δυναμική διαδικασία που έχει ως αφετηρία της την αμφιβολία και την αμφισβήτηση παγιωμένων πρακτικών, την κριτική σκέψη, τη συμμετοχή σε διάλογο, την αναζήτηση δημιουργικών συνδέσεων και την κατανόηση. Είναι η διαδικασία κατά την οποία κάτι που ακούμε ή παρατηρούμε, το παίρνουμε πίσω και το σκεφτόμαστε πριν ανταποκριθούμε (Burnham, 2005).  Μέσω αυτής της διαδικασίας είμαστε σε θέση να παρατηρούμε και να σκεφτόμαστε γύρω από τις ενέργειες και αντιδράσεις μας, οπότε οδηγούμαστε  σε βαθύτερη κατανόηση και νοηματοδότηση της δράσης μας στο εκάστοτε πλαίσιο. Ο Burnham (2005)  αναφέρθηκε στη σχεσιακή αναστοχαστικότητα ως δiεργασία και πρακτική μέσω της οποίας θεραπευτές και θεραπευόμενοι πειραματίζονται, αναπτύσσουν και επεξεργάζονται τρόπους σχετίζεσθαι που ενέχουν θεραπευτικές δυνατότητες.Τη στιγμή που ο θεραπευτής αρχίζει να αναστοχάζεται σχετικά με την επίδραση της δικής του στάσης και των δικών του υποθέσεων, τότε κατακτά μια θέση που είναι ηθική όσο και θεραπευτική (Cecchin et al., 2009). Eπιπλέον, o θεραπευόμενος σταδιακά  εσωτερικεύει μια ανάλογη αναστοχαστική  στάση σε σχέση με τον εαυτό του και τις σχέσεις του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ψυχοθεραπεία μπορεί να κατανοηθεί ως μια προσπάθεια να αναπτυχθεί η αναστοχαστικότητα του ατόμου, η ικανότητά του να παρατηρεί και να σκέφτεται για τον εαυτό του, τη ζωή του και τις σχέσεις του με συνοχή και νόημα. Mέσω της θεραπευτικής διεργασίας και της σχέσης που θα χτίσει με τον θεραπευτή του το άτομο θα νιώσει ασφάλεια να εξερευνήσει τον εσωτερικό του κόσμο, να νοηματοδοτεί τις εμπειρίες του, να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του τις σκέψεις του και να τα εκφράσει σε ιστορίες και αφηγήσεις που θα ανταποκρίνονται στην εμπειρία του . 

Η έννοια της αναστοχαστικότητας και της εννόησης κατά κάποιον τρόπο αποτελεί μια ενοποιητική γέφυρα ανάμεσα στη συστημική προσέγγιση, την ψυχαναλυτική και τη θεωρία της συναισθηματικής πρόσδεσης Γνώσεις σχετικά με αυτές τις έννοιες δημιουργήθηκαν μέσα από εκτεταμένες εμπειρικές έρευνες του ψυχαναλυτή  Fonagy και των συναδέλφων του  (Fonagy, 2001; Fonagy et al., 1991, Bateman and Fonagy, 2006) καθώς από και την ερευνητική δουλειά της Main και των συνεργατών της (Main et al., 1985, Main, 1991). Ενδιαφέρον υπήρξε το εύρημα ότι ο τύπος της συναισθηματικής πρόσδεσης του παιδιού προς καθε γονέα μπορούσε να προβλεφθεί με μεγάλη ακρίβεια όχι μόνο από τον τύπο προσδεσης του γονέα, όπως μετρήθηκε κατά τη διάρκεια της κύησης του παιδιού (Fonagy et al.1991b) αλλά πολύ περισσότερο από την ικανότητα των γονιών να κατανοήσουν τις  σχέσεις τους με τους γονείς τους (Fonagy  et al., 1991a). Αντίστοιχα, η Μain συνέδεσε τον ασφαλή δεσμό των παιδιών με τους γονείς τους με την δυνατότητα των γονιών τους να αφηγούνται τα σχετικά με τη δική τους παιδική ηλικία και για τη σχέση τους  με τους γονείς τους με συνοχή, ανεξάρτητα από τυχόν τραυματικές εμπειρίες.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των παραπάνω ερευνών, η δυνατότητα του ατόμου να επεξεργαστεί συναισθηματικά και να να νοηματοδοτήσει τα επώδυνα γεγονότα της ζωής του  είναι καθοριστικής σημασίας για την αίσθηση ασφάλειάς του.   Όταν  το άτομο είναι σε θέση να μιλάει με συνοχή και σαφήνεια για τις εμπειρίες της ζωής του και για το παρελθόν του, όσο πόνο και αν περιέχει, χωρίς άρνηση ή υπερχείλιση συναισθήματος, αποτελεί ένδειξη ασφάλειας και αναστοχαστικής δυνατότητας, η οποία στην ουσία  λειτουργεί προστατευτικά  και εμποδίζει τη μετάδοση ανασφαλών σχέσεων πρόσδεσης στην επόμενη γενιά (Main et al.,1984) Αυτά τα ευρήματα  στηρίζουν την αξία της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας και μπορούν να αξιοποιηθούν στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε τους θεραπευόμενούς μας να σπάσουν φαύλους κύκλους αρνητικών διαγενεακών μοτίβων και να απελευθερωθούν από τις δυσμενείς επιδράσεις του παρελθόντος τους (βλ. και Θανοπούλου, 2013).

 

 

Η  θεραπεία ως  τόπος ασφάλειας

   Εκεί όπου υπήρχε τρομακτικό κενό…τώρα ξεπροβάλλει μια
πλούσια ζωή. Δεν  είναι ο γυρισμός στο σπίτι μας, μιας και
αυτό το σπίτι δεν υπήρξε ποτέ πριν.  Είναι η ανακάλυψη
ενός  σπιτιού….
                             Arthur Miller, 1983        

 

Η θεραπεία είναι μια εν δυνάμει επιδιορθωτική συναισθηματική εμπειρία που συνυφαίνεται και συγκατασκευάζεται μέσω της σχέσης  που θα χτίσουν θεραπευτής και θεραπευόμενος. Η αποτελεσματική θεραπεία, όπως η επαρκώς καλή γονική φροντίδα, παρέχει τον ασφαλή τόπο μέσα στον οποίον ο θεραπευόμενος θα επεξεργαστεί ευαίσθητα συναισθηματικά θέματα της ιστορίας του, με τρόπο που θα εμπλουτίζει και θα διευρύνει την αντίληψη της πραγματικότητας του και θα τον οδηγεί σε μια πιο συνεκτική αίσθηση της ιστορίας του.

Όπως ξέρουμε,  στο χτίσιμο του ασφαλούς τόπου συμβάλλει τόσο  η εμπειρία ότι ο θεραπευτής  είναι σε θέση  να αναγνωρίσει και να καταλάβει τι συμβαίνει εντός του ψυχισμού του θεραπευόμενου, όσο και η βίωση της δυνατότητας για συναισθηματική επανόρθωση σε αντιστάθμισμα των πρωταρχικών τραυματικών σχέσεων.

Το βλέμμα, η διαθεσιμότητα, η συναισθηματική ανταπόκριση και οι παρεμβάσεις του θεραπευτή παρέχουν μια μορφή εμπειρίας και αλληλεπίδρασης που εσωτερικεύεται και ανασυγκροτεί τον εσωτερικό κόσμο του θεραπευόμενου, ο οποίος μέσω αυτής της διεργασίας σταδιακά μαθαίνει να παρατηρεί και να στοχάζεται για τον εαυτό του και τις σχέσεις, ανοίγοντας χώρο στην αυτονομία του και στον αυτοπροσδιορισμό του.

Όπως εύστοχα αναφέρει ο Havens (2012) ψυχοθεραπεία είναι το όνομα που δίνουμε στις προσπάθειες να μελετήσουμε και να βελτιώσουμε το πώς βιώνει και το πώς βλέπει κανείς τα πράγματα -την υποκειμενικότητα του - με τη βοήθεια της υποκειμενικότητας του θεραπευτή. Μέσα από τη διυποκειμενική ματιά γίνεται κατανοητό πώς ο ίδιος ο θεραπευτής συμμετέχει στο τρόπον που η σχέση βιώνεται και εξελλίσεται, επηρεάζει τον θεραπευόμενο αλλά και επηρεάζεται από αυτόν.

Η θεραπεία λοιπόν είναι μια διυποκειμενική συνάντηση μέσω της οποίας ο θεραπευτής  στοχεύει στο να δημιουργηθεί ένας ενδιάμεσος, ασφαλής, μεταβατικός τόπος που θα επιτρέψει στον θεραπευόμενο να εξερευνήσει και να επεξεργαστεί  πλευρές της εμπειρίας του  που  λόγω του τραύματος παρέμεναν  ασύνδετες και ανοηματοδότητες, με στόχο να κατακτήσει την απαρτίωση και τη συγκρότηση .

Ο θεραπευτής σαν την επαρκώς καλή μητέρα φιλοξενεί και υποδέχεταιτον αμεταβόλιστο πόνο του θεραπευόμενου του και τον βοηθά να ανοίξει χώρο, να μιλήσει για  εμπειρίες που δεν είχε βρει τις λέξεις για να τις αναπαραστήσει καθώς και να αναγνωρίσει και να εκφράσει  συναισθήματα που ίσως τον τρόμαζαν να τα σκεφτεί μόνος του. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η θεραπεία ενδέχεται να αποτελέσει  μια άλλη πατρίδα, πιο φιλόξενη και ζεστή από τον τόπο καταγωγής του θεραπευόμενου, έναν  ψυχικό  τόπο όπου ο θεραπευόμενος  μπορεί επιτέλους να δημιουργήσει εκείνο που ποτέ δεν του πρόσφεραν οι σημαντικοί δικοί του.

 

 

Βιβλιογραφία

Allen, J. G., Fonagy, P., & Bateman, A. (2008). Mentalizing in Clinical Practice. Washington:  American Psychiatric Press.

Allen, J. G., Fonagy, P. (2002). The development of mentalizing and its role in psychopathology and psychotherapy. Topeka, KS: Menninger Clinic, Research Department.

Andersen, T. (1991). The reflecting team: Dialogues and dialogues about the dialogues. New York: Norton.

Andersen, T. (1995). Reflecting processes; acts of informing and forming: you can borrow my eyes but you must not take them away from me!. In S. Friedman (ed.) The Reflecting Team in Action: Collaborative Practice in Family Therapy (pp. 11– 37). New York: Guilford Press.

Anderson, H. (1997) Conversation, Language and Possibilities: A Postmodern Approach to Therapy. New York: Basic Books.

Ayers, M. (2003) Mother-Infant Attachment and Psychoanalysis – The Eyes of shame. Hove and New York, Brunner-Routledge.

Bakhtin, M. (1986). Speech, genre and other late essays. Caryl Emerson and Michael Holquist, eds. Vern McGee, trans. Austin: University of Texas Press.

Bakhtin, M. (1984) Problems of Dostoevsky’s Poetics. Minnesota, MN: University of Minneapolis Press.

Bateman, A. and Fonagy, P. (2006) Mentalization-based Treatment for Borderline Personality Disorder. Oxford: Oxford University Press.

Bertrando, P. (2007). The Dialogical Therapist: Dialogue in Systemic Practice. London: Karnac.

Broucek, F.J. (1982). Shame and its relationship to early narcissistic developments. International Journal of Psycho-analysis , 63 : 369-378.

Burnham, J. (2005).  Relational Reflexivity: A tool for socially constructing therapeutic relationships. In C. Flaskas, B. Mason, A. Perlez (Eds). The Space Between: Experience, Context and Process in the Therapeutic Relationship. UK: Karnac Books.

Byng-Hall, J. (1995). The nature of scripts. In J.Byng-Hall, Rewriting Family Scripts Rewriting Family Scripts: Improvisations and Systems Change (pp. 23–40). New York: Guildford Press.

Campbell, D. (1994). Breaching the shame shield: Thoughts on the assessment of adolescent child sexual abusers. Journal of the Association of Child Psychotherapists, 20(3): 309-326.

Cecchin, G., Lane, G. Ray,W. (2009). Ασέβεια: Μια στρατηγική επιβίωσης για θεραπευτές. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Cyrulnic, B. (2012). Mourir de dire. Lahonte. Ed.: OdileJacob.

Erlich, S. (2010). Τίνος είναι το τραύμα; Ατομικές, ομαδικές και κοινωνικές προοπτικές. Δελτίο της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, τεύχος 41, σελ. 4-6.

Fonagy, P., Steele, M., Steele, H., Moran, G., & Higgins, A. (1991). The capacity for understanding mental states: the reflective self in parent and child and its significance for security of attachment. Infant Mental Health Journal, 12: 201-18.

Fonagy, P. (2001). Attachment Theory and Psychoanalysis. New York: Other Books.

Fonagy, P., Steele, Moran, G. et al. (1991b). Measuring the Ghost in the Nursery: Α Summary of the Main Findings of the Anna Freud Centre/University College London Parent -Child Study. Bulletin of the Anna Freud Centre 14: 115-131.

Fonagy, P., Steele, M. & Steele, H. (1991a). Mental representations of attachment during pregnancy predict the organization of infant-mother attachment at one year of age. Child Development, 62: 891-905.

Gergely, G., & Watson, J. (1996). The social biofeedback model of parental affect-mirroring. International Journal of Psycho-Analysis, 77, 1181 – 1212.

Gergely, G. & Watson, J. (1999). Early social-emotional development:  Contingency  perception and the social biofeedback model. In P. Rochat  (Ed.), Early social cognition: Understanding others in the first months of  life. Hillsdale, N. J.: Erlbaum. 

Hoffman, L. (1985).Beyond power and control: Toward a "second order" family systems therapy. Family Systems Medicine, Vol 3(4) 381-396.

Hoffman, L. (1992). A reflexive stance for family therapy.In S. McNamee & K.J. Gergen (Eds.), Therapy as social construction (pp. 7–24). London: Sage.

Havens, L. (2012). Ένας τόπος ασφαλής. Προετοιμάζοντας το έδαφος της ψυχοθεραπείας.  Αθήνα: Άγρα.

Ηolmes, J. (2001). The search for the Secure Base. Attachment Theory and Psychotherapy. East Sussex: Brunner- Routledge.

Κιουρτσάκης, Γ. (2015). Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου. Αθήνα:Πατάκης.

Lacan, J. (1991). Seminaire  XVII, L' envers de la psychoanalyse. Ed.: Seuil.                      

Mάτσα, Κ. ( 2013 ) . Ταπείνωση και Ντροπή. Γυναίκες Τοξικομανείς. Αθήνα: Άγρα.                                       

Main, M., Kaplan, N. & Cassidy, J. (1985). Security in infancy, childhood, and adulthood: Α move to the level of representation. In I. Bretherton & E. Waters (Eds.), Growing points of attachment theory and research (Monographs of the Society for Research in Child Development, Vol. 50, Serial No.209, Nos. 1-2. Chicago: University of Chicago Press.                                     

Main, M. (1991) Metacognitive knowledge, metacognitive monitoring, and singular (coherent) vs. multiple (incoherent) model of attachment: findings and directions for further research. In C. M. Parkes, J. Stevenson-Hinde and P. Marris (eds),Attachment Across the Life Cycle (pp. 127–159). London: Routledge.                                     

Main, M., & Goldwyn, R. (1984). Predicting rejection of her infant from mother's representation of her own experience: Implications for the abused-abusing inergenerational cycle. Child Abuse and Neglect, 8, 203-217.

Morrison AP (1989). Shame: The underside of narcissism. Hillsdale, N.J.:  Analytic Press.

Rizzuto A.M.,(1991). Shame in psychoanalysis: The function of unconscious fantasies. International Journal of  Psychoanalysis, 72: 297–312.

Rober, P. (2002) Constructive hypothesizing, dialogic understanding and the therapist's inner conversations: some ideas about knowing and not-knowing in the family therapy session. Journal of Marital and Family Therapy, 28: 467–478.

Rober, P. (2005) The therapist's self in dialogical therapy: some ideas about not-knowing and the therapist's inner conversation.Family Process, 44: 461–475.

Rober, P. (1999). The therapist's inner conversation in family therapy practice: some ideas about the self of the therapist, therapeutic impasse, and the process of reflection. Family Process, 38 (2),209-28.

Rober, P. (2011). The therapist’s experiencing in family therapy practice. Journal of Family Therapy, 33: 233–255.

Seikkula, J., &. Trimble, D. (2005) Healing elements of therapeutic conversation: Dialogue as an embodiment of love. Family Process, 44, 461–475.

Seikkula, J. (1993). The aim of the work is to generate dialogue: Bakhtin and Vygotsky in family session. Human Systems, 4: 33–48.

Seikkula, J. (2008). Inner and outer voices in the present moment of family and network therapy. Journal of Family Therapy, 30: 478–491.

Seikkula, J., & Olson, M.,E.(2003). The open dialogue approach to acute psychosis: Its poetics and micropolitics. Family Process, 42:403–418.

Seikkula, J. and Arnkil, T. E. (2006). Dialogical Meetings in Social Networks. London: Karnac.

Schore, A. (2003). Affect regulation and the repair of the self. New York, NY: Norton.

Stern, D., N. (1985). The interpersonal world of the infant:  A view of psychoanalysis and developmental psychology. New York : Basic Books.

Tisseron, S. (1992). La honte. Psychoanalyse d' un lien social. Ed.: Dunod.

Τomkins, S. (1962).  Affect, Imaginery, Consciousness. Vol. 2: The positive affects. New York: Springer.

Tomm, K (1987). Interventive Interviewing, part II: Reflexive Questions as a means of self healing. Family Process, 26: 167-183.

Tomm, K. (1988) Interventive interviewing, part III: Intending to ask lineal, circular, strategic or reflexive question? Family Process, 27: 1–15.

Trevarthen, C.(1979). Communication and cooperation in early infancy. A description of primary intersubjectivity. In M. Bullowa (Ed.), Before speech the beginning of human communication. Cambridge, England: CambridgeUniversityPress.

Ζαχαρακοπούλου, Ε. ( 2011). Η ντροπή και το αίσθημα αφανισμού του παιδιού που καθρεπτίζεται στα μάτια της μητέρας. Οιδίπους, τεύχος , 5 : 161- 172.

Θανοπούλου, Κ. (2013). Ο δεσμός και το νόημα ως αντίδοτα στο τραύμα. Η συμβολή της θεωρίας της συναισθηματικής πρόσδεσης στη θεραπεία ενηλίκων που έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες. Ηλεκτρονικό Περιοδικό Συστημική Σκέψη και Ψυχοθεραπεία, τεύχος 3.

Winnicott, D. W. (1971). Mirror-Role of mother and family in child development. In Playing and reality.  London : Tavistock.

Wurmser , L. (1981). The mask of shame. Baltimore, MD: Johns Hopkins UP.

White, M. (2000). Reflecting teamwork as definitional ceremony revisited. In M. White (ed.), Reflections on Narrative Practice: Essays and Interview (pp. 59–85). Adelaide: Dulwich Centre Publications.

White, M. (2007). Maps of Narrative Practice. New York: W.W.Norton.

White, M. and Epston, D. (1990). Narrative Means to Therapeutic Ends. New York: W.W. Norton.