Articles

Κώστας Α. Ζερβός1

 


Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής
 
 
 
Περίληψη
 
Εξετάζονται οι πρώτες ραψωδίες της Οδύσσειας, μέσα από την οπτική της απουσίας του πατέρα. Θεωρείται ότι κατά την ανάπτυξη του κειμένου δίνεται στον αναγνώστη η δυνατότητα να παρακολουθήσει τη συγκρότηση της αναπαράστασης του πατέρα. Με βάση αυτή την αφήγηση θίγονται έννοιες όπως είναι η πρωτογενής πρωκτικότητα, η διαστροφική κουλτούρα, ο ευφημισμός, και η διαφορά της έννοιας της εξουσίας από την έννοια της δύναμης.

Λέξεις Κλειδιά: Οδύσσεια, Τηλέμαχος, πατέρας, αρνητικό, πρωτογενής πρωκτικότητα, ευφημισμός, διαστροφική κουλτούρα.

 

Είναι γνωστό ότι η Οδύσσεια ξεκινάει περιγράφοντας ένα αδιέξοδο. Έχουν περάσει  δέκα χρόνια από το τέλος του δεκαετούς πόλεμου, ο Οδυσσέας δεν έχει επιστρέψει, είναι άγνωστο αν ζει ή πέθανε, και το παλάτι του έχει κατακλυστεί από μνηστήρες που διεκδικούν τη γυναίκα του και κατασπαταλούν την περιουσία του. Δεν υπάρχει κανείς να επιβάλει την τάξη. Η πρώτη ραψωδία του ποιήματος δεν τσιγκουνεύεται τις εικόνες προκειμένου να περιγράψει την κουλτούρα ανομίας και διαφθοράς που επικρατεί όσο λείπει ένας πατέρας: οι μνηστήρες, αρχοντόπουλα όλοι του τόπου, εγκατεστημένοι στις αυλές και τα δώματα του ξένου παλατιού, παίζουν ζάρια καθισμένοι σε τομάρια βοδιών από τα κοπάδια του Οδυσσέα που έχουν σφάξει οι ίδιοι για τα συμπόσια τους. Κήρυκες και έφηβοι του παλατιού, τους υπηρετούν, ψήνουν τα σφαγμένα ζώα, φέρνουν πλεχτά πανέρια με ψωμί, και δίσκους με κομματιασμένα κρέατα κάθε λογής (αρνιά, κριάρια, χοίρους, βόδια), σμίγουν στους ξέχειλους κρατήρες νερό με κρασί, σερβίρουν σε χρυσά λαγήνια και αργυρά λεβέτια, κάθονται σε θρόνους και αναπαυτικά καθίσματα, τραγουδούν και χορεύουν κάτω από τους γλυκούς ήχους της κιθάρας του κιθαρωδού Φήμιου. Ατιμώρητοι, ρημάζουν ξένα αγαθά, ξεδιάντροποι και ξιπασμένοι: «υβρίζοντες υπερφιάλως» λέει το κείμενο. Και στην συνέχεια: «νεμεσσήσαιτο κεν ανήρ / αίσχεα πολλ’ όρόων, ός τις πινητός γε μετέλθοι.»: «θα αγανακτούσε», λέει ο ποιητής, «βλέποντας αυτά τα αίσχη, κάποιος συνετός». Κανείς όμως δεν αγανακτεί.

   Όταν στη συνέχεια, στη δεύτερη ραψωδία, θα συγκαλέσει ο Τηλέμαχος για πρώτη φορά από τότε που έφυγε ο Οδυσσέας την Ιθακησίων αγορά, κανείς, από τους πάμπολλους άρχοντες του τόπου, δεν θα καταδικάσει τη συμπεριφορά των μνηστήρων. Σαν να είναι όλοι τυφλοί. Εκτός από ελάχιστους: τον Τηλέμαχο, ο οποίος έχει αφυπνιστεί από τη μεταμορφωμένη σε παλιό φίλο του Οδυσσέα θεά Αθηνά, τον Μέντορα, τον οποίο έχει ορίσει φεύγοντας ο Οδυσσέας διαχειριστή της περιουσίας του, και τον οιωνοσκόπο Μαλιθέρση. Στη διάρκεια της συνέλευσης θα εμφανιστούν επάνω από την αγορά δυο αετοί χτυπώντας τις φτερούγες τους και στη συνέχεια θα απομακρυνθούν ξεσχίζοντας τον λαιμό και τα μάγουλα ο ένας του άλλου. Ο Μαλιθέρσης θα προβλέψει μέσα απ’ αυτό το συμβάν την έλευση του Οδυσσέα και τον φόνο των μνηστήρων. Κανείς δεν θα τον πάρει στα σοβαρά. Το βίωμα του άγχους σήματος είναι ακόμη ανέφικτο. Κάτι έχει όμως κερδηθεί: πρόκειται για τη δημόσια καταγραφή του ενδεχόμενου της έλευσης του πατέρα και της επιβολής του νόμου.

  Πριν κατευθυνθεί όμως προς την αγορά, ο Τηλέμαχος έχει ζήσει, με παρότρυνση της μεταμορφωμένης θεάς Αθηνάς, όπως είπαμε, μια εμπειρία αφύπνισης. Η Αθηνά έχει βρεθεί στην Ιθάκη γιατί το έχουν αποφασίσει οι θεοί. Στη συνέλευση των θεών όπου θα αποφασιστεί η άρση του αδιεξόδου, ο πατέρας όλων, ο Δίας, θα θέσει δύο ζητήματα. Σας θυμίζω την περίφημη φράση του:

«Αλίμονο, είναι αλήθεια ν’ απορείς που θέλουν οι θνητοί να ρίχνουν

στους θεούς τα βάρη τους˙ έρχεται λένε το κακό από μας –

κι όμως οι ίδιοι, κι από δικό τους φταίξιμο, πάσχουν και βασανίζονται»

(μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτη)

Και στη συνέχεια σαν παράδειγμα, θα χρησιμοποιήσει την περίπτωση του Αίγισθου, ο οποίος παρά τις προειδοποιήσεις των θεών, έσμιξε με την Κλυταιμνήστρα, τη  γυναίκα ενός Ατρείδη, σκότωσε τον Αγαμέμνονα και στη συνέχεια υπέστη τις φοβερές συνέπειες από τον Ορέστη. Η γενική διαπίστωση που κάνει ο πατέρας των θεών αναφέρεται στην υποκειμενικότητα και την ευθύνη, και το παράδειγμα στον κίνδυνο της αιμομιξίας και της πατροκτονίας. Αυτό που πρέπει να γίνει λοιπόν προκειμένου να αρθεί το αδιέξοδο, είναι να πάψει ο Τηλέμαχος να υφίσταται παθητικά, ως μνηστήρας, τις ενορμητικές του πιέσεις, (να καταλάβει δηλαδή ότι πρόκειται για δικές του ψυχικές κινήσεις και ότι βρίσκονται στο δικό του πεδίο ευθύνης) και να συνειδητοποιήσει τους κινδύνους που εγκυμονεί το ενδεχόμενο να ενδώσει σ’ αυτές (τον φόνο και την ατέρμονη ανταπόδοση).

    Πώς το καταφέρνει αυτό η μεταμορφωμένη θεά; Η Αθηνά παρουσιάζεται ως ο παλιός φίλος του Οδυσσέα Μέντης (ως μέρος μιας ζωντανής δηλαδή μνήμης) και βρίσκει τον Τηλέμαχο να συμποσιάζεται μαζί με τους μνηστήρες στο σπίτι του: ο Τηλέμαχος παρουσιάζεται κατ’ αρχήν ως ένας μεταξύ των μνηστήρων. Η παρέμβαση της στη συνέχεια αφορά κατ’ αρχήν στη γλώσσα. Η στιχομυθία θεάς και παιδιού είναι συγκινητική: προκειμένου να αναφερθεί στον πατέρα του ο Τηλέμαχος ψάχνει για χαρακτηρισμούς. «Ένας που τα λευκά του οστά, κάπου αφημένα στη στεριά, τα σάπισε η νεροποντή», ή «αφανισμένος με θάνατο άσχημο». Η Αθηνά θα απαντάει διαφορετικά, «ο πατέρας σου», «ο θείος Οδυσσεύς», «του Οδυσσέα είσαι ο δικός του γιος», «δεν είδα πια τον Οδυσσέα». Ο Τηλέμαχος σαν να μην ακούει το όνομα «Οδυσσέας» ή το ουσιαστικό πατέρας που χρησιμοποιεί η Αθηνά και συνεχίζει: «ο πιο δυστυχισμένος που γεννήθηκε σ’ αυτόν τον κόσμο», «εκείνος που άφαντο τον έκαναν οι θεοί». Η Αθηνά όμως επιμένει, «πόσο σου λείπει ο Οδυσσέας», «ταξίδεψε με το γοργό καράβι του, φαρμάκια ο Οδυσσέας ζητώντας φονικά, για τα χάλκινα του βέλη», «ο Οδυσσέας», «εκδικητής», και τέλος «τον νόστο του πατέρα σου». Ο πατέρας αποκτάει υπόσταση κατ’ αρχήν μέσα στον λόγο.

    Στη συνέχεια η Αθηνά χωρίς να δώσει καμία διαβεβαίωση για τον θάνατο ή τη ζωή του Οδυσσέα, θα πει στον Τηλέμαχο ότι πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα «ζη ή πέθανε» να μπορέσει δηλαδή να εκφέρει μια κρίση «ναι ή όχι» για το είναι. Γι’ αυτό τον λόγο να ενεργοποιηθεί, να συγκαλέσει την αγορά των Ιθακησίων, να τους ζητήσει να εξοπλίσουν και να επανδρώσουν ένα καράβι και στη συνέχεια να αναζητήσει στον τόπο τους τούς συμπολεμιστές του πατέρα του, μήπως και ξέρουν να του πουν κάτι για τη μοίρα του: στην Πύλο τον Νέστορα και στη Σπάρτη τον Μενέλαο. Αφού φύγει η Αθηνά πετώντας μέσα από τη στέγη με τη μορφή ενός πουλιού, ο έκθαμβος Τηλέμαχος θα κινηθεί προς τους μνηστήρες και τη μητέρα του, έχοντας φαίνεται μάθει να κατονομάζει τον πατέρα του. Αναφερόμενος στον μεγάλο απόντα θα πει δύο φορές το όνομα του: «ο Οδυσσεύς», «ο θείος Οδυσσεύς».

   Αυτή την κίνηση αναγνώρισης του ονόματος του πατέρα και στη συνέχεια ταύτισης μαζί του θα τη δούμε καθαρότερα την επόμενη μέρα. «Ο γιος», γράφει ο Δημήτρης Μαρωνίτης, «εμφανίζεται και συμπεριφέρεται στην αρχή της δεύτερης ραψωδίας κυριολεκτικώς σαν είδωλο του πατέρα του: συστήνεται από τον ποιητή ως Οδυσσήος φίλος υιός – όχι με το δικό του όνομα˙ ένοπλος και στολισμένος, συγκαλεί συνέλευση των Ιθακησίων, σάμπως να ήταν αυτός ο νόμιμος βασιλιάς του νησιού˙ συνοδεύεται από δύο σκυλιά, όπως το έκανε παλιά και ο Οδυσσέας˙ εξωραϊσμένος με θεσπέσια χάρη από την Αθηνά (συνειρμός που παραπέμπει στους πολλαπλούς εφεξής εξωραϊσμούς του πατέρα του από την ίδια θεά), κάθεται στον πατρικό θρόνο˙ το πλήθος μένει έκθαμβο˙ οι γέροντες υποχωρούν με σεβασμό – σαν να βλέπουν μπροστά τους το φάντασμα του Οδυσσέα.»  

    Παρά ταύτα, οι Ιθακήσιοι, την κατάσταση που επικρατεί στο σπίτι του βασιλιά του νησιού, όπως την εκθέτει ο γιος του βασιληά και προφανώς όλοι γνωρίζουν, δεν την καταδικάζουν. Και όταν στη συνέχεια συγκρούεται δημόσια ο Τηλέμαχος με τους μνηστήρες, μένουν σιωπηλοί και αδρανείς. Οι μνηστήρες ιδιαίτερα, παραμένουν προκλητικοί και αλαζόνες, προσβάλλουν, χλευάζουν και υβρίζουν τον Τηλέμαχο επιμένοντας ότι ο Οδυσσέας δεν υπάρχει, και αρνούμενοι, χωρίς να το ομολογούν, τη βοήθεια που ζητάει ο Τηλέμαχος προκειμένου να αναζητήσει νέα του πατέρα του.

    Μέχρις εδώ τι μπορούμε να σκεφτούμε για την κατάσταση που περιγράφει το ποίημα; Αν οι μνηστήρες και ο Τηλέμαχος προσωποποιούν έναν μονήρη ψυχισμό, τότε ποια είναι η σχέση του με το αντικείμενο; Το πραγματικό αντικείμενο, η Πηνελόπη, είναι παρόν, παρότι εν πολλοίς κρυμμένο ή φυλακισμένο. Μάλλον είναι  μια προσωποποίηση, ένα είδωλο του πρωτογενούς αντικειμένου. Το εσωτερικό αντικείμενο είναι ακινητοποιημένο, αρνούμενο στο υποκείμενο την ικανοποίηση. Το υποκείμενο από την άλλη μεριά παραμένει σε μια ενδιάμεση θέση μεταξύ μιας νευρωτικής δηλωμένης ελπίδας ότι η επιθυμία κάποτε θα ικανοποιηθεί και μιας υπόδηλης διαστροφικής εμμονής σε μια σχέση μη-σχέση. Έχουν περάσει ήδη πολλά χρόνια: η αναμονή, η ανάλωση, η εμμονή στην ακινησία θα μπορούσαν να κρατήσουν για πάντα. Και επάνω σ’ αυτόν τον  καμβά κυριαρχεί η σκιά του πρωτογενούς αντικειμένου η οποία εξωθεί σε μια στοματική κανιβαλική πανδαισία.

  Ως άμυνα απέναντι στην επαπειλούμενη ψύχωση αυτής της κανιβαλικής πρακτικής, μπορούμε να καταλάβουμε την υπεροψία των μνηστήρων. Ο Γκρην έχει μιλήσει για την πρωτογενή πρωκτικότητα και για τη σύγκρουση υπακοή-αλαζονεία μέσα από την οποία εκφράζεται (Αντρέ Γκρην, Η ιδιωτική τρέλλα 2002 σελ. 286). Πρόκειται για μια πρωκτικότητα η οποία αφορά στην εγκατάσταση μιας οριακής γραμμής απέναντι στον κίνδυνο της ολίσθησης προς τη στοματικότητα και την ψύχωση, η οποία ξεπερνάει κατά πολύ τις συγκρούσεις της πρωκτικής ερωτογενούς ζώνης, και η οποία έχει τις ρίζες της σε κάτι εξαιρετικά αρχαϊκό, δηλαδή στο τραύμα που βιώνει το υποκείμενο όταν συνειδητοποιεί την ύπαρξη του Εκείνο ως απειλής στον έλεγχο. Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της συνθήκης είναι η σύγχυση μεταξύ εξουσίας και δύναμης. «Το υποκείμενο αδυνατεί να αντιληφθεί την εξουσία ως κάτι που είναι ανθρώπινο, περιορισμένο, επισφαλές και αμφισβητήσιμο. Ότι κανένας δεν την έχει απόλυτα και ότι κανείς δεν την στερείται ολοκληρωτικά. Ότι κατακτάται ή κληρονομείται, αυξάνεται ή μειώνεται, χάνεται περισσότερο ή λιγότερο. Ότι μοιράζεται ή διαιρείται, ότι διανέμεται στη σχέση με τον άλλο. Και ότι πάντοτε υπάρχει μια αντι-εξουσία η οποία της αντιτίθεται». Αντίθετα το υποκείμενο εν προκειμένω κατανοεί πολύ καλά την έννοια της δύναμης, η οποία έχει απόλυτη ισχύ, η οποία έχει ως αντίθετο της την αδυναμία, και η οποία επιζητά την υποδούλωση. Στη μεταβίβαση αυτή η συνθήκη εμφανίζεται με το αίσθημα του αναλυόμενου -κατά κανόνα οριακού- ότι η αναλυτική συνθήκη είναι μια μηχανή χειραγώγησης η οποία αποσκοπεί στην ικανοποίηση της παντοδυναμίας του αναλυτή. Ο αναλυόμενος απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση δεν μπορεί παρά να κρατήσει μια στάση απόλυτης υποταγής ή, ταυτιζόμενος με αυτή τη δύναμη, μια στάση αλαζονείας. Αν η στάση των αλαζόνων μνηστήρων πηγαίνει λοιπόν προς την κατεύθυνση της δύναμης, η στάση του διαφοροποιούμενου Τηλέμαχου, καθώς απευθύνεται στην αγορά των Ιθακησίων, πηγαίνει προς την κατεύθυνση της εξουσίας.

   Να συνοψίσουμε μέχρις εδώ. Ο πατέρας στο ποίημα συστήνεται κατ’ αρχήν αρνητικά. Είναι αυτός που δεν είναι εδώ. Είναι αυτός που λείπει. Είναι, όπως λέει ο Γκρην, το άλλο του αντικειμένου. Προκειμένου να τον συναντήσει ο γιος του Τηλέμαχος, θα πρέπει τη στάση παθητικότητας να τη μετατρέψει σε μια στάση ενεργητικότητας, θα πρέπει να μάθει να προβαίνει σε κρίσεις ναι ή όχι -ζη ή πέθανε- (στην ουσία σε κρίσεις νευρωτικής τάξης, σε αντίθεση με τις ψυχωτικές κρίσεις «και ναι και όχι» ή τις οριακές κρίσεις «ούτε ναι ούτε όχι») (Αντρέ Γκρην, ο.π. σελ. 170), και τέλος ότι θα πρέπει να φύγει από τη γοητεία της αυθαίρετης δύναμης και να προχωρήσει προς την αναζήτηση της ανθρώπινης εξουσίας.

   Εάν κρατήσουμε την τακτική της αρνητικότητας με την οποία ορίζει το ποίημα κατ’ αρχήν τον πατέρα (δεν είναι εδώ, λείπει), θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε καλύτερα τις κινήσεις που κάνει ο Τηλέμαχος στη συνέχεια.

  Φτάνοντας στην Πύλο, ο Τηλέμαχος θα συναντήσει τον Νέστορα ως επικεφαλής μιας πάνδημης θυσιαστήριας τελετής στον Ποσειδώνα. Εννέα κατάμαυροι ταύροι προσφέρονται μπροστά στη θάλασσα στον θεό. Τι είναι όμως ο Ποσειδώνας στον οποίο θέλει ο Νέστωρας να δηλώσει τον σεβασμό του; Ο Ποσειδώνας είναι αυτός που αντιμάχεται τον νόστο του Οδυσσέα. Είναι ο χθόνιος θεός με τον οποίο ο Οδυσσέας έχει ανοίξει λογαριασμούς τυφλώνοντας τον γιο του Πολύφημο. Είναι το αρχαϊκό, απέναντι στο οποίο οι μνηστήρες, προκειμένου να γλιτώσουν από την ψύχωση, κρατούν στάση αλαζονείας, ενώ ο Νέστορας στάση υποταγής. Σίγουρα ο Οδυσσέας δεν κράτησε τη στάση του Νέστορα (δεν είναι αυτός ο πατέρας). Επειδή μάλιστα δεν υποτάχθηκε στο αρχαϊκό, στη δύναμη, θα καταφέρει μετά από μια μεγάλη και βασανιστική πορεία να επιστρέψει στον τόπο του, και να επιβάλει την ανθρώπινη τάξη. Να γίνει δηλαδή τελικά ένας οιδιπόδειος πατέρας.

   Παραταύτα, επειδή ο ποιητής της Οδύσσειας αρέσκεται στην τακτική «μια στο καρφί και μια στο πέταλο», ή διαφορετικά, επειδή υιοθετεί στο ποίημα μια συνθετική διαλεκτική η οποία θέλει να αναδείξει μια διαφορετική χαλιναγώγηση του αρχαϊκού ως προϋπόθεση για την εισαγωγή στην οιδιπόδεια συγκυρία, πριν φύγει ο Τηλέμαχος για την Σπάρτη παραθέτει την περιγραφή μιας επίσης πάνδημης θυσιαστήριας τελετής, με επικεφαλής και πάλι τον Νέστορα, μια αδάμαστη δαμάλα με τα κέρατα της επιχρυσωμένα, προσφορά αυτή τη φορά στη θεά Αθηνά: τη βασική δηλαδή σύμμαχο του Οδυσσέα στο δύσκολο ταξίδι, τη θεά της σκέψης (αυτός είναι ο πατέρας).

    Αν στην Πύλο το σκηνικό αφορά στην ευσέβεια στους θεούς και στην υποταγή στη δύναμη, στη Σπάρτη το σκηνικό δείχνει αντιστικτικά προς την πολυτέλεια, την τρυφηλότητα, την ευχαρίστηση και τον πλούτο. Ο Τηλέμαχος βρίσκει τον Μενέλαο να παντρεύει τον γιο του Μεγαπένθη, με μια αρχοντοπούλα της Σπάρτης, την Ερμιόνη. «Η αίσθηση μια διάχυτης ηδονής» λέει ο Δ. Μαρωνίτης «που ενισχύεται και από την εμφάνιση της Ελένης, συντηρείται εδώ μέχρι τέλους». Αν ο ποιητής εξακολουθεί τη στρατηγική του να ορίζει τον πατέρα αρνητικά (δεν είναι αυτός ο πατέρας), τότε στη Σπάρτη θα πρέπει να δει κανείς να προοικονομούνται αφηγηματικά τα επεισόδια του ταξιδιού του Οδυσσέα στην Αία με την Κίρκη, και στην Ωγυγία με την Καλυψώ. Τόποι όπου κυριαρχεί η ευχαρίστηση, όπου λείπει παντελώς η παρουσία του τρίτου, και από τους οποίους πρέπει να φύγει ο Οδυσσέας προκειμένου να πραγματοποιηθεί ο νόστος (πρέπει να φύγει από εκεί προκειμένου να γίνει ο πατέρας).

   Ένα πρόσθετο μάλιστα στοιχείο αρνητικότητας δείχνει το ποίημα στο πρόσωπο του ίδιου του Μενέλαου. Μέσα στο κλίμα της ευωχίας του γάμου, και όταν ο Μενέλαος μαθαίνει ποιος είναι ο Τηλέμαχος, παρασύρεται σε μια έκρηξη υποτιθέμενου πόνου, γεμάτη θεατρινισμό και ανοησία: αν είχε, λέει, επιτρέψει τον γρήγορο νόστο τόσο τον δικό του όσο και του Οδυσσέα ο Δίας, τότε υπολόγιζε να έφερνε τον Οδυσσέα από την Ιθάκη, με όλα του τα πλούτη, τον γιο του και τον λαό του, ότι θα άδειαζε μια κοντινή πολιτεία από αυτές που ανήκουν στο βασίλειο του, και θα τον είχε κοντά του, «μια δίδυμη» λέει το ποίημα «χαρά» «ώσπου να πέσει το μαύρο νέφος του θανάτου, και να μας σκεπάσει». Θα ξεσπίτωνε δηλαδή έναν ολόκληρο λαό στην Ιθάκη και ένα ακόμη στη Σπάρτη, για να έχει τον Οδυσσέα κοντά του, να κάνουνε ψιλή κουβέντα μέχρι τον θάνατο τους!! Είναι γνωστή η ειρωνεία του ποιητή της Οδύσσειας και είναι επίσης γνωστό ότι το ποίημα θεωρείται ως προάγγελος της μετέπειτα κωμωδίας. Όμως, νομίζω ότι στην γραμμή της δικής μας ανάγνωσης, στον κομπασμό, τη μεγαλορρημοσύνη, τον φανφαρονισμό των λόγων του Μενέλαου, μπορούμε να δούμε ένα στοιχείο της διαστροφικής κουλτούρας και ρητορικής για την οποία μιλήσαμε στην αρχή και από την οποία πρέπει να ξεφύγει ο Τηλέμαχος (εκεί δεν βρίσκεται ο πατέρας). Και αυτό φαίνεται στη συνέχεια.

  Την ίδια βραδιά η Ελένη, μιλώντας για τα της Τροίας, θα θυμηθεί ένα περιστατικό. Όταν ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος σε έναν καταπληγωμένο ζητιάνο είχε μπει αναγνωριστικά στο κάστρο της Τροίας πριν από την άλωση του, αυτή είχε κατορθώσει να τον αναγνωρίσει. «Μόνη μου εγώ, τον αναγνώριζα» λέει, «παρά την παραμόρφωση του, και πήρα να τον δοκιμάζω με τις ερωτήσεις μου. Όμως εκείνος πονηρός και ξύπνιος όλο μου ξέφευγε». Την ιστορία θα τη συνεχίσει ο Μενέλαος: «όταν οι Τρώες έσυραν το ξύλινο άλογο μέσα στην πόλη, πήγε λέει ο Ελένη και ψηλαφώντας την κοιλιά του αλόγου άρχισε να μιμείται τις φωνές των γυναικών των Αργείων και να τους καλεί να βγούνε έξω. Κάποιοι παρασύρθηκαν και θα απαντούσαν αν δεν τους εμπόδιζε ο Οδυσσέας μέχρις να θελήσει η Αθηνά να απομακρύνει την Ελένη». Η προβληματική της παραποίησης του πραγματικού, της μεταμόρφωσης, της διαφυγής από την εκφορά μιας κρίσης «ναι ή όχι» σε σχέση με το είναι, που εκφράζεται εδώ μέσα από την αφήγηση της μεταμόρφωσης του Οδυσσέα («εγώ ο Οδυσσέας, δεν είμαι ο Οδυσσέας») αρχικά, και των ηχητικών μεταμορφώσεων της Ελένης (εγώ η Ελένη, δεν είμαι η Ελένη) στη συνέχεια, θα τεθεί με μεγάλη καθαρότητα από τον Μενέλαο την επομένη.

    Νωρίς το πρωί της επόμενης μέρας ο Μενέλαος θα σπεύσει να συναντήσει τον Τηλέμαχο. Οι δυο τους. Δυο άντρες, ο ένας απέναντι στον άλλον. Ο συναισθηματισμός και η μεγαλαυχεία της προηγούμενης βραδιάς έχουν εξαφανιστεί, και ο τόνος αυτή τη φορά είναι «στεγνός και ψύχραιμος» λέει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης: όπως είπαμε και για την Πύλο, έτσι και στη Σπάρτη, ο ποιητής κρατάει την τακτική «μια στο καρφί και μια στο πέταλο» (εκτός από ποιος δεν είναι ο πατέρας λέει και ποιος είναι ο πατέρας).

  Ο Μενέλαος θα ρωτήσει ευθέως τον Τηλέμαχο για τον σκοπό της επίσκεψής του και ο νέος θα του απαντήσει ότι θέλει να μάθει τι έχει γίνει με τον πατέρα του. Ανταπαντώντας ο Μενέλαος θα του μιλήσει για τον δικό του νόστο. Για τις μακρόχρονες περιπλανήσεις του στη θάλασσα, οι οποίες τον οδήγησαν τελικά να βρεθεί αποκλεισμένος στο νησί Φάρος, στις εκβολές του Νείλου. Βοήθεια για να μπορέσει να φύγει από εκεί του έδωσε η θαλασσινή θεότητα Ειδοθέη, η οποία τον συμβούλεψε να ρωτήσει τον πατέρα της, Πρωτέα, για τον τρόπο της επιστροφής του στον τόπο του, αφού όμως πρώτα κατόρθωνε να τον παγιδέψει. Γιατί χαρακτηριστικό του Πρωτέα, όπως και του προοιδιπόδειου Οδυσσέα, όπως και της Ελένης, είναι το ότι μπορεί και ξεφεύγει μέσα από τις μεταμορφώσεις του. Μπορούμε να πούμε, τα ψεύδη του (δεν είμαι ο Πρωτέας).  

   Σκεπασμένοι με δέρματα φώκιας ο Μενέλαος και οι σύντροφοι του περίμεναν τον Πρωτέα στην αμμουδιά, ο οποίος όταν βγήκε από τη θάλασσα μέτρησε τις φώκιες του κι έπεσε μετά να πλαγιάσει. Τότε, αυτοί όρμηξαν και τύλιξαν, όπως λέει το ποίημα, τα χέρια τους γύρω στο σώμα του. Αυτός τότε μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι, σε φίδι, σε λεοπάρδαλη, σε κάπρο, σε νερό που τρέχει, σε δέντρο με φύλλωμα αψηλό. Όταν πια βαρέθηκε τις αλλαγές του, τους ρώτησε τι θέλαν απ’ αυτόν και προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει.  

   Ο Μενέλαος τελικά δεν θα πει στον Τηλέμαχο σημαντικά πράγματα για την επιστροφή του πατέρα του. Του λέει όμως πώς μπόρεσε να ολοκληρώσει το δικό του ταξίδι και να επιστρέψει ο ίδιος στον τόπο του. Του μιλάει δηλαδή σαν πατέρας και του λέει πώς θα φέρει εις πέρας το δικό του ταξίδι να βρει τον πατέρα του. Και νομίζω ότι το βασικό που του λέει αφορά και πάλι στο είδος των εκφερόμενων κρίσεων για το είναι. Ότι δηλαδή η έλευση του οιδιπόδειου πατέρα, με τον οποίο θα ταυτιστεί ο Τηλέμαχος, προϋποθέτει μια λογική η οποία δεν επιτρέπει στο είναι  να είναι λιοντάρι, και φίδι, και λεοπάρδαλη και κάπρος και νερό που τρέχει ή ούτε λιοντάρι, ούτε φίδι, ούτε λεοπάρδαλη, ούτε νερό που τρέχει, ούτε και τίποτα.

    Μιλώντας για την έννοια του ορίου, λέει ο Γκρην: «Το μεταβατικό αντικείμενο αποτελεί μια θετική άρνηση επιλογής ανάμεσα σε ένα «Ναι» και ένα «Όχι», δεχόμενο τη συνύπαρξή τους, γι αυτό και μπορεί να είναι δημιουργικό. Τα συμπτώματα που παίρνουν τη θέση των μεταβατικών αντικειμένων εκδηλώνουν μια αρνητική άρνηση επιλογής: ούτε «Ναι» ούτε «Όχι». Με υπαρξιακούς όρους, η ερώτηση θα μπορούσε να τεθεί ως εξής: το αντικείμενο είναι νεκρό (απολεσθέν) ή ζωντανό (ευρεθέν); Ή «Είμαι νεκρός ή ζωντανός». -Και η απάντηση- [του οριακού] - Ούτε «Ναι», ούτε «Όχι».  (Α. Γκρην, ο.π. σελ. 170)

    Μέσα από το αφηγηματικό νήμα του ποιήματος λοιπόν, αυτό από το οποίο απαιτεί η θεά Αθηνά στο ξεκίνημα του έπους από τον γιο να ξεφύγει, είναι το διαρκές δίλημα υπάρχει ή δεν υπάρχει πατέρας. Ο δικός του πατέρας μπορεί να ζει ή να πέθανε αλλά αυτό δεν έχει σχέση με το εάν ο πατέρας υπάρχει ή δεν υπάρχει. Και είναι το δεύτερο ερώτημα που πρέπει κατά βάση να απαντηθεί, όχι το πρώτο.

    Του ζητάει δηλαδή -για να μην περιοριζόμαστε σε παλιές ιστορίες- να ξεφύγει από την ευφημιστική χρήση της γλώσσας, την οποίαν είδαμε να κατακλύζει τα τελευταία τριάντα χρόνια την πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου, μέσα στην οποία είχε επικρατήσει μια διαστροφική κουλτούρα και όπου όλοι μας, σαν τους μνηστήρες, φλερτάραμε με την ιδέα ότι στο ερώτημα «υπάρχει ή δεν υπάρχει πατέρας;», θα μπορούσε να απαντήσει κανείς με ένα «ούτε ναι, ούτε όχι»2.  


Το κείμενο διαβάστηκε πριν από τρία χρόνια στο ψυχαναλυτικό συμπόσιο των Δελφών που είχε ως θέμα του τον πατέρα. Είχα λοιπόν στο μυαλό μου τους ευφημισμούς που είχαν κατακλύσει την πολιτική ζωή μέχρι τότε. Την πρόσφατη σαχλαμάρα της «δημιουργικής ασάφειας» δεν την ξέραμε ακόμη. 

Αυτό το κείμενο έχει γραφτεί με το κλασικό βιβλίο του Δ. Ν. Μαρωνίτη «Αναζήτηση και νόστος του Οδυσσέα» παραμάσχαλα. Θέλω να πω ότι δεν οφείλει απλώς πολλά σ’ αυτό το εξαιρετικό έργο, αλλά μερικές φορές μου φαίνεται ότι είναι μια προσπάθεια απλώς να μεταφερθούν σε ψυχαναλυτικούς όρους οι βασικές του ιδέες.

 

Βιβλιογραφία

  1. Οδύσσεια, μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη, εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 2001
  2. Δ. Ν. Μαρωνίτης, Αναζήτηση και νόστος του Οδυσσέα. Η διαλεκτική της Οδύσσειας. ΚΕΔΡΟΣ 1980.
  3. Γκρην Αντρέ, Η ιδιωτική τρέλα, Ψυχανάλυση των οριακών περιπτώσεων, μετάφραση Θάλεια Λογαρίδη,
     επιμέλεια Κ. Συνοδινού- Σ. Μητροσύλης