Articles

του Paolo Bertrando

Μετάφραση από τα Ιταλικά: Εύη Ταγκούλη1

 

1 Παιδοψυχίατρος

Επιμέλεια μετάφρασης: Βαλέρια Πομίνι, Κλινική Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Terapia Familiare 

 


 

Ο Luigi Boscolo είναι ένας από τους πρωτοπόρους της οικογενειακής θεραπείας, στην Ιταλία και όχι μόνο. Αφού σπούδασε ιατρική στην Ιταλία, ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιστρέφοντας στην Ιταλία,  εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο, όπου συμμετείχε στην ίδρυση αυτής που θα γίνει γνωστή ως «η ομάδα του Μιλάνου» της οικογενειακής θεραπείας, μαζί με τους Mara Selvini Palazzoli, Gianfranco Cecchin και Giuliana Prata. Η ομάδα ανέπτυξε, από το 1971, μια καινοτόμο προσέγγιση στην οικογενειακή θεραπεία, βασισμένη αρχικά στο μοντέλο του MRI του Πάλο Άλτο και στη συνέχεια προοδευτικά όλο και πιο ανεξάρτητη, με ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στην κυβερνητική και στην επιστημολογία βασισμένη στη σκέψη του  Gregory Bateson.  Ανάμεσα στις πιο σημαντικές δημοσιεύσεις τους, το βιβλίο  «Paradosso Controparadosso» (1975) [Παράδοξο και αντιπαράδοξo] και το άρθρο «Ipotizzazione, circolarità, neutralità» (1980) [Δημιουργία υποθέσεων – Κυκλικότητα – Ουδετερότητα].

Μετά τη διάλυση της ομάδας, το 1980, ο Boscolo ίδρυσε μαζί με τον Cecchin το Centro Milanese di Terapia della Famiglia, που έγινε ένα από τα πιο σημαντικά εκπαιδευτικά κέντρα, της προσέγγισης  που τότε άρχιζε να γίνεται γνωστή ως «συστημική θεραπεία». Το έργο των Boscolo και Cecchin απέκτησε μια αυξάνουσα διεθνή επιρροή, η οποία κορυφώθηκε με τη δημοσίευση του βιβλίου «Milan Systemic Family Therapy» (1987) [Η Συστημική Οικογενειακή Θεραπεία του Μιλάνου], το οποίο μεταφράστηκε στα Ιταλικά το 2004, με τον τίτλο «Clinica Sistemica». Οι δύο συνεργάτες από το Μιλάνο έγιναν  περιζήτητοι σε όλο τον κόσμο για σεμινάρια και άλλες εκπαιδευτικές δραστηριότητες.  To Centro Milanese απέκτησε  ουσιαστικό ρόλο στη στροφή της συστημικής θεραπείας προς την κατεύθυνση των εννοιών του κονστρουκτιβισμού, επηρεασμένο από τις ιδέες του Heinz von Foerster και Humberto Maturana, και της κατοπινής ανάπτυξης στην κατεύθυνση του μεταμοντερνισμού και του κοινωνικού κονστρουξιονισμού. 

Κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, ο Boscolo ανέπτυξε κυρίως την προσωπική του οπτική σχετικά με τη συστημική θεωρία και τεχνική – αν και είχε συνεισφέρει επίσης με τρόπο καθοριστικό στις αντιλήψεις της αρχικής ομάδας, όπως στις κυκλικές ερωτήσεις και κυρίως στις θεραπευτικές τελετουργίες, των οποίων υπήρξε ο κύριος υποστηρικτής. Με τα βιβλία «Tempi del Tempo» (1993) [Οι Χρόνοι του Χρόνου] και «Terapia Sistemica Individuale» (1996) [Ατομική Συστημική Θεραπεία, 2008] εκθέτει ένα πρωτότυπο όραμα. Κυρίως το δεύτερο, το οποίο υπογραμμίζει ότι η συστημική θεραπεία δεν προσδιορίζεται αναγκαστικά από το setting που συμπεριλαμβάνει όλη την οικογένεια, έχει περίοπτη θέση στο διεθνές στερέωμα. Στο μεταξύ, ο Boscolo, συνεχίζοντας τα ταξίδια του, αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στην κλινική δραστηριότητα και στην εκπαίδευση στο Κέντρο, όπου σκοπός του δεν ήταν το να διδάξει τεχνικές, αλλά να διδάξει «να σκεφτόμαστε με συστημικό τρόπο, για να είμαστε μετά ικανοί να δράσουμε με συστημικό τρόπο».  

Bertrando: Γνωρίζω ότι δεν είναι εύκολο να συνοψιστεί το νόημα μιας σταδιοδρομίας, ειδικά όπως η δική σου, που δεν υπήρξε μόνο μακρά, αλλά επιπλέον διήνυσε την ιστορία της συστημικής θεραπείας, και με πολλούς τρόπους την άλλαξε επίσης.  Ας ξεκινήσουμε από μια πρώτη ερώτηση: πώς προσέγγισες την οικογενειακή θεραπεία;

 Boscolo: Γνώρισα την οικογενειακή θεραπεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είχα πάει εκεί για να ειδικευτώ στην παιδιατρική, και συγκεκριμένα στην παιδοχειρουργική, αλλά μετά από μερικές εμπειρίες στη χειρουργική ανακάλυψα ότι δεν διαθέτω τα χέρια χειρουργού. Θυμάμαι ακόμα ότι, νεοαφιχθείς στην πτέρυγα της χειρουργικής, μου είπανε ότι θα έπρεπε να κάνω εγώ μια επέμβαση, έναν ακρωτηριασμό. Είχα τρομοκρατηθεί: δεν ήξερα απολύτως πώς να το κάνω. Κατά κάποιο τρόπο με αναγκάζανε να προσπαθήσω, και κατέληξα στο να τραυματίσω το χέρι του επόπτη μου! Εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα ότι προτιμούσα να κάνω κάτι άλλο. Μόνο που δεν γνώριζα καλά τι ήταν αυτό.

Στο Metropolitan Hospital της Νέας Υόρκης, όπου είχα πάει να ειδικευτώ, προσέφεραν διάφορα προγράμματα εκπαίδευσης. Κατά τη διάρκεια αυτού της ψυχιατρικής, αποφάσισα να συμμετάσχω σε μια συνεδρία με ψυχίατρο μόνο για να πάρω μια ιδέα και  εντυπωσιάστηκα από τις ερωτήσεις που έκανε ο ψυχίατρος και από τα συμπεράσματα που βγήκαν από τις απαντήσεις. Στο αίτημά μου να μου προτείνει ένα σύγγραμμα για να διαβάσω ώστε να καταλάβω περισσότερο, εκείνος μου συνέστησε να διαβάσω Freud, το βιβλίο για την υστερία, και βυθίστηκα σε αυτό, βρίσκοντάς το πραγματικά εντυπωσιακό, τίποτα που να μοιάζει με την ιατρική που είχα μελετήσει ως τότε. Από εκεί αποφασισα να ακολουθήσω μια νέα διαδρομή στις σπουδές. Έτσι, ειδικεύτηκα στο Metropolitan Hospital, όπου έμεινα μετά για κάποια χρόνια. Ένιωθα πολύ καλύτερα, σε σύγκριση με τη δυσφορία που είχα και μόνο στην ιδέα να πρέπει να δράσω χειρουργικά πάνω σε κάποιον ασθενή. Ακόμα και αν δεν ήταν όλα εύκολα: θυμάμαι μερικές καταστάσεις στην εφημερία της ψυχιατρικής κλινικής, με επιθετικούς ασθενείς, ενώ εγώ προσπαθούσα να τα καταφέρω χωρίς τους γεροδεμμένους νοσηλευτές, για να αποδείξω ότι είμαι ένας πεφωτισμένος ψυχίατρος. Πάντα μου πήγε καλά, αλλά κάποιες φορές φοβήθηκα...       

 Στον Cecchin συνέβη το ίδιο. Είχαμε φτάσει και οι δύο στη Νέα Υόρκη (εγώ πρώτος) από τη Vicenza, μετά την αποφοίτηση από την ιατρική. Αργότερα, εργαστήκαμε σε ένα νοσοκομείο στα    βόρεια της Νέας Υόρκης για δύο χρόνια, εγώ σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο, ο Cecchin σε ένα άλλο νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύονταν έφηβοι. Αποκτούσαμε εμπειρία στην ψυχοθεραπεία, επίσης στη φαρμακοθεραπεία και ακόμα και στο ηλεκτροσόκ. Την περίοδο εκείνη, το πιο ενδιαφέρον στην ψυχιατρική ήταν η ψυχανάλυση, έτσι ξεκίνησα να παρακολουθώ μαθήματα ψυχανάλυσης, μετά έκανα ατομική ανάλυση, πάντα στη Νέα Υόρκη, και αργότερα μια διδακτική ανάλυση. Μπορώ να πω ότι έκανα πραγματικά μια σοβαρή ψυχαναλυτική εκπαίδευση: με έναν Εβραίο αναλυτή της Νέας Υόρκης, στη δεκαετία του 1960. Κάποια στιγμή, ωστόσο, τέθηκε το ερώτημα είτε να γίνω Αμερικανός πολίτης, είτε να γυρίσω στην Ιταλία, και συνειδητοποίησα ότι δεν ήθελα να γίνω Αμερικανός. Έτσι, επέστρεψα στην Ιταλία, και λόγω της ευνοϊκής κατάστασης για μένα: τότε στην Ιταλία υπήρχαν λίγοι ψυχαναλυτές, κι εγώ ήμουν ένας από τους ελάχιστους Ιταλούς με δίπλωμα της Αμερικάνικης Ψυχαναλυτικής Εταιρείας.

Bertrando: πριν μιλήσουμε για την επάνοδό σου στην Ιταλία, υπάρχει κάτι που ποτέ δεν κατάλαβα καλά: είχες αποκτήσει εμπειρία στην οικογενειακή θεραπεία ενώ βρισκόσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες ή ξεκίνησες στην Ιταλία; Τον Nathan Ackerman τον γνώρισες στη Νέα Υόρκη ή αργότερα;

Boscolo: Ο Ackerman ήταν καθηγητής μας στο Ινστιτούτο Ψυχανάλυσης στη Νέα Υόρκη, αλλά την πρώτη εμπειρία οικογενειακής θεραπείας ξεκινήσαμε να την έχουμε στην Ιταλία με την Mara Selvini, την οποία είχα συναντήσει για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη, στο σπίτι του Silvano Arieti. Εκείνος την είχε  προσκαλέσει στη Νέα Υόρκη. Μετανάστης στις Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω των φυλετικών διώξεων, διατηρούσε στενούς πολιτιστικούς δεσμούς με την Ιταλία και έμενε ενήμερος διαβάζοντας την Corriere della Sera που του έστελναν από την Ιταλία. Ο Arieti, ο οποίος ήταν ένας από τους μεγάλους μελετητές της σχιζοφρένειας, υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς δασκάλους μου: φυσικά, αφού ήμασταν και οι δύο Ιταλοί, αποκτήσαμε μια πολύ καλή σχέση, και μου έδωσε να διαβάσω το διάσημο βιβλίο του «Interpretazione della schizofrenia» [Ερμηνεία της Σχιζοφρένιας]. Έτσι γνώρισα τη Mara Selvini, που ενδιαφερόταν γι αυτό που έκανα και τελικά με προσκάλεσε να πάω να την επισκευτώ στο Μιλάνο όταν θα επέστρεφα στην Ιταλία, με το ενδεχόμενο να συνεργαστούμε. Πιστεύω ότι με προσκάλεσε ακριβώς γιατί όταν με ρώτησε αν είχα εμπειρία με οικογένειες, της ανέφερα ότι είχα εκπαιδευτεί με τον Ackerman.

Bertrando: Αυτό συνέβει στα τέλη του 1960;

BoscoloΉταν το 1966, στο Metropolitan Hospital. Η Selvini είχε έρθει να παρουσιάσει τη δουλειά της και το βιβλίο της επάνω στην θεραπεία περιστατικών με ανορεξία και βουλιμία, αυτό που στην Ιταλία είχε τον τίτλο «L’ anoressia mentale». Ακριβώς τότε η Selvini κι εγώ αρχίσαμε να μιλάμε για την οικογενειακή θεραπεία. Κι αυτό γιατί εκείνη ενδιαφερόταν από καιρό για την ανορεξία, ενώ εγώ έβρισκα ενδιαφέρον το ότι θεωρούσε ότι η ανορεξία δεν ήταν ασθένεια. Υποστήριζε, ήδη από τότε, ότι η ανορεξία ήταν μια  μορφή αυτο-τιμωρίας, «Self Starvation» ήταν ο τίτλος του βιβλίου της στα Αγγλικά: θεωρούσε ότι η ανορεξία δεν  είναι μια ασθένεια, αλλά μια συμπεριφορά που καταναγκάζει τον εαυτό να πεινάσει.

Αποφάσισα τότε να εγκατασταθώ στο Μιλάνο, εν μέρει γιατί είχα ήδη παντρευτεί στη Νέα Υόρκη, και δεν μπορούσα να σκεφτώ να φέρω τη γυναίκα μου στη Vicenza, όπου κατοικούσα πριν: πολύ επαρχιακή. Ήταν και γι αυτόν τον λόγο που αποδέχτηκα την πρόσκληση της Selvini. Φτάνοντας στο Μιλάνο, έγινα μέρος της πιο καινοτόμου ψυχαναλυτικής ομάδας, μαζί με τη Selvini, τον Sergio Erba, τον Pier Francesco Galli. Όταν ιδρύσαμε το Centro per lo Studio della Famiglia [Κέντρο για τη Μελέτη της Οικογένειας] ήμασταν ομάδα δέκα ατόμων, που έκανε οικογενειακή θεραπεία σύμφωνα με ένα μοντέλο καθαρά ψυχαναλυτικό, με δύο συνεδρίες την εβδομάδα, θεραπείες μακράς διάρκειας, ανάλυση της μεταβίβασης με την οικογένεια, και ούτω καθεξής.  Συχνά εργαζόμασταν με το γονεϊκό ζεύγος για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα των παιδιών. Ήδη σε αυτή την πρώτη ομάδα συμμετείχε ο Cecchin, που είχε επιστρέψει στην Ιταλία λίγο μετά από μένα, και η Giuliana Prata. Σιγά-σιγά, άρχισαν να αναδύονται οι διαφορές, γιατί εμείς οι τέσσερις ενδιαφερόμασταν για τις συστημικές ιδέες, κυρίως αυτές του MRI [Mental research Institute του Palo Alto], που γίνονταν όλο και πιο σημαντικές μετά τη δημοσίευση του «Pragmatica della Comunicazione Umana» [Ανθρώπινη Επικοινωνία] και των άλλων άρθρων του Watzlawick. Οι άλλοι έξι μας θεωρούσανε αιρετικούς, καθώς θέλαμε να πάρουμε απόσταση από την ψυχανάλυση. Τελικά, το 1971, χωριστήκαμε, κι εμείς οι τέσσερις δημιουργήσαμε τη δική μας ομάδα, που κράτησε έως το 1980.

Bertrando: Όλοι εμείς θυμόμαστε ακόμα τη δεκαετία του 1970, τα χρόνια της πρωτοπορίας, κυριευμένα από έναν τεράστιο ενθουσιασμό για τις καινοτομίες της οικογενειακής θεραπείας. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, ποιά διαφορά υπάρχει στη συνεργασία με τις οικογένειες τώρα, σε σχέση με τη συνεργασία με τις οικογένειες τότε; 

Boscolo: υπάρχει μεγάλη διαφορά. Αρχικά, όπως έλεγα, με τη Selvini είχαμε αρχίσει να κατανοούμε, περίπου, το δράμα των οικογενειών με ανορεξία, τα χαρακτηριστικά τους και τα δυναμικά τους. Η ιδέα ότι τα κορίτσια με ανορεξία δεν θα έπρεπε να θεωρούνται ασθενείς μάς οδήγησε προς την οικογενειακή θεραπεία: αν η ανορεξία ήταν μια συμπεριφορά με ένα νόημα, σήμαινε ότι έπρεπε να ασχοληθούμε με το σύστημα μέσα στο οποίο αποκτούσε νόημα. Γι αυτό τον λόγο, με τη Selvini και τους άλλους είχαμε συμφωνήσει να προσαρμόσουμε την οικογενειακή θεραπεία στις περιπτώσεις με ανορεξία. Μετά περάσαμε στη βουλιμία, ακόμα κι αν τότε δεν υπήρχαν αρκετές περιπτώσεις με βουλιμία. Προχωρώντας μετά, εργαστήκαμε με οικογένειες με ψύχωση. Με την ανορεξία είχαμε αρχίσει να έχουμε ενθαρρυντικά αποτελέσματα, θεραπεύονταν μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα. Επίσης και στις ψυχώσεις αρχίζαμε να έχουμε καλά αποτελέσματα, τότε ενθουσιασθήκαμε, αγαπήσαμε περισσότερο την ψύχωση από την ανορεξία.  Είχαμε επίσης κουραστεί να βλέπουμε οικογένειες με ανορεξία, μας ενδιέφερε πολύ περισσότερο η ψύχωση, που ήταν ίσως η πιο μεγάλη πρόκληση για τέσσερις ψυχιάτρους. Προσωπικά, η ψύχωση με ενδιέφερε πάρα πολύ από τα χρόνια που εκπαιδευόμουν με τον Arieti στην Νέα Υόρκη.

Bertrando: Η ιδέα να κάνεις οικογενειακή θεραπεία ήταν εντελώς νέα για την Ιταλία εκείνης της εποχής. Πώς ήταν τότε να συνεργάζεσαι με οικογένειες;

Boscolo: πρώτα απ’ όλα έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να αναθεωρήσουμε την εκπαίδευσή μας στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν είχαμε ξεκινήσει να χρησιμοποιούμε τις συστημικές ιδέες. Διαβάζοντας το Pragmatica della comunicazione umana συναντήσαμε τα αξιώματα της επικοινωνίας, την ιδέα ότι είναι αδύνατο να μην επικοινωνείς, την ιδέα του Bateson ότι είναι αδύνατο να μην ανταποκριθεί κανείς στην επικοινωνία.  Αυτές οι ιδέες ήταν θεμελιώδεις για εμάς: σταματήσαμε να προσέχουμε αυτό που οι άνθρωποι σκέφτονταν για τους εαυτούς τους και συγκεντρωθήκαμε σε αυτό που συνέβαινε ανάμεσα στους. Είμασταν τέσσερις θεραπευτές που συνεχώς προσπαθούσαν να μην περιοριστούν στο να περιγράψουν το άτομο, αλλά να συγκεντρωθούν μόνο στις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ατόμων. Από εκεί γεννήθηκε η ιδέα ότι παρατηρώντας τις σχέσεις, εντοπίζουμε αυτό που τότε ονομάσαμε «οικογενειακό παιχνίδι». Αυτή ήταν μια ενδιαφέρουσα έννοια, μια ιδέα της Selvini, που αργότερα την επαναδιατύπωσε και αναθεώρησε ως τεχνική της «αμετάβλητης συνταγογράφησης» [prescrizione invariabile], μετά τη διάλυση της ομάδας μας.  Κάθε οικογένεια έχει έναν ιδαίτερο τρόπο να μένει μαζί, αποτελούμενο από τελετουργίες και συμπεριφορές, το οικογενειακό παιχνίδι ήταν το σύνολο των συμπεριφορών τις οποίες ο θεραπευτής θα έπρεπε να αλλάξει, ώστε η θεραπεία να έχει επιτυχία. Από το ενδιαφέρον για τις σχέσεις και από την περιέργεια για το πώς λειτουργεί το σύστημα γεννήθηκαν δύο σημαντικές παρεμβάσεις, θα έλεγε κανείς θεμελιώδεις. Η μία ήταν η συνταγογράφηση των τελετουργικών και η άλλη η θετική σημασιοδότηση του συμπτώματος.

Bertrando: αυτό ήταν χαρακτηριστικό της πρώτης ομάδας των τεσσάρων, Selvini Palazzoli, Boscolo, Cecchin και Prata. Πώς άλλαξε η προσέγγισή σας όταν μείνατε μόνοι εσύ και ο Cecchin;

Boscolo: στο μοντέλο του MRI, ακόμα και σε αυτό που είχαμε δημιουργήσει στην αρχική μας ομάδα, η θεραπευτική ομάδα ήταν μια ομάδα ειδικών, που βασίζονταν στη συστημική  υπόθεση με σκοπό την κατασκευή μιας τελικής παρέμβασης, την οποία αργότερα ο θεραπευτής μετέφερε στην οικογένεια στο τέλος της συνεδρίας. Αν κατά την επόμενη συνεδρία δεν υπήρχε κάποια αλλαγή, ο θεραπευτής την επόμενη φορά επαναλάμβανε το ίδιο πράγμα. Ο θεραπευτής και η θεραπευτική ομάδα διερευνούσαν τα δεδομένα, δεν γινόταν πραγματικός διάλογος με τους θεραπευόμενους, δεν υπήρχε συναισθηματική σχέση, και αυτό επειδή η ιδέα του «μαύρου κουτιού» μας εμπόδιζε να διερευνήσουμε τι υπάρχει μέσα στο μυαλό των ανθρώπων. Υπήρχε μια εξωτερική ματιά στο σύστημα.

Πιστεύω ότι η μεγάλη εξέλιξη για τον Cecchin κι εμένα υπήρξε η ανάγνωση των πρωτότυπων γραπτών του Gregory Bateson, όταν δημοσιεύτηκε το  βιβλίο του «Verso un’ ecologia della mente» [Steps to an ecology of mind]. Θυμάμαι ότι πέρασα το καλοκαίρι στο σπίτι μας στην εξοχή, να ξαναδιάβαζω Bateson και να προσπαθώ να κατανοήσω βαθύτερα τις ιδέες του.  Ο Bateson ήταν ανθρωπολόγος και δεν θα μπορούσε ποτέ να αντιληφθεί μια θεραπεία τόσο συμπεριφορική, επίσης με τις έννοιές του έδινε έμφαση και στη θέση του θεραπευτή μέσα στο σύστημα.  Ο Bateson μας αποκάλυψε τη σημαντικότητα της επιστημολογίας του ατόμου και της οικογένειας. Από τότε η ιδέα της επίλυσης προβλημάτων [problem-solving], της αλλαγής των συμπεριφορών, πέρασε σε δεύτερο πλάνο. Η αλλαγή των επιστημολογικών πεποιηθήσεων των θεραπευομένων έγινε ο νέος σκοπός.  Αυτό που θυμάμαι  κυρίως είναι η σημασία που είχαν αποκτήσει για μας οι ανταλλαγές νοημάτων ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας και ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας και τους θεραπευτές. Ήδη από τότε είχε αρχίσει να γεννιέται η ιδέα του κονστρουκτιβισμού, ακόμα κι αν ο όρος «κονστρουκτιβισμός» ήρθε αργότερα. Είμασταν, κατά κάποιο τρόπο, κοντά στο σκεπτικό του κονστρουκτιβισμού, ακόμα και χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει πλήρως. Αυτό, ωστόσο, ίσχυε κυρίως για τον Cecchin κι εμένα, όχι για τη Selvini και την Prata. Το γνωστό άρθρο «Ipotizzazione, circolarità, neutralità»  [Δημιουργία υποθέσεων – Κυκλικότητα – Ουδετερότητα] γράφτηκε από την αρχική ομάδα, μαζί με τη Selvini και την Prata, αλλά με ιδέες που κατά ένα μεγάλο μέρος προέρχονταν από την εκπαιδευτική δραστηριότητα που ο Cecchin κι εγώ είχαμε αρχίσει  από το 1978, με νέους συναδέλφους που προέρχονταν κυρίως από τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας του δημοσίου. Ήταν αυτό που μας ωθούσε ακόμα περισσότερο στο να επικεντρωθούμε σ’αυτό που συνέβαινε μέσα στη συνεδρία., στα λόγια και στις πράξεις του θεραπευτή, παρά στο οικογενειακό παιχνίδι και στη διερεύνηση των συνηθισμένων προτύπων [patterns] μέσα στην οικογένεια:  Όταν συνεργάζεσαι με εκπαιδευόμενους, εκείνοι σε ρωτάνε συνεχώς γιατί κάνεις κάτι και όχι κάτι άλλο, γιατί κάνεις μια συγκεκριμένη ερώτηση, εστιάζεσαι σε ένα μέλος μιας οικογένειας αντί σε ένα άλλο. Στην ομάδα των τεσσάρων, απεναντίας, εμείς γνωριζόμασταν πολύ καλά μεταξύ μας και παρακολουθούσαμε κυρίως τα μέλη της οικογένειας και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους.

Bertrando: Μια σημαντική ερώτηση, πώς άλλαξε η πρακτική σου μέσα στον χρόνο; αν έπρεπε να μιλήσεις για βασικά σημεία, για τις σημαντικές στιγμές της αλλαγής, τι θα έλεγες;

Boscolo: Το πρώτο βασικό σημείο υπήρξε η ανακάλυψη των αυθόρμητων δυνάμεων της οικογένειας. Ξεκινήσαμε  να πιστεύουμε στις δυνάμεις της οικογένειας, να τις χρησιμοποιούμε και μετά επιπλέον να αναπτύσσουμε μια θετική ματιά για τις οικογένειες. Αυτό ήταν σημαντικό, μάλλον ουσιώδες, για να εγκαταλείψουμε τις ιδέες της ψυχιατρικής από την οποία προερχόμουνα, βασισμένες στην παθολογία.

Αργότερα, η ανάδυση του κονστρουκτιβισμού και του κονστρουξιονισμού, έφερε την ιδέα ότι η πραγματικότητα -τουλάχιστον στην κλινική πράξη- δεν αποτελεί κάτι το αντικειμενικό αλλά κάτι που χτίζεται μαζί με τους θεραπευόμενους. Αν και η δική μου εκδοχή του κονστρουξιονισμού  δεν είναι βεβαίως αυτή κατά την οποία η σχέση ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο είναι απολύτως συμμετρική, και όπου ο θεραπευτής υιοθετεί τη θέση του «δεν γνωρίζω» [not knowing position]. Αντιθέτως, στη δεκαετία του 1970, η θέση του θεραπευτή ήταν απολύτως συμπληρωματική, ο θεραπευτής ήταν «εκείνος που γνώριζε», ήταν ο ειδικός. Πιστεύω ότι απέναντι σε έναν τέτοιο ακραίο κονστρουξιονισμό πρέπει να υπερασπίσουμε την ιδέα ότι οφείλουμε να κάνουμε υποθέσεις, ακόμα και διαγνώσεις, ακόμα κι αν δεν τις θεωρούμε «αληθινές». Έχουμε ήδη πει, ήδη από την αρχή, ότι δεν πρέπει να «παντρευόμαστε» τις υποθέσεις, αλλά να «φλερτάρουμε» μαζί τους, όπως έλεγε πάντα ο Cecchin. Συνεπώς, η ιδέα της συστημικής υπόθεσης παραμένει σημαντική για τον τρόπο μου να ασκώ κλινικό έργο, σήμερα όπως και τότε.    

Bertrando: τι κατά τη γνώμη σου έχει ξεπεραστεί; τι δεν ανταποκρίνεται πλέον, στον τρόπο σου να κάνεις θεραπεία;

Boscolo: στις μέρες μας, η ιδέα ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο παιχνίδι στις σχέσεις, το οποίο αντιστοιχεί σε ένα συγκεκριμένο σύμπτωμα, νομίζω ότι δεν το πιστεύουμε πολύ, ενώ άλλα πράγματα συνεχίζουν να είναι σημαντικά. Επίσης, η ιδέα που υπήρχε τότε, ότι παρατηρούμε το οικογενειακό παιχνίδι «απ'έξω»,  δεν υφίσταται τώρα.

Bertrando: εσύ (και ο Cecchin, και η Selvini) έχετε αλλάξει πολύ μέσα στα χρόνια. Αναρωτιέται κανείς, γιατί; Γιατί δεν συνεχίσατε να κάνετε πάντα πάνω-κάτω τα ίδια πράγματα, όπως οι θεραπευτές του MRI του Palo Alto, που ανακαλύψανε ένα μοντέλο σαράντα χρόνια πριν και από τότε το εφαρμόζουν με ελάχιστες παραλλαγές;

Boscolo: Αλλάξαμε γιατί...αλλάξαμε! Ξεκινήσαμε να εισάγουμε τις αλλαγές γιατί μας άρεσε να αλλάζουμε. Δεν υπήρξε ένα κίνητρο με όρους αποτελεσματικότητας της παρέμβασης. Όταν ο Matteo Selvini επαναξιολόγησε όλες τις θεραπείες οικογενειών με ανορεξία που είχαν γίνει από τη μητέρα του και της διάφορες ομάδες εργασίας της, ανακάλυψε ότι ουσιαστικά οι πιο αποτελεσματικές θεραπείες ήταν αυτές της «στρατηγικής περιόδου», της δεκαετίας του 1960 και 1970. Κι εμείς το είχαμε καταλάβει πολύ καλά ότι ήταν αποτελεσματικές. Αλλά για μας ήταν φυσικό να πειραματιστούμε με νέους τρόπους θεραπείας, ακόμα και για να  αποδράσουμε από τη μονοτονία. 

Bertrando: Και τι άλλαξε στην πρακτική σου τα τελευταία χρόνια; Τι είναι ριζικά νέο;

Boscolo: Hπιο συμπαθητική ιδέα –και πιστεύω η πιο χρήσιμη– που προέκυψε τα τελευταία χρόνια, είναι το πώς τροποποιείται η ιστορία του θεραπευόμενου διαμέσου της αποδόμησης της αφήγησής του κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας. Είναι σαν τα «κομμάτια» αυτής της ιστορίας να επέπλεαν μέσα στον χώρο της συνεδρίας και, σε βάθος χρόνου, να ανασκευάζονται. Έτσι, μου αρέσει να κάνω συχνά μικρο-αναπλαισιώσεις [micro-reframing] (ωστόσο σ’ αυτό μπορούν να συμβάλουν και οι θεραπευόμενοι), για να φτάσουμε μετά, συχνά προς το τέλος, σε μια μακρο-αναπλαισίωση [macro-reframing], σε μια συνολική ανακατασκευή της ιστορίας. Αυτή η τελευταία, ακολουθεί τα κριτήρια της αφήγησης, με άλλα λόγια, η κυρίαρχη ιστορία του θεραπευόμενου αποδομείται και γίνεται μια επιλογή  αποσπασμάτων από την ιστορία του, σύμφωνα με μια λογική, π.χ. μια σκέψη- οδηγό που ο θεραπευτής μπορεί να έχει εκείνη τη στιγμή. Συνεπώς, υπάρχει η ιδέα ότι η ανακατασκευασμένη ιστορία, έχοντας ένα νόημα για τον θεραπευόμενο, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να τον κάνει να βγει από την  ακαμψία στην οποία έχει εγκλωβιστεί. Συχνά αυτή η ανακατασκευή είναι μια ιστορία που ξεκινά από το παρελθόν, για να φτάσει στο παρόν και να προβάλει στο μέλλον. Αυτές οι ανακατασκευές, που θυμίζουν κατά κάποιον τρόπο τις στρατηγικές αναπλαισιώσεις του 1970, έχουν αλλάξει με την εξέλιξη της συστημικής θεωρίας, από την κυβερνητική πρώτης τάξης, των πρώτων ετών, στην κυβερνητική δεύτερης τάξης, σχετικά με τη σημασία των νοημάτων και των συναισθημάτων. Έχω την εντύπωση ότι οι ιστορίες, οι μακρο-ανακατασκευές, είναι πιο πολύπλοκες και εξελιγμένες από παλιά.  Eν συντομία, μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο τρόπος λειτουργίας αντανακλά εν μέρει έναν τρόπο που είχαμε ήδη στο παρελθόν, αλλά εμπλουτίστηκε με σημαντικές διαφορές.   

Εξάλλου, για μένα η αφήγηση δεν είναι κάτι που εφαρμόζεται μόνο στις οικογένειες, στις αφηγήσεις τους. Για παράδειγμα, όταν βρίσκομαι απέναντι σε ανθρώπους που δεν θέλουνε να μιλήσουν, άτομα που δεν είναι συνεργάσιμα, σαν να μην έχουν τίποτα να πουν ή δεν έχουν, για οποιονδήποτε λόγο, την ικανότητα να το κάνουν, μιλώ εγώ, και διηγούμαι μια ιστορία που έχει νόημα γι αυτούς –κάτι που μου έτυχε με έναν παλιό θεραπευόμενο, ή ακόμα και μια ιστορία από το παρελθόν μου– και….εντυπωσιάζομαι από τα αποτελέσματα!

Αυτό μου φέρνει στο μυαλό την ιδέα του χρόνου στη θεραπεία, που είναι και το θέμα του βιβλίου που γράψαμε μαζί. Μετά από αυτό, λέγαμε πάντα ότι η ιστορία είναι το πρότυπο (pattern) του Bateson, αναπτυσσόμενο μέσα στον χρόνο. Σήμερα είμαι πολύ προσεκτικός, τόσο όσον αφορά στο παρελθόν, όσο και στο μέλλον, κάνω συχνά ερωτήσεις που αφορούν στο μέλλον και υποθετικές ερωτήσεις, και πιστεύω ότι έχω ξεπεράσει την εστίαση στο παρόν που ήταν χαρακτηριστικό του μοντέλου του MRI, και εν μέρει και του πρώτου μοντέλου του Μιλάνου – αν και στο Μιλάνο το ενδιαφέρον για το παρελθόν και την οικογενειακή ιστορία ήταν πάντα με κάποιο τρόπο παρόν.    

Μια άλλη καινοτομία είναι η χρήση των συναισθημάτων. Στον εαυτό μου ανακάλυψα τη δύναμη των συναισθημάτων. Το insightδεν είναι πολύ σημαντικό, τα συναισθήματα είναι η «golden route to change». Όλο και πιο συχνά, οι συστημικές υποθέσεις που κάνω εστιάζονται στα επικρατέστερα συναισθήματα των θεραπευομένων, όπως και του θεραπευτή. Αυτο είναι μια άλλη σημαντική διαφορά συγκριτικά με την πρώτη περίοδο της στρατηγικής, αλλά και συγκριτικά με την πιο ορθόδοξη περίοδο του κονστρουκτιβισμού. Σήμερα, συχνά βασίζομαι σε μια έκφραση του προσώπου, στη μη λεκτική επικοινωνίατων θεραπευομένων, για να κάνω παρεμβάσεις που είναι πολύ βασισμένες στα συναισθήματα. 

Bertrando: Πιστεύεις ακόμα στην οικογενειακή θεραπεία ή είναι καλύτερο να κάνεις συστημική θεραπεία στα άτομα; Η συστημική θεραπεία είναι ακόμα μια οικογενειακή θεραπεία ή έχει γίνει μια θεραπεία κυρίως ατομική;

Boscolo: Τώρα υπάρχει η ιδέα ότι το άτομο είναι ένα σύστημα, όλα αυτά που έχουμε γράψει, πιστεύω ότι αυτό αποτελεί μια διαφορά. Ωστόσο εγώ, τη θεραπεία που ασκώ, τη βλέπω πάντα... συστημική. Είναι αλήθεια ότι τη χρησιμοποιούμε και με άτομα, αλλά τους βλέπουμε πάντα από συστημική άποψη. Δεν νομίζεις;

Bertrando: Συμφωνώ. Πιστεύεις ότι στις μέρες μας, κοινωνικά υπάρχει ακόμα χώρος για την οικογενειακή θεραπεία; Ότι η οικογενειακή θεραπεία έχει ακόμα έναν κοινωνικό ρόλο ή είναι μια θεραπεία που εξαφανίζεται;

Boscolo: Είμαι πολύ αισιόδοξος σε ότι αφορά την οικογενειακή θεραπεία, στην οικογένεια αρέσει, την κερδίζει, μπορεί να δημιουργήσει μια καλή σχέση. Έχει καλύτερο αποτέλεσμα από τις ατομικές θεραπείες από αυτή την άποψη.  Εγώ ακόμα βλέπω οικογένειες, δίνω προτεραιότητα στις οικογένειες ανάμεσα στις παραπομπές που δέχομαι.

Bertrando: Βλέπεις ότι οι οικογένειες είναι ακόμα διαθέσιμες να έρθουν για θεραπεία;

Boscolo: Ναι. Όμως αναρωτιέμαι αν άλλοι θεραπευτές χρησιμοποιούν μια προσέγγιση που, ως ένα σημείο, δεν μπορεί να κινήσει την περιέργεια της οικογένειας, που δεν είναι αρκετά θετική προς τους οικείους και τις οικογένειες. Σε αυτή την περίπτωση, οι θεραπευτές «απολύονται» από τους ασθενείς και τις οικογένειες. Το να κάνεις οικογενειακή θεραπεία σημαίνει πρώτα απ’όλα να δημιουργείς μια δέσμευση. Γενικά, στην αρχή της θεραπείας, υπάρχει μόνο ένα άτομο, το πολύ δύο, πραγματικά κινητοποιημένα. Εξαρτάται από τον θεραπευτή το να δομήσει το κίνητρο. Μου συμβαίνει ότι, αυτοί που σύρθηκαν παρά τη θέλησή τους για θεραπεία, μετά από κάποιες συνεδρίες να γίνονται οι πιο ενθουσιώδεις υποστηρικτές.

Bertrando: θέλεις να πεις ότι το να κάνεις οικογενειακή θεραπεία εξαρτάται κατά πολύ από την εμπλοκή του θεραπευτή;

Boscolo: Βεβαίως. Από την εμπλοκή του θεραπευτή και από την ευαισθησία του θεραπευτή, από την ικανότητά του να μπαίνει σε σχέση με την οικογένεια. Βλέπω κάποιες φορές περιστατικά που είχα δέκα, δεκαπέντε χρόνια πριν, τα οποία επιστρέφουν, σου φέρνουν άλλα προβλήματα, περιμένουν να αλλάξουν και αλλάζουν. Αυτό είναι μέρος της εμπιστοσύνης που είχαν αποκτήσει από την αρχή, στη σχέση θεραπευτή και οικογένειας.

Bertrando: Για να είμαστε ξεκάθαροι, έτσι θα το γράψω και ξεκάθαρα. Αν έχεις τη δυνατότητα να επιλέξεις, για το ίδιο πρόβλημα, βλέπω το άτομο μόνο του ή βλέπω την οικογένεια, μπορώντας να επιλέξεις, τελικά βλέπεις την οικογένεια…;

Boscolo: Ναι.

Bertrando: Και σε αυτή την περίπτωση,  προσπαθείς να εμπλέξεις όλη την οικογένεια.

Boscolo: Εμείς είμαστε και ατομικοί θεραπευτές, γράψαμε ένα βιβλίο και ούτω καθεξής. Ωστόσο, η αδυναμία μου.. είναι η οικογενειακή θεραπεία. Περνάω καλύτερα με την οικογένεια παρά με το άτομο. Αυτό είναι ένα πιο ιδιαίτερο έργο, έχει άλλα χαρακτηριστικά, δηλαδή η ατομική θεραπεία είναι πιο μονοσήμαντη, εγείρει λιγότερο ενδιαφέρον.  Με την οικογένεια, την οικογενειακή ομάδα, η θεραπεία είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Υπήρξε μια περίοδος, αμέσως μετά που γράψαμε το βιβλίο επάνω στην ατομική συστημική θεραπεία, στην οποία μου παρέπεμπαν κυρίως ατομικά περιστατικά και αυτό με δυσαρεστούσε, γιατί συνεχίζω να πιστεύω ότι η οικογένεια είναι ο καλύτερος τρόπος άσκησης για τον συστημικό θεραπευτή, επίσης ότι η οικογενειακή είναι συχνά πιο αποτελεσματική από την ατομική θεραπεία, κυρίως σε κάποιες περιπτώσεις όπως στη θεραπεία με τα παιδιά, ή ακόμα και στα περιστατικά που παρουσιάζουν ψύχωση.

Bertrando: Για σένα ισχύει ακόμα η ιδέα ότι δουλεύοντας με την οικογένεια η αλλαγή είναι πιο γρήγορη, παρά δουλεύοντας με το άτομο; Η οικογένεια αλλάζει πιο γρήγορα απ’ ότι το άτομο;

Boscolo: Και βέβαια!

Bertrando: Σύμφωνα με ότι γνωρίζεις (ή ότι σου μεταφέρουν, αφού εργάζεσαι στον ιδιωτικό τομέα), η οικογενειακή θεραπεία σ’αυτή τη φάση λειτουργεί περισσότερο στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα; Tι εντύπωση έχεις;

Boscolo: Πιστεύω ότι σήμερα η συστημική θεραπεία χαίρει άκρας υγείας, αν και τώρα φαίνεται να είναι πιο υγιής στον ιδιωτικό τομέα παρά στον δημόσιο, γιατί γενικά η δημόσια υγεία τελευταία νοσεί.

Bertrando: Μια τελευταία ερώτηση. Θεωρείς ότι υπάρχει ακόμα χώρος για τα παιδιά στην οικογενειακή θεραπεία;

Boscolo: Από την αρχή της πορείας μας, ο Cecchin κυρίως ενδιαφερόταν για τη θεραπεία με εφήβους και παιδιά, αυτό μας έκανε να προωθήσουμε ακόμα περισσότερο την οικογενειακή θεραπεία σε οικογένειες με παιδιά και εφήβους, και τα αποτελέσματα ήταν γενικά πολύ θετικά. Ξεκινήσαμε από την αρχή να βλέπουμε οικογένειες με εφήβους, και τις βλέπαμε με τα παιδιά ή χωρίς, προσπαθώντας να καταλάβουμε πότε ήταν χρήσιμο να περιλαμβάνουμε τα παιδιά. Τελικά καταλήξαμε ότι το να έχουμε τα παιδιά στη θεραπεία μαζί με τους γονείς, ήταν μια χρήσιμη εμπειρία. Ο Andolfi έγραψε αρκετά άρθρα σχετικά με τη σημασία του να υπάρχουν τα παιδιά στη συνεδρία, το παιδί θεωρήθηκε ο συνθεραπευτής, ο «βοηθός» του θεραπευτή μέσα στη θεραπεία. Είναι ενδιαφέρον, επίσης, ότι ο Andolfi θεωρεί το παιδί ως ένα έξυπνο πρόσωπο και με μεγάλη ευαισθησία σε σχέση με τους οικείους και μη οικείους. Κάθε τόσο το αναφέρω το γεγονός ότι το παιδί είναι μια μεγάλη εφεδρία για την οικογένεια. Θυμάμαι, μια φορά, ένας πατέρας έλεγε στον γιο του ότι ήταν απογοητευμένος διότι ο γιος του φαινόταν πάντα δυσαρεστημένος από αυτό που ο πατέρας του έλεγε ή έκανε. Κάποια στιγμή, τον ρώτησε επικριτικά: «Πως και απαντάς στις ερωτήσεις του κυρίου Boscolo, ενώ σε μένα δεν λες ποτέ τίποτα;» Το παιδί απάντησε: « Εσύ δεν λες αυτό που λέει ο κύριος Boscolo». Μάλλον το είπε καλύτερα από το πώς το αναφέρω τώρα, κάτι όπως: «Εσύ δεν κάνεις τις ερωτήσεις που κάνει ο κύριος Boscolo!» 

Αυτά μπορούν να συμβούν μόνο μέσα στα πλαίσια της οικογενειακής θεραπείας. Αν κάποιος βλέπει τα παιδιά, ή ακόμα και τους ενήλικες, μόνους τους, αυτού του είδους συζητήσεις δεν μπορούν να λάβουν χώρα, πιστεύω ότι αυτό είναι η δύναμη της οικογενειακής θεραπείας. Επίσης, όσον αφορά στο υπόλοιπο της οικογένειας, έχω την εντύπωση, κάποιες φορές φαίνεται αρκετά ξεκάθαρο ότι οι γονείς απολαμβάνουν το γεγονός ότι τα παιδιά είναι έξυπνα με τον θεραπευτή, ότι δίνουν θετικές απαντήσεις, ότι συμπεριφέρονται θετικά. Αυτό το γεγονός αυξάνει το ενδεχόμενο για μια αλλαγή. Οι γονείς μπορούν, σε ένα σημείο, να είναι περήφανοι για το πώς μιλάει το παιδί, το πώς συμπεριφέρεται, και επίσης το παιδί μπορεί να είναι περήφανο για το ίδιο γεγονός. Οι γονείς εκτιμούν τον θεραπευτή που μιλάει με τα παιδιά τους και αυτό αυξάνει τo ενδεχόμενο να εμπιστευθούν τη θεραπεία.