Articles

Κία Θανοπούλου1, Κάτια Χαραλαμπάκη2

 

 


 *Ένα μέρος αυτού του κειμένου παρουσιάστηκε στο 5ο Ευρωπαίκο Συνέδριο της E.F.T.A,   Βερολίνο, 2004.
 
 
1Ψυχολόγος, Msc, συστημική ψυχοθεραπεύτρια, Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας, Ψ.Ν.Α.

    2Ψυχίατρος, συστημική ψυχοθεραπεύτρια, διευθύντρια της Μονάδας Οικογενειακής Θεραπείας, Ψ.Ν.Α.

 

Περίληψη

Ένα ατέλειωτο άγχος διακατείχε ανέκαθεν τους θεραπευτές, εκπαιδευμένους και αφοσιωμένους  στην υπηρεσία της επιστημονικής πρόβλεψης, να τελειοποιήσουν τις θεωρητικές και πρακτικές τους δυνατότητες ώστε να επιτύχουν ασφαλέστερη θεραπευτική έκβαση. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες στιγμές στη θεραπεία, όπου, χωρίς προειδοποίηση, εισβάλλουν στη διαδικασία κάποια στοιχεία, όπως συναισθηματικές συναντήσεις, συνηχήσεις λεκτικές ή αισθητηριακές, τυχαία γεγονότα  επιβαλλόμενα στο πλαίσιο, που οδηγούν τη θεραπεία σε εκτροπή από την αρχική πρόβλεψη. Στηριζόμενος στην ισχύ της θεραπευτικής σχέσης και την ανοιχτή διερεύνησή της, ο θεραπευτής αποκτά μια καινούργια ελευθερία για να είναι λιγότερο προσηλωμένος στον "κορμό" της θεραπευτικής αφήγησης, δηλαδή τα προϊόντα της συλλογικής θεραπευτικής διαδρομής και περισσότερο ανοιχτός στην αξιοποίηση των "υποπροϊόντων" της. Έτσι αξιοποιείται η οικολογία της συνεδρίας που επιτρέπει στο απρόβλεπτο να την εμπλουτίσει προσφέροντας νέα θέματα προς επεξεργασία.

Λέξεις-κλειδιά: θεραπευτική σχέση, επιστημονική πρόβλεψη, απρόβλεπτο, οικολογία της συνεδρίας 
 
 
Μια γυναίκα παίρνει τηλέφωνο στη Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας και ζητά ατομικό ραντεβού γιατί αντιμετωπίζει προβλήματα με τον έλεγχο του θυμού της. Ανάμεσα σε άλλες πληροφορίες αναφέρει ότι παλαιότερα είχε αναζητήσει θεραπευτική βοήθεια και πως την παρακολουθούσε ένας θεραπευτής με τον οποίον όμως δεν μπόρεσε να κάνει καλή σχέση. Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά της, ο θεραπευτής τής δημιουργούσε μεγάλο εκνευρισμό ιδιαίτερα όταν κατέφευγε σε κάποιες τεχνικές που της φαίνονταν ανούσιες, όπως να την βάζει να καθίσει στη θέση του ή να μιλήσει εκ μέρους του κλπ με αποτέλεσμα να νιώθει πως αντί να λύνει κάποια από τα θέματά της να επιβαρύνεται ψυχικά και να φεύγει από τη συνεδρία περισσότερο εκνευρισμένη. Όταν ζήτησε από τους υπεύθυνους του πλαισίου στο οποίο εργαζόταν ο θεραπευτής να της δώσουν τη δυνατότητα να αλλάξει θεραπευτή, οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημά της, οπότε κι κείνη, θυμωμένη, διέκοψε τη συνεργασία με τον θεραπευτή. Ύστερα από ένα χρόνο απευθύνθηκε ξανά στο ίδιο πλαίσιο και αυτή τη φορά την είδε ένας νέος θεραπευτής, όταν όμως ανέφερε ότι στο παρελθόν είχε ζητήσει βοήθεια στον ίδιο χώρο η θεραπεύτρια την ενημέρωσε ότι θα έπρεπε ή να δει τον ίδιο θεραπευτή ή να αλλάξει πλαίσιο.
 
Ήμουν* στο πλοίο επιστρέφοντας από διακοπές στα ελληνικά νησιά, όταν μια ανακοίνωση που καλούσε γιατρό ακούστηκε από τα μεγάφωνα. Ανακάθισα προσευχόμενη κάποιος συνάδελφος να έχει πάει πριν από μένα, καθώς ο καθένας είναι «πιο γιατρός» από έναν ψυχίατρο. Ένας αξιωματικός με οδήγησε στο κατάστρωμα, αφού τελικά ήμουν η μόνη γιατρός στο πλοίο. Ευτυχώς συνειδητοποίησα ότι ήμουν η κατάλληλη ειδικότητα για την περίπτωση. Σε μια πολυθρόνα βρισκόταν μισοξαπλωμένη μια κυρία με τα μάτια κλειστά και μια έκφραση που έδειχνε ότι υποφέρει. Είχε πολύ άγχος εξαιτίας ενός καυγά με μέλη της οικογένειάς της. Κάθισα δίπλα της προσπαθώντας να επικοινωνήσω, κάνοντας ερωτήσεις, προσπαθώντας να εκμαιεύσω μια κουβέντα, προσπαθώντας να είμαι «φιλική» και «ανθρώπινη». Η κυρία απαντούσε απρόθυμα, έχοντας τα μάτια της ακόμα κλειστά. Επαναλάμβανε συνέχεια «δεν θέλω να ζήσω έτσι, είναι πολύ δύσκολα». Δεν είχε γυρίσει να με κοιτάξει ούτε μια φορά, και στις επίμονες ερωτήσεις μου ψέλλιζε απρόθυμα αποσπασματικά κομμάτια από μια οικογενειακή ιστορία χωρίς συνοχή. Κατά διαστήματα ένας νεαρός σε μεγάλη υπερένταση, ορμούσε προς το μέρος μας πνιγμένος στους λυγμούς, φώναζε και ικέτευε, ενώ η αδελφή της, που έμοιαζε να ανησυχεί πολύ, έκλαιγε δίπλα της σιωπηλά και αναστέναζε. Από τις λίγες πληροφορίες που πήρα μπόρεσα να καταλάβω ότι ζούσε με την αδελφή και τον ανιψιό της, τον οποίον και είχε μεγαλώσει, κι ότι ο εν λόγω ανιψιός είπε κάτι πολύ προσβλητικό για τη θεία του. Το κατάστρωμα ήταν γεμάτο επιβάτες που κοίταζαν περίεργα  Και καθώς στεκόμουν πάνω από την κυρία που δεν ήθελε να ζει, κοντά σε έναν αξιωματικό (ο πραγματικός πελάτης ή συνθεραπευτής;), την οικογένεια σε κρίση που έμοιαζε να τη βιώνουν ως αβάσταχτη, τους ενοχλημένους τουρίστες, ένιωσα ότι το πρόβλημά μου ήταν ότι όλοι μας ήμασταν μέρος μιας σκηνής όπου κανείς δεν σχετιζόταν με κανέναν, κανείς δεν ήξερε πραγματικά κανέναν. Όλους μας διακατείχε το απρόσωπο και υπήρχε μεγάλη μοναξιά μέσα σ’αυτό το πλήθος . . . Τότε ξαφνικά γύρισα στην κυρία και είπα «να σας ρωτήσω κάτι, τι σκέφτεστε για μένα;» Η γυναίκα έδειξε να ξυπνά απότομα, σήκωσε το κεφάλι της, με κοίταξε για πρώτη φορά με ένα έκπληκτο, διερευνητικό βλέμμα -το οποίο ήταν και η πρώτη πραγματική επαφή μαζί μου-  χαμογέλασε και μου είπε: «Ευχαριστώ, νιώθω καλύτερα».  Ήταν μια στιγμιαία θεραπευτική σχέση.

Κάτια Χαραλαμπάκη

 

Η θεραπευτική σχέση στη συστημική θεραπεία και ο ρόλος του θεραπευτή. Μια ιστορική ανασκόπηση.

Αν μεταφέρουμε τη συγκεκριμένη περίπτωση σε ένα δωμάτιο θεραπείας θα μπορούσε να είναι η πρώτη συνάντηση με την οικογένεια και μια πρώτη προσπάθεια σύνδεσης και δημιουργίας σχέσης μεταξύ θεραπευόμενων και θεραπευτή. Μερικά κρίσιμα ερωτήματα που αναδύονται είναι: πώς μπορούμε να ορίσουμε τη θεραπευτική σχέση; Ποια είναι τα συστατικά που την αποτελούν; Πώς την αναδεικνύουμε και μιλάμε γι αυτήν στις θεραπευτικές συναντήσεις; Πώς διαφοροποιείται μέσα στην οικογένεια, στο ζευγάρι, στο άτομο ή σε άλλη ομάδα; Έχουν οι θεραπευόμενοι το δικαίωμα να επιλέγουν τον θεραπευτή σε ένα δημόσιο πλαίσιο; Πόσο επιτρέπουμε να μιλήσουμε ανοιχτά για τα δύσκολα συναισθήματα που συχνά ανακύπτουν στις θεραπευτικές συναντήσεις είτε από την πλευρά του θεραπευτή είτε από την πλευρά του θεραπευόμενου;

Στην πρώτη περίπτωση, με την οποία ξεκινήσαμε, όταν η θεραπευόμενη ήρθε στο πρώτο ραντεβού, κάποιες από τις πληροφορίες που έδωσε στη θεραπεύτρια γύρω από την ιστορία της ζωής της ανέδειξαν ένα νέο νόημα σχετικά με τη λειτουργία του πρώτου θεραπευτή και του πλαισίου του. Όπως ανέφερε η ίδια, μεγάλωσε σε μια μονογονεϊκή οικογένεια αγνώστου πατρός. Ίσως, λοιπόν, ο θεραπευτής, αλλά και το πλαίσιο, αναπαρήγαγαν μαζί της άθελά τους μια απρόσωπη, γραφειοκρατική θεραπεία παραμελώντας να αναγνωρίσουν προσωπικές της ανάγκες, συνηχώντας με την ανυπαρξία του πατέρα να προσφέρει συναισθηματική κάλυψη και αναγνώριση. Η θεραπευόμενη έφυγε από τη θεραπεία ανακυκλώνοντας συναισθήματα θυμού και επιβεβαιώνοντας το τραυματικό σενάριο ζωής της. Η νέα θεραπεύτρια, λοιπόν, καλείται να εμπεριέξει και να νοηματοδοτήσει τα τραύματα και τις ελλείψεις της θεραπευόμενης και τα συνακόλουθα συναισθήματά της αξιοποιώντας τη θεραπευτική σχέση ως πρό(σ)κληση για ένα πιο επανορθωτικό σενάριο. Ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά τους είναι δύσκολος και επώδυνος αλλά ενέχει ελπίδα και εξέλιξη.

Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή θα λέγαμε ότι η συστημική θεραπεία, στο ξεκίνημά της, ίσως, και μέσα από μια προσπάθεια διαφοροποίησης από την ψυχαναλυτική πρακτική, περιθωριοποίησε τη θεραπευτική σχέση και έδωσε έμφαση στις σχέσεις των θεραπευόμενων με τους σημαντικούς δικούς τους. Στο μοντέλο της πρώτης κυβερνητικής ο θεραπευτής θεωρείται αντικειμενικός παρατηρητής, έξω από το σύστημα που παρατηρεί και από ιεραρχικά ανώτερη θέση καθοδηγεί και παρεμβαίνει προκειμένου να αλλάξει τις οικογένειες με βάση κανονιστικά μοντέλα φυσιολογικότητας. Η ιδέα του ελέγχου και της προβλεψιμότητας είναι σημαντική. Ο θεραπευτής δεν υπάρχει ως πρόσωπο αλλά ως ρόλος ειδικού.

Στη συνέχεια, μέσα από την επίδραση των μετανεωτερικών ρευμάτων (κονστρουκτιβισμού-κονστρουκσιονισμού), αναδύεται η εικόνα ενός θεραπευτή μη αντικειμενικού παρατηρητή που είναι μέσα στο σύστημα που ο ίδιος παρατηρεί και οι όποιες παρατηρήσεις του είναι αυτοαναφορικές, αφού εμπεριέχουν τις προσωπικές του αξίες και αντιλήψεις. Ο θεραπευτής και η οικογένεια ή το άτομο συγκατασκευάζουν μια πραγματικότητα με στόχο να αναδυθούν εναλλακτικές οπτικές που θα αυξήσουν το πεδίο των δυνατοτήτων τους. Ο θεραπευτής δεν μπορεί να αλλάξει τις οικογένειες ή να τις καθοδηγήσει, δίνει όμως ερεθίσματα που θα τα αξιοποιήσουν μέσω της αυτοοργάνωσής τους. Αναγνωρίζεται μια πιο συνεργατική στάση του θεραπευτή και υπάρχει μεγαλύτερη έμφαση στη θεραπευτική σχέση.

Ο Mony Elkaim (1997), εξελίσσοντας την έννοια της συνήχησης του Foulkes,  δημιούργησε μια μοναδική γέφυρα ανάμεσα στον θεραπευτή και τα μέλη του οικογενειακού συστήματος, μετασχηματίζοντας το αυταναφορικό παράδοξο από εμπόδιο σε βοηθητικό εργαλείο για τον θεραπευτή. Σύμφωνα με τον Εlkaim οι συνηχήσεις αναδύονται από τις αμοιβαίες κατασκευές της πραγματικότητας των μελών του θεραπευτικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου και του θεραπευτή, οπότε ο θεραπευτής μαθαίνει να αξιοποιεί τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις που το άτομο ή η οικογένεια του διακινούν με έναν τρόπο που θα τους επιτρέψει να διευρύνουν το πεδίο των δυνατοτήτων τους και να βιώσουν εναλλακτικούς τρόπους συναλλαγής που αμφισβητούν κυρίαρχες και περιοριστικές  κοσμοκατασκευές .

Αξίζει να επισημάνουμε ότι οι μεταμοντέρνες προσεγγίσεις αρχικά έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην εμπειρία του ίδιου του θεραπευόμενου, ενώ η συμμετοχή του θεραπευτή θεωρείτο ύποπτη, αφού μπορούσε να συμβάλει στην περιθωριοποίηση της εμπειρίας του θεραπευόμενου και στην επιβολή της δικής του οπτικής (Rober and Seltzer, 2010). Ο θεραπευτής περιγράφεται ως ανήξερος (not knowing) (Anderson and Goolishian, 1992). Το μη γνωρίζειν έχει σχέση με τη θέση στη συνομιλία με το θεραπευόμενο και  επικοινωνείται με τη στάση εκείνη που θεωρεί τη θεραπευτική γνώση ανοιχτή στην αναρώτηση και στην αναθεώρηση. Ο θεραπευτής χωρίς προκαθορισμένες ιδέες δεν επιβάλλει  την δική του οπτική αλλά αναδεικνύει την εμπειρία του θεραπευόμενου και ανοίγει χώρο σε νέα νοήματα. Η έννοια αυτή ωστόσο δέχτηκε αρκετή κριτική ακόμη και από μεταμοντέρνους θεραπευτές και κατηγορήθηκε ότι δεν αποτυπώνει την αμοιβαιότητα και την μοιρασμένη δράση της θεραπευτικής σχέσης αφού δεν αναγνωρίζει και αποσιωπά τη συμμετοχή της εμπειρίας του θεραπευτή στο χτίσιμο της θεραπευτικής σχέσης (Paré, 2002).

Στην αρχή του 21ου αιώνα το πρόσωπο του θεραπευτή επανεμφανίζεται στο θεραπευτικό δωμάτιο μέσα από την ανάδυση της έννοιας της διαλογικότητας και της ανάπτυξης της διαλογικής θεραπείας (Andersen, 1995, Seikkula, 1993, 2008, Seikkula and Olson, 2003, Rober, 2005a), υπό την επίδραση των ιδεών των Bakhtin (1981, 1984, 1986), Volosinov (1973) και Vygotsky (1962). Ο θεραπευτής στρέφεται στον εαυτό του και αναστοχάζεται την εμπειρία του. Έρχεται σε επαφή με τις εσωτερικές φωνές του, κάνει τον εσωτερικό του διάλογο (Rober, 1999, 2002, 2005b), σκέπτεται για αυτά που αισθάνεται σε σχέση με τα θέματα που φέρνουν οι θεραπευόμενοι και προσπαθεί να ανταποκριθεί με τρόπο που θα ανοίξει χώρο σε νέα νοήματα και ιστορίες που δεν έχουν ειπωθεί (Rober, 2011), εμπλουτίζοντας με τη στάση του τη θεραπευτική διεργασία.

Όταν λοιπόν ο φακός εστιάστηκε στον θεραπευτή ως πρόσωπο, υπήρξαν διάφορες συνέπειες αυτής της τακτικής. Ο θεραπευτής  απαλλάχθηκε από την ανάγκη να κάνει σχέδια και να ανακαλύπτει τεχνικές για να ανταποκριθεί στο τι πίστευε ότι οι άλλοι πίστευαν γι αυτόν. Τα συναισθήματα του και τα συναισθήματα και οι σκέψεις της ομάδας για το τι σκέφτονταν οι θεραπευόμενοι για τη συνεδρία δεν είναι πλέον υποθετικά, βασισμένα σε παρατηρήσεις μη λεκτικών αλληλεπιδράσεων ή νύξεις των μελών του θεραπευτικού συστήματος για τον εαυτό του. Οι όποιες σκέψεις, συναισθήματα, ιδέες,  εικόνες, φαντασιώσεις ή και διλήμματα που δημιουργούνται στη θεραπεία αντιμετωπίζονται από τον θεραπευτή ως πηγή πληροφόρησης και αξιοποιούνται μετά από επεξεργασία και σκέψη προς όφελος του θεραπευόμενου ή της οικογένειας. Οπότε, ο θεραπευτής με κάποιον τρόπο αποκτά περισσότερο ανθρώπινο πρόσωπο και συμμετέχει πιο βιωματικά και ενεργά στη δημιουργία ενός πλαισίου εξερεύνησης που ενδυναμώνει τη θεραπευτική σχέση.

 

Η έννοια του απρόβλεπτου

Η ιδέα της σημαντικότητας και της αξιοποίησης του εαυτού του θεραπευτή αλλά και του απρόβλεπτου μέσα στη θεραπεία δεν είναι καινούργια για τις διάφορες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Στην «Ερμηνεία των ονείρων» ο Freud, αναφερόμενος στη μεταβίβαση, κάνει λόγο για «μετατόπιση νοήματος και έντασης». Η μετατόπιση αυτή αναφέρει η Kristeva αφορά σε δύο διαστάσεις: η μία «άπτεται της τάξης της λογικής, ως παιχνίδι με το νόημα των λέξεων, η άλλη άπτεται της οικονομικής τάξης, ως μετατόπιση της αγάπης σε ένα ξένο πρόσωπο που παίζει απλώς ρόλο αντικαταστάτη». Από αυτό προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτή η σχέση είναι μια δυναμική για τρεις: τον θεραπευόμενο (αναλυόμενο), τον άλλο (φαντασιακό η πραγματικό υποκείμενο της αγάπης του) και τον τρίτο, τον αντικαταστάτη του πιθανού ιδεώδους, της πιθανής εξουσίας, θέση που κατέχει ο θεραπευτής, και η οποία θέση υποτίθεται ότι προϋποθέτει τη γνώση και τη σχέση με τον θεραπευόμενο. Λόγω αυτής της θέσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας ο θεραπευτής θα γίνει ο υπέρτατος αγαπημένος και το κατ’ εξοχήν θύμα, το νόημα του λόγου. Αυτό σημαίνει ότι η θεραπεία ως διαδικασία δεν παγιώνεται σε μια αναφορική μονοσημαντότητα αλλά γίνεται μια διαδικασία αυτοοργάνωσης της θεραπευτικής σχέσης (Kristeva, 2011). Με αυτή την έννοια, τα απρόοπτα, οι επιθέσεις, τα σφάλματα του λόγου (της ζωής) δεν αποτελούν αποτυχίες αλλά εντάσσονται στη θεραπευτική διαδικασία καθιστώντας την πιο περίπλοκη και αυτόνομη, καθώς εισάγονται μέσω του λόγου στην ίδια τη διαδικασία, δίνεται νόημα στους συμβολισμούς, συνδέονται με τη ζωή και την ιστορία του θεραπευόμενου και προάγουν τη συνειδητοποίηση της πολυφωνίας και πολυπλοκότητας του ψυχισμού του, δηλαδή της αυτονομίας του. Η θεραπευτική διεργασία τότε «...διανοίγεται σε μία λογοτεχνία που στερείται κοινού, όπως ακριβώς στερείται κοινωνικού κώδικα, αλλά που είναι εξίσου συνταρακτική και έντονη με τα καθαρτικά αποτελέσματα της υψηλής τέχνης.» (Kristeva, «Ιστορίες Αγάπης»). Κατ’ αναλογία με τη θεωρία των «ανοιχτών συστημάτων» του von Foerster όπου η διάνοιξη προς τον άλλον διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην επιβίωση των ειδών, την εξέλιξη και την ωρίμανσή τους, έτσι και ο ανθρώπινος ψυχισμός στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας είναι ένα ανοιχτό σύστημα που συνδέεται με έναν άλλον και μόνο υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να ανανεωθεί.

Παρόλα αυτά, συχνά ο θεραπευτής νιώθει τον εαυτό του εγκλωβισμένο στην όποια επιστημονικότητά του. Έτσι, στη θεραπεία μπορεί συχνά να κουβαλά κάποιες προκαταλήψεις για την αξία της επιστημονικής πρόβλεψης. Η ικανότητα να προβλέπουμε είναι η μήτρα της δημιουργικότητάς μας, καθώς μας παρέχει μια δομή που διασφαλίζει τον αυθορμητισμό μέσα σε πλαίσιο. Μπορεί να ειδωθεί ως υποκειμενικό και αναπόφευκτο βάρος του θεραπευτή σε οποιαδήποτε θεραπευτική παρέμβαση. Από την άλλη μεριά, η ακαδημαϊκή παράδοση και οι ψυχοθεραπευτικές σχολές άφησαν μια τεράστια περιοχή που δεν μπορεί ακόμα να εξερευνηθεί, επιτρέποντας έτσι στους επιγόνους να συνεχίσουν να εργάζονται στον χώρο και να φέρνουν καινούργιες ιδέες. Στη συστημική θεραπεία των διαδοχικών κυβερνητικών μοντέλων η αρχή της ισοκατάληξης εισήγαγε την έννοια του «μια αιτία μπορεί να παράγει διαφορετικά αποτελέσματα». Εισήγαγε επίσης αβεβαιότητα και αμφιβολία. Έτσι, το απρόβλεπτο άρχισε να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης, όχι απλώς ως ένα στοιχείο το οποίο είναι σύμφυτο σε οποιαδήποτε διαδικασία (στη θεραπεία όσο και στη ζωή), αλλά ως στοιχείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί με μια οικολογική σημασία και να αποτελέσει εγγενή παράγοντα στην «οικονομία» κάθε συνεδρίας.

Ο όρος απρόβλεπτο έγινε μέρος της καθημερινής επαγγελματικής μας διαλέκτου μέσω της εμπειρίας. Παρά τη βελτίωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων, έγινε όλο και περισσότερο εμφανές ότι υπάρχουν κάποιες ιδιαίτερες στιγμές στη θεραπεία, όπου χωρίς προειδοποίηση, εισβάλλουν στη διαδικασία κάποια στοιχεία που οδηγούν τη θεραπεία σε εκτροπή από την αρχική πρόβλεψη. Μπορεί να πρόκειται για έντονα συναισθήματα έκπληξης, συναισθηματικές συναντήσεις ή για κάποιες λέξεις που κάνουν ιδιαίτερο νόημα, συνηχήσεις δηλαδή λεκτικές ή και αισθητηριακές ή ακόμα και για κάποια τυχαία γεγονότα επιβαλλόμενα στο πλαίσιο. Για παράδειγμα, με μια οικογένεια ή ένα ζευγάρι κάναμε «τόσο εκπληκτικά καλή δουλειά» και εντελώς αναπάντεχα και απροειδοποίητα εγκατέλειπαν τη θεραπεία. Σε άλλες περιπτώσεις αρνητικά συναισθήματα δυσκολίας ή απογοήτευσης (ειδικά σε αυτό που αποκαλούμε «βίαιες περιπτώσεις») διαψεύστηκαν, όταν οι θεραπευόμενοι πέτυχαν πολλά περισσότερα από τις απαισιόδοξες προσδοκίες μας. Άλλοτε πάλι αναγνωρίσαμε ότι η τυχαία παρείσφρηση ενός στοιχείου από τον «έξω κόσμο» μέσα στη θεραπευτική συνεδρία μπορούσε να δημιουργήσει δυνατότητες για εντελώς διαφορετική θεραπευτική δυναμική. Αυτές οι απρόβλεπτες στιγμές μπορεί να δώσουν μια καινούργια έμπνευση στον θεραπευτή, ο οποίος προς στιγμή εγκαταλείπει την επιστημονική του πρόβλεψη ή την ασφάλεια των θεωρητικών του προκαταλήψεων  και συμπλέει με το απρόβλεπτο. Σε τέτοιες στιγμές o θεραπευτής χρειάζεται να είναι ανοιχτός και να ανταποκρίνεται  στην παρούσα στιγμή της θεραπείας με ότι τον προσκαλεί. Ο Tom Andersen (2007) αναφερόταν σε μια αντίληψη της πραγματικότητας (neither-nor-reality) στην πρακτική της θεραπείας, όπου τα πράγματα μπορεί να είναι μη ορατά αλλά υπάρχουν. Είναι στιγμές που βιώνουμε ότι κάτι συμβαίνει αλλά δεν έχουμε μια γλωσσική περιγραφή γι αυτό. Λέμε ότι δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά την ίδια στιγμή γνωρίζουμε πως κάτι συμβαίνει. Ως παράδειγμα αναφέρει τη χειραψία, η οποία καταγράφεται ως ενσώματη εμπειρία της παρούσας στιγμής της συνεδρίας, αλλά δεν σχολιάζεται με λέξεις. Αντίστοιχα, ο Daniel Stern (2004) έδινε έμφαση στη σημασία της παρούσας στιγμής (present moment) στη διάρκεια της θεραπείας και πρότεινε τη μετακίνηση από τη ρητή γνώση στην άρρητη γνώση που συμβαίνει στην παρούσα στιγμή ως ενσώματη εμπειρία, κυρίως χωρίς λέξεις. Σε τέτοιες στιγμές δεν καθοδηγούμαστε από μια προϋπάρχουσα αίσθηση αλλά μάλλον επιτρέπουμε στον εαυτό μας να καθοδηγείται διαισθητικά από αυτό που βιώνουμε.

Το απρόβλεπτο ως μέρος της θεραπευτικής διεργασίας ίσως είναι το σημείο εκείνο που μας υπενθυμίζει την ιδιαιτερότητα και πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης και είναι σημαντικό ο θεραπευτής να το αξιοποιεί προς όφελος της θεραπευτικής διεργασίας ως ευκαρία νέων θεμάτων προς επεξεργασία. Ο Freud (2001) συνιστούσε την ομοιόμορφα αιωρούμενη προσοχή ως την ιδανική θεραπευτική στάση, που σημαίνει να μην επικεντρώνεται κανείς στα επιμέρους, να μην προβλέπει και να μην ανακεφαλαιώνει. Αντίστοιχα, οι συστημικοί θεραπευτές προτείνουν την ιδέα της ασέβειας (Cecchin et al., 2009) η οποία προτρέπει τον θεραπευτή να μην επαναπαύεται στην ασφάλεια των θεωρητικών του κατασκευών και να είναι έτοιμος να τις αναθεωρήσει προωθώντας την αβεβαιότητα, την αμφισβήτηση των προκαταλήψεων και την ανοιχτότητα στην ανθρώπινη εμπειρία. Στην ουσία, η ασέβεια προφυλάσσει το θεραπευτή από το να παραμένει αγκυλωμένος στην κυρίαρχη ιδεολογία του επιστημονικού του μοντέλου ή και του πλαισίου στο οποίο εργάζεται και τον ωθεί να επαγρυπνά για τις ουσιαστικές ανάγκες των θεραπευόμενών του, παρέχοντάς τους εναλλακτικές οπτικές και νοήματα.

Στην προσέγγιση του Ανοιχτού Διαλόγου η κύρια πρόκληση για τους θεραπευτές είναι να είναι ουσιαστικά παρόντες στις συνεδρίες με τις οικογένειες και να απαντούν σε κάθε τι που εκφράζεται, επικυρώνοντας την ύπαρξη των θεραπευομένων ως προσώπων, αφού «για τη λέξη (και συνεπώς για ένα ανθρώπινο ον) δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομερό από την έλλειψη απόκρισης» (Bakhtin, 1984). Σύμφωνα με τις αρχές του Ανοιχτού Διαλόγου οι θεραπευτές εστιάζουν κυρίως στην ανταπόκριση στις εκφράσεις των πελατών στο πλαίσιο της παρουσίας θεραπευτών και οικογένειας ως ενσωμάτων προσώπων. Ως εκ τούτου, οι παρεμβάσεις των θεραπευτών δεν γίνονται στη βάση ενός προσχεδιασμένου χάρτη, σχετικού με τις ιστορίες που λένε οι πελάτες, αλλά αποτελούν μια απόκριση πλήρως ενσώματων προσώπων με αυθεντικό ενδιαφέρον για ό,τι έχει ειπωθεί από τους πελάτες, αποφεύγοντας οποιονδήποτε υπαινιγμό ή κρίση ότι κάποιος μπορεί να έχει πει κάτι λανθασμένο. Μέσω αυτής της διαδικασίας, με βασικό στοιχείο την ανοχή στην αβεβαιότητα, κάθε μέλος διευκολύνεται να βρει τη φωνή του και να συμβάλει στη δημιουργία μιας πολυφωνικής εικόνας στα γεγονότα, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει την εσωτερική του πολυφωνία (Seikkula et al., 2009).

Θα λέγαμε λοιπόν ότι ως θεραπευτές έχει μεγάλη σημασία να αποφεύγουμε την αμυντική καταφυγή στη βεβαιότητα της διάγνωσης και της ασφαλούς πρόβλεψης, κάθε φορά που δοκιμαζόμαστε από δύσκολα συναισθήματα ή παλεύουμε με διλημματικές καταστάσεις στη θεραπεία, αποφεύγοντας στην ουσία να αφουγκραστούμε και να συνδιαλλαγούμε με την ευαλωτότητα και τον πόνο των ανθρώπων που απευθύνονται σε μας για τις δυσκολίες τους. Αντί να παραμένουμε  αφοσιωμένοι στα μοντέλα εκπαίδευσής μας έχει σημασία να αντλούμε δημιουργικά από την εμπειρία μας, να διατηρούμε την περιέργειά μας και να λειτουργούμε με ανοιχτότητα και κατανόηση απέναντι στους θεραπευόμενούς μας  ανοίγοντας μαζί τους νέες δυνατότητες για επίλυση μέσα από την επεξεργασία και νοηματοδότηση της εμπειρίας τους.

 

Πορτραίτο 1*: το παράλογο μιας σχέσης

Η οικογένεια αν και ευκατάστατη, παρουσιάζει μεγάλη κοινωνική έκπτωση. Ο πατέρας έχει αλλόκοτη εμφάνιση, ασπρομάλλης, κουβαλάει κάποια προσωπικά αντικείμενα σε μια σακούλα σκουπιδιών. Η μητέρα είναι ντυμένη στα μαύρα, μοιάζει σαν τη μητριά στη Χιονάτη του Ντίσνει. Ο 26χρονος γιος -με την ετικέτα του ψυχωτικού- φορώντας ακουστικά γουόκμαν, δείχνει αδιάφορος για τη διαδικασία της θεραπείας, αλλά επίσης ως το πιο «λογικό» μέλος της οικογένειας. Η θεραπεύτρια χρησιμοποιεί τις τεχνικές σύνδεσης, αλλά δεν μπορεί να πάψει να αισθάνεται κάποια δυσφορία για αυτήν την οικογένεια, σχεδόν της είναι αντιπαθείς.  Μοιάζουν τόσο ανήμποροι και αβοήθητοι, αλλά την ίδια στιγμή παλινδρομημένοι και ακυρωτικοί. Το δωμάτιο θεραπείας έχει μια ενοχλητική μυρωδιά, σαν όλος ο χώρος να είναι μια επέκταση της σκουπιδοσακούλας. Η παράξενη εικόνα της οικογένειας δημιουργεί τα πρώτα διαχωριστικά τείχη στο θεραπευτικό σύστημα. Η επικοινωνία με την οικογένεια αποδεικνύεται μια πολύ κοπιαστική και θορυβώδης διαδικασία που επιτείνει την απόσταση. Το ζευγάρι των γονιών μιλούν συχνά και οι δύο μαζί κατηγορώντας ο ένας τον άλλον. Ο λόγος τους είναι χαοτικός, συγχυτικός.

Γεγονότα που έγιναν στο παρελθόν συζητιούνται σα να συμβαίνουν τώρα, ενώ γεγονότα που αφορούν στο τώρα μένουν μετέωρα, ασαφή και απροσδιόριστα. 'Όσο το ζευγάρι μάχεται μεταξύ τους, ο γιός, ο οποίος κάθεται ανάμεσά τους, μπαινοβγάζει με νευρικότητα τα ακουστικά του walkman του. Η κίνησή του δείχνει να σημαίνει πιο πολλά από την ατέρμονη λεκτική επικοινωνία των γονιών του. Η θεραπεύτρια σκέπτεται πως αν μίλαγε θα έπρεπε να συγκεράσει συγχρόνως δυο εκ πρώτης όψεως αντικρουόμενες προτάσεις: «Δεν αντέχω να σας ακούω, αλλά δεν αντέχω και να μην σας ακούω».

Όταν κάποτε ο γιος βρίσκει χώρο για να μιλήσει -σε ένα διάλειμμα των ταυτόχρονων μονολόγων των γονιών- περιγράφει διαιρεμένες καταστάσεις. «Η μητέρα μου είναι καλή και ενδιαφέρεται, ο πατέρας μου κακός, ανταγωνιστικός και ζηλιάρης». Η θεραπεύτρια αισθάνεται τα διαιρεμένα κομμάτια του εαυτού της. Αυτή είναι η καλή, καθώς συμβολίζει την υγεία και προσφέρει δυνατότητες ίασης και η οικογένεια είναι κακή, τέρατα, κανίβαλοι που αλληλοεξοντώνονται; Ή αυτή είναι η κακιά, που αντιπαθεί αυτές τις φτωχές ψυχές που υποφέρουν και αυτοί είναι οι καλοί που επιβιώνουν μοναχικά σε έναν αλλοτριωμένο κόσμο που περιθωριοποιεί ό,τι δεν μπορεί να εντάξει στις νόρμες του; Η θεραπεύτρια και η ομάδα βρίσκουν τους εαυτούς τους σε έναν διπλό δεσμό: αν η θεραπεύτρια έρθει σε επαφή με τα συναισθήματα της αντιπάθειας, είναι αδύνατον να βοηθήσει. Αν, από την άλλη μεριά, παραμείνει συνεπής με τις επαγγελματικές της δεξιότητες, τότε είναι εγκλωβισμένη σε έναν κοινωνικό ρόλο κι έτσι ανίκανη να κάνει αυθεντική, ενσυναισθητική δουλειά μαζί τους. Τελειώνοντας η πρώτη συνεδρία, όταν η οικογένεια έχει φύγει, η θεραπεύτρια ανοίγει το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας και είναι σχεδόν σίγουρη πως δεν πρόκειται να ξαναέρθουν.

Παρά την αρχική πρόβλεψη (ίσως και βαθύτερη επιθυμία της θεραπεύτριας) η οικογένεια συνεχίζει να συμμετέχει με συνέπεια στη θεραπεία. Επί έξι συνεδρίες, έρχονται στην ώρα τους και εκφράζουν ενδιαφέρον να συνεχίσουν. Κατά τη διάρκεια της έβδομης συνεδρίας, καθώς η θεραπεύτρια αναρωτιέται για τους σκοπούς αυτής της θεραπείας, κάτι ελκύει την προσοχή της. Ο πατέρας φοράει ένα τεράστιο, γυαλιστερό δαχτυλίδι. Πιθανότατα μέσα από μια ανάγκη απόδρασης από την βαριά ατμόσφαιρα ρουτίνας αυτής της οικογένειας και με μια διάθεση πειραματισμού και αναζήτησης εναλλακτικών όψεων της πραγματικότητας, που ενδεχόμενα θα αναδείκνυαν και άλλες πλευρές αυτής της οικογένειας, που προς το παρόν έμεναν περιθωριοποιημένες, ρωτάει για την ιστορία του δαχτυλιδιού. Είναι η πρώτη φορά που ο γιος βγάζει τα ακουστικά και ακούει μια καινούργια αφήγηση. Είναι σαν παραμύθι, μια ιστορία για ναυτικούς, παράξενους τόπους, μια μεγάλη περιουσία στην επαρχία (η οποία είναι τώρα εγκαταλειμμένη και στοιχειωμένη), όνειρα για καριέρα και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Καθώς το ζευγάρι μιλά για τα παλιά χαλαρώνει, σχεδόν συγκινείται. Ο γιός κινητοποιημένος συμμετέχει στη συζήτηση, κάνει ερωτήσεις και σχολιάζει πως του αρέσει να βλέπει τους γονείς του να συζητούν ήρεμα, να είναι καλά μεταξύ τους και να τον αφήνουν ήσυχο. Για πρώτη φορά αναδεικνύεται το χιούμορ στο δωμάτιο θεραπείας, το οποίο σχεδόν εξουδετερώνει την κακή μυρωδιά της οικογένειας. Καθώς επικοινωνούν μια πιο φωτεινή και ανέμελη πλευρά τους, αρχίζουν να γίνονται πιο συμπαθείς και δεν φαίνεται πλέον δυσάρεστη η προοπτική του να ξαναέρθουν, όπως όταν ξεκίνησε η θεραπεία τους. Είναι αρχές καλοκαιριού και ετοιμάζονται να πάνε στο νησί τους. Η συνεδρία κλείνει με την πρόταση ο πατέρας να αναλάβει να δείξει στο γιο του φωτογραφίες από τα ταξίδια του και η μητέρα εκείνο το διάστημα να κάνει κάτι που την ευχαριστεί. Το συναισθηματικό κλίμα μοιάζει να έχει αλλάξει τόσο μεταξύ τους, όσο και με τη θεραπεύτρια.

Ακολουθούν οι διακοπές του καλοκαιριού και η οικογένεια έρχεται τον Σεπτέμβρη στο επόμενο ραντεβού, το οποίο όπως θα αποδειχθεί εκ των υστέρων θα είναι και το τελευταίο. Μιλούν για τις διακοπές τους και για το σχετικά ήσυχο κλίμα που επικράτησε. Ο γιος πέρασε καλά μόνος του, όμως στο σπίτι δεν κατάφεραν να συνεργαστούν με τον πατέρα του για τις φωτογραφίες. Ήταν αρνητικός, δεν ήθελε να του τις δείξει. Ο πατέρας από την άλλη ανέφερε ότι δεν θέλει να θυμάται τα παλιά, γιατί στενοχωριέται. Ακόμα όμως πιο πολύ στενοχωριέται με την κατάσταση του γιου του, που δείχνει να μην μπορεί να στηριχτεί στα πόδια του και στην ηλικία του χρειάζεται ακόμη τους γονείς του. Η γυναίκα του παρεμβαίνει για να του υποδείξει πως υπάρχουν κάποιες μικρές αλλαγές, όπως το ότι πηγαίνει στο μαγαζί να τους βοηθήσει, ενώ πρώτα κοιμόταν όλο το πρωί ή ότι παίρνει τα φάρμακα μόνος του. Ο πατέρας, ωστόσο, λέει ότι βλέπει τον γιο του στάσιμο, ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα. Η συζήτηση περιστρέφεται στην αφημένη και ανεκμετάλλευτη περιουσία της οικογένειας στο νησί. Ο πατέρας αναφέρει ότι πριν αρρωστήσει, ο ίδιος φρόντιζε τα κτήματα. Τώρα είναι εγκαταλελειμμένα, έχασαν την αξία τους και δεν θα μπορέσει ποτέ να τα φροντίσει και να τα διαχειριστεί ο γιος τους, αφού κι αυτός κατέληξε άρρωστος. Η γυναίκα υπενθυμίζει στον άντρα της πως το θέμα τους δεν είναι τα κτήματα, αλλά ο γιος τους. Εκείνος ενοχλημένος από την παρέμβαση τής επιτίθεται κατηγορώντας την ότι εκείνη σπατάλησε τα χρήματά τους... Το κλίμα αλλάζει, το ζευγάρι αρχίζει το γνωστό παιχνίδι αλληλοεξόντωσης. Φωνάζουν δυνατά, χειρονομούν. Ο γιος ξαφνικά ανοίγει την πόρτα του δωματίου της συνεδρίας και βγαίνει έξω. Ο χώρος θεραπείας βουβαίνεται. Η μητέρα κοιτάζοντας προς την πόρτα αποσβολωμένη ψιθυρίζει «δεν μας θέλει ο γιος μου, κανείς δεν θέλει κανέναν τώρα πια», ο πατέρας ρωτάει, έχοντας προδιαγράψει την απάντηση, «εσείς τι θα κάνατε με ένα παιδί σαν αυτό ή το αποδέχεσαι, όπως είναι ή αποτραβιέσαι». Για πρώτη φορά αναδύεται ο βαθύς πόνος που υπάρχει στην οικογένειά τους. Η θεραπεύτρια συγκινείται μαζί τους και αναλογίζεται πόσο αφόρητος είναι ο πόνος που για να μην τον αγγίξουν προτιμούν να ορμούν με λύσσα ο ένας στον άλλον. Ο γιος παγιδευμένος στο αδιέξοδο της σχέσης των γονιών τούς ενώνει, αφού είναι μαζί για να τον φροντίζουν ή να τους φροντίζει, αλλά και τους χωρίζει, αφού δεν μπορούν να συνεννοηθούν και να συμφωνήσουν ούτε για εκείνον ή στο μόνο που εν τέλει συμφωνούν είναι ότι είναι άρρωστος, ψυχωτικός, τους χρειάζεται ή τον χρειάζονται ή και τα δυο ταυτόχρονα.

Μετά από αυτή τη συνάντηση η οικογένεια εγκαταλείπει χωρίς ειδοποίηση τη θεραπεία, αφήνοντας αναπάντητα ερωτήματα στη θεραπεύτρια και στην ομάδα. Έτσι, το παράλογο είναι πως όταν η θεραπεύτρια αποκτά, εκτός από στρατηγικές και ένα πιο θετικό συναίσθημα γι αυτήν την οικογένεια και συνδέεται πιο ανθρώπινα μαζί τους,  εκείνοι εντελώς αναπάντεχα, από την οπτική του θεραπευτή πάντα, εξαφανίζονται διακόπτοντας τη θεραπεία.

Μέσα από την κλινική αυτή περίπτωση αναδύονται αρκετά ερωτήματα και προβληματισμοί όσον αφορά στη θεραπευτική σχέση. Με ποιους όρους μπορούμε να την ορίσουμε; Πώς δουλεύει στη μακράς διάρκειας σε αντίθεση με τη βραχεία θεραπεία; Τι απομένει μετά το πέρας (δηλωμένο ή όχι) της θεραπείας; Ή ένα άλλο ερώτημα που μας απασχόλησε έντονα είναι τι συμβαίνει μετά το τέλος της κάθε θεραπευτικής συνάντησης; Πώς γίνονται ορατές τριγωνοποιήσεις μεταξύ μελών του θεραπευτικού συστήματος, που δεν εμφανίστηκαν μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο, αλλά διαδραματίστηκαν μεταξύ των συνεδριών και πιθανώς ποτέ δεν φανερώθηκαν στη συζήτηση; Η οικογένεια θα πάει σπίτι και ίσως θα συζητήσει κατ’ ιδίαν κάποια θέματα που αναδείχτηκαν στη θεραπεία. Εμείς, ως ομάδα, επίσης θα συζητήσουμε μεταξύ μας τι συνέβηκε στη θεραπεία και πώς αξιολογήσαμε κάποια θέματα που προέκυψαν και πιθανότατα θα προβληματιστούμε για δυνατότητες παρέμβασης και θεραπευτικού σχεδιασμού. Συχνά, μάλιστα, θα αποφορτίσουμε πολύ έντονα συναισθήματα που μας προκάλεσαν οι θεραπευόμενοί μας συζητώντας μεταξύ μας ή και καταφεύγοντας σε διαγνώσεις και προβλέψεις. Ωστόσο, αυτές οι ιδιωτικές συνομιλίες παραμένουν μυστικές και για τις δύο πλευρές με αποτέλεσμα να περιορίζονται τα κανάλια επικοινωνίας μεταξύ των εταίρων του θεραπευτικού συστήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι στη δεκαετία του 1980 η αναστοχαστική ομάδα του Andersen (1987) εισήγαγε την ανοιχτή συνομιλία των θεραπευτών παρουσία της οικογένειας. Τα μέλη της αναστοχαστικής ομάδας του Andersen μιλάνε μεταξύ τους, συχνά θέτοντας ερωτήσεις στον εαυτό τους χωρίς βεβαιότητα, αποφεύγοντας μια γλώσσα κλινική που κατηγοριοποιεί και ενοχοποιεί και αναζητώντας μια γλώσσα διερευνητική που αφήνει χώρο σε πολλαπλά νοήματα.

Στην προσπάθειά μας, λοιπόν, να διερευνήσουμε περισσότερα ανακλαστικά μονοπάτια για να γεφυρώσουμε αυτό το χάσμα στην έννοια της επικοινωνίας μεταξύ θεραπευτών και θεραπευομένων, φτάσαμε σε ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί δεν διερευνούμε απευθείαςτη θεραπευτική σχέση; Μερικοί από εμάς συνηθίζαμε να θέτουμε στους θεραπευόμενούς μας την ερώτηση: «Πώς νιώθετε»; Αλλά αυτό είχε σχέση με το θεραπευτικό πλαίσιο και τη διεργασία και όχι με τον θεραπευτή προσωπικά. Γιατί λοιπόν η θεραπευτική σχέση υπονοείται και δεν εκφράζεται ξεκάθαρα, γιατί η διατύπωσή της είναι απαγορευμένη, θα έλεγε κανείς «παράνομη»; Γιατί πρέπει να είμαστε ευαίσθητοι γι αυτά που πιστεύουν οι θεραπευόμενοι για τις δικές μας σκέψεις και ιδέες κι όχι απευθείας για το πρόσωπό μας;

Μελετώντας την βιβλιογραφία γύρω από τη θεραπευτική σχέση διαπιστώσαμε ως κεντρικό εύρημα διαφόρων ερευνών ότι η ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης είναι μια από τις καλύτερες ενδείξεις της έκβασης της ψυχοθεραπείας (e.g. Bachelor and Horvath, 1999; Martin et al., 2000; Orlinsky et al., 2004). Μας προβλημάτισε όμως ιδιαίτερα η διαπίστωση ότι μεταξύ θεραπευτών και θεραπευομένων υπάρχει διάσταση απόψεων για το πώς προσλαμβάνεται αυτή η σχέση (Golden & Robins, 1990, Gurman, 1997, Horvath & Marx, 1990, Horvath et al.,1990, Tichenor & Hill, 1989). Αυτά που οι θεραπευτές θεωρούν σημαντικά, κρίσιμα ή κεντρικά στοιχεία στην κατεύθυνση της αλλαγής ήταν συχνά τελείως διαφορετικά από αυτό που οι θεραπευόμενοι έκριναν ως χρήσιμα, σημαντικά και σπουδαία γι αυτούς. Οι θεραπευτές εξετάζουν τη σχέση με βάση τις θεωρητικές τους καταβολές, ενώ οι θεραπευόμενοι φαίνεται να αξιολογούν τη θεραπευτική σχέση μέσα από σύγκριση με άλλες στενές, προσωπικές σχέσεις ή στη βάση των προσδοκιών τους από έναν ιδανικό θεραπευτή (Mallinckrodt, 1991). Αν θέλουμε λοιπόν να διευρύνουμε, να εμπλουτίσουμε και να κάνουμε αποτελεσματικότερη τη θεραπεία, οφείλουμε να λάβουμε υπ' όψη μας την οπτική και την εμπειρία των θεραπευόμενών μας. Σχετικά πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει τη σημασία της μεταεπικοινωνίας μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενων γύρω από τη διεργασία της θεραπείας (Bischoff et al., 1996, Shilts et al., 1997, Todd et al., 1990). Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις οι θεραπευόμενοι βρήκαν αυτές τις συνεντεύξεις να είναι πιο θεραπευτικές από την ίδια τη θεραπεία (Gale et al., 1995, Μaione and Chenail, 1999).

Έτσι, αρχίσαμε να τοποθετούμε την αυτοαναφορική θέση στην «κεντρική σκηνή». Ο θεραπευτής βγαίνοντας από την προστατευμένη και ταυτόχρονα ανασφαλή θέση ενός ρόλου, θέτει το πρόσωπό του σε κρίση και συζητά ανοιχτά για τα συναισθήματα που γεννά η θεραπευτική σχέση. Ερωτήματα όπως «πώς με βλέπετε» ή «πώς αισθάνεστε μαζί μου στη θεραπεία» ή «τι πιστεύετε για μένα» ή ακόμα «πώς με αντιλαμβάνεστε» σε κάθε μέλος του θεραπευτικού συστήματος, και σχεδόν σε κάθε συνεδρία, άρχισαν να δημιουργούν ενδιαφέρουσες παρεκκλίσεις από τον «κορμό» της συνεδρίας.

Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, θα λέγαμε ότι εάν είχαμε δώσει χώρο στην οικογένεια που παρουσιάσαμε να μιλήσει πιο πολύ για το πώς αισθάνονταν με τις συναντήσεις μας, πώς έβλεπαν τη θεραπεύτριά τους ή πώς αξιολογούσαν τη μέχρι τότε πορεία τους ή ακόμη και πόσες συναντήσεις νόμιζαν ότι χρειάζονται για να βελτιωθούν τα πράγματα στην οικογένειά τους, η απόφασή τους να διακόψουν χωρίς ειδοποίηση τη θεραπεία ίσως δεν θα φάνταζε τόσο παράλογη και ξεκομμένη από το πώς η ίδια η θεραπεύτρια βίωσε την πορεία και εξέλιξη της μεταξύ τους σχέσης. Ήταν ένα αποφασιστικό σημείο στην κατανόησή μας για τη θεραπεία το να μιλήσουμε ανοιχτά γι αυτά που διαμείβονταν μεταξύ μας μέσα στο δωμάτιο θεραπείας. Οι άνθρωποι παρουσίασαν μεγαλύτερη δέσμευση και την ίδια στιγμή μια αίσθηση ελευθερίας και ευθύνης στις συνεδρίες. Έδειχνε να τους ενδιαφέρει το να αποκαλύπτονται σκέψεις και προβληματισμοί για τις σχέσεις από διαφορετικές οπτικές. Ο θεραπευτής διαμορφώθηκε πέρα από τον ρόλο του σε πρόσωπο. Άρχισε να στρέφεται και προς τον εαυτό του και να αναρωτιέται γι αυτά που σκέφτεται κι αισθάνεται στη διάρκεια των θεραπευτικών συναντήσεων και να τα αξιοποιεί προς όφελος των θεραπευομένων. Μπορούμε να πούμε ότι αυτή η «νομιμοποίηση» μιας ανοιχτής διατύπωσης της θεραπευτικής σχέσης επέτρεψε στην κυκλικότητα να εισχωρήσει σε μια αφήγηση που περιλαμβάνει και τον εαυτό του θεραπευτή.

Προκειμένου να διερευνήσουμε τη θεραπευτική σχέση, χρησιμοποιήσαμε ακόμα και εικόνες και μεταφορές, όπως παρουσιάζουμε στο παρακάτω κλινικό περιστατικό.

 

Πορτραίτο 2: Η θεραπεύτρια μέσα στην εικόνα

Ένα ζευγάρι, μετά το πέρας της δίχρονης θεραπείας του, ζήτησε μια συνεδρία εξαιτίας της υποτροπής της κατάθλιψης της συζύγου που οδήγησε σε μια ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία. Ο άντρας είναι θυμωμένος και πικρός απέναντι στη γυναίκα του και η γυναίκα αβοήθητη κι απελπισμένη. Νιώθει πολύ μεγάλη μοναξιά, κάνει έκκληση για μεγαλύτερη συναισθηματική παρουσία του συζύγου της, την οποίαν αυτός αρνείται παρουσιάζοντας τον εαυτό του «μπουχτισμένο». Η θεραπεύτρια τους ζητάει να σκεφτούν μια εικόνα που μπορεί να αναπαραστήσει αυτό το αίσθημα της μοναξιάς.

Γυναίκα: Είμαι μόνη μου σ΄ ένα δάσος. Φοβάμαι πως θα με κατασπαράξουν τα θηρία.

Άντρας: Βρίσκομαι στη μέση μιας μεγάλης ουράς, στην τράπεζα. Οι άνθρωποι είναι ανήσυχοι κι εκνευρισμένοι.

Θεραπεύτρια: Τι θα κάνετε;

Γυναίκα: Αν είχα κινητό τηλέφωνο θα τηλεφωνούσα στον άντρα μου για να με σώσει.

Θεραπεύτρια: Όμως αυτός βρίσκεται στην ουρά στην τράπεζα, εκνευρισμένος και χωρίς καμία διάθεση να το κάνει (θυμίζει ότι αυτός έχει «μπουχτίσει»).

Γυναίκα: Τότε θα καλούσα την πυροσβεστική.

Θεραπεύτρια: Έτσι, λοιπόν, εγώ είμαι η πυροσβεστική. Μπορώ να σας σώσω σε μια κρίση. Αλλά δεν είμαι τίποτα παραπάνω από μια υπηρεσία. (Στον σύζυγο): Και πού βρίσκομαι εγώ μέσα στην τράπεζα;

Άντρας: Είστε ένας ορκωτός λογιστής που τσεκάρει αν οι λογαριασμοί είναι σωστοί. Νιώθω ότι αυτή τη στιγμή οι λογαριασμοί δεν είναι υπό έλεγχο. Δεν μπορώ να χειριστώ την κατάσταση, αλλά το ξεκαθάρισα απ΄ την αρχή. Θα κρατήσω τις αποστάσεις μου, θα αναμειγνύομαι όλο και λιγότερο.

Γυναίκα: (στον σύζυγο): Μα τώρα είναι που σε χρειάζομαι πιο κοντά μου κι εσύ απομακρύνεσαι .

Θεραπεύτρια: (στη σύζυγο): Αφού ο άντρας σας είναι παγιδευμένος στην ουρά της τράπεζας κι εγώ δεν είμαι τίποτα περισσότερο από ένας πυροσβέστης, πώς μπορώ να σας βοηθήσω; Πώς μπορείτε να επικοινωνήσετε μ΄ έναν πυροσβέστη;

Γυναίκα: Σας γνωρίζω πάνω από δύο χρόνια, σας βλέπω σαν μία καλή φίλη που μπορεί να απαλύνει τον πόνο μου.

Θεραπεύτρια: Έτσι εγώ μπορώ να σας δώσω μια σοκολάτα για να γλυκάνω την πικρή γεύση σας.

Γυναίκα: Είναι παράξενο, αλλά μετά τις συνεδρίες μας δεν αισθάνομαι καλύτερα.

Άντρας: Αντιθέτως, στο τέλος των συνεδριών εγώ πάντα ένιωθα ότι έχω κερδίσει κάτι. Μια ιδέα, μια γνώμη, κάποιες καινούργιες σκέψεις.

Θεραπεύτρια: Μήπως είναι μερικά κομμάτια σοκολάτας;

Άντρας: Ναι.

Θεραπεύτρια: Αυτό νομίζω είναι κάτι. Εσείς (στη γυναίκα) τελικά δεν παίρνετε τη σοκολάτα από την καλή σας φίλη και μπορείτε να μοιραστείτε τον πόνο σας στη συζήτηση μας. Κι εσείς (στον άντρα) επιτρέπετε σ΄ έναν ορκωτό λογιστή να γλυκάνει την μοναξιά σας στην ουρά. Είναι έτσι ;

Συμφώνησαν και οι δύο.

Αυτό ήταν ένα πρώτο βήμα στη διαφοροποίηση θέσεων. Ο άντρας σταμάτησε να συμπεριφέρεται σαν να «μην έχει προσωπικές ανάγκες» και να ελέγχει την «υγεία» της γυναίκας του και η γυναίκα εμφανίστηκε πιο ικανή να διαχειριστεί τα δικά της αισθήματα απόγνωσης. Η θεραπεύτρια, ως κομμάτι μιας εικόνας, χρησιμοποιώντας τον εαυτό της, απέκτησε μια θέση ανάμεσα στο ζευγάρι που επέτρεψε να γίνουν ρητές και ορατές πλευρές της σχέσης τους, αλλά και δυνατότητες που καλύπτονταν πίσω από άκαμπτες διαντιδράσεις.

Τα παραπάνω πορτραίτα εικονογραφούν τις συνέπειες για μετασχηματισμό των σχέσεων, όταν χρησιμοποιείται ο εαυτός του θεραπευτή απευθείας, κάτι που επιτρέπει στους συμμετέχοντες στη θεραπεία να ανοίξουν νέα κανάλια επικοινωνίας και έτσι να αναγνωρίσουν μέσω «παρένθετης μητέρας» τον προσωπικό τους τρόπο σχετίζεσθαι.

Υπήρξε, όμως, και μια άλλη επίπτωση: από τη στιγμή που ο θεραπευτής άρχισε να  επαγρυπνά λιγότερο στο να είναι «επιστημονικά και πολιτικά ορθός»  (και επομένως λιγότερο αμυντικός απέναντι σε αναπάντεχες παγίδες ή αποτυχίες) αισθάνεται πιο άνετος, ευέλικτος και ανοιχτός, ώστε να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στην οικολογία της θεραπευτικής δουλειάς, και ιδιαίτερα κάθε συνεδρίας. Ας προσπαθήσουμε όμως να αποσαφηνίσουμε τι εννοούμε όταν λέμε οικολογία της συνεδρίας. Η θεραπευτική διαδικασία, περνώντας μέσα από συζητήσεις ή κάθε είδους παρεμβάσεις, ξεδιπλώνεται γύρω από τα κεντρικά θέματα της θεραπείας, τις ιστορίες της «κεντρικής λεωφόρου». Για να χρησιμοποιήσουμε μια συνεργατική μεταφορά, υπάρχει παραγωγή. Πρόκειται για τα προϊόντα μιας συλλογικής παραγωγικής εργασίας. Αυτό, όμως, μπορεί να οδηγήσει σε εγκαθίδρυση «αφηγηματικών κανόνων» οι οποίοι στη συνέχεια θα παγιώσουν «θεραπευτικά πρότυπα» μειώνοντας, έτσι, τη δυναμική της συναλλακτικής διεργασίας.

Αλλά τι γίνεται για τα υποπροϊόντα της διεργασίας; Πρέπει να πεταχτούν; Ξέρουμε ότι τα απορρίμματα μπορεί να προκαλέσουν μόλυνση. Ακόμα κι αν κάποιος (ο έμπειρος και έντιμος θεραπευτής) δεν θα πέταγε ποτέ το μωρό μαζί με τα νερά της μπανιέρας, το νερό θα μπορούσε επίσης να μην πεταχτεί, αλλά να ανακυκλωθεί.

 

Πορτραίτο 3: Φόβος έξω από το δωμάτιο συνεδριών

Η 32χρονη Δανάη, σχεδιάστρια σε αρχιτεκτονικό γραφείο, μετά από 6 μήνες θεραπείας έχει αρχίσει να χτίζει μια θεραπευτική σχέση με τη θεραπεύτρια της. Μιλούσε συνήθως για το βάρος του να παίρνει πάρα πολλές ευθύνες απέναντι στην οικογένεια της (γονείς, μικρότερη αδελφή και αδελφός που ζουν μαζί), τους συναδέλφους της στη δουλειά, τους φίλους της, ακόμα και τους γείτονες. Αλλά συχνά ένιωθε ένοχη με το να «ενοχλεί» την θεραπεύτρια με τα «ασήμαντα μικροπράγματα» της καθημερινότητάς της. Συνέδεε αυτό το συναίσθημα ενοχής (που θεωρούσε η ίδια πως βρισκόταν πίσω από όλα τα βάρη της ζωής της) με τον χαρακτήρα της «που ήταν υπερβολικά υπεύθυνος και αυστηρός». Στον μόνο τομέα της ζωής της που δεν μπορούσε να είναι σταθερή ήταν ο ερωτικός. Είχε λίγες και βραχύχρονες σχέσεις με άντρες (αντίθετα συμμετείχε σε παρέες και είχε πολλά καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα) κι ένιωθε μεγάλη μοναξιά. Σκέφτηκε πολύ γύρω απ’ αυτήν την ενοχή και στην τάση της να νιώθει υπεύθυνη για τον καθένα, ακόμα και για τη θεραπεύτρια, και την ίδια στιγμή να νιώθει λυπημένη και να έχει την εντύπωση ότι «δεν γνωρίζει» τους ανθρώπους με τους οποίους συνδέεται.

Μια μέρα η Δανάη ήρθε νωρίτερα στο ραντεβού της κι επειδή γινόντουσαν τεχνικές εργασίες στην αναμονή την έβαλαν να καθίσει ακριβώς έξω από το δωμάτιο συνεδριών, όπου μια θεραπεία ζεύγους βρισκόταν σε «καυτό σημείο». Ο θόρυβος και οι ομιλίες έξω από την πόρτα ενόχλησαν το ζευγάρι, η θεραπεύτρια ντράπηκε για την έλλειψη σεβασμού ή «εισβολή» και άνοιξε απότομα την πόρτα για να δει τι συμβαίνει. Καθώς άνοιγε η πόρτα, η Δανάη έκανε μια χειρονομία φόβου, σαν για να αποφύγει ένα χτύπημα, βάζοντας το χέρι της μπροστά της με μια έκφραση τρόμου ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Η θεραπεύτρια έμεινε κατάπληκτη απ’ αυτν την αντίδραση. Στη συνεδρία που άρχισε σε λίγο μαζί τη,ς το πρώτο πράγμα που ρώτησε ήταν τι είχε προκαλέσει τόσο φόβο. Η θεραπευόμενη ένιωσε μπερδεμένη.

Θεραπευόμενη: «Δεν ξέρω, φοβήθηκα».

Θεραπεύτρια: «Άνοιξα την πόρτα για να δω ποιος ήταν απ΄ έξω γιατί οι άνθρωποι με τους οποίους συζητούσα μιλούσαν δυνατά και φοβήθηκα ότι ακούγονταν».

Θεραπευόμενη: «Δεν ακούω ποτέ ιστορίες άλλων ανθρώπων. Γίνομαι τελείως κουφή».

Θεραπεύτρια: «Αλλά γιατί να γίνετε εσείς κουφή. Ήταν δικό σας λάθος που σας έβαλαν να καθίσετε εκεί ή που εμείς μιλούσαμε δυνατά;»

Σ΄ αυτό το σχόλιο η θεραπευόμενη είχε ένα είδος «αστραπιαίας μνήμης».

«Είναι κάτι που μόλις μου ήρθε στο μυαλό. Μια μέρα, την εποχή που πήγαινα στο Λύκειο, και ενώ οι γονείς και η αδελφή μου έλειπαν από το σπίτι, ο αδελφός μου μπήκε απροειδοποίητα στο δωμάτιό μου και μου έκανε μια ερωτική επίθεση. Τον έσπρωξα από πάνω μου και μετά του έδωσα ό,τι λεφτά είχα στο πορτοφόλι μου και του είπα να φύγει. Περίεργο που το είχα ξεχάσει γιατί ήμουν αρκετά μεγάλη. Ήταν αυτός ο φόβος που με έκανε να το ξαναθυμηθώ». Αυτή η ανάμνηση οδήγησε στην αποκάλυψη μιας αγχογόνου σχέσης με τον αδερφό της. Παρόλο που δεν υπήρξε κανένα άλλο περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης, και παρόλο που ήταν οικονομικά ανεξάρτητος, έχοντας τη δική του δουλειά, ο αδερφός συχνά της ζητούσε μικροποσά, τα οποία εκείνη του έδινε. Συνήθιζε, μάλιστα, να διαδίδει σε κάθε καινούργιο φίλο της ότι η αδελφή του είναι «άστατη» και όχι «ενάρετη». Εκείνη, παρόλο που ένιωθε προσβεβλημένη, τον δικαιολογούσε πάντα.

Μετά απ΄ αυτή τη συνεδρία, μια νέα αφηγηματική προοπτική ανοίχτηκε για τη θεραπεία της. Μέχρις αυτό το σημείο παρουσιαζόταν ως άτομο που θέλει πάντα να «ελέγχει τους άλλους» με το να είναι υπερπροστατευτική απέναντί τους. Τώρα είδε τον εαυτό της ως κάποιον που «δωροδοκεί» αυτόν που της επιτίθεται και «εξαγοράζει» τη σιωπή του (πληρώνει για να γίνει κουφή), το οποίο, φυσικά, ποτέ δεν κατάφερε να πετύχει. Υπήρχαν κι άλλοι κουφοί σ’ αυτή την οικογένεια, π.χ. οι γονείς της, οι οποίοι επέμεναν να κρατήσουν στενές σχέσεις τα «καλά αδελφάκια», να μένουν όλοι μαζί «μέχρι την ημέρα του γάμου τους» και γκρίνιαζαν όταν η Δανάη απουσίαζε από το μεσημεριανό τραπέζι. Αλλά άρχισε να συνειδητοποιεί ότι είχε επιλογή για το πώς να συνδέεται με τον αδερφό της και με τα άλλα μέλη της οικογένειας. Είχε την επιλογή να νιώθει θυμωμένη ή να τον συγχωρήσει, να τον παίρνει στις εξόδους με τους φίλους της, να ζει στο πατρικό σπίτι «μέχρι να γίνει νυφούλα» ή όχι. Και ότι δεν είχε καμία υποχρέωση να τον «χαρτζηλικώνει» κρυφά.

Η θεραπεύτρια κατάλαβε, επίσης, ότι η θεραπευτική σχέση την οδηγούσε στο να πάψει να είναι κουφή στις «παράπλευρες απώλειες» του πλαισίου.

 

Εν κατακλείδι

Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι η ανοιχτή διερεύνηση-συζήτηση για τη θεραπευτική σχέση δημιουργεί μια κατάσταση που επιτρέπει σε απρόβλεπτα, αναπάντεχα στοιχεία να εμπλουτίσουν τη θεραπευτική διαδικασία εφόσον ο θεραπευτής καταφέρει να τα αξιοποιήσει με έναν οικολογικό τρόπο.

Σκοπός μας δεν είναι, για να γίνουμε καλύτεροι θεραπευτές, να μάθουμε να τιθασεύουμε το απρόβλεπτο και να ασκούμε όλο και περισσότερο έλεγχο στην αυθόρμητη ανάδυση στοιχείων που βρίσκονται πέρα από το θεωρητικό μας ρεπερτόριο. Σύμφωνα με τον Larner (2004) επιστημονικότητα σημαίνει το να διατηρείς μια διερευνητική περιέργεια γύρω από το πώς και γιατί η θεραπεία δουλεύει και να αποδέχεσαι ότι η επιστήμη ποτέ δε θα είναι ίσως αρκετή προκειμένου να εξηγήσει τη διεργασία. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να ανοίγουμε χώρο και να καλοδεχόμαστε το απρόβλεπτο ως έναν παράγοντα αστάθειας ο οποίος ανατρέπει τις ισορροπίες με έναν μη-τεχνικό, μη- αυταρχικό τρόπο.

Ως θεραπευτές, εξάλλου, βρίσκομαστε στην καρδιά μας παράδοξης θέσης ανάμεσα στις επιστημονικές μας γνώσεις, την ανάγκη μας για αξιόπιστες κλινικές εξηγήσεις  και προβλέψεις και στην τέχνη του να αφουγκραζόμαστε με ευαισθησία και κατανόηση τους θεραπευόμενούς μας, προσφέρονας νόημα και κατανόηση.

Στην ελληνική μυθολογία το μαντείο αποτελούσε μια εξουσία αλλά και ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ των πόλεων-κρατών. Οι χρησμοί είχαν την αναγκαία αμφισημία για να μπορούν να εμπεριέξουν διαφορετικές οπτικές της πραγματικότητας και τη μη-προβλεψιμότητα των μελλοντικών γεγονότων.

Όταν ο Κροίσος, Βασιλιάς της Λυδίας, ζήτησε μια πρόβλεψη για να ξεκινήσει πόλεμο με τη Μηδική Αυτοκρατορία, ο χρησμός ήταν ο εξής: «Θα καταστρέψεις μια μεγάλη αυτοκρατορία». Προχώρησε στον πόλεμο και ήταν η δική του αυτοκρατορία που καταστράφηκε.

 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

 *Ησυγκεκριμένη κλινική περίπτωση δημοσιεύτηκε στον Μετάλογο, τεύχος 16, Δεκέμβριος 2009.

 

 

Βιβλιογραφία

Andersen, T. (1995). Reflecting processes; acts of informing and forming: you can borrow my eyes but you must not take them away from me!. In S. Friedman (ed.) The Reflecting Team in Action: Collaborative Practice in Family Therapy (pp. 11– 37). New York: Guilford Press.

Andersen, T. (2007) Human participating: human ‘being’ is the step for human ‘becoming’ in the next step. In H. Anderson and D. Gehart (eds), Collaborative Therapy: Relationships and Conversations that Make a Difference. New York: Routledge/Taylor & Francis. New York: Norton.

Anderson, H. and Goolishian, H., (1992) The client is the expert: A not knowing approach to therapy (pp. 25-39). In S. Manama & K.J. Gergen (eds.), Therapy as social construction. London: Sage Publications.

Andersen, T. (1987) The reflecting team. Dialogue and meta-dialogue in clinical work. Family Process, 26: 415–428.

Bachelor, A. and Horvath, A. (1999) The therapeutic relationship. In M. A. Hubble, B. L. Duncan and S. D. Miller (eds) The Heart and Soul of Change: What Works in Therapy (pp. 133–178). Washington, DC: American Psychological Association.

Bakhtin, M. (1981). The dialogic imagination: Four essays by M. M. Bakhtin (M. Holquist, Ed., and C. Emerson & M. Holquist, Trans.). Austin, TX: University of Texas.

Bakhtin, M. (1984) Problems of Dostoevsky’s Poetics. Minnesota, MN: University of Minneapolis Press.

Bakhtin, M.(1986).Speech, genre and other late essays (W. McGee, Trans.). Austin, TX: University of Texas Press.

Bischoff, R.J., McKeel, A.J., Moon, S.M., & Sprinkle, D.H. (1996). Therapist-conducted consultation : Using clients as consultants to their own therapy.Journal of Marital and Family Therapy, 22(3) : 359-379.

Cecchin,G. Lane, G.Ray,W. (2009). Ασέβεια: Μια στρατηγική επιβίωσης για θεραπευτές . Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Elkaim, M. (1997) If You Love Me, Don’t Love Me: Undoing Reciprocal Double Binds and other Methods of Change in Marital and Family Therapy. Northvale, NJ: Jason Bronson.

Freud, S. (2001). The standard Edition of the Complete Psychological Works Of Sigmund Freud: "The Case of Schreber", "Papers on Technique" and Other Works, Volume XII (1911-1913). London: Vintage Books, The Hogarth Press and the Institute of Psychoanalysis.

Gale, J.E., Odell, M., & Nagireddy, C.S. (1995). Marital therapy and self reflexive research: Research and/as intervention. In G. H. Morris & R.J. Channel (Eds), The talk of the clinic: Explorations in the analysis of medical and therapeutic discourse. Hillsdale, NJ: Erlbaum.

Golden, B.R., & Robbins, S. B. (1990).The working alliance within time-limited therapy: A case analysis. Professional Psychology: Research and Practice, 21: 476-48.

Gurman, A.S. (1977). The patient's perceptions of the therapeutic relationship. In A.S. Gurman & A. M. Razin (Eds.), Effective Psychotherapy. Elmsford, NY: Pergamon Press

Horvath, A. O., & Marx, R.W (1990). The development and decay of the working alliance during time-limited counseling. The Canadian Journal of Counseling, 38: 139-149.

Horvath, A.O., Marx, R.W., &Kaman, A. M. (1990). Thinking about thinking in therapy: An examination of clients' understanding of their therapists' intentions. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 58: 614-621.

Kristeva , J.(2011). Ιστορίες αγάπης. Αθήνα: Κέδρος.

Larner, G.(2004). Family therapy and the politics of evidence. Journal of Family Therapy, 26: 17-39.

Maione, P.V and Channel, R.J. (1999). Qualitative inquiry in psychotherapy: research on the common factors. In M. A. Hubble, B.L. Dunkan and S. D. Miller (eds),The Heart and Soul of Change : What Works in Therapy. Washington, DC: American Psychological Association.

Mallinckrodt, B. (1991). Clients' representations of childhood emotional bonds with parents, social support and formation of working alliance. Journal of Counseling Psychology, 38 :  401-409.

Martin, D. J., Garske, J. P. and Davis, M. K. (2000) Relation of the therapeutic alliance with outcome and other variables: a meta-analytic review. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 68: 438–450.

Orlinsky, D. E., Ronnestad, M. H. and Willutzki, U. (2004). Fifty years of psychotherapy process-outcome research: continuity and change. In M. J. Lambert (ed.), Bergin & Garfield’s Handbook of Psychotherapy and Behavior Change (5th edn pp. 307–389). New York: Wiley.

Paré, D. A., (1995) Of families and other cultures: The shifting paradigm of family therapy. Family Process, 34: 1-19.

Rober, P. and Seltzer, M. (2010) Avoiding colonizer positions in the therapy room: some ideas about the challenges of dealing with the dialectic of misery and resources in families. Family Process, 49: 123–137.

Rober, P. (2005a). The therapist’s self in dialogical family therapy: Some ideas about not-knowing and the therapist's inner conversation. Family Process, 44: 477- 495.

Rober, P. (1999).The therapist's inner conversation in family therapy practice: some ideas about the self of the therapist, therapeutic impasse, and the process of reflection. Family Process, 38 : 209-228.

Rober, P. (2002). Constructive Hypothesizing, Dialogic Understanding and The Therapist's Inner Conversation: Some ideas about knowing and not-knowing in the family therapy session. Journal of Marital and Family Therapy, 28 :467- 478.

Rober, P. (2005b). Family therapy as a dialogue of living persons: A perspective inspired by Bakhtin, Volosinov & Shotter. Journal of Marital & Family Therapy, 31 :385-397.

Rober, P. (2011). The therapist’s experiencing in family therapy practice. Journal of Family Therapy , 33: 233–255.

Stern, D.N., 2004: The Present Moment in Psychotherapy and Everyday Life. New York : W.W. Norton & Company Press.

Seikkula, J. (1993). The aim of therapy is generating dialogue: Bakhtin and Vygotsky in family session. Human Systems Journal, 4: 33-48

Seikkula, J. (2008). Inner and outer voices in the present moment of family and network therapy. Journal of Family Therapy, 30: 478–491.

Seikkula, J., & Olson, M.E. (2003). The open dialogue approach to acute psychosis: Its poetics and micropolitics. Family Process, 42 :403–418.

Seikkula, J. & Trimble, D. (2009). Oι Θεραπευτικές Συζητήσεις ως Κοινή Εμπειρία: Ο Διάλογος ως Πράξη Αγάπης. Μετάλογος, 15 : 39-59.

Shilts, L., Rambo , A., & Hernandez, L. (1997). Clients helping therapists find solutions to their therapy. Contemporary Family Therapy : An International Journal, 19(1) : 117-132.

Tichenor, V. & Hill, C.E. (1989). A comparison of six measures of working alliance. Psychotherapy, 26: 195-199.

Todd, T., A., Joining, H., Enders, L., Mutchler, L., & Thomas, F. (1990). Using ethnographic interviews to create a more cooperative client therapist relationship. Journal of Family Psychotherapy, 1 (3) :  51-63.

Volosinov, V. N. (1973)Marxism and the Philosophy of Language. New York: Seminar Press.

Vygotsky, L.S. (1962). Thought and language. Cambridge, MA:MIT Press.