Articles

Γράφει ο Δημήτρης Κόκκαλης1

 


1 Παιδοψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής


Το βιβλίο αυτό έχει ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά και αναμένεται η έκδοση του.

 

Η Mary-Joan Gerson είναι ψυχολόγος, διευθύντρια του τοµέα θεραπείας ζεύγους και οικογένειας στο µεταδιδακτορικό πρόγραµµα ψυχοθεραπείας και ψυχανάλυσης του Πανεπιστηµίου της Νέας Υόρκης, καθώς και καθηγήτρια κλινικής ψυχολογίας και επόπτρια ψυχαναλύτρια.

Όπως εξηγεί στον πρόλογό της, το βιβλίο αυτό γράφτηκε κυρίως για να λειτουργήσει βοηθητικά στους ψυχαναλυτές που θέλουν να δουλέψουν µε ζευγάρια και οικογένειες, εξοικειώνοντας τους µε τη συστηµική σκέψη στην ψυχοθεραπεία. Και είναι συνεπές µε την προσωπική της πορεία στην ψυχοθεραπεία, αφού πρώτα ασχολήθηκε µε την ψυχανάλυση -µε αυξηµένο ενδιαφέρον στην διαπροσωπική ανάλυση- και µετά µε τη συστηµική προσέγγιση στη θεραπεία οικογένειας, δουλεύοντας και επί δύο χρόνια µε τον Salvador Minuchin.

«Από παιδί έβλεπα τα πράγµατα από όλες τις πλευρές. Ως το τελευταίο παιδί και µε αρκετά χρόνια διαφοράς από το προηγούµενο, είχα το βλέµµα κάποιου που δεν νοιώθει “βολεµένος στη µεριά του”». «Πάντα έδινα σηµασία στις “εξωτερικές συνθήκες” (στο πλαίσιο δηλαδή) και η Νεα Υόρκη ήταν ένα µέρος όπου ήταν αδύνατον να αγνοήσεις τις διαφορετικές κουλτούρες γύρω σου. Εκτός, λοιπόν, από την γοητεία που µου ασκούσε η ψυχανάλυση, πάντα διατηρούσα την ανάγκη να δω τα πράγµατα µε έναν ευρυγώνιο φακό πέραν του φακού που εστιάζει στην εσωτερικότητα και τον συµβολισµό» γράφει, για να δώσει το προσωπικό της στίγµα σχετικά µε την ενασχόληση της µε περισσότερες της µιας προσεγγίσεων στην ψυχοθεραπεία.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί τη δεύτερη έκδοση, η οποία κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2010. Το ανακάλυψα ψάχνοντας βιβλιογραφία που να αναφέρεται σε σύγκριση ή (και) σύνθεση της συστηµικής προσέγγισης στην ψυχοθεραπεία και της ψυχανάλυσης. Έψαχνα, ορµώµενος από την δική µου αγωνία για τη δυνατότητα συνδυαστικής χρήσης αυτών των δύο προσεγγίσεων, αλλά και από την έντονη αναρώτηση και ανάγκη για καλύτερο προσδιορισµό του πεδίου της κάθε µιας. Με γοήτευσε αµέσως η αίσθηση συνεργατικότητας και σύνθεσης που αποπνέει, καθώς επίσης και η έλλειψη ωραιοποίησης κάποιας εκ των δύο προσεγγίσεων. Η συγγραφέας κάνει µιαν αναδροµή στα θεµελιώδη στοιχεία και των δύο προσεγγίσεων, εστιάζοντας περισσότερο σε αυτά της συστηµικής προσέγγισης στη θεραπεία ζεύγους και οικογένειας. Συγχρόνως, παρουσιάζει τις τελευταίες εξελίξεις σε κάθε µία ψυχοθεραπευτική περιοχή. Στη συνέχεια, µέσα από την παρουσίαση µιας πλειάδας κλινικών περιστατικών, παραθέτει, συγκρίνει ή και συνθέτει θεραπευτικές στάσεις και απόψεις. Πάντα έχοντας στο νου της ότι απευθύνεται κυρίως σε ψυχαναλυτές, τους οποίους θέλει να ευαισθητοποιήσει και  κινητοποιήσει για να γνωρίσουν και να εµβαθύνουν στη συστηµική προσέγγιση. Αναδεικνύει επίσης ζητήµατα του ευρύτερου σύγχρονου δυτικού πολιτισµικού πλαισίου και της έννοιας του «εαυτού» όπως αυτός διαµορφώνεται µέσα στο πλαίσιο αυτό. Ως κεντρική ιδέα –βάσει της οποίας έχει διαµορφώσει και τον τίτλο του βιβλίου- αναδεικνύει την αντίληψη της έννοιας του «εαυτού» ως σύµφυτη µε αυτήν του «πλαισίου». Για την M. J. Gerson δεν νοείται ένας εαυτός έξω από σχέση και η σχέση έξω από πλαίσιο. Αυτό είναι, νοµίζω, το «καινούργιο» που θέλει να αναδείξει κοιτώντας προς την κατεύθυνση της κλασσικής, κυρίως, ψυχαναλυτικής προσέγγισης. Οι έννοιες δεν είναι καινούργιες στους ψυχαναλυτές, αλλά ίσως είναι ο τρόπος που η συστηµική προσέγγιση τις προσδιορίζει και τις χρησιµοποιεί. Από την άλλη, παίρνει σαφή θέση για τη σηµασία που µπορεί να έχει µια προσωπική ψυχοθεραπεία ψυχαναλυτικού τύπου για έναν συστηµικό ψυχοθεραπευτή. Όπως υποστηρίζει, µπορεί στη θεραπεία οικογένειας η µεταβίβαση και η αντιµεταβίβαση να µπαίνουν σε δεύτερο πλάνο και να εστιάζουµε στο τι διαδραµατίζεται µπροστά µας µεταξύ των µελών της οικογένειας, αλλά θα ήταν πολύ χρήσιµο να έχουµε στο πίσω µέρος του µυαλού µας τα ατοµικά δυναµικά και τη µεταβιβαστική και αντιµεταβιβαστική διεργασία, διότι:

«Το να λειτουργούµε εστιάζοντας κυρίως στην αποτελεσµατικότητα και την “οικονοµία” µπορεί να συγκαλύψει µια σειρά ασυνείδητων θεραπευτικών δράσεων που µπορεί να είναι οι πιο σηµαντικές, ακριβώς επειδή τελούνται εκτός συνείδησης», γράφει.

 Ανεξάρτητα από τις όποιες επιφυλάξεις ή και διαφωνίες που µπορεί κάποιος να έχει διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, θεωρώ ότι είναι ένα εγχείρημα που σε βάζει να σκεφτείς και να αναρωτηθείς. Να σκεφτείς έξω από την ησυχία της αποθέωσης ή της πλήρους απόρριψης.

Αυτό, νοµίζω, πως είναι και το κέρδος που βοηθάει, τελικά, στη διαµόρφωση μιας προσωπικής θεραπευτικής γλώσσας, και άρα στάσης και θέσης. Χωρίς αυτή να είναι κάτι άκαµπτο και αιώνιο, µια και η αλλαγή είναι σύµφυτη µε το ζην.