Articles

Jacques Pluymaekers1

Μετάφραση: Ηρώ Ανυφαντή, κλινική ψυχολόγος Msc

   


Ψυχολόγος, οικογενειακός θεραπευτής, εκπαιδευτής στο Ινστιτούτο Μελέτης της  Οικογένειας & των Ανθρώπινων Συστημάτων των Βρυξελλών και στον Σύλλογο Δίκτυα- Οικογένειες του Μονπελιέ, επίτημος πρόεδρος της EFTA-CIM.
 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Cahiers critiques de therapie familial et de pratiques de reseaux”,  No 37, 2006/2, σελ. 73-83

 

Περίληψη:

Ο χώρος είναι μία από τις διαστάσεις που ούτε η οικογένεια ούτε ένας άλλος θεσμικός φορέας μπορούν να παραβλέψουν. Και τα δύο εγγράφονται στην πραγματικότητα μόνο μέσω χωροταξικών, αρχιτεκτονικών και κανονιστικών διατάξεων. Αυτές οι διατάξεις δεν είναι ουδέτερες ή απλώς οργανωτικές. Για τα μέλη αυτών των συστημάτων αναπαριστούν μέρη όπου συναισθηματικοί δεσμοί και ταυτότητα διακινδυνεύουν για το καλύτερο ή το χειρότερο.

Λέξεις κλειδιά: ταυτότητα, ίδρυμα/θεσμός, κακή μεταχείριση, φαινομενολογία

 

Καθώς η μορφή και το περιεχόμενο αποτελούν μέρη που συνδέονται, δεν μπορούμε να φανταστούμε τους οικογενειακούς δεσμούς και τις συναισθηματικές σχέσεις εκτός  των κατηγοριών του χρόνου και και του χώρου.

Οι δεσμοί αυτοί δημιουργούνται και αποδομούνται μέσα στα πλαίσια του χρόνου. Διαδραματίζονται και «ματαιώνονται» μέσα σε έναν χώρο: οικογενειακό, ιδρυματικό, κοινωνικό. Οι Ausloos (1995), Delvin (1992) και Meynckens (1992) έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο να  μελετήσουν τις σχέσεις μεταξύ ιδρυμάτων και χρόνου: του χρόνου που σταματάει, που ρέει, του χαοτικού χρόνου ή του περιστασιακού. Ποια είναι όμως η σημασία του χώρου για τους συναισθηματικούς δεσμούς;

Η οικογένεια, όπως και το ίδρυμα, από τη στιγμή που λειτουργεί ως σύστημα, εγγράφεται στο χώρο, σε ένα «τοπίο» (Pluymaekers & Neve, 2000). Και τα δύο, για να υπάρξουν, εντοπίζονται, οριοθετούνται, εισάγουν σύνορα και ένα κατώφλι, μια πόρτα εισόδου… ή εξόδου. Μπαίνω, βγαίνω, γεννιέμαι, μεγαλώνω, εγκαθίσταμαι, καταφεύγω, δραπετεύω, πεθαίνω – είναι ρήματα που δηλώνουν τον χώρο και οι σημασίες των οποίων παραπέμπουν στις συναισθηματικές μας σχέσεις. Ο Lacan (1938) επέμενε ήδη σε αυτές τις σημασίες και στις λειτουργίες των συμπλεγμάτων  μέσα στην κοινωνική ομάδα, ένθεν και πέρα των βιολογικών θεμελίων. Έτσι, αναφέρεται στο σύμπλεγμα του απογαλακτισμού και της εικόνας του που συνδέεται με αυτήν του μητρικού στήθους. Επιβεβαιώνει ότι αυτό το σύμπλεγμα, το οποίο μπορεί να είναι άλυτο ή μετουσιωμένο, δεν σταματάει να αναπαράγει στις πολιτισμικές μας πραγματικότητες κάτι από τον σημαντικό ψυχικό ρόλο που είχε για το υποκείμενο.

«Η πιο απομακρυσμένη από τη συνείδηση μορφή του, εκείνη του προγεννητικού περιβάλλοντος, βρίσκει στην κατοικία και στο κατώφλι της, κυρίως στις πρωταρχικές μορφές της, στο σπήλαιο, στο καταφύγιο, ένα επαρκές σύμβολο. Ως εκ τούτου, όλα όσα απαρτίζουν την οικιστική ενότητα της οικογενειακής ομάδας γίνονται για το άτομο… το αντικείμενο μιας ξεχωριστής αφοσίωσης από εκείνες που το ενώνουν με κάθε μέλος της ομάδας» (Lacan, 1938).

Σήμερα, η κοινωνική ζωή οργανώνεται όλο και περισσότερο σε σχέση  με τους θεσμούς, τα χρονικά τους συστήματα (ωράρια) και τα χωροταξικά (εγκαταστάσεις), αλλά και με το συνδυασμό αυτών (πραγματική διαθεσιμότητα).

Σε αντίθεση με παλαιότερα, που οι σημαντικές στιγμές της ζωής διαδραματίζονταν μέσα στο χώρο της οικογένειας, σήμερα οργανώνονται πιο συχνά στο χώρο του ιδρύματος.

Το μαιευτήριο, ο νηπιακός σταθμός, το σχολείο, η επιχείρηση, το νοσοκομείο, ο οίκος ευγηρίας, ο νεκροθάλαμος θα σημαδέψουν τους περισσότερους από εμάς. Πολιτισμικά, η απαρτίωση αυτών των ιδρυμάτων γίνεται μέσα στον οικογενειακό θεσμό και μια θετική διαλεκτική φαίνεται να εγκαθίσταται ανάμεσα στα οικογενειακά και τα θεσμικά πλαίσια.

Παρόλα αυτά, για μερικούς από εμάς, το ίδρυμα επιβάλλεται. Δεν εγγράφεται στην κλασικά αποδεκτή διαλεκτική όπου η ασφάλεια του εσωτερικού επιτρέπει το άνοιγμα προς το εξωτερικό. Η συνήθης διαδικασία δεν λειτουργεί. Το ίδρυμα επιβάλλεται όπως το μοναδικό σημάδι, η μόνη αναφορά. Ο χώρος απομονώνεται και η ολοκληρωτική  παρέκκλιση  δεν βρίσκεται μακριά.  Η ονομασία του υποδηλώνει εν μέρει αυτή τη φυσική αλλαγή: πρόκειται για τους ξενώνες φιλοξενίας μητέρων με τα παιδιά τους, τον παιδικό σταθμό, το σχολείο, τον ξενώνα εφήβων, τη φυλακή, το ψυχιατρικό νοσοκομείο, την ειδική μονάδα για δύσκολους ασθενείς, το κέντρο μακράς διαμονής, το νεκροτομείο, και τον κοινό τάφο.

Αυτή η αυξανόμενη ισχύς του ιδρύματος μέσα στις κοινωνίες μας, ενοχλεί. Φανερώνει μια κίνηση που θα μπορούσε να εκληφθεί με δύο τρόπους. Για κάποιους,  δικαιολογείται: το ίδρυμα είναι στην υπηρεσία μας με τα πλεονεκτήματα του. Βιώνεται λοιπόν από τις οικογένειες ως χρήσιμο, ακόμα και απαραίτητο. Είναι επομένως το ιδιωτικό πεδίο που «ιδιωτικοποιεί» το ίδρυμα, που είναι κατεξοχήν ένα δημόσιο πεδίο. Το ίδρυμα θα μπορούσε όμως σίγουρα να είναι λίγο πιο οικείο!  Κάποια διαφημιστικά φυλλάδα που παρουσιάζουν το μαιευτήριο ή στο άλλο άκρο το γηροκομείο, επιμένουν πολύ στην οικογενειακή ατμόσφαιρα.

Για άλλους πρόκειται για ένα γεγονός αντίθετο, που πρέπει να κατονομάσουμε. Θεωρούν ότι το δημόσιο πεδίο διαχέεται  με μη αποδεκτό τρόπο, τρυπώνει ύπουλα και κρυφά σαν κάμπια στον ιδιωτικό και οικογενειακό χώρο. Αναρωτιόμαστε λοιπόν, με το πρόσχημα της πρόληψης, μήπως δεν πρέπει να ξεσηκωθούμε βλέποντας να εξελίσσεται μια «υποχρέωση» παρέμβασης μέσα στις οικογένειες – να διακριθεί από το δικαίωμα της παρέμβασης που μπορεί να δικαιολογηθεί, για παράδειγμα σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας. Για να επιδείξουμε αυτό το «καθήκον της παρέμβασης», επισημαίνουμε τον τρόπο με τον οποίο, κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, γυναικολόγοι, παιδίατροι, φίλοι και περίγυρος εκτιμούν ότι είναι δική τους υποχρέωση να αποθαρρύνουν μια μητέρα να γεννήσει στο σπίτι.

Οι αρχές της προφύλαξης και πρόληψης δικαιολογούν την εισβολή στην ιδιωτική ζωή, και μάλιστα σε αυτό που μας είναι πιο οικείο.  Με την ταχύτητα που εξελίσσεται αυτή η ιδέα και στη θέα του μεγάλου αριθμού των ανταγωνιστών της, στοιχηματίζουμε ότι δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι αυτή η ιδεολογία μας υποχρεώνει όλους να γίνουμε «διαφανείς». Φτάνοντας το ως το τέλος, η συγκεκριμένη λογική μας απαγορεύει το πραγματικό δικαίωμα να διατηρήσουμε κάποιους από τους μυστικούς μας κήπους.

Το γεγονός ότι η διαφήμηση και οι καταναλωτικές της διαθέσεις διατηρούν αυτόν τον λόγο και δεν αρνούνται να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα για να μας περιορίσουν στο μοναδικό ρόλο του καταναλωτή, μην έχοντας ίσως την ηθική ως πρώτο στόχο, έχει ακόμα ισχύ.

Το ότι αναπτύσσονται παρόμοιες πρακτικές στο κοινωνικό πεδίο, όπου η καταφυγή στο ίδρυμα έπρεπε να συμβαδίζει με την απαίτηση να μην κάνει τίποτε περισσότερο από το να αναλαμβάνει την ευθύνη και να παρέχει φροντίδα, είναι πολύ πιο σοβαρό.

Το να περιορίζεσαι σε μια κατάσταση αντικειμένου, και μάλιστα «διαφανούς», σε οδηγεί στο να απαρνείσαι την ύπαρξή σου. Πώς να υπάρχεις χωρίς προσωπικό χώρο; Πώς να μπορέσεις να ζήσεις χωρίς να έχεις δημιουργήσει ένα σπίτι, μια οικειότητα, έναν μυστικό κήπο; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα.

Είναι το κρίσιμο θέμα της ιστορίας μας, της ιστορικότητας μας, της οιδιπόδειας ιστορίας μας που τίθεται σε κίνδυνο από τέτοιες μεθόδους και αν τολμούσα, θα καλούσα τον Φρόιντ σε βοήθεια να μας ξαναθυμίσει τον θεμελιακό ρόλο του πατέρα, ο οποίος έρχεται  να χωρίσει το παιδί από τη μητέρα και συνεπώς να του ανοίξει τον δρόμο προς εκείνον. Δεν  υπάρχω πάρα μόνο αν υπάρχει κι ο άλλος και μπορώ να με διαχωρίσω από αυτόν.

Ο Serge Tisseron (1998) συχνά υπενθυμίζει τη σημασία για την δόμηση του παιδιού, του πρώτου του ψέματος. Το παιδί  είναι πεπεισμένο ότι η μητέρα του βλέπει τα πάντα, διαβάζει τις σκέψεις του… και να, που λέγοντας ψέματα συνειδητοποιεί ότι εκείνη δεν αντιλαμβάνεται αμέσως το γεγονός ότι το ίδιο ψεύδεται. Έτσι λοιπόν αντιλαμβάνεται ότι είναι  ξεχωριστός άνθρωπος και υπάρχει για τον εαυτό του.

Αυτή η διάκριση είναι ζωτική καθώς προϋποθέτει έναν χώρο-χρόνο όπου μπορώ να εμφανίσω κάτι άλλο διαφορετικό, εμένα τον ίδιο δηλαδή. Έχουμε όλοι μεγάλη ανάγκη ενός χώρου που θα ονομάσω «χώρο-καταφύγιο» και ενός χρόνου όπου θα μπορούμε να δραπετεύουμε. Είναι ο χώρος, όποιο κι αν είναι αυτό το συγκεκριμένο μέρος, όπου μπορώ να είμαι με τον εαυτό μου κα να συνομιλώ μαζί του χωρίς κίνδυνο.

Ευτυχώς, για τους περισσότερους άνδρες και γυναίκες, όλα πάνε καλά: μπορέσαμε να δημιουργήσουμε τα καταφύγια μας και να ονειρευόμαστε εκεί αν και, κάποιες φορές, οι περιστάσεις της ζωής ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Μας αρκούν λίγα πράγματα για να δημιουργήσουμε αυτό το καταφύγιο, αλλά αυτή η υπαρξιακή αξίωση είναι πολύ ζωτική. Η ιστορία μας μαθαίνει ότι οι άνθρωποι προκαλούν τα χειρότερα βασανιστήρια στους ομοίους τους, μας δείχνει επίσης και ότι όσοι είχαν ακόμα τη δύναμη να «κατασκευάσουν» το καταφύγιο τους και να δραπετεύσουν σε αυτό, μπόρεσαν να μάθουν να υπάρχουν και πέρα από την απελπισία τους. Ας αναλογιστούμε τις τραγικές και θαυμαστές μοίρες βασανισμένων ανθρώπων όπως της Malika Oufkir ή κάποιων άγνωστων φυλακισμένων του Guantanamo.

Σε αντίθεση με αυτές τις καταστάσεις όπου στόχος είναι η εκμηδένιση κάποιων ανθρώπινων υπάρξεων, τα ιατρικο-ψυχο-κοινωνικά ιδρύματα έχουν αντιθέτως ως πρώτη τους έγνοια να βοηθήσουν και να ανακουφίσουν τον άλλο με τον μέγιστο σεβασμό.

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι τα πράγματα είναι απλά. Συνεπώς, αν βοηθάμε είμαστε ανθρώπινοι, αλλά αν βοηθάμε δίχως να λαμβάνουμε υπόψη τον άνθρωπο, αυτό δεν είναι πραγματική βοήθεια. Κι όμως, ο μανιχαϊσμός ποτέ δεν επέτρεψε να περιγραφεί η πολυπλοκότητα του ανθρώπου. Αντιθέτως,  θέτοντας το πρόβλημα με τους όρους του, επιτρέπει την απόκρυψη του γεγονότος ότι το ίδρυμα συχνά ανταποκρίνεται σε αντιθετικές αξιώσεις. Περιμένουμε απ’αυτό περισσότερη ασφάλεια, έναν καλύτερο έλεγχο, πιο εύκολη πρόσβαση, τη συνεισφορά τελευταίων τεχνολογιών και να είναι ευχάριστο, ανθρώπινο και οικογενειακό. Το να συνδυαστούν αυτοί οι στόχοι δεν είναι απίθανο. Αντιθέτως, συχνά οι τεχνικές, οικονομικές ή/και οργανωτικές ανάγκες θα δημιουργήσουν την επιθυμία για εξανθρωπισμό, και τα μέτρα που αποφασίζονται σε αυτό το πλαίσιο θα παραμείνουν συμβατικά ή θα αποδειχθούν αντιπαραγωγικά.

Δυο πράγματα μπορούν να εξηγήσουν εν μέρει την αποτυχία του «εξανθρωπισμού του νοσοκομείου» ή αν το γενικεύσουμε, του ιδρύματος. Το πρώτο είναι ότι το ουσιώδες για τον άνθρωπο που έρχεται αντιμέτωπος με το ίδρυμα και τις λογικές του δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη. Υποθέτουμε ότι αυτό εξυπακούεται. Ποιο είναι αυτό το ουσιώδες; Το να αισθάνεται τον χωρίς προϋποθέσεις σεβασμό του οικείου  του χώρου, να αντιλαμβάνεται ότι είναι πιθανόν να διατηρήσει μια δική του περιοχή και έναν μυστικό κήπο. Κάτι το οποίο είναι πολύ σημαντικό και τα παραδείγματα δείχνουν ότι απαιτείται δημιουργικότητα και κάποιες φορές  αμφισβήτηση.

Η δεύτερη εξήγηση βρίσκεται στο παράδοξο που ξεπροβάλλει αναπόφευκτα ανάμεσα στο οικογενειακό πλαίσιο και σε αυτό του ιδρύματος: όσο πιο πολύ το ένα παρουσιάζεται κατάλληλο, τόσο περισσότερο το άλλο μπορεί να αισθανθεί αποκλεισμένο.

Συχνά, λοιπόν, το ίδρυμα φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν χώρο-χρόνο εναλλακτικό στις δυσκολίες που τίθενται στο οικογενειακό περιβάλλον διότι αυτό θεωρείται ως πιθανόν επικίνδυνο ή ανεπαρκές για το άτομο. Επομένως το ίδρυμα επιθυμεί να προσφέρει το καλύτερο, και το κάνει μεταξύ άλλων μέσω των δεξιοτήτων των επαγγελματιών που εργάζονται σε αυτό. Επιθυμεί επίσης να μοιραστεί, να επιτρέψει την εξέλιξη και είναι αλήθεια ότι το καταφέρνει σε πολλές περιπτώσεις. Είναι όμως πολύ δύσκολο, για να μην πω αδύνατο να λάβει υπόψη την παράδοξη συνέπεια της πράξης του.

Πριν εκθέσουμε κάποιες ιδρυματικές πράξεις,–κάποιοι θα επιδεικνύαμε την δημιουργικότητα των επαγγελματιών, και άλλοι θα αποκαλύπταμε πώς κάποιες φορές παρακάμπτεται το ουσιώδες– φαίνεται σημαντικό να θυμίσουμε ότι η οικογένεια δεν είναι πάντα το καλύτερο πλαίσιο για να ζεις. Ο οικογενειακός θεσμός που, για τους περισσότερους από μας, έχει επιτρέψει να οριοθετήσουμε την περιοχή μας και συνεπώς να υπάρχουμε, μπορεί να αποδειχθεί εξίσου ένας χώρος σύγχυσης, άρνησης όλων των ορίων, ακόμα και εγκαθίδρυσης της απαγόρευσης να υπάρχει ένας οικείος χώρος.

Μπορούμε, συνεπώς,να κατανοήσουμε ότι για πολλά παιδιά, νέους και ενήλικες, που βρίσκονται σε ένα ίδρυμα, αυτό καταλήγει να είναι το «σπίτι» τους και η «οικογένεια» τους.  Έχουν πλήρη συνείδηση παρόλα αυτάότιδεν ήταν μια δική τους επιλογή.

Είχα την εμπειρία να βοηθήσω μια κυρία που βρήκε το «σπίτι» της σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο:

«Η κυρία Louis είχε συσσωρεύσει προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές απογοητεύσεις. Σαν συνέπεια της αδυναμίας της να ελέγξει κάποιες καταστάσεις, βρέθηκε να νοσηλεύεται στο ψυχιατρείο. Το νοσοκομείο τη φιλοξένησε, τη στήριξε και την ενθάρρυνε να κάνει ξανά μια καλύτερη αρχή, αλλά οι απόπειρες να μείνει μόνη σε ένα διαμέρισμα αποτέλεσαν δύσκολες περιόδους για εκείνη. Τις αποδεχόταν αλλά της κόστιζε αρκετά. Συνεπώς σιγά σιγά απέκτησε μια υπαρξιακή ασφάλεια: το νοσοκομείο είχε γίνει το σπίτι της και «αγρυπνούσε» μέχρι να ξαναβρεί το δωμάτιο της. Είχε γίνει πλέον κατανοητό, πέρα από μια λογική ιδρυματοποίησης, ότι για τη συγκεκριμένη κυρία το δωμάτιο της είχε τη σημασία τούνα έχει το σπίτι της.»

Συχνά, οι φορείς φιλοξενίας δεν λαμβάνουν υπόψη το νόημα και τη βαρύτητα που εκπροσωπεί για το ιδρυματοποιημένο παιδί, έφηβο και ενήλικα το δωμάτιο, η ντουλάπα, το κρεβάτι. Προσφέρεται ένα δωμάτιο, αλλά θα γίνει το «δικό» του δωμάτιο; Το δικό του που πρέπει να μοιραστεί; Ή αυτοί οι τοίχοι θα παραμείνουν ανώνυμοι; Θα υπάρχει ένα ντουλάπι ή ένας χώρος για το δεύτερο δέρμα τουπου είναι τα ρούχα του; Ναι, ακόμα και με κάθε τρόπο οι ελάχιστες αποσκευές του μπορεί να παραμείνουν μέσα στην βαλίτσα του. «Κατοικεί» λοιπόν το κρεβάτι, το οποίο όμως θα γίνει δικό του; Πώς να υπερασπιστείς και να κάνεις κατανοητό κάτι τέτοιο -κάτι το οποίο πραγματικά δεν είναι εύκολο να εξηγήσεις- δηλαδή ότι το μέρος όπου αφηνόμαστε στον ύπνο θα έπρεπε να λειτουργεί ως «σπίτι» για να μπορεί να είναι και επιδιορθωτικό. Το κρεβάτι, το μόνο «σπίτι» που είναι απαραίτητο.

Εάν οι εκπαιδευτικοί και οι φροντιστές μπορούσαν να καταλάβουν ότι αυτό το κρεβάτι αποτελεί μέρος του ουσιώδους, ένα μέρος της ταυτότητας του ατόμου, κυριολεκτικά τον χώρο της ύπαρξής του, ίσως αυτό που απομένει από την ύπαρξη του,  θα μπορούσαμε τότε όλοι  να κατανοήσουμε τη βία που υφίστανται αυτά τα παιδιά, καθώς φτάνει το Σαββατοκύριακο και βρίσκονται σε ομάδες στον ίδιο χώρο για λόγους οργανωτικούς.

Πόσο μεγάλη σημασία έχουν λοιπόν αυτές οι αλλαγές στα μάτια αυτών που έχουν τη δικαιοδοσία να αποφασίζουν ότι «ένα κρεβάτι είναι απλώς ένα κρεβάτι»; Τέσσερις νύχτες στο δικό του κρεβάτι, τρεις νύχτες σε κάποιου φίλου: ως προς τι αυτό να είναι πρόβλημα λοιπόν; Κυρίως όταν γνωρίζουμε ότι τα σεντόνια δεν θα αλλαχτούν καν.

«Είναι σαν να είμαστε σε διακοπές. Υπάρχει η αίσθηση της περιπέτειας!» ισχυρίζονται οι συνοδοί των παιδιών όταν έχουν να τα αντιμετωπίσουν λόγω της βιαιότητας των αποφάσεων τους. Πράγματι, είναι πιθανό να ζεις καλά με το να κοιμάσαι κάθε βράδυ σε άλλο κρεβάτι, εάν έχεις αποφασίσει όμως να είσαι ταξιδιώτης. Ακόμα όμως και οι ταξιδευτές κάπως βρίσκουν ένα κρεβάτι έστω και σε ένα καταφύγιο… Όταν ένα παιδί αρχίζει να εγκαθίσταται σε ένα κρεβάτι, αλλά μετά πρέπει να μεταφερθεί σε κάποιο άλλο μόνο για ένα βράδυ, ο συγκάτοικος  του και ο  ενήλικας που παίρνει αυτή την απόφαση, συχνά βιώνονται ως ένοχοι μιας εισβολής που γίνεται στον προσωπικό χώρο που πίστευε ότι κατέχει. Δεν θεωρείται αυτό «παραβίαση»;

Το ίδιο συμβαίνει και μέσα στις οικογένειες. Τα παιδιά υποφέρουν από την απουσία του κρεβατιού τους, όταν οι γονείς παραχωρούν το κρεβάτι και το δωμάτιο τους σε φιλοξενούμενους, χωρίς αυτά να έχουν ενημερωθεί και συμφωνήσει με αυτό.

Για έναν κρατούμενο επίσης, το κρεβάτι του γίνεται πολύ γρήγορα το μοναδικό του καταφύγιο… αν δεν αρκεστεί σε ένα στρώμα ριγμένο στο πάτωμα. Κάτω από το βλέμμα ενός φύλακα και υπό το πρίσμα της λογικής περί ασφάλειας, αυτή η οικειοποίηση εκλαμβάνεται ως κίνδυνος: δεν πρέπει ο φυλακισμένος να εγκατασταθεί γιατί θα μπορούσε να αναδομήσει μια ελευθερία… έναν δικό του χώρο, μυστικό… Μετακινούμε λοιπόν τους κρατούμενους για χίλιους οργανωτικούς λόγους.

Το κελί ή, στην ψυχιατρική η απομόνωση, που χρησιμοποιείται ως τιμωρία, στερεί αρχικά από το άτομο το να μείνει «σπίτι του», αυτό πουμπόρεσε να δημιουργήσει (το κρεβάτι του, τα σεντόνια του, οι κουβέρτες του) και συχνά του αφαιρεί αυτό που του επέτρεπε να διατηρήσει ακόμα λίγο την ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια του, το τρίτο του δέρμα εν ολίγοις, μετά το δεύτερο που αποτελούν τα ρούχα.

Μπορεί να έχουμε την ευχαρίστηση να είμαστε γυμνοί στον ήλιο ή στα μάτια αυτών που αγαπάμε, είναι διαφορετικό όμως να είμαστε απογυμνωμένοι, εκτεθειμένοι. Όταν δενέχουμε παρά μόνο το κρεβάτι μας ως καταφύγιο, θα πρέπεινα είναι απαραβίαστο!

Οι πρακτικές που αναδύονται μεταφράζουν συχνά την δυσκολία που έχουν τα ιδρύματα να συμφιλιώσουν παιδαγωγικούς και/ή θεραπευτικούς στόχους σε συνδυασμό με τους οργανωτικούς περιορισμούς που επιβάλλονται από παράγοντες οικονομικούς, ασφάλειας και αρχιτεκτονικούς. Σε σπάνιες περιπτώσεις, θεραπευτές, παιδαγωγοί και αρχιτέκτονες έχουν μοιραστεί τον ενθουσιασμό και τις δεξιότητες τους για να δημιουργήσουν θεσμικούς χώρους που ενσωματώνουν τις ανάγκες της οικειότητας, της ταυτότητας, των καταφυγίων όπου μπορούμε να ονειρευόμαστε και να είμαστε ο εαυτός μας σε πλήρη ασφάλεια.

Παραθέτοντας την έρευνα των «Cantous», χώροι φιλοξενίας για ηλικιωμένους με προβλήματα προσανατολισμού ή πιλοτικές εμπειρίες όπως ιδρύματα για αυτιστικά παιδιά, έχουν πολλαπλασιάσει μέσα στους «τοίχους» τους την ύπαρξη χώρων όπου κάποιος έχει την δυνατότητα να «κουλουριαστεί» χωρίς κίνδυνο. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση, ο αρχιτέκτονας είχε φανταστεί οριζόντια και στενά παράθυρα με μεγάλα στηρίγματα, τοποθετημένα σε σκάλες, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο πολλές εσοχές όπου ήταν πιθανό να μείνει κάποιος απομονωμένος διατηρώντας ένα άνοιγμα προς την φύση.

Δεν είναι εμφανές για τον διευθυντή, το μέλος του προσωπικού ή του επωφελούμενου να σκεφτεί τον ιδρυματικό χώρο διαφορετικά παρά μόνο ως έναν χώρο κλειστό και αποκομμένο: κλειστό διότι το ίδρυμα δημιουργείται με βάση την απαίτηση της κοινωνίας να θέσει στο περιθώριο ώστε να προστατεύσει και να θεραπεύσει. Αποκομμένο διότι μέσα σε ένα κλειστό πλαίσιο, οι αναμείξεις φαντάζουν επικίνδυνες. Χωρίζουμε λοιπόν τους άντρες από τις γυναίκες, το προσωπικό από τους ασθενείς, τους επιθετικούς από τους ήρεμους, τους κλινήρεις από τους υγιείς κλπ.

Μπορεί να γίνεται πιο εύκολη η οργάνωση με αυτόν τον τρόπο αλλά έχει ως τίμημα πραγματικές απώλειες στην ταυτότητα των ιδρυματοποιημένων ατόμων. Δεν υπάρχουμε πραγματικά αν το σώμα μας, που πάντα καταλαμβάνει έναν χώρο, δεν μπορεί να είναι υποκείμενο, δηλαδή να ζει μια μοναδική σχέση με αυτόν τον χώρο και αν προσδιορίζεται ως αντικείμενο που διαχειρίζεται και ως εκ τούτου επιβιώνει.

Ένα ίδρυμα λοιπόν που φιλοξενεί ενήλικες με ψυχικές δυσκολίες, οι οποίοι διαθέτουν ο καθένας το προσωπικό του δωμάτιο, δεν αντιμετωπίζει ηθικά προβλήματα στην εγκατάσταση καμερών σε κάθε δωμάτιο έτσι ώστε να διαφυλάσσεται η νυχτερινή επίβλεψη από έναν νυχτοφύλακα στη θέση των εκπαιδευτών σε κάθε κτίριο.  Το γεγονός ότι ο καθένας έχει το δωμάτιο του και την ιδιωτικότητα του δεν έχει περισσότερη σημασία από αυτό και μόνο. Πρόκειται, με επιείκεια, για μια πολυτέλεια χωρίς νόημα.

Πρέπει να βιώσεις τις καταστάσεις από μέσα, για να αξιολογήσεις πώς οι αλλαγές στην διαχείριση του χώρου, υπαγορευμένες από οργανωτικές έγνοιες, θα επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά τους συναισθηματικούς δεσμούς και την ταυτότητα αυτών που διαμένουν.

Αυτή η αξιολόγηση απαιτεί μια μεγάλη ευαισθησία εκ μέρους διάφορων παραγόντων: ουδετεροποιείται συχνά από τον καταμερισμότων ρόλων, ο οποίος αποκλείει συχνά την πραγματοποίηση άμεσης επαφής του προσωπικού με τους ασθενείς.

Για να δώσουμε μια σαφή εικόνα του πώς οι διαδράσεις μπορούν να γίνουν συμπλεγματικές, ορίστε ένα τελευταίο παράδειγμα που διαδραματίστηκε σε έναν συμπαθητικό οίκο ευγηρίας, μονάδα φροντίδας στα πλαίσια ενός μεγάλου νοσοκομείου:

«Μια ηλικιωμένη κυρία γίνεται δεκτή στον οίκο ευγηρίας, και μοιράζεται το δωμάτιο με κάποιαν άλλη συνταξιούχο. Λίγους μήνες αργότερα, ο σύζυγος της χρειάζεται κι εκείνος να εισαχθεί στον οίκο ευγηρίας. Η διεύθυνση και το προσωπικό προτείνουν, λοιπόν,να δοθεί στο ζευγάρι ένα δωμάτιο με δύο κρεβάτια. Θα έμεναν εκεί πάνω-κάτω τρία χρόνια, αλλά κάποια στιγμή η κατάσταση του συζύγου άρχισε να χειροτερεύει και απεβίωσε ένα βράδυ έχοντας συντροφιά δίπλα του την γυναίκα του και το προσωπικό.

Θα μεταφερόταν στο νεκροτομείο το πρωί της επόμενης μέρας. Το κρεβάτι συνεπώς έμεινε άδειο. Καθώς τα αιτήματα είναι πολλά, το γραφείο υποδοχής του νοσοκομείου σημείωσε ότι υπάρχει διαθέσιμη μια κλίνη… και μια νέα εισαγωγή συνεπώς οργανώθηκε. Η χήρα γυναίκα θα πρέπει να βιώσει την παρουσία ενός καινούργιου προσώπου στο γειτονικό κρεβάτι, μόλις λίγες ώρες μετά τον θάνατο του συζύγου της.

Για την δομή του ιδρύματος, δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα: στην πραγματικότητα, για το νοσοκομείο, αν ένα κρεβάτι είναι διαθέσιμο, τα σεντόνια θα αλλαχθούν και το στρώμα θα απολυμανθεί για να υποδεχτεί έναν καινούργιο ασθενή.  Το συγκεκριμένο πλαίσιο ούτε λήφθηκε υπόψη ούτε καν έγινε αντιληπτό από τις υπηρεσίες υποδοχής. Θα απαιτούνταν όλη η διπλωματία του προσωπικού του οίκου ευγηρίας για να αποφευχθεί στην συγκεκριμένη γυναίκα αυτό που ονομάζουμε σύγκρουση σχέσεων.

Στην πραγματικότητα πώς να φανταστούμε διαφορετικά αυτό που διακυβέβευεται στον καθένα.

Από τη μία πλευρά υπάρχει μια γυναίκα χήρα και η ανάγκη της να γίνει σεβαστή η ιδιωτικότητα αυτού του δωματίου όπου ο σύζυγος της μόλις απεβίωσε. Αυτό το δωμάτιο ήταν σαντο «σπίτι»τους, ελλείψει της δυνατότητας να μένουν στο δικό τους σπίτι, και εμποτισμένο από τις τελευταίες στιγμές που πέρασαν μαζί.

Επιπλέον, ένα καινούργιο ηλικιωμένο άτομο φτάνει, με τις δικές τους προσωπικές δυσκολίες αρνούμενο ίσως κατά την συνείδηση του να μεταφερθεί. Πώς θα μπορούσε να μείνει σε αυτό το κρεβάτι, να πάρει αυτή τη θέση χωρίς να πληγώσει, χωρίς να παραβιάσει; Το νοσοκομείο μπόρεσε να επιστρέψει στην απόφασή του αλλά μόνο για μερικές ώρες,το προσωπικό έπρεπε να διαχειριστεί μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση.»

Υπάρχουν συνεπώς χώροι στους οποίους μπορούμε να επενδύσουμε για να τους μετατρέψουμε σε «καταφύγιο» μας.

Υπάρχουν καθορισμένοι χώροι όπου δεν μπορούμε να τους κάνουμε δικούς μας.

Υπάρχουν χώροι που οικειοποιούμαστε και οι οποίοι παραβιάζονται σαν να μη συμβαίνει τίποτα, για λόγους οργανωτικούς ή λόγω διάθεσης για τιμωρία.

Τι μου προκαλούν αυτά τα παραδείγματα;

1) Από συστημική άποψη, αυτά τα παραδείγματα ξαναθυμίζουν τη σημασία του να διαχωρίζουμε στις αναγνώσεις της πραγματικότητας, τα επίσημα προγράμματα, τα οποία είναι τις περισσότερες φορές σωστά και λογικά - και τους άρρητους κανόνες, τους οποίους η ζωή και ο χρόνος αναπτύσσουν σιωπηλά. Όλα αυτά επηρεάζουν κάποιες αποφάσεις φαινομενικά ανώδυνες, που μπορεί όμως σε ορισμένα πλαίσια να αποδειχθούν κακοποιητικές.

Μέσα σε αυτά τα παραδείγματα φαίνεται η δύναμη αυτών των κανόνων οι οποίοι οδηγούν το προσωπικό να χειρίζεται τους ιδρυματοποιημένους ανθρώπους ως αντικείμενα, «μετακινούμενα» χωρίς δικό τους χώρο, επιτιθέμενο με αυτό τον τρόπο στην ταυτότητα τους, χωρίς να το θέλουν, αλλά πληγώνοντας βαθιά τους επαγγελματίες που συχνά επιθυμούν σοβαρά να βοηθήσουν.

2) Δευτερευόντως, η ηθική απαιτεί να ανοίξουμε τα μάτια στο δυσνόητο, στο ατομικό, σε αυτό που δεν έχουμε προβλέψει: οι επιθετικές και πιεστικές διαστάσεις των ψυχοκοινωνικών ιδρυμάτων μας διαδραματίζονται σε αυτή την καθημερινότητα όπου η ηθική και οι ιδρυματικές λογικές συγκρούονται.

Ο οίκος ευγηρίας του νοσοκομείου φάνηκε ανοιχτός και σεβόμενος το ζευγάρι του παραχώρησε ένα δωμάτιο… αντί για ένα κρεβάτι. Όμως το νοσοκομείο με Ν κεφαλαίο, δεν κατανόησε την σημασία και το συμβολικό βάρος αυτού του χώρου.

Μέσα σε λίγα λεπτά, η χήρα γυναίκα στερήθηκε αυτόν τον χώρο. Με την επικείμενη καινούργια είσοδο της έγινε ευκρινώς γνωστό ότι δεν της ανήκε πλέον αυτός ο χώρος, κάτι που για το νοσοκομείο δεν ήταν παρά μόνο μια εντολή, αλλά για την ίδια αναπαριστούσε μια συγκεκριμένη άρνηση να ζήσει με αξιοπρέπεια τον θάνατο του συζύγου της.

Αυτό μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα πως ένα χαρτόνι και μια φθαρμένη κουβέρτα αποτελούν ότι έχει απομείνει από την αξιοπρέπεια των άστεγων, συνεπώς και το κρεβάτι σε ένα κέντρο φιλοξενίας δεν θα είναι ποτέ ένας οικείος χώρος.

Για πολλούς ανθρώπους, η ζωή γίνεται ένας τρόπος «περιορισμού κατ’οίκον» λες και το να έχει κάποιος ένα «σπίτι» ακόμα κι αν αυτό περιορίζεται στο κρεβάτι του, να μην αποτελεί την ελάχιστη προϋπόθεση για την αναγνώριση της αξιοπρέπειας μιας ανθρώπινης ύπαρξης.

Και για κάποιους αυτό ξεκινάει νωρίς:

η θερμοκοιτίδα του μαιευτηρίου,
το κρεβάτι ενός βρεφοκομείου,
το τελευταίο θρανίο της τάξης,
το κρεβάτι ή ίσως μόνο η κουβέρτα, ο υπνόσακος στο ορφανοτροφείο,
το κελί ή η απομόνωση,
το κρεβάτι του νοσοκομείου,
η αναπηρική πολυθρόνα,

…και τέλος το φέρετρο ή απλώς ένας τάφος.

Θα έπρεπε να αρνούμαστε να θεωρούμε αυτούς τους χώρους ως ολοκληρωτικούς: δεν θα έπρεπε να απαγορεύεται να κατασκευάζουμε ένα καταφύγιο, ακόμα και ψυχικό, όπου θα είμαστε με τον εαυτό μας, δραπετεύοντας από το βλέμμα του άλλου, ένα τελευταίο οχυρό που θα δημιουργεί ασφάλεια για τον καθέναναπό εμάς.

Η φροϋδική θεωρία μας προσέφερε μια θεωρία των μερών με τις τοπικές του ψυχικού οργάνου (Laplanche & Pontalis, 1976): διαφοροποιώντας τα ψυχικά υποσυστήματα, επιτρέποντας να αναπαραστηθούν σε ένα μοντέλο χωροταξικό και αποδίδοντάς τουςλειτουργίες, άλλοτε συγκεκριμένες και συνδεόμενες.

Η συστημική προσέγγιση απέδωσε σημασία στο σώμα και την τοπολογική του εγγραφή: αφενός στο υλικό σώμα, αφετέρου και κατά κύριο λόγο στο βιωμένο σώμα το οποίο φαινομενολόγοι όπως ο Waelhens (1958) έχουν περιγράψει ως ενδιάμεσο τόπο που δεν είναι ούτε «εγώ» ούτε «πράγμα», ενώ μπορεί κάλλιστα να είναι και το ένα και το άλλο. Η «παρουσία του σώματος» την οποία ο θεσμός έχει καθήκον να διαχειρίζεται, μπορεί να υποβαθμίσει τη σπουδαιότητα της «παρουσίας στο σώμα». Όμως, «αυτή η παρουσία στο σώμα», συνεκτεινόμενη της ταυτότητάς μας, θα εκμεταλλευτεί όλη τη δημιουργικότητά της για να φτιάξει γι’αυτήν ένα χώρο, όσο μικρός και περιθωριακός κι αν είναι, στον οποίοντο «είναι» μας, δια μέσου του σωματικού του χώρου, θα μπορέσει να παραμείνει υποκείμενο, διαφορετικά κινδυνεύει να υποπέσει στην ανυπαρξία, εάν δεν είναι πια εφικτό να δημιουργήσει μια δική του θέση μέσα σε ένα ιδρυματοποιημένο πλαίσιο που έχει οργανωθεί και νοηματοδοτηθείμε τρόπο ολοκληρωτικό.

 

Αναφορές

AUSLOOS G. (1995): La competence des familles. Eres, Toulouse.

DELVIN E. (1992): Le temps arête. Therapies familliales XIII(3): 282-286, Geneve

DE VAELHENS A. (1958): Phenomenologie et psychanalyse. In Existance et signification, Ed. Nauwelaerts, Louvain.

LACAN J (1938): Les complexes familiaux. Encyclopedie Francaise, Larousse, Paris. Reed. In (2001) Autres ecrits, Seuil, Paris.

LAPLANCHE J. & PONTALIS J.B. (1967): Vocabulaire de la psychanalyse, PUF, Paris.

MEYNCKENS M. (1992): Le temps en institution. Therapies familiales XIII(3): 287-298, Geneve.

PLUYMAEKERS J. & NEVE Ch (2000): Richesse du genogramme paysager. Chahiers critiques de therapie familial et de pratiques de reseaux 25: 88-108, De Boeck Universite, Bruxelles.

TISSERON S (1998): Nos secrets de famille, histoire et mode d’ emploi. Ramsay, Paris.